OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. Α. ΤΣΙΛΙΔΗΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1255/12, 22/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1255/12 Μεταξύ: OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD Εναγόντων -ν- Α. ΤΣΙΛΙΔΗΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 22/01/2015 Ημερομηνία: 22 Απριλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κα Αγάθη Νικολάου για Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Σάββα). Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κ. Πλουτάρχου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την αίτησή της, ημερομηνίας 22/01/2015, ζήτησε την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Αιτήθηκε τις ακόλουθες τροποποιήσεις. Τη διαγραφή των παραγράφων 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης και την προσθήκη παραγράφου κάτω από την υφιστάμενη παράγραφο 7, ήτοι της παραγράφου
- Συγκεκριμένα αιτήθηκε την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων: «
- Μετά την υπογραφή της ανωτέρω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην παραγγελία, προμήθεια και παράδοση στους Εναγόμενους των υλικών του ανελκυστήρα με κωδικό unit G1NE0804 στο αναφερόμενο υποστατικό των Εναγομένων, εκδίδοντας σχετικό τιμολόγιο με αριθμό 365, ημερομηνίας 19/12/2007, ποσού Λ.Κ.3.174 ή το ισόποσο €5.423,10 επ' ονόματι των Εναγομένων.
- Κατά ή περί την 01/12/2007 οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες το ποσό των €1.708,60, έναντι εξόφλησης του ανωτέρω τιμολογίου και εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους Ενάγοντες το ποσόν των €3.714,50 για πλήρη και τελεία εξόφληση του ανωτέρω εκδοθέντος τιμολογίου.» «
- Οι Ενάγοντες δεν έχουν μέχρι σήμερα εγκαταστήσει τον ανελκυστήρα στο εν λόγω υποστατικό των Εναγομένων, εξ υπαιτιότητας και μόνον των τελευταίων, αφού μετά την παράδοση σ' αυτούς των υλικών του αναφερόμενου ανελκυστήρα από τους Ενάγοντες, δήλωσαν προφορικώς και/ή γραπτώς στους Ενάγοντες ότι δεν επιθυμούσαν περαιτέρω συνεργασία μαζί τους και παρανόμως και/ή αδικαιολογήτως τερμάτισαν την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία με αριθμό G1NE0804 και προς τούτο αξιώνουν καταβολή αποζημιώσεων από τους Εναγόμενους, για παράβαση της εν λόγω συμφωνίας ως ανωτέρω αναφέρεται.» Επιπρόσθετα, αιτήθηκε την τροποποίηση της αρίθμησης καθώς και την προσθήκη νέας θεραπείας με την οποία να αξιώνονται γενικές ή και εύλογες ή και τιμωρητικές ή και νόμιμες αποζημιώσεις σε σχέση με την παράβαση της συμφωνίας με αρ. G1NE
- Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ. 1-3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις γενικές αρχές και τους κανόνες της επιείκειας καθώς και την πρακτική και την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του κου Ματσούκκη, Υπεύθυνου του Τμήματος Λογιστηρίου της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, στις 19/04/2012 είχε καταχωριστεί η συγκεκριμένη αγωγή, η οποία είχε επιδοθεί στις 27/04/
- Στις 25/05/2012 η Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία είχε καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης και στις 29/11/2012 είχε καταχωρίσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της, η Εναγόμενη Εταιρεία-Καθ' ης η αίτηση, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας ουδέποτε είχε εγκατασταθεί από την Ενάγουσα-Αιτήτρια. Στις 05/02/2014 που η αγωγή ήταν ορισμένη για απόδειξη, λόγω του ότι είχαν αποσυρθεί οι συνήγοροι της Εναγομένης Εταιρείας, είχε εμφανιστεί ο διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας, κ. Αλέξανδρος Τσιλίδης και είχε ζητήσει χρόνο για διορισμό νέου δικηγόρου. Κατά την συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ του κου Παναγιώτου και του νέου δικηγόρου της Εναγομένης Εταιρείας, του κου Πλουτάρχου, ο δικηγόρος της Εναγομένης Εταιρείας επέμενε στον ισχυρισμό ότι ουδέποτε είχε εγκατασταθεί ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας, γεγονός το οποίο δεν γνώριζε ο δικηγόρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Μετά από έρευνα, στην οποία προέβηκε ο δικηγόρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας, προέκυψαν κάποια γεγονότα τα οποία απαιτούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η αίτηση τροποποίησης γίνεται καλή τη πίστη και τυχόν έγκρισή της δεν θα παραβλάψει τα δικαιώματα της Εναγομένης Εταιρείας, αντίθετα θα οδηγήσει στην επίλυση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των μερών. Καταλήγει ότι η σκοπούμενη τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί αφού η αγωγή βρίσκεται σε αρχικό στάδιο και δεν έχει ακόμα ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης από την πλευρά της Εναγόμενης Εταιρείας, στην οποία κατεγράφησαν εννέα
(9)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι Αιτητές επιχειρούν την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς ή και καθόλου η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση αφού έχουν παρέλθει δύο χρόνια και εννέα μήνες από την καταχώριση της αγωγής, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, ότι τυχόν έγκρισή της θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για σύντομη και εντός ευλόγου χρόνου διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων των μερών και ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση δεν είναι ικανό ή αρκετό για να στηρίξει το αίτημα των Αιτητών και να οδηγήσει στην έγκριση της Αίτησης. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.25 θ.θ. 1- 6, Δ.48 θ.θ. 1- 4, Δ.64, θ. 1 και 2, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς επίσης και στη συμφυή εξουσία και την Πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η Ένσταση κατεγράφησαν στην ένορκη δήλωση του κου Αλέξανδρου Τσιλίδη, Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η Ενάγουσα απαιτεί από την Εναγόμενη Εταιρεία το ποσό των €3.714,50- ως υπόλοιπο της αξίας ενός ανελκυστήρα το οποίο, κατ' ισχυρισμόν, πωλήθηκε και εγκαταστάθηκε σε κτίριο της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας. Η Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία στην Υπεράσπισή της, ημερομηνίας 29/11/2012, είχε αρνηθεί τον ισχυρισμό της Ενάγουσας και είχε υποβάλει ότι δεν παραδόθηκε, αλλά ούτε και εγκαταστάθηκε, ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια επέμενε στη θέση της ότι ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας είχε πωληθεί και ότι είχε εκδοθεί και πιστοποιητικό εγκατάστασής του. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές-Ενάγοντες προσπαθούν να μετατρέψουν την αξίωσή τους σε αξίωση δυνάμει υπολοίπου αξίας για την πώληση και εγκατάσταση ανελκυστήρα σε αξίωση δυνάμει υπολοίπου τιμολογίου για την πώληση εξαρτημάτων ανελκυστήρα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η συγκεκριμένη Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση αφού έχουν παρέλθει δύο χρόνια και εννέα μήνες από την καταχώριση της αγωγής και η αγωγή έχει περάσει από διάφορα στάδια οδηγιών και ακρόασης χωρίς ποτέ να γίνει οποιαδήποτε προσπάθεια για τροποποίηση των δικογράφων της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Η συγκεκριμένη καθυστέρηση δεν δικαιολογήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα-Αιτήτρια και επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που ήταν υπόψη της Ενάγουσας-Αιτήτριας από την αρχή της υπόθεσης, ισχυρισμών οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους υφιστάμενους στην Έκθεση Απαίτηση ισχυρισμούς. Καταλήγει ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση-Εναγομένης Εταιρείας για σύντομη ή και εντός ευλόγου χρόνου διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων ή και υποχρεώσεων και εισηγείται την απόρριψη της Αίτησης. Και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, των οποίων το περιεχόμενο το Δικαστήριο έχει κατά νου. NOMIKH ΠTYXH Η Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 θ.
- Στο Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Εφ. 58/12, ημερ. 04/03/13, επανάλαβε τις αρχές και αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."» Επίσης σε δυο πολύ πρόσφατες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο επαναδιατύπωσε τις αρχές που διέπουν αυτού του είδους τις αιτήσεις. Στην απόφαση στην υπόθεση Investylia Public Co v. Ανδρέα Μιντή, Πολ. Εφ. 339/10, ημερ. 24/02/14, κατεγράφησαν τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με την κατεύθυνση της νομολογίας επί των αιτήσεων τροποποίησης: «Σημειώνουμε περαιτέρω ότι η σύγχρονη τάση, που παρουσιάζει η νομολογία, είναι προς την κατεύθυνση της έγκρισης αιτήσεων για τροποποίηση παρά το αντίθετο, εκτός βέβαια αν σοβαροί λόγοι συνηγορούν προς την αντίθετη προσέγγιση.» Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Investylia Public Co Ltd ν. Βάσου Ιωάννου και Ήβης Ιωάννου Χατζηπαντέλα ως διαχειριστές της περιουσίας του Μιχάλη Ιωάννου, Πολ. Εφ. 231/11, ημερ. 07/03/14, κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η τροποποίηση σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται εγκαίρως και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της άλλης πλευράς γίνεται αποδεκτή με περισσότερη ευκολία. Ο χρόνος της υποβολής της σκοπούμενης τροποποίησης αποτελεί σχετικό κριτήριο και τα Δικαστήρια αρνούνται κατά κανόνα διερεύνηση θεμάτων όταν η ακρόαση ήδη έχει αρχίσει. Η έκταση της τροποποίησης έχει τη δική της αυτοτελή σημασία εφόσον έχει επιπτώσεις στην τροχιοδρόμηση του προγραμματισμού της ακρόασης (Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ , Πολιτική Έφεση 242/11, ημερ. 19.7.2013). ................................ Όπως δε υποδείχθηκε στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd (ανωτέρω) αλλά και στην Flecha Contracting Ltd (ανωτέρω) η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δεν εξετάζεται κατ΄ απομόνωση ως ορισμένης σημασίας και μάλιστα αποφασιστικής.» Των πιο πάνω καταγραφέντων οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία παλαιότερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ. 22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.»
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». Επαναδιατυπώθηκαν, οι πιο πάνω αρχές, στη συνέχεια στις αποφάσεις Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1211, Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 204/2009, ημερ. 25/04/2012 και στην D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1789, στην οποία είχαν καταγραφεί τα ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Η Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία εισηγήθηκε ότι με την Αίτηση προστίθεται νέα βάση αγωγής, η οποία συνιστά εκ των υστέρων σκέψη αφού προέκυψε από την προταθείσα Υπεράσπιση. Η προσθήκη νέας βάσης αγωγής έχει μια δική της δυναμική (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της αίτησης (βλ. Χρίστου ν. Αζά (ανωτέρω)). Εφαρμογή των νομολογιακών αρχών οδηγεί στην κατάληξη ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχει κανένας λόγος για απόρριψη της Αίτησης. Η αίτηση τροποποίησης καταχωρίστηκε πριν αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης. Δεν μπορεί να εμποδίζεται η διόρθωση οποιουδήποτε λάθους, το οποίο προέκυψε, πριν την έναρξη της ακρόασης. Αντίθετα, διόρθωση οποιουδήποτε λάθους πριν την ακρόαση είναι προς το συμφέρον όχι μόνο της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και των διαδίκων αφού διασφαλίζεται διάσωση χρόνου. Υπήρξε καθυστέρηση, αλλά αυτή δεν ήταν ούτε υπέρμετρη, ούτε αδικαιολόγητη και δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που το Δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης τροποποίησης και ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Εναγόμενη Εταιρεία από την τροποποίηση που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή τόσο σε σχέση με την καταχώριση τροποποιημένης Υπεράσπισης, αν αυτό ζητηθεί, όσο και σε σχέση με τα έξοδα. Αντίθετη κατάληξη, όμως, θα μπορούσε να οδηγήσει στην πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς για την πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την επιδιωκόμενη τροποποίηση έγινε παραδεχτό ένα σημαντικό μέρος των γεγονότων, δηλαδή ότι δεν εγκαταστάθηκε στην ολότητά του ο ανελκυστήρας, κάτι που θα συμβάλει στον περιορισμό των επίδικων θεμάτων και στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. Οι υπόλοιπες τροποποιήσεις, κατά την κρίση μου, τείνουν να διασαφηνίσουν περαιτέρω τις θέσεις της Ενάγουσας-Αιτήτριας, κάτι που θα αποβεί προς όφελος της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δίδεται άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφοι Α μέχρι ΣΤ της Αίτησης. Η τροποποίηση να επιτευχτεί εντός δέκα
(10)ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας-Αιτήτριας. Τα έξοδα καθορίζονται κατ' αποκοπή στο ποσό των €900-, πλέον Φ.Π.Α και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. Τα σπαταληθέντα, τα οποία είναι επίσης υπέρ Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο