ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Α. IOANNOY & G. PANAYI DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3831/12, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3831/12 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και Α. IOANNOY & G. PANAYI DEVELOPERS LTD Εναγόμενη --------------------------------------- Όπως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 15.4.2013: ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3831/12 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και Α. IOANNOY & G. PANAYI DEVELOPMENTS LIMITED Εναγόμενη --------------------------------------- Όπως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 20.6.2014: ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3831/12 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και Α. IOANNOY & G. PANAYI DEVELOPMENTS LIMITED Εναγόμενη --------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09/12/2014 από Ενάγοντα για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων Ημερομηνία: 08 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Χαραλαμπίδου για Χρ. Σκορδή (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Σκορδής). Για Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενη: κ. Ποσνακίδης για Κ. Ανδρέου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την Αίτησή τους, ημερομηνίας 09/12/2014, ζήτησαν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή όλων και/ή μέρος των παραγράφων με αριθμούς 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 29/10/2014, λόγω του ότι είχαν γίνει χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και δεν σχετίζονταν με την τροποποίηση που είχε γίνει στο κλητήριο ένταλμα. Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.19 θ.θ.1, 4, 5 και 26, Δ.25 θ.θ. 2 και 5, Δ.48 θ.θ.1, 2, 9 (J) ως και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η αίτηση εκτέθηκαν στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Αριστοτέλους, ημερομηνίας 09/12/2014, διευθυντή των Εναγόντων και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, στις 08/11/2012 είχε καταχωριστεί η υπό κρίση αγωγή, στην οποία είχε καταχωριστεί και εμφάνιση στις 21/11/
- Μετά από αίτηση των Εναγόντων είχε εξασφαλιστεί διάταγμα τροποποίησης του ονόματος του Εναγομένου στις 15/04/2013 και ακολούθως οι Εναγόμενοι, στις 14/02/2014, είχαν καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στις 20/06/2014 καταχωρίστηκε νέα αίτηση για τροποποίηση του ονόματος των Εναγομένων στον τίτλο της αγωγής και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα με αποτέλεσμα, στις 29/10/2014, οι Εναγόμενοι να καταχωρίσουν τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία είχαν θέσει θέματα τα οποία δεν είχαν τροποποιηθεί στο Κλητήριο Ένταλμα. Παράλληλα, είχαν προβάλει νέους ισχυρισμούς χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Οι Εναγόμενοι είχαν προσθέσει τις Παραγράφους 1, 3-9 και 12 στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους και είχαν καταργήσει τις Παραγράφους 1-7 και 10 της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Εναγόμενοι χωρίς λόγο ή αιτία είχαν προσθέσει παραγράφους οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική Υπεράσπιση και δεν δικαιολογούνταν από την τροποποίηση η οποία είχε γίνει από τους Ενάγοντες. Υποστηρίζει ότι μια τέτοια εκτεταμένη τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται μόνο μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η οποία στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει εξασφαλιστεί. Καταλήγει, ότι η καταχωρισθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγόντων και σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενη Εταιρεία, στην οποία κατεγράφησαν έξι λόγοι ενστάσεως και συγκεκριμένα ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, ότι είναι νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη, ότι η είναι παράτυπη και/ή δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις και/ή οι όροι που προβλέπει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων, ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων Διαταγμάτων, ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης, ότι οι ισχυρισμοί των οποίων ζητείται η διαγραφή αποτελούν συνακόλουθες (consequential) τροποποιήσεις του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και Έκθεσης Απαίτησης και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίες και κατά συνέπεια επιτρεπόμενες τροποποιήσεις και ότι τυχόν έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων θα πλήξει και/ή θα προκαλέσει μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπεράσπιση της Εναγόμενης-Καθ' ης η αίτηση, η οποία είναι αδύνατο να θεραπευθεί και/ή αποζημιωθεί με οποιοδήποτε τρόπο στη συνέχεια της υπόθεσης. Ως νομική βάση της Ένστασης κατεγράφησαν η Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.23, Δ.25, θ.θ.5 και 6, Δ.26,θ.14, Δ.27, θ.θ.2, 3 και 4 και Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στην πρακτική, στο κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Ένσταση παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του κ. Γεώργιου Παναγή. Σύμφωνα με τον κ. Γεώργιο Παναγή, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας, η συγκεκριμένη αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, ενώ παράλληλα δεν πληρούνται οι τυπικές ή και οι νομικές προϋποθέσεις έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης εφόσον οι Αιτητές έλαβαν την επίδικη τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 29/10/2014, ενώ καταχώρησαν την παρούσα αίτηση δύο μήνες μετά, ήτοι στις 09/12/2014, κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου και της Νομολογίας. Οι ισχυρισμοί, των οποίων η διαγραφή επιζητείται, αποτελούν συνακόλουθες τροποποιήσεις που προέκυψαν από την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης και ήταν αναγκαίες λόγω των τροποποιήσεων που είχαν γίνει στο δικόγραφο των Εναγόντων. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε εύλογος λόγος για τη διαγραφή των Παραγράφων 1 και 3 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίες δεν έχουν αλλάξει παρά μόνο έχει αλλάξει η αρίθμησή τους λόγω της αφαίρεσης της προδικαστικής Ένστασης. Τυχόν έγκριση της αίτησης, είναι η θέση του, θα προκαλέσει μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί στη συνέχεια της εξέλιξης της υπόθεσης. Προς υποστήριξη της Αίτησης η κα Χαραλαμπίδου καταχώρησε γραπτή αγόρευση στην οποία ισχυρίζεται με αναφορά στη νομολογία ότι η άδεια τροποποίησης της Υπεράσπισης περιοριζόταν στις τροποποιήσεις εκείνες που είναι το επακόλουθο των τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης. Ο κ. Ποσνακίδης αρκέστηκε στο να υιοθετήσει τους λόγους της Ένστασής του, ενόψει του ότι ήταν με την εντύπωση ότι θα μπορούσε να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το συγκεκριμένο ζήτημα, ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση, το οποίο έχει καταγραφεί και ως λόγος Ένστασης, θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Ο καθορισμός του νομικού βάθρου σε ενδιάμεσες αιτήσεις, με ακριβή αναφορά στο άρθρο ή τα άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, κατ' εφαρμογή της Δ.48 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφασης Σταύρος Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία διατυπώθηκε η αρχή ότι στις περιπτώσεις που η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς δεν μπορεί να υπάρξει θεραπεία με την προσφυγή στις πρόνοιες της Δ.64. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για την γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Είδε Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa andanother v. Vassiliades υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται κυρίως στις πρόνοιες της Δ.19 θ.26, που είναι πανομοιότυπη με το O.19 r.27 των Αγγλικών Θεσμών, που ίσχυαν πριν το 1960, οι οποίες προνοούν ως ακολούθως: «26. The Court or a Judge may, at any stage of the proceeding order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος ..... η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» (η μετάφραση είναι δική μου) Με βάση το λεκτικό του θ.26 της Δ.19, το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περριτός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις συγκεκριμένες λέξεις. Οπόταν, υπάρχει η σωστή νομική βάση σε σχέση με την υπό κρίση Αίτηση. Στο Annual Practice 1961, σελ.478, καταγράφεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας,
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238: «. Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake Precedent of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 144, σκανδαλώδη ζητήματα, σε οποιοδήποτε δικόγραφο, δύνανται να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Στην Αγγλική υπόθεση Murray v. Epsom Local Board
(1897)1 Ch. D. 35, ισχυρισμός ότι μέλος των εναγομένων αμφισβητούσε την απαίτηση για δικό του προσωπικό όφελος και όχι για το δημόσιο συμφέρον διαγράφηκε. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες, οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν αυτό προβαίνει σε αχρείαστες λεπτομέρειες. Επίσης σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σελ. 143: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struct out and the action dismissed or judgment entered accordingly.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των Αιτητών - Εναγόντων, όπως προβάλλουν από την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του φακέλου και έχω διαπιστώσει ότι στην τροποποιηθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι παράγραφοι 1 και 3 είναι οι ίδιες με τις παραγράφους 3 και 4 αντίστοιχα της αρχικά καταχωρηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης. Η παράγραφος 4 της τροποποιηθείσας Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης περιέχεται στην παράγραφο 6 της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ενώ οι παράγραφοι 5, 6, 7, 8 και 9 συνιστούν καλύτερη διατύπωση ή και αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των παραγράφων 6 (Β),(Γ) και (Δ) της αρχικής Υπεράσπισης. Επιπρόσθετα φαίνεται να εξειδικεύονται τα ποσά που Ανταπαιτούνται στην νέα παράγραφο 12. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω παρατεθείσες νομολογιακές αρχές σε συνάρτηση με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί και να δικαιολογηθεί το αίτημα της Αιτήτριας-Εναγομένης στη βάση των προνοιών της Δ.19 θ1, 4 και 5. Και τούτο γιατί το δικόγραφο της Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενης Εταιρείας αναμφίβολα δεν περιέχει οποιαδήποτε καινούργια υπεράσπισης, η οποία να μπορεί να κριθεί στο στάδιο αυτό ως αναντίλεκτα ανυπόστατη, ώστε να εφαρμοστεί το εξαιρετικό μέτρο της διαγραφής της. Για όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενης και σε βάρος της Αιτήτριας-Ενάγουσας, τα οποία όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο