ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής 2784/10, 21/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2784/10 Μεταξύ:
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα
- ΕΛΕΝΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα
- ΜΑΙΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγόντων -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγομένων --------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 08/01/2015 για ακύρωση εντάλματος κινητών Ημερομηνία: 21 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Φούλιας για Α. Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση Δρ. Ποιητής με κα Χατζηνικολή). Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Πέτρου για Α. Μαθηκολώνη & Σία (για ν' ακούσει απόφαση κ. Μαθηκολώνης). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτησή τους, ημερομηνίας 08/01/2015, οι Εναγόμενοι-Αιτητές αιτήθηκαν την ακύρωση του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.48, θ. 1-4, 8 και 9, Δ.40, θ. 7-11, Δ.41, θ. 1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη των γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε η υπό κρίση αίτηση ορκίστηκε η κυρία Χρύσα Πρωτόγηρου, υπάλληλος των Εναγομένων- Αιτητών. Σύμφωνα με την ομνύουσα, στις 26/09/2014 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του Συνεργατικού Οργανισμού «Πρωτοβουλία Γυναικών» για το ποσό των €64.995,83- πλέον νόμιμος τόκος, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Κατά τον επίδικο χρόνο της έκδοσης της απόφασης η Εναγόμενη Εταιρεία είχε συγχωνευθεί με άλλα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα, μεταξύ αυτών η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέα, στην οποία οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση όφειλαν διάφορα ποσά. Σύμφωνα με την ομνύουσα, ο Ενάγοντας 1 όφειλε στην Σ.Π.Ε. Κοντέας το ποσό των €150.234,82- πλέον τόκο 9,75% ετησίως από τις 26/02/2013 με κεφαλαιοποίηση του τόκου. Λόγω της συγκεκριμένης οφειλής οι Εναγόμενοι-Αιτητές είχαν εκ του Νόμου δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού οποιουδήποτε ποσού, το οποίο οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση δικαιούνταν να λαμβάνουν από τους Εναγόμενους-Αιτητές. Το συγκεκριμένο δικαίωμα είχε ασκηθεί από τους Εναγόμενους-Αιτητές, με επιστολή τους ημερομηνίας 07/10/2014, ενώ το δικαίωμα συμψηφισμού είχε ασκηθεί με επιστολή τους ημερομηνίας 09/10/
- Οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν πιστώσει τον Ενάγοντα 1-Καθ' ου η αίτηση με το ποσό που είχε να λαμβάνει στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Οπόταν, σύμφωνα με την ομνύουσα, η οφειλή των Εναγομένων-Αιτητών προς τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση έχει εξοφληθεί πλήρως. Παρά το γεγονός αυτό, οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση είχαν εκδώσει ένταλμα κινητών, στις 19/12/2014, εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, πλην όμως ουδέν ποσόν τους οφείλεται. Εισηγήθηκε ότι αν δεν ακυρωθεί το συγκεκριμένο ένταλμα οι Εναγόμενοι-Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση, αντιμετώπισαν την Αίτηση με την καταχώριση Ένστασης, στην οποία κατέγραψαν στο σύνολό τους οκτώ
(8)λόγους ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενική και αόριστη, ότι η Αίτηση είναι παράτυπη, κακόπιστη, καταχρηστική και είναι δικονομικά και ουσιαστικά αστήρικτη, ότι βασίζεται επί εσφαλμένων γεγονότων, ότι παραβιάζει συνταγματικά ή και θεμελιώδη ή και ατομικά δικαιώματα των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και ότι οι Αιτητές με βάση τα γεγονότα που επικαλούνται δεν δικαιούνται να ασκήσουν νομικά και έγκυρα δικαίωμα συμψηφισμού, ούτε και είχαν οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν η Δ.40, θ.7 -11, Δ.41, θ. 1-3, Δ.48, θ. 1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και οι συμφυείς εξουσίες και η συνήθης πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κυρίου Χρίστου Αυξεντίου. Ο Ενάγοντας 1-Καθ΄ ου η αίτηση αρνήθηκε όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι είναι ο Ενάγοντας 1 στη συγκεκριμένη αγωγή και ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένος και από τις Ενάγουσες 2 και 3 στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης. Προώθησε την θέση ότι η Σ.Π.Ε. Κοντέας είχε εγείρει εναντίον του, καθώς και του αδελφού του, την Αγ. Αρ. 1731/13, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση στις 07/05/
- Οι αξιώσεις οι οποίες προβάλλονται στη συγκεκριμένη αγωγή αμφισβητούνται και έχει καταχωριστεί και υπεράσπιση. Οι Ενάγουσες 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οποιοδήποτε χρέος ή υποχρέωση έναντι της Σ.Π.Ε. Κοντέας, η οποία Σ.Π.Ε. Κοντέας έχει συγχωνευθεί με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Αιτητές-Εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού, αφού ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι Ενάγουσες 2 και 3, όφειλαν ή οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στη Σ.Π.Ε. Κοντέας ή στους Αιτητές. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η απόφαση στη συγκεκριμένη αγωγή δεν έχει ικανοποιηθεί ή εξοφληθεί, όπως είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων-Αιτητών και αξιώνει την απόρριψη της Αίτησης ως αβάσιμης. Κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε. Και οι δυο πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεών τους, οι οποίες ήταν πολύ υποβοηθητικές προς το Δικαστήριο και το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενό τους κατά νου και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Ας σημειωθεί ότι οι αιτήσεις που προωθήθηκαν ήταν τρεις. Πέραν της επίδικης καταχωρίστηκε τόσο μονομερής αίτηση, καθώς και δια κλήσεως αίτηση, με την οποία ζητείτο αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρις ότου εκδικαστεί η υπό κρίση αίτηση. Στο πλαίσιο της μονομερούς αιτήσεως είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στις 14/01/
- Ακολούθως, την 27/01/15, που είχε οριστεί για επίδοση το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, οι συνήγοροι των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση στην υπό κρίση ζήτησαν χρόνο για ένσταση και το διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ μέχρι εκδικάσεως της επίδικης αίτησης. Ως εκ τούτου, μοναδικό αντικείμενο είναι η επίδικη αίτηση και όχι οτιδήποτε που αφορά το προσωρινό διάταγμα για αναστολή, το οποίο θα κριθεί σε ξεχωριστή διαδικασία. Νομική Πτυχή Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε η Δ.40 και συγκεκριμένα οι θ.7 και θ.11 αυτής, οι οποίοι προνοούν τα εξής: «
- Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows: (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» ................................
- Any party against whom judgment has been given or an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. Νοείται ότι το Δικαστήριο ή Δικαστής πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με την κατάσχεση.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση ζητούμενο, με την αίτηση, δεν είναι η αναστολή του εντάλματος, αλλά η ακύρωσή του. Αυτό γιατί οι Εναγόμενοι-Αιτητές διατείνονται ότι έχουν δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού του συγκεκριμένου ποσού, του εξ αποφάσεως επιδικασθέντος ποσού υπέρ των Εναγόντων, γιατί ο Εναγόμενος 1-Καθ΄ ου η αίτηση, κατά τον δικό τους ισχυρισμό, οφείλει στους Εναγόμενους το ποσό των €150.234,82- πλέον τόκους. Συνακόλουθα, ό,τι πρέπει πρώτα να αποφασιστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας, πέραν από την αναστολή, και της ακύρωσης του εντάλματος κινητών. Επί του προκειμένου, έχω την άποψη ότι το Δικαστήριο κέκτηται της πρόσθετης εξουσίας να ακυρώσει μέτρο εκτέλεσης. Τούτο βεβαίως είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Δικαιολογείται μόνο όπου διαπιστώνεται ότι ο διάδικος προωθεί το μέτρο εκτέλεσης κατά τρόπο αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό. Αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Αβίβου Βασιλαρά κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 830,
- Στη δοσμένη περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι η κατά βούληση ενέργεια του οφειλέτη, των Εναγομένων-Αιτητών, για κατάσχεση της κινητής περιουσίας των εξ αποφάσεως πιστωτών, των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση, ενώ οι ίδιοι δεν όφειλαν ή οφείλουν οποιοδήποτε ποσό μπορεί, δυνητικά, να κριθεί ως αθέμιτη και καταπιεστική. Είναι η θέση των Εναγομένων-Αιτητών ότι όλοι οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση όφειλαν στην Σ.Π.Ε. Κοντέας, παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης της κας Πρωτόγυρου, καθώς επίσης και ότι είχαν πιστώσει τον λογαριασμό του Ενάγοντα 1 με το ποσό που είχε να λαμβάνει δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης. Είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να εξεταστούν οι τυχόν επενέργειες της διαπίστωσης ότι ο λογαριασμός στον οποίο είχε πιστωθεί το ποσό της απόφασης δεν ανήκει στους Ενάγοντες, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ακόμα και αν ο συγκεκριμένος λογαριασμός αφορούσε τον Ενάγοντα 1 αν αυτός ήταν εξυπηρετούμενος και δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προβλήματα. Έχω την άποψη ότι οι απαντήσεις στα συγκεκριμένα ερωτήματα είναι καταλυτικές για την υπό κρίση αίτηση. Είναι αντιληπτό ότι για να εξοφληθεί το ποσό του εντάλματος κινητών το οποίο είχε εκδοθεί, οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν το συγκεκριμένο ποσό στους εξ αποφάσεως πιστωτές. Η κατάθεση του ποσού σε λογαριασμό άγνωστο προς τους Ενάγοντες είναι ανεπίτρεπτη και δεν συνιστά εξόφληση. Χαρακτηρίζω το λογαριασμό άγνωστο εφόσον οι Εναγόμενοι δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι ανήκει ή συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους Ενάγοντες και πολύ περισσότερο με τον Εναγόμενο 1, ως είχαν καθήκον να πράξουν λόγω της άρνησής του στην ένορκή του δήλωση. Αξίζει να υποδειχθεί ότι, όπως αναφέρεται στην Δ.44 θ.5, η καταβολή του εισπραχθέντος ποσού από τον δικαστικό επιδότη διενεργείται συμφώνως των οδηγιών που δόθηκαν και περιορίζεται μεταξύ Γενικού Λογιστηρίου και εξ αποφάσεως πιστωτή. Οι δε οδηγίες, δηλαδή σε ποιον να καταβληθεί το εισπραχθέν ποσό, δίδονται μέσω του εντύπου Δ.71, δηλαδή του εντάλματος και λαμβάνουν γραπτή μορφή. Αναγράφεται εκεί ότι· «Το παρόν επίσης σας καλεί όπως καταβάλετε τα πιο πάνω εισπραχθέντα από εσάς χρήματα (πλην των εξόδων σας για την εκτέλεση, που δικαιούστε να αφαιρέσετε από τα πιο πάνω ποσά) (**) ». Οι αστερίσκοι παραπέμπουν στο κάτω μέρος του εντάλματος όπου αναφέρεται «(**) στο παρόν Δικαστήριο ή στο ρηθέν». Ως εκ τούτου, ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να επιλέξει ένα εκ των δύο τρόπων καταβολής του ποσού, ως αναφέρεται στο έντυπο Δ.
- Ο δε εξ αποφάσεως οφειλέτης με αυτές τις οδηγίες είναι που οφείλει να συμμορφωθεί εάν δεν επιθυμεί εκποίηση της κινητής περιουσίας του και όχι να επιλέξει την επίσχεση ή τον συμψηφισμό. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι κανένα ένταλμα δεν θεωρείται ότι έχει αποπληρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, όπως είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων, αν δεν έτυχε της προβλεπόμενης στη Δ.44 διαδικασίας. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν μπορεί να αποφασίσει, κατά το δοκούν και μονομερώς, τον τρόπο εξόφλησης ή μερικής ικανοποίησης του εντάλματος. Υποχρέωσή του είναι ν' ακολουθήσει όσα προβλέπονται στους θεσμούς εφόσον μόνο με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο μπορεί να επιβλέψει και να ελέγξει τη διαδικασία εκτέλεσης. Επιπλέον, ακολουθώντας την προβλεπόμενη από τους θεσμούς διαδικασία ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες παρανόησης και αμφισβήτησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση που οι Ενάγοντες δεν αναγνωρίζουν οποιαδήποτε άλλη οφειλή προς τους Εναγόμενους. Το μοναδικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι το ποσό της απόφασης δεν κατέληξε στα χέρια των Εναγόντων, είτε κυριολεκτικά είτε λογιστικά, δηλαδή με κατάθεση ή παράδοσή του σε προσωπικό λογαριασμό τους. Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω με την εισήγηση των Εναγομένων- Αιτητών, όπως αυτή καταγράφεται στη σελίδα 9, παράγραφος 6 της γραπτής τους αγόρευσης. Δεν πληρώθηκε κανένας εξ αποφάσεως οφειλέτης, ήτοι οι Ενάγοντες, από τους Εναγόμενους, όπως είναι η εισήγηση, αλλά, αντίθετα, το ποσό που έπρεπε να πληρωθεί οποιοσδήποτε από αυτούς είχε επισχεθεί για κατ' ισχυρισμό χρέος του Ενάγοντα 1, το οποίο έχει αμφισβητηθεί ενώπιον Δικαστηρίου σε άλλη διαδικασία. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πληρωμή σε οποιονδήποτε από αυτούς. Συνεπακόλουθα, δεν μπορεί να ακυρωθεί το ένταλμα κινητών στη βάση του ότι έχει εξοφληθεί. Εν πάση περιπτώσει, η περικοπή την οποία επικαλούνται από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η εκδ., τομ. 22, δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε από τα εξεταζόμενα θέματα και ούτε υποστηρίζει την εισήγησή τους. Ενόψει αυτής της κατάληξης, το αίτημα κρίνεται μετέωρο εφόσον δεν διαπιστώνονται πραγματικά γεγονότα που να το δικαιολογούν και, συνεπώς, απορρίπτεται. Εν τούτοις, εφόσον πάντα υπάρχει η πιθανότητα η σχετική διαπίστωση να κριθεί εσφαλμένη, νιώθω ότι υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει και την αντίθετη άποψη, δηλαδή κατά πόσο υπήρχε δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού. Διατείνονται, εν προκειμένω, οι Εναγόμενοι-Αιτητές, στις σελίδες 4 μέχρι 8 της γραπτής τους αγόρευσης, ότι ο λόγος δια τον οποίο κατέθεσαν τα χρήματα σε λογαριασμό του Ενάγοντα 1 είναι γιατί έχουν δικαίωμα γενικής επίσχεσης επί παντός περιουσίας του Ενάγοντα
- Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων-Αιτητών ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού, το οποίο όμως περιορίζεται σε αμοιβαίες και συνδεδεμένες υποχρεώσεις. Σχετικό, εν προκειμένω, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 720, 725, όπου λέχθηκε ότι: «Ανεξάρτητα όμως με τη διαπίστωση αυτή, κρίνουμε σκόπιμο να διευκρινίσουμε, μια και το θέμα εγέρθηκε ενώπιον μας, πως το δικαίωμα της Τράπεζας να συμψηφίζει ένα λογαριασμό με άλλο ή να συνενώνει λογαριασμούς του αυτού πελάτη της, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, τυγχάνει γενικής εφαρμογής. Αυτό το δικαίωμα όμως, που αποκαλείται και τραπεζιτικό δικαίωμα επίσχεσης (banker's lien), δεν έχει ομοιότητα με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα επίσχεσης (lien). Επίσης θα πρέπει να διευκρινισθεί πως το τραπεζιτικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού, που απορρέει από τη σχέση Τράπεζας και του αυτού πελάτη, διαφοροποιείται και δεν δημιουργεί θέμα συμψηφισμού (set-off) ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Είναι αυτός ο συμψηφισμός που δεν ισχύει στην Κύπρο (βλ. Δ.19, Καν. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών), που δημιουργεί αιτία ξεχωριστής αγωγής ή ανταξίωσης και που προέρχεται από ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Το θέμα της τραπεζιτικής επίσχεσης και συμψηφισμού από την Τράπεζα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, αποτελεί μια λογιστική πράξη, με την οποία διαπιστώνεται η κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και βοηθά την τράπεζα να καλύψει χρεωστικά υπόλοιπα όταν άλλος ή άλλοι λογαριασμοί του πελάτη είναι πιστωτικοί. Μια τέτοια πράξη δεν δημιουργεί ανεξάρτητη αιτία αγωγής ή ανταξίωσης.» Το δικαίωμα της Τράπεζας να συμψηφίζει ένα λογαριασμό με άλλο ή να συνενώνει λογαριασμούς σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο τυγχάνει γενικής εφαρμογής. Το θέμα της τραπεζικής επίσχεσης και συμψηφισμού από την Τράπεζα, όταν δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, αποτελεί μια λογιστή πράξη, με την οποία διαπιστώνεται η κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και βοηθά την τράπεζα να καλύψει χρεωστικά υπόλοιπα όταν άλλος ή άλλοι λογαριασμοί του πελάτη είναι πιστωτικοί (βλ. Νικόλαος Αντωνίου ν. The Cyprus Popular Bank Ltd (ανωτέρω) και Halesowen v. Westmister Bank Ltd
(1970)1 All E.R. 473, Hong Kong and Shanghai Banking Corp.v. Kloeckner & Co
(1989)3 All E.R. 513). Όπως και ο ίδιος ο Δρ. Ποιητής αναγνωρίζει στο σύγγραμμα του «Το Δικαίωμα Επίσχεσης στην Κύπρο», σελίδες 126 κ.ε., το δικαίωμα του τραπεζίτη για επίσχεση επεκτείνεται στις εξασφαλίσεις που έχουν κατατεθεί σε αυτόν υπό την ιδιότητά του ως τραπεζίτη, από τον πελάτη ή ακόμη και από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό κάποιου πελάτη και το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν μπορεί να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν ισχύει. Το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο είχε προκύψει από την έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση, δεν συνιστά εξασφάλιση που έχει κατατεθεί, ούτε μπορεί να συνδεθεί με την σχέση πελάτη- Ενάγοντα 1 και τραπεζίτη-Εναγόμενων. Το συγκεκριμένο ποσό αφορά εξ αποφάσεως χρέος του τραπεζίτη στην υπό κρίση περίπτωση προς όφελος των Εναγόντων 1, 2 και 3, οι οποίοι Ενάγοντες 2 και 3 φαίνεται ότι δεν έχουν καμιά σχέση πελάτη-τραπεζίτη με τους Εναγόμενους, αλλά ούτε και έχουν παράσχει οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις προς όφελος του Ενάγοντα 1, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των δυο πλευρών που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και στη βάση των οποίων το Δικαστήριο έχει κληθεί να αποφασίσει το συγκεκριμένο θέμα. Αναφορά μπορεί να γίνει στη σελίδα 135, παράγραφος ΧVI του συγγράμματος του Δρ. Ποιητή, στην οποία αναγνωρίζεται ότι για να προκύψει δικαίωμα επίσχεσης θα πρέπει να συντρέξουν δυο προϋποθέσεις «ήτοι ο πελάτης να έχει οφειλή προς τον τραπεζίτη, και οι εγγυήσεις που ανήκουν στον πελάτη, να περιέλθουν στην κατοχή του τραπεζίτη υπό την ιδιότητα του αυτή. Αν μια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις δεν συντρέχει, το δικαίωμα επίσχεσης δεν γεννάται». Επιπλέον, όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 3(Ι), παράγραφος 170, το δικαίωμα επίσχεσης επεκτείνεται και σε χρηματικά ποσά που τηρούνται στο λογαριασμό του πελάτη. Σε τέτοια, όμως, περίπτωση συνήθως το δικαίωμα ανακύπτει υπό μορφή συμψηφισμού. Καταγράφονται τα ακόλουθα: «
- Banker's lien. The general lien of bankers is part of the law merchant as judicially recognized; it connotes the right of a banker to retain the subject matter of the lien until an indebtedness of the customer is paid or discharged. It attaches to all securities deposited with a banker as a banker by a customer, or by a third party on a customer' s account, to instruments paid in for collection, and to money held to the account of a customer, unless there is an express or implied contract between the banker and the customer which is inconsistent with the lien. In the case of money, the banker' s right is often a right of set-off; it arises only in relation to the customer' s money and does not apply to money paid in under a mistake of fact.» (βλ. σελ.135 παρά. XVII του συγγράμματος «Το Δικαίωμα Επίσχεσης στην Κύπρο»). Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι στο κυπριακό δίκαιο το δικαίωμα της τράπεζας για επίσχεση δεν επεκτείνεται σε ανεξάρτητες υποχρεώσεις. Ο ίδιος περιορισμός υφίσταται και όταν ασκείται επί ποσού χρημάτων, δηλαδή όταν προσλαμβάνει τη μορφή συμψηφισμού και διενεργείται ως λογιστική πράξη. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι τα ποσά χρημάτων που υπόκεινται σε κατάσχεση από την τράπεζα, είναι όσα καταλήγουν στα χέρια της τράπεζας υπό την ιδιότητά της ως τραπεζίτης, σύμφωνα με τα καταγραφέντα στην παρά. 172, του Halsbury' s Laws of England (ανωτέρω), καθώς και τα όσα κατεγράφησαν στην υπόθεση Brandao v. Barnett (1843-60) All E.R. Rep.
- Η συγκεκριμένη θέση υιοθετείται και από τον Δρ. Ποιητή στο σύγγραμμα «Το Δικαίωμα Επίσχεσης στην Κύπρο» στη σελίδα 137, στην παράγραφο XX. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι αντιληπτό ότι η Εναγόμενη Τράπεζα δεν κατείχε το επίδικο ποσό υπό την ιδιότητά της ως τραπεζίτης. Τη δεδομένη στιγμή κατείχε το εν λόγω ποσό ως εξ αποφάσεως οφειλέτης των Εναγόντων. Η τράπεζα στην ουσία χρωστούσε το ποσό αυτό στους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση. Υπό αυτή την έννοια δεν είχε κανένα δικαίωμα, και ούτε είχε λάβει οδηγίες, να το καταθέσει σε οιονδήποτε λογαριασμό και/ή να το συμψηφίσει, υπό μορφή λογιστικής πράξης, με οιονδήποτε άλλο υπόλοιπο. Εν πάση όμως περιπτώσει, τέτοιο άλλο υπόλοιπο δεν έχει αποδειχθεί, εφόσον αναπόδεικτο παρέμεινε, πρώτον, σε ποιόν λογαριασμό είχε κατατεθεί το ποσό, δεύτερον, κατά πόσο ο λογαριασμός στον οποίο είχε κατατεθεί το εν λόγω ποσό ήταν χρεωστικός και πολύ περισσότερο ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκε στους Ενάγοντες 1-3-Καθ΄ ων η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι- Αιτητές επικαλούνται το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και καλούν, υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο να αποφασίσει τις ενέργειες, ως να έχουν εξοφλήσει την οφειλή τους προς τους Ενάγοντες και να ακυρώσουν το ένταλμα κινητών, επί την βάση ουσιωδών αλλά και αμφισβητούμενων γεγονότων. Η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, για σκοπούς εξέτασης του επίδικου θέματος, είναι αυτή των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζει την Αίτηση και την Ένσταση. Οι Ενάγοντες 2 και 3 αρνούνται οποιαδήποτε σχέση τους με τους Εναγόμενους, έτσι που να δημιουργείται σχέση τράπεζας-πελάτη, προϋπόθεση για τη λειτουργία του δικαιώματος που επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Παράλληλα, αρνούνται οποιαδήποτε συμφωνία στην οποία εμπεριέχεται ο όρος σε σχέση με το δικαίωμα επίσχεσης, αλλά κατά κύριο λόγο ο Ενάγοντας 1 αρνείται την οφειλή, την οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ως υπαρκτή και άμεση. Αν ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο όλα τα πιο πάνω ζητήματα θα ήταν ως αν να προκρίνει, κατά την άποψή μου, σημαντικά στοιχεία της διαφοράς του Ενάγοντα 1 με τους Εναγόμενους-Αιτητές στην Υπ. Αρ. 1731/13 Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία βρίσκεται υπό εκδίκαση. Έχω την άποψη ότι ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε το εξ αποφάσεως ποσό ανήκε στους Ενάγοντες, είναι σαφές ότι εμπίπτει στην εξαίρεση του δικαιώματος συμψηφισμού εφόσον υπάρχει σε εκκρεμότητα ξεχωριστή αγωγή, σε σχέση με τον λογαριασμό εκείνο και συγκεκριμένα η Αγ. Αρ. 1731/
- Επιπλέον, η αντινομία διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι, ενώ η ουσία της επίδικης αγωγής έχει αποφασιστεί, η Αγ. Αρ. 1731/13 εκκρεμεί. Δηλαδή δεν υπάρχει, πρώτον, οποιοδήποτε ξεκαθαρισμένη οφειλή προς τους Εναγόμενους, ενώ παράλληλα δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία που να κάνει αναφορά σε δικαίωμα επίσχεσης. Παράλληλα, δεν συντρέχει οποιαδήποτε προϋπόθεση για ενεργοποίηση του δικαιώματος επίσχεσης ή συμψηφισμού το οποίο επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι για να ισχυριστούν ότι έχουν εξοφλήσει την οφειλή τους προς τους Ενάγοντες- Καθ' ων η αίτηση και γι' αυτό το ένταλμα κινητών θα πρέπει να ακυρωθεί. Προφανώς, η Εναγόμενη Τράπεζα χρησιμοποίησε κατά το δοκούν την ύπαρξη του άλλου λογαριασμού, του οποίου οι λεπτομέρειες δεν αποκαλύφθηκαν, ώστε να κατάσχει χρήματα των Εναγόντων. Το συγκεκριμένο γεγονός αναφέρεται για να γίνει κατανοητό ότι στην προκείμενη περίπτωση ο συμψηφισμός που έχει διενεργηθεί δεν είναι μια απλή λογιστική πράξη. Συναρτάται με δύο διαφορετικές αγωγές και τα επίδικα τούτων ζητήματα. Αυτό αποκαλύπτει πως στην υπό κρίση περίπτωση δεν ετίθετο θέμα συμψηφισμού. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ πως αμφίβολο είναι το δικαίωμα συμψηφισμού που επικαλείται η Εναγόμενη Τράπεζα-Αιτήτρια, όταν η άλλη αγωγή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου και δεν υπάρχει αποκρυσταλλωμένη οφειλή προς δική της πίστη. Έχω αναφέρει ήδη ότι η εκτέλεση δεν αφήνεται στις επιθυμίες των διαδίκων. Οι Εναγόμενοι λειτούργησαν μονομερώς και άνευ εξουσιοδοτήσεως με την επίσχεση του συγκεκριμένου ποσού και η ενέργειά τους ήταν παντελώς αυθαίρετη και δεν μπορούν να επικαλούνται την ακύρωση του εντάλματος εκποίησης κινητών λόγω του ότι έχουν εξοφλήσει την οφειλή με τον συγκεκριμένο τρόπο. Συνακόλουθα, για τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση των Εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο