← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Χρίστου Μελινιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 814/97, 27/3/2015

ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Χρίστου Μελινιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 814/97, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 814/97 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας -και-

  1. Χρίστου Μελινιώτη,
  2. Γιαννούλας Μελινιώτη,
  3. Αλέκου Γεωργίου,
  4. Καλλής Γ. Σιάφκος Μότορς ΛΤΔ Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27/01/2015 για ακύρωση του διατάγματος ανανέωσης της απόφασης ημερ.15/04/1997 Ημερομηνία: 27 Μαρτίου,
  5. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια Εταιρεία-Εναγόμενη 4: κ. Φανής για Δαμιανού & Λάρκου (για ν' ακούσει απόφαση κα Μιχαήλ). Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Ματθαίου (για ν' ακούσει απόφαση κα Παρασκευά). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτησή της, ημερομηνίας 27/01/2015, η Αιτήτρια Εταιρεία-Εναγόμενη 4 επιδιώκει την ακύρωση του διατάγματος για παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης που είχε εκδοθεί στις 15/04/
  6. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.θ.1, 2

(1)
(2), 8
(1)(κκ), 12 και 13 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 55, 56 και 102, στον περί Συμβάσεως Νόμο, άρθρα 91-93, 98-99, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Καλλή Σιάφκου, ο οποίος είναι διευθυντής της Αιτήτριας Εταιρείας. Δηλώνει, στην ένορκη δήλωσή του, ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και ότι στις 15/04/1997 είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της Εναγομένης 4-Αιτήτριας. Η συγκεκριμένη απόφαση είχε ανανεωθεί στις 24/01/
  1. Κατά τη δική του άποψη η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση δεν δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης εναντίον της Εναγομένης 4- Αιτήτριας γιατί δεν λάμβανε, ως δικαιούχος δικαστικής απόφασης, οποιαδήποτε μέτρα, δικαστικά ή άλλα, προς εκτέλεση της απόφασης. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση από το 1997 μέχρι και σήμερα έχει αδρανήσει και δεν έχει προβεί σε κανένα διάβημα είσπραξης του ποσού της απόφασης πέραν της καταχώρισης εντάλματος κινητών στις 14/12/
  2. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση για δεκαοκτώ
(18)χρόνια δεν έπραξε οτιδήποτε προς είσπραξη της απαίτησής της, πλήττοντας με αυτό τον τρόπο τα δικαιώματα της Εναγομένης 4-Αιτήτριας Εταιρείας γιατί της επέτρεψαν να έχει την εύλογη πεποίθηση ότι το οφειλόμενο ποσό δεν θα απαιτηθεί. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έχουν πτωχεύσει χωρίς να έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μέτρα στο μεταξύ πριν από την πτώχευσή τους για μια απόφαση ύψους £1.919-, ήτοι €3.280- με τα δικηγορικά. Οι Ενάγοντες αξιώνουν €8.206,04- λόγω του ότι κεφαλαιοποιούσαν τους τόκους. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια είσπραξης εναντίον του Πρωτοφειλέτη και των Εναγομένων 2 και 3, είτε πριν πτωχεύσουν, αλλά ούτε και μετά. Ούτε και εναντίον της Εναγομένης 4-Αιτήτριας είχε προωθήσει εν καιρώ το δέοντι οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης. Κατά τη δική του άποψη δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέταση της Αίτησης. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ομνύοντα, είχε απαλλάξει με την συμπεριφορά της τους Εναγόμενους 1 , 2 και 3 και τώρα επιδιώκει να εισπράξει όλο το ποσό, που αβάσιμα αξιώνει, από την Εναγομένη 4-Αιτήτρια. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε Ένσταση στην οποία προβάλλονται πέντε
(5)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, το Δικαστήριο καλείται να ενεργήσει ως εφετείο ισόβαθμου του Δικαστηρίου, το διάταγμα ημερομηνίας 25/02/2013 είχε εκδοθεί καθόλα νόμιμα, η Εναγόμενη 4 Εταιρεία-Αιτήρια δεν αμφισβητεί ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί και ότι ουδέποτε η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση δεν είχε απεμπολήσει ή παρατηθεί από την απόφαση ημερομηνίας 15/04/
  1. Η Ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 θ.2 και θ.7, Δ.26 θ.14, Δ.17 θ.10, Δ.33 θ.1 και 5, Δ.40, Δ.48 θ.θ.1-4, 8, 9, 12 και 13, Δ.55, Δ.63 θ.3 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 55, 56 και 102, στον περί Συμβάσεως Νόμο, άρθρα 91-93, 98-99, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Αδάμου Καφά, υπαλλήλου στο Τμήμα Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα και ισχυρίζεται ότι η απόφαση, ημερομηνίας 15/04/1997, διέτασσε όλους τους Εναγόμενους, ομού και κεχωρισμένα, να καταβάλλουν το συγκεκριμένο ποσό και ουδέν ποσό καταβλήθηκε προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Υποστήριξε, ότι είχε καταχωριστεί ένταλμα κινητών εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 καθώς επίσης είχε εκδοθεί ένταλμα παράδοσης του αντικειμένου που καταγράφηκε στην απόφαση. Είχε επίσης καταχωριστεί αίτηση έρευνας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 και είχαν εκδοθεί σχετικά διατάγματα και ακολούθως είχαν εκδοθεί αιτήσεις για έκδοση διαταγμάτων φυλάκισης. Είχε εγγραφεί επί της περιουσίας του Εναγομένου 1 το ΜΕΜΟ ΕΒ390/
  2. Όλα τα πιο πάνω μέτρα εκτέλεσης ήταν σε γνώση των Εναγομένων 4-Αιτητών, κυρίως του διευθυντή τους, αφού για χρόνια ήταν πελάτες της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση και ο ίδιος είχε συχνές επαφές με την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα απαιτώντας να μην ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Εναγομένης 4, παρά μόνο μετά την ολοκλήρωση των μέτρων εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
  3. Οπόταν, η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε είχε απεμπολήσει τα δικαιώματά της, που προέκυπταν από την απόφαση ημερομηνίας 15/04/
  4. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ομνύοντα ότι είχε εισπραχθεί το ποσό των €350,26- από τον πλειστηριασμό του επίδικου οχήματος στις 02/07/1997, το ποσό των €687,71- ως αποτέλεσμα του φυλακιστηρίου που είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγομένου 1 και στις 07/01/2002 το ποσό των €425,15- ως αποτέλεσμα του φυλακιστηρίου εναντίον του Εναγομένου 3 και στις 18/02/2002 το ποσό των €256,29- ως αποτέλεσμα του δεύτερου φυλακιστηρίου εναντίον του Εναγομένου
  5. Υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 4-Αιτήτριας, σε σχέση με την κεφαλαιοποίηση των τόκων δεν έχουν υποστηριχθεί αλλά έχουν παραμείνει μετέωροι και το ίδιο ισχύει για τον ισχυρισμό τους περί απαλλαγής τους. Καταλήγει, ότι δεν μπορεί να ζητείται από το παρόν Δικαστήριο να ενεργήσει ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κ. Φανής, στη γραπτή του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να πετύχει γιατί κατά την ανανέωση της απόφασης δεν είχαν αποκαλυφθεί όλα τα ουσιώδη γεγονότα, ήτοι ότι η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση είχε αδρανήσει για δεκαοκτώ
(18)χρόνια χωρίς να έχουν προβεί σε οποιαδήποτε προσπάθεια είσπραξης του οφειλομένου ποσού, που κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν μόνο £1.919-, ήτοι €3.280-, και άφησαν την Εναγομένη 4- Αιτήτρια με την εντύπωση ότι δεν θα κινούντο εναντίον της. Ο κ. Ματθαίου στην αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο του προηγούμενου Δικαστηρίου, το οποίο είχε παραχωρήσει το διάταγμα. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι όλα τα προαπαιτούμενα για την έκδοση διατάγματος ανανέωσης απόφασης είχαν ικανοποιηθεί, οπόταν ορθά είχε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Κατέληξε ότι και η ίδια η Εναγομένη 4 Εταιρεία παραδέχεται ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το συγκεκριμένο διάταγμα, του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση, είχε εκδοθεί μονομερώς και, ως εκ τούτου, είναι προφανές πως η επιλογή καταχώρισης αίτησης για ακύρωση όντως προσφέρεται βάσει της Δ.48 θ.8
(4), αλλά και της σχετικής νομολογίας βλ. Μινέρβα v. Λόντου
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Όπως ακριβώς προκύπτει από την Νικολαϊδου v.
  2. Νίκου Αττιπά κ.α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1620, στόχος της Δ.48 θ.8
(4)είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί με σκοπό την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Όπως ρητά αναφέρει η εν λόγω δικονομική διάταξη οποιαδήποτε ακύρωση ή τροποποίηση οποιουδήποτε διατάγματος εκδοθέντος μονομερώς μπορεί να γίνει από το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο, κατόπιν αιτήσεως δια κλήσεως, βλ. In ReHjiSoteriou
(1986)1 CLR 429, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 739, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 822. Στην υπόθεση Τάσου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372 λέχθηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η υπό αναφορά δικονομική διάταξη για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται ex parte καλύπτει τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση Πεδίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1995, όπου εκφράστηκε η άποψη ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου απαιτείται εξ αρχής αίτηση δια κλήσεως, λέχθηκε ότι το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως βάσει της διαταγής αυτής. Στην υπόθεση Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. ν. Μιχάλης Τ.Χατζηπαύλος & Υιός Λτδ κ.α.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 464 λέχθηκε ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί ρυθμίζουν περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες ένα Δικαστήριο έχει εξουσία παραμερισμού απόφασης ή διαταγής δικαστηρίου ίδιας δικαιοδοσίας και όπως ήδη λέχθηκε δυνάμει της Δ.48 θ.8
(4)παρέχεται αυτή η δυνατότητα, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Διασαφηνίστηκε στην Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438 ότι η διαδικασία διά κλήσεως, δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4), δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη σελ. 444 της πιο πάνω απόφασης, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης διά κλήσεως παρά την ταυτοσημία στην φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς έχει την δική της αυτοτέλεια και, μάλιστα, με ορίζοντες ευρύτερους. Η αίτηση διά κλήσεως δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προηγούμενης διαδικασίας η οποία είχε και εκείνη εντός των ορίων της την δική της αυτοτέλεια . Πρόκειται δικονομικά για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε, συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Δεδομένης λοιπόν της ρητής ρύθμισης που γίνεται με την Δ.48, θ.8
(4)ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει σε αυτήν προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς». Επομένως, η δυνατότητα που παρέχεται με την Δ.48, θ.8
(4)για παραμερισμό ή διαφοροποίηση διατάγματος δεν περιορίζεται στον δικαστή που επιλήφθηκε του θέματος μονομερώς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Παρέχεται ευχέρεια και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αντίθετη κατάληξη θα ήταν ασυμβίβαστη με την ευρύτητα του λεκτικού της Δ.48θ.8
(4)βλ. Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. (ανωτέρω). Στην υπό εξέταση περίπτωση η αίτηση ημερομηνίας 24/01/2013, στη βάση της οποίας είχε παραχωρηθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης, είχε υποβλήθηκε μονομερώς σύμφωνα με την Δ.48, θ.8
(1)(κκ). Ενόψει όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι έχω την εξουσία να επανεξετάσω το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το διάταγμα με το οποίο επετράπη η εκτέλεση της απόφασης. Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «8. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Η συγκεκριμένη διαταγή τροποποιήθηκε και η απόφαση ισχύει για δέκα
(10)έτη. Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός των δέκα
(10)ετών, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για ανανέωση ή εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ.7). Στο The Annual Practice 1958, την Αγγλική Πρακτική, από την οποία μπορεί ν' αντληθεί καθοδήγηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue». Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας ανανέωσης και εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο δέκα
(10)ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των δέκα
(10)ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η ανανέωση της δικαστικής απόφασης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Στην Duer v. Frazer [1991] 1 All E.R. 438, διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι
(6)χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των δέκα
(10)ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάσταση του οφειλέτη από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997, που εντοπίστηκε ο οφειλέτης, μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι
(6)ετών. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι
(6)ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η ανανέωση της απόφασης και η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το θέμα της καθυστέρησης, η αιτιολόγηση και η μαρτυρία που απαιτείται να δίδεται προς τον σκοπό αυτό από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, ως έχοντα το βάρος απόδειξης και κατάδειξης των συνθηκών αυτών, και κατ' επέκταση το κατά πόσο θα χορηγηθεί άδεια για ανανέωση της απόφασης και εκτέλεσής της ή όχι, θα εξαρτάται από και θα εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων και γεγονότων κάθε υπόθεσης ώστε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου να είναι δίκαιη, επωφελής και να γίνεται με γνώμονα την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Αυτό είναι το ζητούμενο. Όπως προκύπτει από την αγγλική νομολογία, το πιο σημαντικό κριτήριο, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη, βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67. Σχετικές επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Ανδρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1604, καθώς και η πιο πρόσφατη Γιαννάκη Κτωρίδη ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Πολ. Εφ. 290/10, ημερ. 19/06/
  1. Αναγνωρίστηκε στην συγκεκριμένη απόφαση η αναγκαιότητα δικαιολόγησης της αδράνειας εκ μέρους του Τραπεζικού Οργανισμού σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης. Η παρούσα περίπτωση βεβαίως είναι πολύ διαφορετική. Η Ενάγουσα- Καθ' ης η αίτηση δεν καθυστέρησε στη λήψη μέτρων προς εκτέλεση της απόφασης μετά την έκδοσή της. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. Καφά, που συνόδευε την αιτήση για άδεια εκτέλεσης, η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση είχε καταχωρίσει ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας και είχε πωληθεί το επίδικο όχημα και είχε λάβει και άλλα μέτρα, όπως διαδικασίες μηνιαίων δόσεων καταχώριση φυλακτηρίων καθώς επίσης καταχώρισαν και ΜΕΜΟ στην περιουσία του Εναγόμενου
  2. Περαιτέρω, η Εναγόμενη Εταιρεία- Αιτήτρια κατά καιρούς ενημερωνόταν και ζητούσε όπως πρώτα ληφθούν όλα τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων και μετά εναντίον της. Εξάλλου, θεωρώ ότι η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση έχει παράσχει εξηγήσεις για τα μέτρα που είχε λάβει προς εκτέλεση της απόφασης και την καθυστέρηση, που θέτουν την υπόθεση σε «ασύνηθες πλαίσιο». Σημειώνω επίσης ότι δεν γίνεται επίκληση οποιασδήποτε δυσμενής μεταβολής στις περιστάσεις της Εναγομένης 4-Αιτήτριας. Ως προς το ύψος του οφειλομένου υπολοίπου, ήτοι τον ισχυρισμό για κεφαλαιοποίηση του τόκου, θεωρώ ότι δεν αφορά άμεσα στο ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση. Καταλήγω, λοιπόν, ότι ένεκα του ότι είχαν τεθεί ενώπιόν του Δικαστηρίου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος. Πρέπει να τονιστεί ότι η εκτέλεση των αποφάσεων των Δικαστηρίων είναι πάντοτε κάτω από την επίβλεψη και έλεγχό τους, προκειμένου να διαπιστώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία εκτέλεσης δεν χρησιμοποιείται για σκοπούς αλλότριους, όπως μη αναγκαίας ή αχρείαστης πίεσης εις βάρος των εξ αποφάσεως οφειλετών. Το οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης σκοπό έχει βεβαίως την ικανοποίηση της απόφασης και θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα με όλη τη δυνατή σπουδή προς την κατεύθυνση αυτή. Στην υπό κρίση περίπτωση, έχουν ληφθεί μέτρα εκτέλεσης και έχει εισπραχθεί ένα σεβαστό ποσό. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.