← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. STAVROULEX ALUMINIUM LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2511/13, 7/4/2015

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. STAVROULEX ALUMINIUM LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2511/13, 7/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2511/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. STAVROULEX ALUMINIUM LIMITED
  2. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΦΥΣΕΝΤΖΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΦΥΣΕΝΤΖΟΥ
  3. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΘΟΥΠΟΥ Εναγόμενων ------------------------------------------- Αίτηση από Φίλιππο Φυσέντζου ημερ. 04/02/2015 για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 07 Απριλίου,
  4. Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή-κ. Φίλιππο Φυσέντζου: κα Σάββια Γεωργίου για κ. Λιβέρα. Για την Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα: κ. Αλ. Κουκούνης (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Πάσιη). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, κος Φίλιππος Φυσέντζου, ο οποίος δεν είναι μέρος της διαδικασίας, με την Αίτησή του ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ή να παραμερίζει το Κλητήριο Ένταλμα καθώς επίσης και διάταγμα που να απορρίπτει ή και αναστέλλει την αγωγή ή και οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία στην υπό κρίση αγωγή. Παράλληλα, ζητά διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή και να ακυρώνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 13/11/2014, με το οποίο είχε διαταχθεί η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον ίδιο. Νομικό έρεισμα για την Αίτηση αποτέλεσε το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.5, Δ.5(Α), Δ.5(Β), Δ.6, Δ.10, Δ.48 θ.θ. 1-13, Δ.51 και Δ.64 θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα ο ίδιος ο Αιτητής προέβηκε σε Ένορκη Δήλωση, στην οποία δήλωσε ότι είναι πατέρας του Εναγομένου 2 και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, το δικαίωμά του πηγάζει σε δικαίωμα που παρέχει η Δ.48, θ. 8

(4). Επικαλείται τη νομολογία και ισχυρίζεται ότι σε περιπτώσεις που χορηγείται θεραπεία με μονομερή αίτηση κάθε ένας που επηρεάζεται μπορεί να ασκήσει το θεμελιακό δικαίωμα του ν' ακουστεί με απώτερο στόχο την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση εκδοθέντος διατάγματος. Η Ενάγουσα Εταιρεία στις 13/11/2014 είχε πετύχει την έκδοση διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης στον ίδιο, λόγω του ότι είναι πατέρας του Εναγομένου 2, ο οποίος είναι σύζυγος της Εναγομένης
  1. Σε καμία περίπτωση, είναι ο ισχυρισμός του, δεν αναφέρθηκε ο λόγος για τον οποίο ζητείτο επίδοση στον ίδιο. Στις 22/12/2014 κάποιο πρόσωπο, το οποίο αργότερα ο ίδιος είχε πληροφορηθεί ότι ήταν δικαστικός επιδότης, του είχε παραδώσει κάποια έγγραφα που αφορούσαν τον υιό του και την πρώην σύζυγό του, ήτοι τους Εναγομένους 2 και
  2. Ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι είχαν φύγει για το εξωτερικό και ότι δεν γνώριζε πού βρίσκονταν και ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί τους. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, δεν γνωρίζει πού διαμένουν και έχει τρία χρόνια που δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία ή και επαφή μαζί τους. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να λάβουν γνώση της συγκεκριμένης αγωγής ακριβώς λόγω αυτού του γεγονότος. Καταλήγει ότι η συγκεκριμένη επίδοση δεν θα οδηγήσει στην ενημέρωση των Εναγομένων και ότι το γεγονός ότι είναι πατέρας του Εναγομένου 2 δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι έχει επικοινωνία μαζί του. Γι' αυτό και ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να δίδεται η ευκαιρία σε κάθε διάδικο ν' ακουστεί. Ζητά την ακύρωση του συγκεκριμένου διατάγματος υποκατάστατου επιδόσεως. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από πλευράς της Ενάγουσας Τράπεζας, η οποία στην Ένστασή της κατέγραψε επτά
(7)λόγους ενστάσεως. Συγκεκριμένα οι λόγοι ενστάσεως εστιάζονται στο γεγονός ότι η Δ.48, θ. 8
(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν παρέχει δικαίωμα σε τρίτα πρόσωπα, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι, για υποβολή αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός διατάγματος. Ως δεύτερος λόγος ενστάσεως καταγράφεται το γεγονός ότι η Αίτηση του Φίλιππου Φυσέντζου έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι δεν έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση για να εκπροσωπεί τους Εναγομένους. Ενώ, παράλληλα, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης το γεγονός ότι η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η Αίτηση είναι λανθασμένη και ανεπαρκής, ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η απόρριψη ή και η αναστολή του καθόλα έγκυρου και νομότυπου οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης για ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος θα έπληττε το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων για τη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου. Η Ένσταση βασίστηκε στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 θ. 2, 6, 7-15, Δ.5 θ. 1-8, 9, 10, Δ.5 Α, Δ.6 θ. 1 (ε) (Ι), 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, Δ.16 θ. 1-8, 9, 10, 11, Δ.39 θ. 1-21, Δ.48 θ. 1-7, 8
(1)(α. 1) (e), (f),
(2),
(3),
(4), 9-13, Δ.59 θ. 1-35, Δ.64 θ. 1
(1)
(2)
(3), στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, άρθρα 10, 13, 14, 17, 18, 19, 20, 23, 24, 25, 73-75, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/1960, άρθρα 1-71, 32
(1)
(2)
(3), 41, 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 1-5, 7-8, 9, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε σε σχέση με τα γεγονότα από την Ένορκη Δήλωση του κύριου Μάριου Σωφρονίου, Λειτουργού στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας Τράπεζας και γνώστη των γεγονότων. Ο ομνύοντας είχε υιοθετήσει τόσο το περιεχόμενο της δικής του Ένορκης Δήλωσης, ημερομηνίας 21/10/2014, καθώς και της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του κυρίου Στυλιανού, ημερομηνίας 10/11/2014, στη βάση των οποίων είχε εκδοθεί διάταγμα επίδοσης της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας καθώς και της υποκατάστατου επίδοσης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Υποστηρίζει, ο ομνύοντας, ότι η Δ.48 θ. 8
(4)δεν παρέχει δικαίωμα σε τρίτα πρόσωπα της οποιασδήποτε υποβολής αιτήσεως με σκοπό την τροποποίηση ή την ακύρωση οποιουδήποτε διατάγματος σε διαδικασία στην οποία το συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο δεν είναι διάδικος. Οπόταν, ο Φίλιππος Φυσέντζου δεν μπορεί ή και δεν έχει κανένα δικαίωμα στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης αφού δεν είναι διάδικο μέρος στη διαδικασία. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι η καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ότι δεν έχει εξουσιοδότηση ν' αντιπροσωπεύει τους Εναγόμενους. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης είναι λανθασμένη και δεν είναι ικανή να στηρίξει την υπό εξέταση Αίτηση. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, η απόρριψη ή η αναστολή ενός καθόλα έγκυρου και νομότυπου ειδικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Κατά τη δική του άποψη, η επίδοση της αγωγής στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 είναι καθόλα νομότυπη και έγκυρη ενόψει του ότι είχε γίνει στη βάση διατάγματος του Δικαστηρίου με ημερομηνία 13/11/2014 και είναι σύμφωνη με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης θα οδηγήσει στην αναποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης γιατί θα πλήξει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση, το οποίο καθιερώνεται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Και οι δυο πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο γραπτών αγορεύσεων. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκαν οι ενόρκως δηλούντες για αντεξέταση. Τις εμπεριστατωμένες αυτές αγορεύσεις τις μελέτησα με ενδελέχεια και προσοχή, λαμβάνοντας υπόψη μου κάθε τί που καταγράφεται σ' αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.48 θ.8
(4),στην οποία έχει βασιστεί η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» Λόγω του ότι έχει εγερθεί, ως λόγος ένστασης, θέμα δικαιώματος ή και νομιμοποίησης του Αιτητή, κ. Φίλιππου Φυσέντζου, να υποβάλει την υπό κρίση Αίτηση, λόγω του ότι δεν είναι διάδικος στη διαδικασία, αυτό το θέμα θα πρέπει να εξετασθεί πρώτο για ν' αποφασισθεί η ύπαρξη ή όχι locus standi εκ μέρους του Αιτητή. Το θέμα της υποβολής αίτησης από μη διαδίκους έχει αποφασιστεί στην απόφαση Κουή ν. Χριστοδούλου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 401 και συγκεκριμένα στη σελίδα 405 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε η εφεσείουσα για την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης της, δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Οι λέξεις "any person" (οποιοδήποτε πρόσωπο) στη Δ.48 θ.8
(4)δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (Δέστε Heli-Air v. Drescher
(1988)1 A.A.Δ. 234).» Το θέμα κατέστη επίδικο και στην υπόθεση Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) ν. Λόντου
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 738, στην οποία είχε αναγνωριστεί η ύπαρξη αντιφατικών θέσεων σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα και κατ' ουσία είχε υιοθετηθεί το σκεπτικό της απόφασης Κουή ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω). Αυστηρή ερμηνεία των προνοιών της Δ.48 θ.8
(4), μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποιείται, δημιουργεί εύλογα σε κάποιο την εντύπωση ότι οποιοσδήποτε που επηρεάζεται από την έκδοση ενός μονομερούς διατάγματος ή άδειας που δόθηκε μονομερώς δύναται ν' αποταθεί στο Δικαστήριο με δια κλήσεως αίτηση και να ζητήσει τον παραμερισμό ή την τροποποίηση του διατάγματος ή της άδειας που δόθηκε στην απουσία του. Όμως, καθοδήγηση επί του θέματος μπορεί να αντληθεί από την απόφαση στην υπόθεση Έλλη Νικολαϊδου ν. Νίκου Αττίπα κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620, όπου στη σελίδα 1626 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.48, θ.8
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατόν να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για την χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνομε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο την χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48, θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουσθεί με προοπτική την ακύρωση ή την διαφοροποίησή του». (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Ανοίγοντας μια παρένθεση, για να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση πρέπει να καταδειχθεί καθαρά ότι ο Ενάγοντας είναι, εκ των πραγμάτων, αδύναμος να επιτύχει την πραγματοποίηση σύντομης επίδοσης όπως προβλέπει η Δ.5, θ.2. Περαιτέρω, θα πρέπει να διαφανεί ότι το κλητήριο αναμένεται (is likely to) να παραδοθεί ή να περιέλθει σε γνώση του Εναγόμενου αν η μέθοδος της υποκατάστατης επίδοσης που εισηγείται ο Ενάγοντας ακολουθηθεί. Στην υπόθεση Hope v. Hope 43 E.R. 534 καταγράφονται τα ακόλουθα: «The object of all service is of course only to give notice to the party on whom it is made, so that he may be made aware of and may be able to resist that which is sought against him; and when that has been substantially done, so that the Court may feel perfectly confident that service has reached him, everything has been done that is required.» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Porter v. Freudenberg (1914-15) All E.R. Rep. 918, σε παρατηρήσεις σε σχέση με τέτοια επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που ισχύουν, έστω συμβουλευτικά, και στην παρούσα περίπτωση, ο Δικαστής πρέπει να ικανοποιήσει τον εαυτό του ότι υπάρχει πρακτική αδυναμία πραγματικής επίδοσης (σύντομα) και ότι η μέθοδος της υποκατάστατης επίδοσης που ζητείται από τον Ενάγοντα, είναι τέτοια που με όλες τις λογικές πιθανότητες, αν όχι βεβαιότητα, θα είναι αποτελεσματική στο να γνωστοποιήσει το κλητήριο ένταλμα ή ειδοποίηση αυτού στον Εναγόμενο. Βλ. επίσης Mehmet and Others v. Vassilico Cement Works
(1982)1 J.S.C. 18, Furber v. King (no.1)
(1881)29 W.R. 535, τις παρατηρήσεις του Cockburn CJ στην Watt v. Barnett
(1878)3 Q.B.D. 183 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, παράγρ. 586. Στην Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36, στη σελίδα 40, αναφέρεται πως το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του Εναγόμενου. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1960, τόμος 1, σελ. 133-134. Σημειώνεται ότι στην Karim (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Armitage v. Fitzwilliam and Others
(1875)W.N. 238 όπου εγκρίθηκε, ως μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους δικηγόρους του ενάγοντα παρά την άρνησή τους ν' αποδεχτούν επίδοση στη βάση του ότι δεν είχαν οδηγίες. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Σταύρος Φραγκέσκου κ. ά. ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, όπου στις σελίδες 1774 έως 1775, με αναφορά στη Δ.5 θ. 9, ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Καλλής Δ. αναφέρει τα εξής:- «Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ. 9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ. 2.» Με τις πιο πάνω αρχές κατά νου, ο Αιτητής έχει καθήκον ν' αποδείξει ότι με το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματά του. Μόνο έτσι αποκτά το δικονομικό δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος στη βάση της Δ.48 θ.8
(4). Δεν έχει τεθεί κανένα στοιχείο ως προς το ότι επηρεάζεται, ο κ. Φυσέντζου, ο Αιτητής από το εκδοθέν διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Προφανώς, αυτοί που επηρεάζονται είναι οι Εναγόμενοι και όχι ο Αιτητής. Θα πρέπει ο Αιτητής να παρουσιάσει συγκεκριμένους λόγους που η επίδοση στον ίδιο, με τον τρόπο που προνοεί το διάταγμα, τον επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο. Εκτός τούτου, όσον αφορά την ουσία του διατάγματος δεν τέθηκε κανένα στοιχείο από μέρους του Αιτητή ότι ήταν δυνατή η προσωπική επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 2 και 3 και ότι κακώς εκδόθηκε το διάταγμα. Αντίθετα, ο ίδιος αναφέρει ότι γνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν εγκαταλείψει την Κύπρο. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνόδευαν την αίτηση ημερομηνίας 21/10/2014 για υποκατάστατο επίδοση ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν εγκαταλείψει την Κύπρο και όσες φορές είχε επισκεφθεί την δοθείσα διεύθυνση ο ιδιώτης επιδότης δεν είχαν ανευρεθεί. Συνεπώς, ενόψει της πιο πάνω μαρτυρίας, το Δικαστήριο έκρινε και εξακολουθεί να θεωρεί ότι η υποκατάστατη επίδοση με τον τρόπο που απεφάσισε ήταν η επιβεβλημένη, υπό τις περιστάσεις, γι' αυτό και εξέδωσε το διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Φυσέντζου με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο στα ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν την υπόθεση. Δεν επηρεάζονται οικονομικά ή οιαδήποτε άλλα συμφέροντα του. Καταλήγω πως ο Αιτητής δεν νομιμοποιείτο σε κάθε περίπτωση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Ενόψει της πιο πάνω απόφασής μου, δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης να πληρωθούν από τον Αιτητή στην Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.