← Κύπρος

SARAH BARCLAY κ.α. ν. ELENA NIKOLAEVA κ.α., Αρ. Αγωγής 2734/11, 30/4/2015

SARAH BARCLAY κ.α. ν. ELENA NIKOLAEVA κ.α., Αρ. Αγωγής 2734/11, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2734/11 Μεταξύ:

  1. SARAH BARCLAY
  2. RACHEL BARCLAY
  3. IAIN BARCLAY Εναγόντων -και-
  4. ELENA NIKOLAEVA
  5. MARION CARTER
  6. ANGELA DAWN SOCRATOUS Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 30 Απριλίου,
  7. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κα Λοΐζου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.. Για τις Εναγόμενες: Ο κ. Χρ. Ματθαίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος των Εναγομένων 1, 2 και 3, το οποίο καθήκον απέρρεε από την ιδιότητά τους ως εκτελεστές διαθήκης ή και ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος William Kennedy Barclay. Επίσης βασίζουν την αξίωσή τους σε πράξεις ή παραλείψεις των Εναγομένων που συνιστούν δόλο ή και απάτη και οι οποίες οδήγησαν τους Ενάγοντες, ως νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα William Kennedy Barclay, να υποστούν απώλειες και ζημιές. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, οι οποίοι είναι αδέλφια, οι ίδιοι είναι τα φυσικά ή και νόμιμα τέκνα του William Kennedy Barclay, ο οποίος είχε αποβιώσει στις 27/12/
  8. Η Εναγόμενη 1 ήταν η σύζυγος του αποβιώσαντα, πλην όμως δεν ήταν η μητέρα των Εναγόντων. Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας διέμενε στη Λάρνακα και δεν είχε αφήσει οποιαδήποτε διαθήκη. Κατά ή περί τις 07/08/2009 η Εναγόμενη 1 είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος με διάταγμα που είχε εκδοθεί από αγγλικό Δικαστήριο και στις 02/11/2009 είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας η Αίτηση Αρ. 285/09 για επανασφράγιση του διατάγματος επικύρωσης διαθήκης που είχε ληφθεί από το αγγλικό Δικαστήριο. Στην ένορκη δήλωση, η οποία υποστήριζε την Αίτηση Αρ. 285/09, η Εναγόμενη 2 ενόρκως δήλωνε ότι ο αποβιώσας είχε κινητή περιουσία αξίας €1.428- και ακίνητη περιουσία €7.194-. Η Εναγόμενη 3 είχε εγγυηθεί, δυνάμει εγγυητήριου εγγράφου, την πιστή διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Όμως, οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσαντας διατηρούσε λογαριασμούς στην Ελληνική Τράπεζα, ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΜΚ760 καθώς επίσης ήταν και ιδιοκτήτης μεριδίου στην ακίνητη ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται στην οδό Κυριάκου Κολοκάση 25, στην Ορόκλινη. Σύμφωνα με τον καταγραφέντα ισχυρισμό των Εναγόντων, η Εναγόμενη 2 παράνομα ή και κατά παράβαση των καθηκόντων της ή και συνεπεία δόλου ή και απάτης ή και συνωμοσίας με τις υπόλοιπες Εναγόμενες διέθεσε το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντα στην Εναγομένη
  9. Ως λεπτομέρειες της παράβασης καθήκοντος της Εναγομένης 2 ή και του δόλου ή και της απάτης ή και της συνομωσίας κατέγραψαν τα ακόλουθα: Ότι η Εναγόμενη 2 προχώρησε στη διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντος στην Εναγομένη 1 χωρίς την συγκατάθεση ή και γνώση όλων των κληρονόμων και παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι οι Ενάγοντες δεν συμφωνούσαν με τη συγκεκριμένη διανομή, ότι κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010 η Εναγόμενη 2 με δική της ένορκη δήλωση δήλωσε ψευδώς στο Δικαστήριο ότι η διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντος είχε γίνει σύμφωνα με το κληρονομικό μερίδιο των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα, ότι προγενέστερα η Εναγομένη 2 είχε μεταβιβάσει παράνομα την περιουσία του αποβιώσαντα στην Εναγομένη 1 αντιπαρερχόμενη την κληρονομική μοίρα των Εναγόντων, ότι στα πλαίσια της καταχώρησης τελικών λογαριασμών από την Εναγομένη 1 παράτυπα και παράνομα δεν είχαν συμπεριληφθεί έγγραφες δηλώσεις των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα ότι συμφωνούσαν με τους τελικούς λογαριασμούς, ότι ενώ οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 γνώριζαν ότι η περιουσία του αποβιώσαντα αποτελούσε νόμιμη κληρονομιά όλων των κληρονόμων του και ότι ήταν δικαιούχοι ¼ της περιουσίας του, εντούτοις προχώρησαν και μεταβίβασαν την περιουσία του αποβιώσαντα στην Εναγομένη 1 με δόλιο τρόπο ή και εξαπάτηση του διευθυντού του Κτηματολογίου, ότι οι Εναγόμενες συγκατατέθηκαν, ανέχτηκαν ή και συνέργησαν στην παράνομη μεταβίβαση της περιουσίας του αποβιώσαντα, ότι ενώ είχαν λάβει γνώση των δικαιωμάτων των Εναγόντων δεν τους ενημέρωσαν για τη διανομή όπως είχε γίνει και γενικά ενήργησαν δόλια αποκρύπτοντας την αλήθεια. Λόγω των παράνομων ενεργειών των Εναγομένων, οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιά ύψους €50.000-, η οποία αντιπροσωπεύει τα ¾ της αξίας της περιουσίας του αποβιώσαντα, την οποία και αξιώνουν ως αποζημίωση από τις Εναγόμενες. Επιπρόσθετα, αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι κάθε ένας από τους Ενάγοντες δικαιούται σε ¼ μερίδιο στην περιουσία που κατέλειπε ο αποβιώσαντας William Kennedy Barclay καθώς και διάταγμα το οποίο να διατάζει την ακύρωση όλων των παράνομων μεταβιβάσεων και την επανεγγραφή όλης της περιουσίας επ' ονόματι των κληρονόμων σύμφωνα με τον Νόμο. Οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσαντας κατά τον χρόνο του θανάτου του διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και απεβίωσε. Επιπρόσθετα, είναι η θέση τους ότι στην Αίτηση Αρ. 285/09, που είχε καταχωριστεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, είχε ζητηθεί, από την Εναγόμενη 1, διάταγμα διαχείρισης και όχι διάταγμα επικύρωσης διαθήκης. Παραδέχονται οι Εναγόμενες ότι η περιουσία του αποβιώσαντα είχε διατεθεί από την Εναγομένη 2 στην Εναγομένη 1 το 2010, πλην όμως αρνούνται τις λεπτομέρειες παράβασης καθήκοντος ή και απάτης που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και, περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσαντας κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε χρέη τα οποία υπερέβαιναν της αξίας της περιουσίας και τα οποία χρέη είχε επωμιστεί και εξοφλήσει προσωπικά η Εναγόμενη
  10. Επιπρόσθετα, ισχυρίζονται ότι τον Ιούλιο του 2010 η Εναγόμενη 2 είχε προβεί σε δήλωση ότι η διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα είχε γίνει σύμφωνα με το κληρονομικό μερίδιο των κληρονόμων. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι σε σχέση με την κινητή περιουσία του αποβιώσαντα είχε κινηθεί άλλη διαχείριση στο Ηνωμένο Βασίλειο ενόψει του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία επί της κινητής περιουσίας του λόγω του ότι είχε τη μόνιμη κατοικία του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η Διαχείριση Αρ. 285/09 αφορούσε μόνο την ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα που συνίστατο από μισό μερίδιο επί του ακινήτου στην οδό Κυριάκου Κολοκάση 25, στην Ορόκλινη. Το συγκεκριμένο ακίνητο είχε αγοραστεί από τον αποβιώσαντα και την Εναγομένη 1 στις 21/07/2008 έναντι του ποσού των €154.000- και είχε εγγραφεί επ' ονόματι και των δύο σε ίσα μερίδια. Για την αγορά του είχε γίνει δάνειο ύψους €116.000- με υποθήκη το συγκεκριμένο ακίνητο. Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ήτοι €38.000-, είχε πληρωθεί από την Εναγομένη 1 από δικές της αποταμιεύσεις. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 1 είχε καταβάλει το ποσό των €8.200-, τα οποία αφορούσαν τραπεζικά έξοδα για τη λήψη του συγκεκριμένου δανείου καθώς και έξοδα μεταβίβασης του ακινήτου. Κατά την ημέρα του θανάτου του αποβιώσαντα, το χρέος για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου ανερχόταν στις €115.613,49- και αναλογούσε στον αποβιώσαντα το ποσό των €57.806,75-, το οποίο δεν καλυπτόταν από οποιαδήποτε ασφάλεια ζωής. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι είχαν επικοινωνήσει με τους Ενάγοντες 1, 2 και 3 και τους είχαν αναφέρει για τα χρέη του αποβιώσαντα και για την περιουσία του αποβιώσαντα καθώς και για όλες τις ενέργειες που θα διενεργούνταν. Οι Ενάγοντες δεν επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον και αρνήθηκαν ή και αμέλησαν να παρευρεθούν σε συνάντηση που είχε διευθετηθεί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Μετά από την συγκεκριμένη εξέλιξη, οι Εναγόμενες προχώρησαν στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγομένης 1, η οποία αναγκάστηκε να αποπληρώσει από μόνη της το ποσό των €57.906,75- έτσι ώστε να αποδεσμευθεί από την υποθήκη το ακίνητο, ενώ επιπρόσθετα πλήρωσε τα έξοδα της κηδείας του αποβιώσαντα τα οποία ανέρχονταν στα €2.872- και τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα τα οποία ανέρχονταν στις €2.000-. Οι Εναγόμενες ανταπαιτούν το ποσό των €14.451,69- το οποίο αντιστοιχεί στο ¼ μερίδιο έκαστου Ενάγοντα, το οποίο η Εναγόμενη 1 είχε αναγκαστεί να αποπληρώσει για την αποδέσμευση του ακινήτου από την υποθήκη ή το ποσό των €57.806,75- αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από όλους τους Ενάγοντες. Επίσης, αξιώνει το ποσό των €2.872- αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους Ενάγοντες, ποσό το οποίο έχει αναγκαστεί να πληρώσει για τα έξοδα της κηδείας του και €2.000- αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους Ενάγοντες ως τα έξοδα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα. Μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα 3, Iain Barclay, Μ.Ε.1, ο οποίος είχε καταθέσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών του γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο 1, το αγγλικό κείμενο, και Τεκμήριο 1 (Α) το ελληνικό κείμενο. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είναι υιός του William Kennedy Barclay, ο οποίος είχε αποβιώσει στις 27/12/2008 στο Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ενάγουσες 1 και 2 είναι αδελφές του. Σε σχέση με την Εναγομένη 1, καταγράφει ότι ήταν σύζυγος του πατέρα τους όμως δεν είναι η φυσική τους μητέρα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ο πατέρας του είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο, για μόνιμη εγκατάσταση, τον Μάρτιο του 1994 μαζί με τη φυσική τους μητέρα. Όμως, η φυσική τους μητέρα είχε αποφασίσει να επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ ο πατέρας τους είχε αποφασίσει να παραμείνει στην Κύπρο και να επισκέπτεται το Ηνωμένο Βασίλειο περιστασιακά, συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Τον Μάιο του 2008 οι γονείς τους διαζεύχτηκαν και τέσσερις μήνες μετά το διαζύγιο ο πατέρας του είχε νυμφευθεί την Εναγομένη 1, την οποία ούτε ο ίδιος γνώριζε, αλλά ούτε και οι αδελφές του. Με την Εναγομένη 1 είχαν συναντηθεί μετά το θάνατο του πατέρα τους. Ήταν ο καταγραφής ισχυρισμός του ότι μετά το θάνατο του πατέρα τους είχαν πληροφορηθεί ότι η Εναγομένη 1 είχε διοριστεί διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα τους μετά από σχετικό διάταγμα που είχε εκδοθεί από το High Court of Justice στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ουδέποτε είχαν ερωτηθεί οι ίδιοι αν συμφωνούσαν με τον συγκεκριμένο διορισμό, παρά μόνο είχαν ενημερωθεί ότι αυτός είχε γίνει, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο τους είχε αποσταλεί στις 15/11/
  11. Ενόψει του συγκεκριμένου διορισμού είχαν ζητήσει από την Εναγομένη 1 ν' ακολουθηθούν όλες οι νόμιμες διαδικασίες για τη διανομή της περιουσίας του πατέρα τους. Όμως, η Εναγομένη 1 τους αντιμετώπιζε αρνητικά και εχθρικά και δεν τους ενημέρωνε για οτιδήποτε αφορούσε τη διαχείριση της περιουσίας. Οι ίδιοι είχαν ζητήσει όπως η περιουσία του πατέρα τους και τα υπάρχοντά του διαχωριστούν με τον ορθό τρόπο. Τον Απρίλιο του 2009 είχε επικοινωνήσει μαζί του ένα κοινός φίλος του πατέρα του και της Εναγομένης 1 και του είχε αναφέρει ότι η περιουσία του πατέρα του δεν είχε οποιαδήποτε αξία και ότι η Εναγόμενη 1 επιθυμούσε να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη περιουσία σύμφωνα με τις δικές της επιθυμίες και με τέτοιο τρόπο που οι ίδιοι να παραιτούνταν από τα νόμιμα μερίδιά τους. Ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν αποδεχόταν ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε οι αδελφές του, κάτι τέτοιο. Τόσο ο ίδιος, καθώς και οι αδελφές του, γνώριζαν ότι κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους υπήρχε εγγεγραμμένο επ' ονόματι του πατέρα τους μισό μερίδιο σε ακίνητο το οποίο είχε αγοραστεί στην Ορόκλινη. Επιπρόσθετα, γνώριζαν ότι ο πατέρας τους διατηρούσε λογαριασμούς στην Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο και είχε και κάποια δικά του προσωπικά αντικείμενα. Παρά το γεγονός ότι είχε ζητηθεί, από την Εναγομένη 1, να τους εφοδιάσει με στοιχεία, η Εναγόμενη 1 δεν έπραξε οτιδήποτε με αποτέλεσμα οι ίδιοι να μην γνωρίζουν την οποιαδήποτε εξέλιξη στη διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας του πατέρα τους. Στις 28/10/2009 η αδελφή του, Ενάγουσα 2, είχε επικοινωνήσει με την Εναγόμενη 1 για να ενημερωθεί αναφορικά με οποιαδήποτε εξέλιξη στη διαδικασία, αλλά, λόγω του ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε απάντηση, στις 13/11/2009 είχε ξαναπροσπαθήσει να επικοινωνήσει για να λάβει απάντηση στις 15/11/2009 ότι είχε διοριστεί διαχειρίστρια και ότι ο δικηγόρος της διαχειρίστριας δεν είχε επικοινωνήσει μέχρι τότε με τα παιδιά του αποβιώσαντα, λόγω του ότι δεν ήταν αναγκαίο. Ακολούθως, η Εναγομένη 1 είχε αποστείλει κάποιες επιστολές στις Ενάγουσες 1 και 2 με τις οποίες ζητούσε όπως υπογραφτεί η μεταβίβαση της περιουσίας που ανήκε στον πατέρα τους στο όνομα της Εναγόμενης
  12. Οι συγκεκριμένες επιστολές ουδέποτε υπογράφτηκαν ή απαντήθηκαν από τους Ενάγοντες. Λόγω του ότι οι Ενάγοντες βρίσκονταν στο σκοτάδι είχαν δοθεί οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. για να προβεί στα αναγκαία διαβήματα έτσι ώστε να ενημερωθούν τί είχε γίνει σε σχέση με την περιουσία του πατέρα τους στην Κύπρο. Τον Δεκέμβριο του 2009 διαπιστώθηκε, μετά από διενέργεια έρευνας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και Λευκωσίας, ότι δεν είχαν γίνει οποιεσδήποτε διαδικασίες ανοίγματος διαχείρισης στην Κύπρο. Στις 30/12/2009 είχε σταλεί επιστολή προς τους δικηγόρους Coles Millers Solicitors LLP, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούσαν πληροφόρηση για τις ενέργειες που είχαν γίνει από την Εναγομένη 1 και τους δικηγόρους της σε σχέση με την περιουσία του πατέρα τους, τονίζοντας ότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν γιατί η αίτηση για διορισμό διαχειριστή είχε καταχωριστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 08/01/2010 η Εναγόμενη 2 είχε προωθήσει στους δικηγόρους των Εναγόντων επιστολή με συνοδευτικό διάταγμα επανασφράγισης της διαχείρισης το οποίο είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Οι δικηγόροι της Εναγομένης 1 επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους των Εναγόντων και τους ενημέρωσαν ότι στην Κύπρο ενεργούσε για την Εναγομένη 1 η δικηγόρος κα Marion Carter. Στις 20/01/2010 με επιστολή είχε ζητηθεί από την Εναγομένη 2 άμεση πληροφόρηση για το τί διαβήματα είχαν ληφθεί σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα τους. Λήφθηκε απαντητική επιστολή στις 26/01/2010, στην οποία καταγράφονταν ανυποστήρικτες και ανακριβείς δηλώσεις σε σχέση με τον τρόπο διανομής της περιουσίας του πατέρα των Εναγόντων καθώς επίσης και για τον τρόπο υπολογισμού της αξίας του ακινήτου. Συγκεκριμένα, καταγραφόταν ως τόπος μόνιμης διαμονής του αποβιώσαντα το Ηνωμένο Βασίλειο καθώς επίσης και ότι η περιουσία του αποβιώσαντα παρουσίαζε έλλειμμα λόγω του ότι τα χρέη υπερέβαιναν την αξία των περιουσιακών του στοιχείων. Επιπρόσθετα, χωρίς οι ίδιοι να έχουν αποποιηθεί το κληρονομικό τους μερίδιο, η κινητή περιουσία του πατέρα τους καθώς και η ακίνητη είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι της Εναγομένης
  13. Η συγκεκριμένη επιστολή συνοδευόταν από διάφορα έγγραφα, τα οποία είχαν περιέλθει σε γνώση των Εναγόντων για πρώτη φορά. Ακολούθησε, στις 23/02/2010, από την Εναγομένη 2 νέα επιστολή, η οποία συνοδευόταν από μια δήλωση συγκατάθεσης για την αποποίηση του κληρονομικού μεριδίου και ζητήθηκε από τους Ενάγοντες όπως την υπογράψουν. Αποστάληκε στις 02/04/2010, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, απαντητική επιστολή στην Εναγομένη 2, με την οποία απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονταν στην επιστολή ημερομηνίας 26/01/
  14. Επισημάνθηκε επίσης ότι δεν συμφωνούσαν, οι Ενάγοντες, στην υπογραφή της δήλωσης συγκατάθεσης. Δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα και αποστάληκε εκ νέου, στις 23/04/2010, υπενθύμιση. Στις 26/04/2010, με ηλεκτρονικό μήνυμα, η Εναγόμενη 2 είχε εισηγηθεί όπως γίνει συνάντηση ενώπιον του Πρωτοκολλητή με σκοπό να επεξηγηθεί σε όλα τα μέρη το κληρονομικό δίκαιο. Οι δικηγόροι των Εναγόντων είχαν ζητήσει από την Εναγόμενη 2 όπως απαντήσει τα συγκεκριμένα θέματα τα οποία ερωτάτο και ότι δεν ενδιαφέρονταν για οτιδήποτε άλλο. Η Εναγομένη 2 σε απάντησή της αμφισβήτησε το συμφέρον των Εναγόντων στην κληρονομιά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ήταν τα τέκνα του αποβιώσαντα. Το επόμενο βήμα των Εναγόντων ήταν η καταχώρηση ειδοποίησης στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία ζητείτο άμεση ενημέρωση για το τί είχε λάβει χώρα σε σχέση με την περιουσία του πατέρα των Εναγόντων. Συνεπεία της συγκεκριμένης ειδοποίησης ήταν η ενημέρωση από το Δικαστήριο ότι η διαδικασία επανασφράγισης είχε περατωθεί στις 08/09/
  15. Στις 15/03/2011 καταχωρήθηκε νέα ειδοποίηση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία ζητείτο άμεση πρόσβαση στο περιεχόμενο του φακέλου επανασφράγισης. Μετά από έρευνα αποκαλύφθηκε ότι στις 02/11/2009 είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, από την Εναγόμενη 2, η Αίτηση Αρ. 285/09 με την οποία είχε ζητηθεί η επανασφράγιση του διατάγματος επικύρωσης διαθήκης. Η συγκεκριμένη αίτηση είχε υποστηριχθεί από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2, στην οποία δήλωνε ότι η αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα στην Κύπρο ανερχόταν στο ποσό των €1.428- κινητή περιουσία και €7.194- ακίνητη περιουσία. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις ήταν αντίθετες με τα όσα καταγράφονται στην επιστολή των δικηγόρων της Εναγομένης 1 με ημερομηνία 26/01/
  16. Επιπρόσθετα, διαφάνηκε ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 είχαν εγγυηθεί, στις 19/11/2009, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, την πιστή διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα για το ποσό των €17.500-. Στις 23/07/2010 η Εναγόμενη 1 με ένορκη δήλωσή της είχε αναφέρει ψευδώς ότι η διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα είχε γίνει σύμφωνα με το κληρονομικό μερίδιο των Εναγόντων και ότι ήταν η μοναδική κληρονόμος η οποία νομιμοποιείτο σε ολόκληρη την περιουσία του πατέρα των Εναγόντων και ότι δεν υπήρχαν άλλοι κληρονόμοι, ενώ η ίδια γνώριζε πολύ καλά για την ύπαρξη των Εναγόντων. Η Εναγόμενη 2 είχε προχωρήσει και είχε διανέμει την περιουσία του αποβιώσαντα στην Εναγομένη 1 χωρίς την συγκατάθεση και γνώση των Εναγόντων και χωρίς οι Ενάγοντες να έχουν αποποιηθεί το κληρονομικό τους μερίδιο, ενεργώντας δόλια σε βάρος των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Το ακίνητο, το οποίο ανήκε εξ ημισείας στον πατέρα τους, είχε μεταβιβαστεί παράνομα επ' ονόματι της Εναγομένης
  17. Επιπρόσθετα, δεν είχαν συμπεριληφθεί ή και δεν είχαν καταχωριστεί δηλώσεις των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα ότι αυτοί συμφωνούσαν με τους τελικούς λογαριασμούς που είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Παράλληλα, δεν είχαν συμπεριληφθεί οποιεσδήποτε αποποιήσεις των κληρονομικών μεριδίων των Εναγόντων, αλλά αντίθετα η Εναγομένη 1 είχε παρουσιαστεί ως η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντα. Ο Ενάγοντας κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα, κατέθεσε το διάταγμα διαχείρισης στο Ηνωμένο Βασίλειο και αυτό σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2, επιστολές από την Εναγομένη 2 προς τις Ενάγουσες 1και 2, οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 3(Α), την επιστολή του δικηγορικού γραφείου Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 30/12/2009 ως Τεκμήριο 4, την επιστολή της Εναγομένης 2 συνοδευόμενη από το διάταγμα διαχείρισης ως Τεκμήριο 5, επιστολή του δικηγορικού γραφείου Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. προς την Εναγόμενη 2 ως Τεκμήριο 6, απαντητική επιστολή ημερομηνίας 26/01/2010 από την Εναγόμενη 2 προς το δικηγορικό γραφείο Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ως Τεκμήριο 7, επιστολή ημερομηνίας 23/02/2010 ως Τεκμήριο 8, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02/04/2010 ως Τεκμήριο 9, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/04/2010 ως Τεκμήριο 10, απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/04/2010 ως Τεκμήριο 11, δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/04/2010 ως Τεκμήριο 12, ειδοποίηση προς το Πρωτοκολλητείο ημερομηνίας 14/10/2010 ως Τεκμήριο 13, ειδοποίηση ημερομηνίας 15/03/2011 προς το Πρωτοκολλητείο ως Τεκμήριο 14, αντίγραφο της Αίτησης Αρ. 285/09 ως Τεκμήριο 15, αντίγραφα των εγγυητήριων ημερομηνίας 19/11/2009 ως Τεκμήριο 16, δέσμη εγγράφων που κατατέθηκαν σε σχέση με την επανασφράγιση ως Τεκμήριο 17 και αντίγραφο της δήλωσης της διαχειρίστριας ως Τεκμήριο
  18. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, τα έξοδα της κηδείας του αποβιώσαντα πατέρα του τα είχε αναλάβει ο αδελφός του πατέρα του, ο κ. Steven Barclay. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε ταξιδεύσει από το Ηνωμένο Βασίλειο για να δώσει μαρτυρία μαζί με την αδελφή του και είχαν ξοδέψει για τα εισιτήριά τους το ποσό των £609 (Stg). Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 19, απόδειξη πληρωμής των εισιτηρίων. Όσον αφορά τη διαμονή του, ισχυρίστηκε ότι αυτή θα στοιχίσει περί τα €280-. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι αξιώνεται το ποσό των €50.000- από τους Ενάγοντες ως εύλογη αποζημίωση για την απώλεια που έχουν υποστεί από τον τρόπο διανομής της περιουσίας του πατέρα τους. Εξήγησε ότι η αξία του μεριδίου του ακινήτου που ανήκε στον πατέρα τους κατά τον δεδομένο χρόνο ήταν η καθοδήγηση για τον καθορισμό του συγκεκριμένου ποσού, λαμβανομένων υπόψη του τραπεζικού λογαριασμού και της αξίας του αυτοκινήτου του πατέρα τους. Επέμενε στη θέση του ότι οι ίδιοι μπορούσαν να διαπιστώσουν την αξία του ακινήτου από τα όσα ήταν καταγεγραμμένα στα έγγραφα που είχαν σταλεί στους ίδιους από την Εναγόμενη
  19. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η κατάσταση λογαριασμού, η οποία είχε κατατεθεί από την Εναγόμενη 2 εκ μέρους της Εναγομένης 1, ήταν ορθή, ούτε και ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο είχε ληφθεί οποιοδήποτε δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου ή ακόμα και αν αυτό το δάνειο είχε αποπληρωθεί από την Εναγομένη
  20. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η αίσθηση των Εναγόντων είναι ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε ακολουθήσει την σωστή διαδικασία για τη διανομή της περιουσίας του πατέρα τους. Παραδέχθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη του συγκεκριμένου δανείου γιατί δεν γνώριζαν ότι θα έπρεπε να πληρωθεί οτιδήποτε. Επέμενε στη θέση του ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε οι αδελφές του, είχαν αποποιηθεί το δικαίωμά τους στην περιουσία του πατέρα τους. Σε σχέση δε με τα έξοδα της κηδείας, οι ίδιοι είχαν προσφερθεί να τα καταβάλουν αλλά δεν είχε γίνει αποδεκτή η προσφορά τους και τα έξοδα πληρώθηκαν από τον θείο τους, αδελφό του πατέρα τους. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο είχε μεταβιβαστεί το μερίδιο του πατέρα τους στο ακίνητο στη σύζυγό του. Όμως, αυτό που γνώριζε ήταν ότι δεν υπήρχε διαθήκη σε σχέση με το συγκεκριμένο μερίδιο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση των Εναγόντων για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 07/08/
  21. Παραδέχθηκε ότι ο πατέρας του είχε αποβιώσει στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι αμέσως μετά τον θάνατό του είχαν συνεννοηθεί με την Εναγομένη 1 για τη διευθέτηση της κηδείας. Στην ταφή είχαν ζητήσει, τόσο ο ίδιος καθώς και οι αδελφές του, από την Εναγόμενη 1 όπως τους ενημερώσει για οτιδήποτε έπρεπε να πραχθεί σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας του πατέρα τους στην Κύπρο. Επειδή δεν είχαν ακούσει οτιδήποτε, είχαν λάβει συμβουλή από δικηγόρους. Η μόνη που είχε λάβει τέσσερα ηλεκτρονικά μηνύματα ήταν η αδελφή του, των οποίων το περιεχόμενο ήταν εχθρικό. Ήταν η θέση του ότι σε σχέση με τους λογαριασμούς στην Ελληνική Τράπεζα τους είχε ενημερώσει η Εναγομένη 1 και οι ίδιοι είχαν βασιστεί στα λεχθέντα της. Όσον αφορά τα προσωπικά του αντικείμενα, δηλαδή τα κοσμήματά του, ένα δακτυλίδι συναισθηματικής αξίας και ένα ρολόι, που πάντοτε ήθελε να δώσει στον ίδιο, είχαν ζητηθεί από την Εναγόμενη 1, πλην όμως δεν τους είχαν δοθεί. Στην ταφή του πατέρα τους είχε λεχθεί, στους ίδιους, από την Εναγόμενη 1ότι θα τους παραδίδονταν και υπέθεσαν ότι θα τους τα έστελνε, πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Όσον αφορά τη διαμονή του αποβιώσαντα, υποστήριξε, ερωτηθείς, ότι ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου και πριν από τον θάνατό του διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο για μια με δύο εβδομάδες τον χρόνο. Κατέληξε ότι η διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν είχε γίνει νόμιμα γιατί οι ίδιοι δεν είχαν αποποιηθεί οποιουδήποτε κληρονομικού τους δικαιώματος, ενώ παράλληλα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν κατά πόσο η αξία της περιουσίας του πατέρα τους ήταν μεγαλύτερη ή λιγότερη από τα χρέη του. Αυτό που γνώριζαν ήταν ότι υπήρχε περιουσία για διανομή, σύμφωνα με τα έγγραφα που τους είχαν σταλεί μετά από επιμονή των δικηγόρων τους. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Κυριάκος Αντωνίου, Μ.Ε.2, υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο κύριος William Barclay ήταν πελάτης και διατηρούσε λογαριασμούς επ' ονόματί του τόσο σε ευρώ καθώς και σε αγγλικές λίρες. Οι λογαριασμοί ήταν τρεχούμενοι και είχαν ανοιχθεί, ο λογαριασμός σε αγγλικές λίρες στις 11/03/1994 και ο λογαριασμός σε ευρώ στις 30/03/
  22. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 20, σχετικό έντυπο ανοίγματος των λογαριασμών και, ως Τεκμήριο 21, καταστάσεις που αφορούσαν τους συγκεκριμένους λογαριασμούς. Και οι δύο λογαριασμοί είχαν κλείσει στις 26/02/2010 με οδηγίες της Εναγομένης 1, η οποία είχε παρουσιάσει στην Τράπεζα έγγραφα από το Δικαστήριο, τα οποία την καθόριζαν ως κληρονόμο. Τα συγκεκριμένα έγγραφα κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
  23. Η Εναγόμενη 1 είχε παραλάβει τα ποσά στους λογαριασμούς του αποβιώσαντα σε μετρητά και είχε υπογράψει και τα σχετικά έντυπα. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι η Εναγομένη 1 είχε αποσύρει από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντα το ποσό των €523,14- και των £3.655- (Stg). Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Μ. Τσιάππα, Μ.Ε.3, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είχε στην κατοχή της τον φάκελο της Διαχείρισης Αρ.285/09, ο οποίος αφορούσε τον William Kennedy Barclay σε αίτηση επανασφράγισης. Κατέθεσε την αίτηση ως Τεκμήριο 23 και το σχετικό διάταγμα ως Τεκμήριο
  24. Σύμφωνα με την μάρτυρα, στις 23/07/2010 είχαν καταχωρηθεί τελικοί λογαριασμοί οι οποίοι συνοδεύονταν με ένορκη δήλωση. Αντίγραφο των τελικών λογαριασμών και της απογραφής καθώς και της ένορκης δήλωσης κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 25, ενώ η δήλωση της διαχειρίστριας, ημερομηνίας 07/06/2010, σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  25. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, είχε καταχωριστεί αίτηση διαχείρισης στο Ηνωμένο Βασίλειο και έπρεπε να καταχωριστεί αίτηση επανασφράγισης στην Κύπρο σε σχέση με τη διαχείριση στην Αγγλία. Εξήγησε ότι στη διαδικασία επανασφράγισης δεν ελέγχεται οι νόμιμοι κληρονόμοι, λόγω του ότι υπάρχει ήδη καταχωρημένη διαχείριση. Παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε στη δήλωση της διαχειρίστριας οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με τους νόμιμους κληρονόμους, ούτε και υπήρχαν οποιαδήποτε έγγραφα για την αποποίηση του μεριδίου των κληρονόμων. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι με βάση την απογραφή υπήρχε ακίνητη περιουσία αξίας περί τις €65.000- και δύο λογαριασμοί στην Ελληνική Τράπεζα. Προέκυψε ότι η περιουσία του αποβιώσαντα είχε μεταβιβαστεί στην ολότητά της στην Εναγόμενη
  26. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 27, την ειδοποίηση του συνηγόρου των Εναγόντων. Η συγκεκριμένη διαδικασία είχε ολοκληρωθεί στις 08/09/2010 μετά που είχαν ελεγχθεί οι τελικοί λογαριασμοί, οι οποίοι είχαν ελεγχθεί από τον τότε υπεύθυνο Πρωτοκολλητή κ. Δεσπότη. Αντεξεταζόμενη, επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο πρακτικό του Πρωτοκολλητή, κ. Δεσπότη, στο οποίο είχαν γίνει αποδεκτοί οι τελικοί λογαριασμοί. Το συγκεκριμένο πρακτικό σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  27. Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Βασούλα Νικολάου, Μ.Ε.4, δικηγορική υπάλληλο στο δικηγορικό γραφείο Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της είναι επιφορτισμένη με γραμματειακά καθήκοντα, μεταξύ αυτών και της αλληλογραφίας. Της είχε υποδειχθεί ένα έγγραφο, το οποίο αναγνώρισε ως ένα τηλεομοιότυπο το οποίο είχε παραληφθεί από το γραφείο Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. στις 19/03/2014 και σχετιζόταν με την υπόθεση Barclay. Κατέθεσε το συγκεκριμένο έγγραφο ως Τεκμήριο
  28. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Βασιλική Πάλμα, Μ.Ε.5, υπεύθυνη στον Κλάδο Εγγραφής Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Σύμφωνα με την κα Πάλμα, τον Δεκέμβριο του 2008 εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/11636, Φ./Σχ. 2-260-371, Τμήμα 4, τεμάχιο 262, στη Βορόκλινη, ήταν η Elena Nikolaeva και ο William Kennedy Barclay, ανά ½ μερίδιο έκαστος. Το συγκεκριμένο ακίνητο το είχαν αγοράσει από τους Gilian Mary Sunderland και Peter Sunderland δυνάμει της δήλωσης μεταβίβασης Π. 2368/
  29. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 30, αντίγραφο της δήλωσης μεταβίβασης. Ήταν η θέση της ότι το ακίνητο είχε αγοραστεί για το ποσό των €153.774- και η εκτίμηση του ακινήτου την ημέρα της μεταβίβασης παρέμενε η ίδια και με βάση εκείνη την εκτίμηση είχαν πληρωθεί τα δικαιώματα του Κτηματολογίου. Είχε ολοκληρωθεί η μεταβίβαση με επιβάρυνση, λόγω της υποθήκης, με δανειστή την Τράπεζα Κύπρου. Είχε υποθηκευτεί όλο το μερίδιο και ενεγράφη η υποθήκη με αριθμό Υ.7014/08 για το ποσό των €128.000-. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 31, αντίγραφο της υποθήκης καθώς και σχετικό έγγραφο εξάλειψής της. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, στις 17/06/2010 είχε προσκομιστεί η Αίτηση αρ. Α337/10, η οποία αφορούσε κληρονομιά και διανομή μέσω διαχείρισης για το σχετικό ακίνητο, ήτοι το ½ μερίδιο του William Barclay. Η συγκεκριμένη αίτηση είχε κατατεθεί από την Elena Nikolaeva και αφορούσε την Αίτηση Διαχείρισης 285/09, η οποία αφορούσε επικύρωση υφιστάμενης διαθήκης ή την εγγραφή διαχειριστηρίου εγγράφου. Είχε διοριστεί πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Elena Nikolaeva η κα Marion Carter. Σύμφωνα με την αίτηση και τη δήλωση της διαχειρίστριας, το μερίδιο του αποβιώσαντα, δυνάμει της διανομής που είχε γίνει, θα το λάμβανε η σύζυγος. Η αίτηση είχε ολοκληρωθεί στις 21/06/2010 με την συγκατάθεση της Τράπεζας Κύπρου. Είχε ακυρωθεί η υφιστάμενη υποθήκη και με την εγγραφή της κληρονομιάς επ' ονόματι της συζύγου του αποβιώσαντα δόθηκε νέος αριθμός στην ίδια υποθήκη, ο αριθμός Υ.4132/
  30. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 32, δέσμη εγγράφων που αφορούσε τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο και, ως Τεκμήριο 33, αντίγραφο της νέας υποθήκης. Ήταν η θέση της ότι δεν ζητούνται από το Κτηματολόγιο οι σχετικές αποποιήσεις του περιουσιακού μεριδίου από τη στιγμή που υπάρχει διαχείριση. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα για την εγγραφή της κληρονομιάς είχαν καταβληθεί από την κα Elena Nikolaeva και ανέρχονταν στο ποσό των €1,28-. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Αγγέλα Αριστοτέλους, Μ.Ε.6, Γραμματειακός Λειτουργός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Λάρνακας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΜΚ760 ενεγράφη στην Κύπρο για πρώτη φορά στις 10/04/1995 ως «visitor's car» με ιδιοκτήτη τον William Kennedy Barclay. Στις 20/11/1996 είχε λάβει κυπριακούς αριθμούς εγγραφής. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 34, τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος και τα έγγραφα που αφορούσαν το ιστορικό του. Στις 31/05/2010 είχε γίνει αλλαγή ιδιοκτήτη με μεταβίβαση από την κα Elena Nikolaeva, η οποία ήταν η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος, επ' ονόματί της, ενώ στις 04/10/2011 ακολούθησε μεταβίβαση από την κα Elena Nikolaeva στον κύριο Ilanski, ο οποίος μέχρι σήμερα είναι και ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 35, τα έγγραφα μεταβίβασης του συγκεκριμένου οχήματος. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε και από τον κ. Κωστάκη Δεσπότη, Μ.Ε.7, Πρωτοκολλητή Επικυρώσεως Διαθηκών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος-Αμμοχώστου μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  31. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15, εξήγησε ότι όλες οι αιτήσεις διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας καταχωρούνταν στο Πρωτοκολλητείο Λάρνακος. Σε σχέση με την συγκεκριμένη υπόθεση είχε καταχωριστεί στο Πρωτοκολλητείο Λάρνακας, στις 02/04/2009, αίτηση επανασφράγισης στην οποία είχε επισυναφθεί και σχετική ένορκη δήλωση της κας Marion Carter. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 17, ήταν η θέση του ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν καταχωριστεί στον ίδιο στις 23/07/
  32. Εξήγησε ότι σε μια διαδικασία επανασφράγισης εκείνο που ενδιαφέρει τον Πρωτοκολλητή είναι αν το πρόσωπο που έχει διοριστεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος έχει εκτελέσει ικανοποιητικά την εργασία. Ισχυρίστηκε ότι η όλη διεργασία μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να έχουν αποκαλυφθεί οι κληρονόμοι γιατί αυτό που ενδιαφέρει είναι κατά πόσο ο διαχειριστής ή ο εκτελεστής που έχει διοριστεί από το αλλοδαπό Δικαστήριο έχει ενεργήσει ορθά. Στην υπό κρίση περίπτωση, εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, είχε καταχωριστεί δήλωση της κας Elena Nikolaeva, ημερομηνίας 23/07/2010, οπόταν το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει με το κλείσιμο της διαχείρισης. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι είχε δει για πρώτη φορά την κα Elena Nikolaeva στις 27/07/
  33. Την κα Carter την γνώριζε, λόγω του ασχολείτο με την καταχώριση διαχειρίσεων και αιτήσεων επανασφράγισης και είχαν συνεργαστεί και παλαιότερα. Ερωτηθείς δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε συζητηθεί το θέμα της οποιασδήποτε συνάντησης με τον δικηγόρο κ. Κυριακίδη ή αν τον είχε ρωτήσει οτιδήποτε σε σχέση με την συγκεκριμένη επανασφράγιση η κα Carter. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο εκτιμητής κ. Α. Λοΐζου, Μ.Ε.8, διευθυντής του γραφείου Αντώνης Λοΐζου & Συνεργάτες. Ο ίδιος είχε ετοιμάσει σχετική εκτίμηση σε σχέση με την αξία του επίδικου ακινήτου, την οποία είχε καταθέσει ως Τεκμήριο
  34. Υποστήριξε ότι τον Ιούνιο του 2010 η αξία του ακινήτου ανερχόταν στις €145.000-. Εξήγησε ότι για να καταλήξει στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα είχε χρησιμοποιήσει την συγκριτική μέθοδο και είχε καταγράψει τις πωλήσεις παρόμοιων διαμερισμάτων, όπως καταγράφονται στις σελίδες 4 και 5 της Έκθεσής του. Είχε κάνει και ανάλογες αναπροσαρμογές γιατί οι πωλήσεις των συγκριτικών δεν ήταν όλες της ίδιας ημερομηνίας. Με δεδομένο ότι η αγορά ακινήτων είχε σοβαρή μείωση το 2008 και το 2009, ο ίδιος είχε αφαιρέσει ένα ποσοστό της τάξεως των 5% για ν' αντικατοπτριστεί η συγκεκριμένη μείωση. Οπόταν, τον Δεκέμβριο του 2008 η αξία του ακινήτου είχε καθοριστεί στις €180.000-. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε συγκριτικά στοιχεία για το
  35. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχε επιθεωρήσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα από έξω. Όσον αφορά την εσωτερική περιγραφή, ο ίδιος είχε επισκεφθεί στο παρελθόν ένα παρόμοιο διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία, η οποία πολυκατοικία συνιστά μια πολυκατοικία ρουτίνας, χωρίς πολυτέλειες και γνώριζε την εσωτερική περιγραφή. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι η αγοραία αξία του συγκεκριμένου διαμερίσματος, δηλαδή η τιμή που θα μπορούσε να πωληθεί στην αγορά, ανερχόταν στις €140.000-, ενώ η καταναγκαστική αξία του, δηλαδή αν πωλείτο βιαστικά, ανερχόταν στις €109.000-, με αναφορά πάντοτε στο όλο μερίδιο. Υποστήριξε ότι το δικό τους Εκτιμητικό Γραφείο είναι το μόνο που δημοσιεύει στατιστικές σε σχέση με την αύξηση ή πτώση στην τιμή των ακινήτων. Είχε δημιουργήσει και η Κεντρική Τράπεζα τον δικό της δείχτη, ο οποίος έδειχνε μείωση των τιμών κατά 5% σε όλη την Κύπρο. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι στα πέντε

(5)χρόνια υπήρχε μια πτώση της αξίας των ακινήτων της τάξεως του 25%. Ερωτηθείς για τις συγκριτικές πωλήσεις ήταν η θέση του ότι το γραφείο τους είναι ενωμένο με το Κτηματολόγιο και μπορεί να διαπιστώσει τις πωλήσεις και τις τιμές. Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Κίκα Μονογιού, Μ.Ε.9, από την οποία ο αποβιώσαντας William Barclay ενοικίαζε διαμέρισμα, στην Ορόκλινη, για δώδεκα
(12)χρόνια. Σύμφωνα με την μαρτυρία της, ο αποβιώσαντας William Barclay διέμενε μόνιμα στην Κύπρο και έφευγε μόνο για διακοπές το πολύ τρεις φορές τον χρόνο. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι για δώδεκα
(12)συνεχή χρόνια ο αποβιώσαντας διέμενε σε δικό της διαμέρισμα, το οποίο ενοικίαζε και το οποίο έχει εγκαταλείψει εδώ και δέκα
(10)χρόνια. Σε σχέση με το συμβόλαιο, το ενοικιαστήριο, ήταν η θέση της ότι είχε ελεγχθεί από τον Φόρο Εισοδήματος και γι' αυτό η ίδια δεν είχε θεωρήσει απαραίτητο να το κρατήσει μετά από τόσα χρόνια. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο κύριος Ventislav Ilanski, Μ.Ε.10, ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΜΚ760, το οποίο είχε αγοράσει από το κατάστημα της εταιρείας «Peugeot», στη Λάρνακα, στις 27/09/2011 για το ποσό των €1.500-. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 37, την απόδειξη αγοράς. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε και από τον κ. Κίκη Κούτσακο, Μ.Ε.11, εργοδοτούμενος της εταιρείας Demstar Automotive Ltd, η οποία είχε αγοράσει την αντιπροσωπεία της Peugeot και της Honda. Ο ίδιος ασχολείται με τις πωλήσεις αυτοκινήτων. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 37, απόδειξη που είχε εκδοθεί τον καιρό που διαχειριζόταν τα αυτοκίνητα Peugeot η εταιρεία «M.P.M. Eurocars». Διευκρίνισε ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν είχε παραληφθεί από την εταιρεία γιατί η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, η κα Elena Nikolaeva, είχε παραλάβει το συγκεκριμένο ποσό. Ήταν η θέση του ότι τους είχε ζητηθεί από την κα Nikolaeva να βοηθήσουν στην πώληση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Απ' ότι θυμόταν, όταν είχαν πάει να παραλάβουν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, αυτό δεν ξεκινούσε και οι ίδιοι είχαν διενεργήσει επιδιορθώσεις έτσι ώστε να μπορεί να πωληθεί. Το ποσό της απόδειξης είχε εισπραχθεί από τη δική του εταιρεία και είχε δοθεί στον δικαιούχο. Επέμενε στη θέση του ότι το συγκεκριμένο ποσό δεν είχε κρατηθεί από την Εταιρεία «M.P.M. Eurocars». Υποστήριξε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση απλά έκαμναν ευκολία στην κα Nikolaeva, η οποία ήταν πελάτισσά τους. Αντεξεταζόμενος, δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιο ήταν το μηχανικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε το αυτοκίνητο όταν είχε παραληφθεί. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι το αυτοκίνητο είχε πωληθεί για €1.500-. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε πόσα λεφτά είχαν ξοδευθεί για την επιδιόρθωσή του, αλλά ούτε και πότε είχε παραληφθεί. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι είχε χρησιμοποιηθεί πλατφόρμα για τη μεταφορά του στο χώρο της Εταιρείας. Δεν θυμόταν να είχαν δοθεί μόνο €300- στην κα Nikolaeva, ούτε θυμόταν ποιος είχε παραδώσει τα λεφτά στην κα Nikolaeva. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η Άντρη Διογένους, Μ.Ε.12, Λειτουργός της Ελληνικής Τράπεζας στο υποκατάστημα της οδού Μακαρίου. Σύμφωνα με την μαρτυρία της, δεν είχε ποτέ μεταφερθεί ποσό ύψους €60.000- από τον λογαριασμό του κ. Barclay σε λογαριασμό της κας Nikolaeva, ούτε και είχε γίνει οποιαδήποτε μεταφορά στο λογαριασμό της κας Nikolaeva από την Αγγλία. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τις Εναγόμενες 1 και 2 και τον εκτιμητή κ. Πετρίδη. Η κα Elena Nikolaeva, Εναγόμενη 1, Μ.Υ.1, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ήταν η σύζυγος του αποβιώσαντα κ. Barclay από τον Σεπτέμβριο 2008. Ο κ. Barclay ζούσε στην Κύπρο για δώδεκα
(12)χρόνια και είχε επαφή με την τότε σύζυγό του μόνο τηλεφωνικώς. Τα Χριστούγεννα μετέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να δει τα παιδιά του. Είχε αφήσει όλη του την περιουσία στο Λονδίνο, στην πρώτη του σύζυγο, έτσι ώστε να μπορούσε να διανεμηθεί στα παιδιά του, γι' αυτό και όταν η ίδια τον παντρεύτηκε δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε πότε είχε έρθει στην Κύπρο ο κ. Barclay. Οι δυο τους είχαν συναντηθεί το 1999, όμως, ο κ. Barclay ζούσε στην Κύπρο κάποια χρόνια πριν γνωριστούν. Μαζί είχαν αποφασίσει να μείνουν για πάντα στην Κύπρο, αλλά να επισκέπτονται τακτικά το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο σύζυγός της είχε αποβιώσει στις 27/12/2008 στο Λονδίνο. Όσον αφορά τη διαμονή τους, είχαν αποφασίσει να αγοράσουν στην Κύπρο διαμέρισμα, αλλά, λόγω του ότι ο σύζυγός της δεν είχε οποιαδήποτε λεφτά, θα έδιδε η ίδια την πρώτη δόση και ακολούθως θα υποθήκευαν το ακίνητο έτσι ώστε να πληρώνονται οι δόσεις από τον κοινό τους λογαριασμό. Το επίδικο ακίνητο είχε αγοραστεί για το ποσό των €154.000-. Η ίδια είχε πωλήσει ένα διαμέρισμα που διατηρούσε στη Ρωσία εξ ου και είχε λεφτά στον λογαριασμό της στην Κύπρο. Με την αγορά του διαμερίσματος και την παραχώρηση του δανείου από την Τράπεζα Κύπρου, η ίδια είχε μεταφέρει λεφτά από τον λογαριασμό της στην Ελληνική Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 38, έντυπο της Ελληνικής Τράπεζας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η κα Carter της είχε ζητήσει όλα τα έγγραφα που αποδείκνυαν ότι τα λεφτά για την προκαταβολή του συγκεκριμένου ακινήτου είχαν προέλθει από τον λογαριασμό της. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 39, έντυπο της Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία 08/10/2008 και, ως Τεκμήριο 40, κατάσταση λογαριασμού με την οποία αποκαλύπτετο ότι τα λεφτά της είχαν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Είχε συμφωνηθεί, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, με την Τράπεζα Κύπρου η καταβολή του ποσού των €878,58- ως η μηνιαία δόση η οποία θα καταβαλλόταν από τον κοινό λογαριασμό και των δύο. Είχαν πληρωθεί δύο δόσεις, του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου του
  1. Όταν απεβίωσε ο σύζυγός της, η ίδια είχε συνεχίσει να πληρώνει από τον κοινό λογαριασμό ακόμα και όταν μεταβιβάστηκε το διαμέρισμα επ' ονόματί της. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 42, καταστάσεις του κοινού λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου. Παραδέχθηκε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός υφίστατο και μετά τον θάνατο του συζύγου της και ότι είχε καταθέσει η ίδια λεφτά στον συγκεκριμένο λογαριασμό για να πληρώνονται οι δόσεις του δανείου για το διαμέρισμα. Εξήγησε, ότι ο συγκεκριμένος κοινός λογαριασμός είχε δημιουργηθεί όταν είχε ληφθεί το δάνειο από την Τράπεζα για σκοπούς αποπληρωμής του και κατέθεταν και οι δύο πλευρές λεφτά σε αυτόν τον κοινό λογαριασμό, όμως, δεν μπορούσε να πει τί ποσό κατέθετε ο καθένας από αυτούς. Υποστήριξε ότι η ίδια είχε πληρώσει €1.000- ως αρχική προκαταβολή για το διαμέρισμα και ακολούθως €45.200- και €8.200- για όλα τα έγγραφα του δανείου. Ο αποβιώσαντας είχε καταθέσει λεφτά στον συγκεκριμένο λογαριασμό τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
  2. Παραδέχθηκε ότι τα κοινά τους έξοδα καλύπτονταν και από τους δύο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 43, χρεωστική σημείωση ημερομηνίας 28/06/2010 για την πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Όσον αφορά τα έξοδα της κηδείας του αποβιώσαντα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, ο αδελφός του αποβιώσαντα σκοπούσε να τα καλύψει στην ολότητά τους, πλην όμως, όταν η ίδια είχε επιστρέψει στην Κύπρο, του είχε αποστείλει €900- προς κάλυψη ενός μέρους των εξόδων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 44, απόδειξη αποστολής λεφτών από την Τράπεζα Κύπρου προς την Barclay's Bank, ημερομηνίας 26/03/
  3. Σε σχέση με το αυτοκίνητο, ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν παλαιό και όταν είχε μεταβιβαστεί στο όνομά της είχε αποφασίσει να το ξεφορτωθεί, γι' αυτό και είχε ζητήσει από τον κ. Κίκη, της εταιρείας Peugeot, να βρει κάποια λύση. Είχε φορτωθεί σε φορτηγό μετακίνησης και είχαν διευθετηθεί τα έγγραφα. Της ίδιας της είχαν παραδοθεί από την πώλησή του €300-. Υποστήριξε ότι τα παιδιά του συζύγου της δεν είχαν συνεισφέρει σε οποιαδήποτε έξοδα της διαχείρισης, αλλά ούτε στα έξοδα της κηδείας. Η ίδια είχε καταβάλει στην κα Carter το ποσό των €5.000-. Κατέθεσε το τιμολόγιο ως Τεκμήριο
  4. Επέμενε στη θέση της ότι ο σύζυγός της, όταν είχε διαζευχθεί την πρώτη του σύζυγο, είχε αφήσει το σπίτι του στο Λονδίνο σε αυτήν. Το μόνο του εισόδημα ήταν η μηνιαία του σύνταξη και κατά τον χρόνο του θανάτου του στον λογαριασμό του ήταν κατατεθειμένο το ποσό των €3.000-. Ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε συνεισφέρει οποιοδήποτε ποσό στις €42.000-, αλλά το συγκεκριμένο ποσό είχε καταβληθεί από την ίδια. Λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν ο ένας στον άλλο και λόγω του ότι ήταν ερωτευμένοι, η ίδια θεώρησε ότι θα της αποπλήρωνε, το μερίδιό του, τμηματικά. Αντεξεταζόμενη, υποστήριξε ότι με τον αποβιώσαντα είχαν γνωριστεί το 1999 σ' ένα ταξίδι της ίδιας στην Κύπρο για διακοπές. Μέχρι το 2006 ήταν απλοί φίλοι και τότε ο αποβιώσαντας ενοικίαζε διαμέρισμα στην Ορόκλινη. Κατά τη διάρκεια του 2006 είχαν αποφασίσει να ζήσουν μαζί και ν' αγοράσουν διαμέρισμα. Ο αποβιώσαντας είχε διαλέξει την Ορόκλινη λόγω του ότι εκεί διαμένουν πολλοί Βρετανοί. Εξ ου και το γεγονός ότι οι έξι
(6)αγοραστές των συγκεκριμένων διαμερισμάτων ήταν Άγγλοι. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι ο αποβιώσαντας μετέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο για δύο
(2)μήνες τον χρόνο για να περνά τα Χριστούγεννα με τον αδελφό του. Συνήθως περνούσε τα γενέθλιά του, 15 Ιανουαρίου, στο Ηνωμένο Βασίλειο και ήταν μια μέρα κατά την οποία έβγαινε με τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Η ίδια γνώριζε τα παιδιά του, τα οποία παιδιά του δεν τον είχαν επισκεφθεί ποτέ στην Κύπρο. Ήταν η δική της άποψη ότι τα παιδιά του ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να την εμπιστευτούν. Την θεωρούσαν υπεύθυνη για την καταστροφή της οικογένειάς τους, όμως για την ίδια ήταν αποκλειστική απόφαση του αποβιώσαντα να χωρίσει την μητέρα τους. Εξ ου και μετά το διαζύγιο ο ίδιος άφησε την περιουσία του στην Αγγλία στην πρώην σύζυγό του, έτσι ώστε ακολούθως να κληρονομείτο από τα παιδιά του. Υποστήριξε ότι ήταν συνταξιούχος αστυνομικός, ο αποβιώσαντας, και είχε αρκετά λεφτά για να ζήσει είτε εδώ είτε στο Λονδίνο. Δεν τον είχε ακούσει ποτέ να εκφράζει επιθυμία να παραμείνει μόνιμα στην Κύπρο, πλην όμως είχαν αποφασίσει μαζί να επενδύσουν στην Κύπρο και στην περίπτωση που εγκατέλειπαν την Κύπρο να ενοικιάσουν το ακίνητο. Δεν της είχε αναφέρει ποτέ ότι ήθελε να επιστρέψει μόνιμα στην Αγγλία γιατί αρρωστούσε όταν βρισκόταν στο Λονδίνο. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι στην Τράπεζα υπήρχε μόνο χρέος. Λόγω του ότι ο αποβιώσαντας ήταν Βρετανός υπήκοος η ίδια είχε υποχρέωση να πράξει τα δέοντα σε σχέση με την περιουσία στην Αγγλία. Επέμενε στη θέση της ότι η ίδια είχε εκτελέσει τις οδηγίες της κας Carter και είχε ακολουθήσει όλες τις διαδικασίες που η κα Carter την είχε συμβουλεύσει ν' ακολουθήσει. Είχε παραχωρήσει στην κα Carter τις διευθύνσεις και των τριών παιδιών του αποβιώσαντα και είχαν ενημερωθεί τα παιδιά του με συστημένη επιστολή. Απ' όσα η ίδια γνώριζε, τα παιδιά του δεν απάντησαν ποτέ οποιαδήποτε πρόσκληση τους είχε σταλεί. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15, ήταν η θέση της ότι η ίδια είχε παραχωρήσει στη δικηγόρο της όσες πληροφορίες είχε στην κατοχή της. Όμως, λόγω του ότι τα δικά της αγγλικά δεν ήταν τέλεια, η δικηγόρος της έπρεπε να της εξηγά. Η ίδια την εμπιστευόταν και η δικηγόρος ήταν αυτή που είχε κάνει όλη τη δουλειά. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι ήταν σε γνώση της ότι ο αποβιώσασας διατηρούσε δύο λογαριασμούς στην Τράπεζα και το σύνολο της περιουσίας που είχε αφήσει καταγράφεται στο Τεκμήριο
  1. Όταν της υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 7 παρουσιάζει άλλη εικόνα από το Τεκμήριο 15, ισχυρίστηκε ότι το διαμέρισμα είχε αγοραστεί με δάνειο και η ίδια είχε καταβάλει μετά τον θάνατό του το ποσό των €25.000-. Απ' ότι η ίδια θυμόταν, η Marion Carter είχε λάβει υπόψη της ότι το διαμέρισμα, το επίδικο, δεν ανήκε ούτε στην ίδια ούτε στον αποβιώσαντα γιατί έπρεπε ν' αποπληρωθεί στην Τράπεζα ένα μεγάλο ποσό. Τα λεφτά που υπήρχαν στον λογαριασμό του αποβιώσαντα δεν ήταν αρκετά και είχε πληρώσει η ίδια από δικά της λεφτά το διαμέρισμα και τα έξοδα της διαδικασίας. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 17, υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είχε ετοιμαστεί από τη δικηγόρο και η ίδια απλά το είχε υπογράψει. Μετά την πτώση των τιμών των ακινήτων, η αξία του διαμερίσματος είχε μειωθεί. Η αξία είχε καθορισθεί από την ίδια την κα Carter στο ποσό των €130.000-. Η ίδια πίστευε ότι το διαμέρισμα άξιζε λιγότερα. Όσον αφορά τα έξοδα της κηδείας, ήταν η θέση της ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσα είχε ξοδέψει ο αδελφός του αποβιώσαντα για την κηδεία. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι η ίδια του είχε καταβάλει το ποσό των €900-. Σε σχέση με τα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 17 ισχυρίστηκε η κα Carter είχε καθορίσει την τιμή του ακινήτου στις €130.000-, ενώ αναφορικά με το ποσό που καταγράφηκε ως αξία του αυτοκινήτου, ήτοι €100-, ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ παλαιό και γι' αυτό είχαν καταγράψει το συγκεκριμένο ποσό, ενώ σε σχέση με την κηδεία είχε ισχυριστεί ότι είχαν γράψει τα πραγματικά έξοδα, παρόλο που είχαν πληρωθεί από τον αδελφό του αποβιώσαντα και η ίδια είχε καταβάλει μόνο ένα μέρος τους. Όταν ερωτήθηκε για το ποσό των €38.000- , το οποίο είχε καταγραφεί στο Τεκμήριο 17, ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε προκύψει από την αφαίρεση του χρέους και το κόστος του αυτοκινήτου και δεν γνώριζε γιατί το συγκεκριμένο ποσό είχε αφαιρεθεί από την περιουσία του αποβιώσαντα. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση η ίδια να εξηγήσει τους οποιουσδήποτε υπολογισμούς είχε κάμει η συνήγορός της. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι η ίδια είχε καταβάλει το ποσό των €45.000- αρχικά και ακολούθως €8.200- για την κατάρτιση των εγγράφων της Τράπεζας Κύπρου, ενώ παράλληλα είχε πληρώσει και το ποσό των €1.000- ως προκαταβολή. Παραδέχθηκε ότι το ποσό των €8.200- είχε αποπληρωθεί από τον κοινό λογαριασμό, όμως επέμενε ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε αυτά τα λεφτά για να πληρώσει το ποσό αυτό. Εξήγησε ότι το 2008 ο αποβιώσαντας ήταν 64 ετών και η Τράπεζα δεν του παραχωρούσε δάνειο. Το δάνειο είχε παραχωρηθεί επειδή η ίδια είχε καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό. Εξ ου και η Τράπεζα είχε επιμείνει όπως η ασφάλεια του δανείου καταρτιστεί στο δικό της όνομα. Όσον αφορά το αυτοκίνητο, η ίδια δεν γνώριζε από ποιον είχε αγοραστεί. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι η ίδια είχε εισπράξει το ποσό των €300- από την πώλησή του. Σε σχέση με το διαμέρισμα, επέμενε στη θέση της ότι μέχρι και σήμερα πληρώνει στην Τράπεζα Κύπρου το δάνειο και εξακολουθεί να υπάρχει ένα χρέος μεταξύ €90.000- με €95.000-. Όπως της είχε λεχθεί από την δικηγόρο της, λόγω του ότι ο σύζυγός της ήταν βρετανός υπήκοος όλα όσα είχαν σχέση με τον θάνατό του θα έπρεπε να γίνουν σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο και ο αγγλικός νόμος προέβλεπε ότι όταν η περιουσία του αποβιώσαντα εκτιμάται σ' ένα ποσό λιγότερο των £200.000- τότε ανήκει στην χήρα. Οπόταν, ενόψει του ότι στον λογαριασμό του αποβιώσαντα υπήρχαν μόνο κάποιες χιλιάδες, της ανήκε ολόκληρο το ποσό. Υποστήριξε ότι η ίδια ποτέ δεν είχε καλέσει τα παιδιά του αποβιώσαντα να συνεισφέρουν στο χρέος. Ακόμα και στην κηδεία, παρόλο που όλοι οι συγγενείς είχαν συνεισφέρει, οι ίδιοι αρνήθηκαν. Η ίδια είχε λάβει από την Τράπεζα το Τεκμήριο 41 για να τους διαβεβαιώσει ότι το διαμέρισμα είχε αγοραστεί με δάνειο και ήταν σίγουρη ότι μετά την λήψη της συγκεκριμένης επιστολής τα παιδιά του θα ικανοποιούντο. Τα παιδιά του ποτέ δεν είχαν απαντήσει στα γράμματα της δικηγόρου της. Ακόμα και μετά που ηγέρθησαν αμφιβολίες, τα παιδιά του αποβιώσαντα, παρόλο που είχαν κληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την δικηγόρο της, δεν είχαν εμφανιστεί. Υποστήριξε ότι η ίδια λαμβάνει την σύνταξη χηρείας του αποβιώσαντα και ότι ένα ποσό της τάξεως των €450- της παραχωρείται από τη Βρετανική Κυβέρνηση και κατατίθεται στον δικό της λογαριασμό. Επίσης παραδέχθηκε ότι υπήρχαν κάποια προσωπικά αντικείμενα, τα οποία ανήκαν στον πατέρα των Εναγόντων, όπως ένα φωτογραφικό άλμπουμ, το ρολόι του παππού τους και τα ρούχα του αποβιώσαντα. Όμως, οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν οτιδήποτε, ούτε καν μέρος της τέφρας του, το οποίο η ίδια είχε φυλάξει για να τους παραδώσει. Δήλωσε έτοιμη να τους παραδώσει όλα τα προσωπικά αντικείμενα του αποβιώσαντα. Κατέληξε, ότι η ίδια δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτα από τα παιδιά του αποβιώσαντα και ότι όλες οι διαδικασίες είχαν γίνει μέσω του Δικαστηρίου. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Χαράλαμπος Πετρίδης, Μ.Υ.2, εκτιμητής από το
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κατέχει δίπλωμα στον κλάδο της εκτίμησης καθώς και μεταπτυχιακό και είναι εγκεκριμένο μέλος του ΕΤΕΚ. Είχε διενεργήσει επιθεώρηση του ακινήτου και είχε καταλήξει ότι η αξία του ακινήτου ανέρχετο στις €130.000- το όλο μερίδιο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 46, την εκτίμηση. Εξήγησε ότι είχε χρησιμοποιήσει τις συγκριτικές πωλήσεις από το ίδιο το κτίριο και είχε επίσης λάβει υπόψη του την πτωτική πορεία των ακινήτων μετά το 2008 και μέχρι την ημερομηνία της εκτίμησης, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη του τον δείκτη τιμών. Είχε υιοθετηθεί μια μείωση της τάξεως του 15% από την ημερομηνία αγοράς του ακινήτου μέχρι και την ημερομηνία της εκτίμησης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στη σελίδα 8 της Έκθεσής του υπήρχε κάποιο λάθος και θα έπρεπε το ποσό να είναι €58.500-, και όχι €55.000-, αφού αφαιρείται ένα ποσό της τάξεως του 10% λόγω του ότι υπάρχουν δύο συνιδιοκτήτες και δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας για το μισό μερίδιο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 47, τον δείκτη τιμών του RCIS, ο οποίος δείκτης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε καταδείξει ότι υπήρχε μια μείωση της τάξεως του 7% στην τιμή πώλησης διαμερισμάτων. Ο ίδιος είχε υιοθετήσει μια μείωση της τάξεως του 15%, επειδή δεν μπορούσαν να ληφθούν οποιαδήποτε στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2009, λόγω του ότι η κατάρτιση του δείκτη είχε ξεκινήσει το
  3. Κατέληξε, ότι εάν η αρχική αξία μειωθεί κατά 15% το αποτέλεσμα θα είναι η αξία ανά τετραγωνικό μέτρο του συγκεκριμένου διαμερίσματος να ανέρχεται στο ποσό των €1.390- το τετραγωνικό μέτρο. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ως εκτιμητές, από την στιγμή που υπάρχουν πωλήσεις στο ίδιο κτίριο, θεωρούν ότι είναι το καλύτερο συγκριτικό. Εξήγησε, ότι προτιμάται η συγκριτική μέθοδος κατά την κατάρτιση των εκτιμήσεων γιατί λαμβάνει υπόψη τα ακίνητα από το ίδιο κτιριακό συγκρότημα. Ερωτηθείς επέμενε ότι είχε μειωθεί η υποκειμενικότητα με την μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε αφού μπορούσαν να συγκριθούν πωλήσεις επί του ιδίου κτιρίου. Εξήγησε ότι οι καλυμμένες βεράντες, σύμφωνα με την κοινή πρακτική, προσμετρούνται ως το 1/5 του εμβαδού. Επίσης εξήγησε ότι τα διαμερίσματα δεν εκτιμούνται με τον ίδιο τρόπο όπως οι κατοικίες. Ερωτηθείς γιατί είχε καθορίσει τη μείωση της τιμής στο 10%, εξήγησε ότι είναι κοινά αποδεκτό στην περίπτωση που υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι ενός προσώπου η αξία να διαφέρει από το αν υπάρχουν συνιδιοκτήτες σε μια ιδιοκτησία. Ο λόγος είναι γιατί θα χρειαστεί συμφωνία για την πώληση του ακινήτου στην περίπτωση που είναι κοινόκτητο από περισσότερο από ένα άτομο. Τελευταία έδωσε μαρτυρία η κα Carter, Εναγόμενη 2, Μ.Υ.3, δικηγόρος στο επάγγελμα και εγγεγραμμένη στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Ασχολείται με το δικηγορικό επάγγελμα εδώ και εικοσιένα
(21)χρόνια και ιδιαίτερα με την επικύρωση διαθηκών και διαχειρίσεων στην Αγγλία. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, μετά τον θάνατο του συζύγου της Elena Nicolaeva, η Elena την είχε επισκεφθεί και της είχε δώσει οδηγίες όπως ξεκινήσει τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Πρώτα απ' όλα είχε ελέγξει όλα τα έγγραφα και ακολούθως είχε αποφασίσει με ποιον τρόπο θα προσέγγιζε τη συγκεκριμένη διαχείριση. Λόγω των πληροφοριών που τις είχαν δοθεί από την κα Nicolaeva, η ίδια είχε αντιληφθεί ότι ο αποβιώσαντας είχε μόνιμη παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, γι' αυτό και είχε ασχοληθεί με την επικύρωση της διαχείρισης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο
  1. Υποστήριξε ότι ο κ. Barclay ζούσε στην Κύπρο, αλλά δεν θεωρείτο η Κύπρος ως χώρα μόνιμης διαμονής του γιατί είχε γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και διατηρούσε εκεί περιουσιακά στοιχεία. Για ν' αλλάξει η χώρα καταγωγής του ο ίδιος έπρεπε να έχει την επιθυμία και την πρόθεση να παραμείνει για πάντα στην Κύπρο, κάτι που δεν υπήρχε. Με αναφορά στο Τεκμήριο 23, υποστήριξε ότι η ίδια είχε ορκιστεί ότι ο αποβιώσαντας είχε την μόνιμη διαμονή του στην Αγγλία. Όσον αφορά την αίτηση για επανασφράγιση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, το διάταγμα διαχείρισης το οποίο είχε εκδοθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε να καταχωριστεί για να ληφθεί διάταγμα επανασφράγισης έτσι ώστε να γίνει διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντα και στην Κύπρο. Η ίδια είχε ετοιμάσει το Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τη δική της άποψη, επειδή ο αποβιώσαντας είχε τη μόνιμη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με την κίνητη περιουσία του εφαρμόζονταν οι κανονισμοί του Ηνωμένου Βασιλείου. Αναγνώρισε, όμως, ότι λόγω του ότι δεν είχε αφήσει διαθήκη, ο αποβιώσαντας, η διανομή της ακίνητής του περιουσίας διέπετο από το Κυπριακό Δίκαιο. Είχε συμβουλέψει την σύζυγο του αποβιώσαντα σε σχέση με την κίνητη περιουσία, της οποίας η αξία ανερχόταν στις €125.000-, να μεταβιβαστεί επ' ονόματί της και η οποιαδήποτε αξία του μισού μεριδίου του αποβιώσαντα θα μοιραζόταν μεταξύ της ίδιας και των παιδιών της. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε απευθείας επικοινωνία με την πρώην σύζυγο του αποβιώσαντα και τα τρία παιδιά του. Είχε λάβει ένα τηλεφώνημα και ένα γράμμα από το γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου 3 και είχε επίσης μιλήσει και με έναν από τους δικηγόρους του στο τηλέφωνο και είχε συμφωνηθεί να τους διαβιβάσει όλα τα έγγραφα που η ίδια είχε στην κατοχή της. Μετά την λήψη των συγκεκριμένων εγγράφων, από τους δικηγόρους των Εναγόντων, για κάποιο λόγο πίστευαν ότι υπήρχαν πολλά λεφτά στην περιουσία. Η ίδια είχε συμβουλευτεί τον Πρωτοκολλητή και είχε ζητήσει συνάντηση στην παρουσία των δικηγόρων των Εναγόντων, πλην όμως οι ίδιοι δεν είχαν παρευρεθεί σε καθορισθείσα συνάντηση. Υποστήριξε ότι, λαμβανομένης υπόψη της αξίας του μισού μεριδίου της ακίνητης περιουσίας, εάν το συγκεκριμένο μερίδιο έπρεπε να πωληθεί, τότε η αξία θα ήταν αρνητική γιατί κατά τον συγκεκριμένο χρόνο η εκτίμηση του μεριδίου ανερχόταν στις €65.000-. Κατέληξε ότι η ίδια είχε πληρωθεί από την κα Nicolaeva και δεν είχε συμπεριλάβει το συγκεκριμένο ποσό στους τελικούς λογαριασμούς. Αντεξεταζόμενη η Μ.Υ.3 υποστήριξε ότι μιλά την ελληνική γλώσσα. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι είχε ετοιμάσει την αίτηση επανασφράγισης με τη βοήθεια συναδέλφων της που ασκούν το επάγγελμα στην Κύπρο. Υποστήριξε εμφαντικά ότι γνώριζε αρκετά ελληνικά για να διαπιστώσει κατά πόσο αυτά που είχαν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα ήταν σωστά. Παραδέχθηκε ότι ήταν σε γνώση της ότι ο αποβιώσαντας είχε τέκνα γι' αυτό και είχε ετοιμάσει τα έγγραφα αποποίησης. Όμως, οι συγκεκριμένες αποποιήσεις δεν είχαν επιστραφεί στην ίδια και δεν είχε οποιαδήποτε άλλη αλληλογραφία με τους Ενάγοντες. Ερωτηθείσα επίσης παραδέχθηκε ότι υπήρχε αλληλογραφία μεταξύ της και του δικηγορικού γραφείου του κ. Κυριακίδη. Υποστήριξε, όμως, ότι τα παιδιά του αποβιώσαντα δεν είχαν συμφέρον στην κληρονομιά λόγω του ότι δικαιούντο μερίδιο μόνο σε ακίνητη περιουσία του και δεν υπήρχε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία για να ληφθεί συμφέρον. Οι Ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους, ήταν ο ισχυρισμός της, όλα τα έγγραφα τα οποία από μόνα τους καταδείκνυαν ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 7, επέμενε στη θέση της ότι ο αποβιώσαντας είχε τη μόνιμη κατοικία του στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω του ότι είχε γεννηθεί στην Αγγλία, οπόταν το σημείο καταγωγής του κατά τον Νόμο ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο. Εξήγησε, ότι για να θεωρηθεί ο αποβιώσαντας ότι είχε απολέσει την κατοικία καταγωγής του έπρεπε η κατοικία επιλογής του, domicile of choice, να είναι στην Κύπρο. Για να προβεί σε αυτή την επιλογή υπήρχαν δύο προϋποθέσεις, είτε να είχε επιλέξει ως χώρα μόνιμης παραμονής του την Κύπρο, πράγμα το οποίο είχε κάνει, και να υπήρχε παράλληλα δική του πρόθεση να μην επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Αυτό το κριτήριο ο αποβιώσαντας δεν το πληρούσε. Υποστήριξε τη θέση της με αναφορά στο γεγονός ότι είχε περιουσιακά στοιχεία στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι περνούσε αρκετό χρόνο στην Αγγλία για τις γιορτές των Χριστουγέννων. Ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσαντας είχε συζητήσει με την σύζυγό του, την Εναγομένη 1, το ενδεχόμενο να ζήσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο και πάντοτε της έλεγε ότι ήθελε να αποτεφρωθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο αποβιώσαντας επιθυμούσε ν' αλλάξει το domicile του. Παραδέχθηκε ότι από το 1994 μέχρι το 2008 ο αποβιώσαντας διέμενε στην Ορόκλινη. Όμως, επέμενε ότι δεν διέμενε μόνιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα στο Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να υποβληθούν φόρμες στο Φόρο Εισοδήματος. Εξ ου και στις συγκεκριμένες φόρμες είχε καταγραφεί ότι είχε γεννηθεί και είχε πεθάνει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε αποκρύψει από τα παιδιά του λεπτομέρειες σε σχέση με την περιουσία του και ισχυρίστηκε ότι όλα όσα γνώριζε είχαν περιληφθεί στα έγγραφα. Παραδέχθηκε, όμως, παράλληλα ότι δεν είχε συμπεριληφθεί η κινητή περιουσία του αποβιώσαντα στην αίτηση επανασφράγισης γιατί αυτή διέπετο από τον αγγλικό νόμο. Εξήγησε ότι στην αγγλική αίτηση διαχείρισης που καταχωρίστηκε είχαν καταγραφεί τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία ήταν στο όνομα του αποβιώσαντα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με αναφορά στο Τεκμήριο 17, ανέφερε ότι σε αυτό καταγράφεται τόσο η ακίνητη, αλλά και η κινητή περιουσία. Η ακίνητη περιουσία στην Κύπρο δεν διέπεται από τον αγγλικό νόμο και παραδέχθηκε ότι σε σχέση με την ακίνητη περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία, αυτή διέπετο από τον κυπριακό νόμο και ότι έπρεπε να καταγραφεί τόσο η ακίνητη καθώς και η κινητή περιουσία. Όταν της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 40 μέχρι 44, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δει τα συγκεκριμένα έγγραφα πριν ετοιμαστεί η αίτηση για επανασφράγιση γιατί είχαν μεταγενέστερη ημερομηνία. Σε σχέση με το Τεκμήριο 39, ήταν ο ισχυρισμός της ότι δεν το είχε δει μέχρι και την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν της υποβλήθηκε ότι από τα Τεκμήρια 7 και 15 προκύπτει διαφορετική εικόνα από αυτήν που η ίδια είχε παρουσιάσει κατά τον χρόνο της επανασφράγισης, η ίδια διαφώνησε και υποστήριξε ότι η ένορκη δήλωση με την οποία είχε ολοκληρωθεί η επανασφράγιση δεν θα συμπεριλάμβανε οποιαδήποτε γραμμάτια γιατί αυτά βρίσκονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ανέφερε ότι το Τεκμήριο 7 συνιστούσε μια απλή κατάσταση που έδειχνε τα περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα. Όταν ερωτήθηκε πώς είχε καταλήξει στους αριθμούς που η ίδια είχε καταγράψει στο Τεκμήριο 15, ήταν η θέση της ότι είχε υπολογίσει την κινητή περιουσία στην Κύπρο, είχε αφαιρέσει τα έξοδα ταφής και για την ακίνητη περιουσία είχε αφαιρέσει το μισό μερίδιο κατά τον χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντα. Υποστήριξε ότι δεν είχαν συμπεριληφθεί αρχικά όλα τα κόστη γιατί ο ισολογισμός θα ήταν αρνητικός. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι οι συγκεκριμένες €38.000- αφορούσαν ένα υπολογισμό στον οποίο είχαν ληφθεί υπόψη τα έξοδα καθώς και το μισό μερίδιο του ποσού της αγοράς που είχε πληρωθεί από την Εναγομένη 1 και για το οποίο υπήρχε συμφωνία μεταξύ της και του αποβιώσαντα ότι θα της το αποπλήρωνε. Υποστήριξε ότι η Εναγομένη 1 είχε πωλήσει το δικό της διαμέρισμα και είχε χρησιμοποιήσει δικά της λεφτά για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος στην Ορόκλινη. Παραδέχθηκε ότι είχε ανεπίσημη εκτίμηση που αφορούσε την αξία ολόκληρου του μεριδίου και καθοριζόταν στις €130.000-. Η ίδια είχε διαιρέσει το ποσό δια δύο, χωρίς να λάβει υπόψη οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, δηλαδή ότι υπήρχαν δύο συνιδιοκτήτες. Όσον αφορά το αυτοκίνητο, ήταν ο ισχυρισμός της ότι η ίδια μαζί με την Εναγομένη 1 είχαν καθορίσει την αξία του και δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση σε σχέση με την πώλησή του, ούτε και της είχε προσκομίσει η Εναγομένη 1 οποιαδήποτε απόδειξη παραλαβής χρημάτων ή απόδειξη πληρωμής εξόδων σε σχέση με την κηδεία του αποβιώσαντα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 3, παραδέχθηκε ότι πριν μεταβιβαστούν τα περιουσιακά στοιχεία ενός αποβιώσαντα είναι πρακτική όπως ενημερωθούν οι συγγενείς του. Όμως, σε σχέση με την επανασφράγιση, οι οδηγίες λαμβάνονταν από την διαχειρίστρια και δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναγκαιότητα λήψης συγκατάθεσης. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε ενημερώσει την Εναγομένη 1 για την αλληλογραφία μεταξύ της και των δικηγόρων των Εναγόντων, ισχυρίστηκε ότι μόλις υπήρξε επικοινωνία των Εναγόντων μαζί της, μέσω του δικηγόρου τους, η ίδια είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς την Εναγομένη 1 και παράλληλα είχε ενημερώσει και τον δικηγόρο των Εναγόντων ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε περιουσία προς διαχείριση. Λόγω του ότι η θέση της αυτή είχε αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες, η ίδια είχε επισκεφθεί τον Πρωτοκολλητή για να βοηθήσει, πλην όμως, όταν καθορίστηκε συνάντηση με τον δικηγόρο των Εναγόντων, αυτός δεν εμφανίστηκε. Ερωτηθείσα δεν γνώριζε κατά πόσο η Εναγομένη 1 λαμβάνει την σύνταξη χηρείας του αποβιώσαντα. Παραδέχθηκε επίσης ότι ποτέ δεν είχε καλέσει τους Ενάγοντες να καταβάλουν το μέρος των χρεών που αναλογούσε στον αποβιώσαντα γιατί, κατά την άποψή της, δεν μπορείς να κληρονομήσεις χρέη. Υποστήριξε εμφαντικά ότι είχε λάβει υπόψη το κληρονομικό μερίδιο των Εναγόντων και ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε περιουσία προς διανομή. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και των δυο πλευρών και οι δυο πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θ' αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και, σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Για το θέμα της αξιοπιστίας, η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσειση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μάρσαλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, στην οποία καταγράφηκε ότι κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο διάδικος, που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι, (is more probable than not). Αν απέτυχε ν' αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω κι αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Ο Ενάγοντας 3, Iain Barcley, Μ.Ε.1, άφησε το Δικαστήριο με τις καλύτερες εντυπώσεις. Σταθερός στις θέσεις του τόσο κατά την κυρίως εξέταση καθώς και κατά την αντεξέταση. Τα όσα ανέφερε, εν πάση περιπτώσει, υποστηρίχτηκαν, τόσο σε σχέση με την χρονική εξέλιξη των γεγονότων καθώς και γι' αυτά τούτα τα ίδια τα γεγονότα, από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του ότι ο πατέρας του, αποβιώσαντας William Kennedy Barclay, ήθελε να μείνει μόνιμα στην Κύπρο υποστηρίχθηκε και από την Εναγομένη 1 κατά την κυρίως εξέτασή της με την θέση της ν' αλλάζει κατά το δοκούν. Επίσης η θέση του ότι ποτέ δεν είχαν ενημερωθεί, τόσο ο ίδιος καθώς και οι αδελφές του, Ενάγουσες 1 και 2, για τον διορισμό της Εναγομένης 1, στις 07/08/2009, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους πριν τις 15/11/2009 αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 19(Α) και τις επιστολές της Εναγόμενης 2 προς αυτούς, Τεκμήρια 3 και 3Α, δηλαδή τρεις
(3)με έξι
(6)μήνες μετά, οι οποίες επιστολές προφανώς ήταν το αποτέλεσμα της αλληλογραφίας του δικηγόρου των Εναγόντων με τους δικηγόρους που ενεργούσαν για την Εναγομένη 2 στην Αγγλία, Τεκμήριο
  1. Η θέση του ότι κάποιος κοινός φίλος του πατέρα του και της Εναγόμενης 1 είχε επικοινωνήσει μαζί του, σε σχέση με την αποποίηση του κληρονομικού μεριδίου, ενισχύεται από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος που η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε αποστείλει στην Ενάγουσα 2, Τεκμήριο 19(Α). Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για ελλειπή ή και ανακριβή ενημέρωση των Εναγόντων σε σχέση με την αξία της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους και πάλιν οι ισχυρισμοί του υποστηρίζονται από τις επιστολές της Εναγομένης 2, Τεκμήρια 3, 3Α και
  2. Η θέση του ότι είχε ζητηθεί, από τους Ενάγοντες, ν' αποποιηθούν το κληρονομικό τους μερίδιο, από την Εναγόμενη 2, ενισχύεται από το περιεχόμενο των επιστολών Τεκμήρια 3 και 3Α, στα οποία γίνεται αναφορά σε φόρμα συγκατάθεσης για παραχώρηση του κληρονομικού μεριδίου καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, που αφορά απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγομένης 2 στους δικηγόρους των Εναγόντων, στο οποίο επίσης είχε επισυναφθεί και φόρμα συγκατάθεσης για μεταβίβαση του μεριδίου του αποβιώσαντα επ' ονόματι της Εναγομένης
  3. Χωρίς υπερβολή, ο Ενάγοντας 3, κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του, στοιχειοθέτησε όλες τις θέσεις του με τεκμήρια. Σημειώνεται, ότι η θέση του ότι η Εναγόμενη 1 είχε δηλώσει ότι ήταν η μοναδική κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντα στοιχειοθετείται και από τα έγγραφα που είχαν καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην αίτηση για επανασφράγιση, Τεκμήριο
  4. Επίσης, η θέση του ότι η Εναγόμενη 2 είχε αφήσει τους Ενάγοντες στο σκοτάδι σε σχέση με την αξία της κινητής και της ακίνητης περιουσίας του πατέρα τους στην Κύπρο, αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο των επιστολών της Τεκμήρια 3 και 3Α, στα οποία γίνεται αναφορά σε αρνητική αξία. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε για την ύπαρξή των κληρονόμων, αλλά προσπάθησε να τους παραγνωρίσει για να βοηθήσει την Εναγόμενη
  5. Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των Εναγόμενων 1 και 2, οι οποίες ανέφεραν ότι γνώριζαν και απλά επικαλέστηκαν, η μεν Εναγόμενη 1, ότι είχε καταβάλει την προκαταβολή, η δε Εναγόμενη 2 ότι θεωρούσε ότι επειδή η αξία της περιουσίας ήταν κάτω από £200.000- κληρονομείτο από την σύζυγο του αποβιώσαντα χωρίς τα παιδιά του να δικαιούνται σε κληρονομικό μερίδιο. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί είχε αποστείλει στους Ενάγοντες έντυπα αποποίησης του κληρονομικού μεριδίου; Και στην αντεξέταση οι θέσεις του ήταν σταθερές και με πλήρη ειλικρίνεια ανέφερε ότι γνώριζε, σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα του, από αυτά που του είχαν λεχθεί από την Εναγομένη
  6. Δεν αρνήθηκε την υποβολή ότι είχαν ανταλλαγεί κάποια ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των αδελφών του και της Εναγόμενης 1, τα οποία όμως δεν ήταν σε φιλικό τόνο. Δεν έχω λόγο ν' απορρίψω την μαρτυρία του ιδιαίτερα λόγω και των εναλλαγών στις θέσεις που είχαν προβληθεί από τις Εναγόμενες 1 και 2 και στις οποίες θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Όσον αφορά την μαρτυρία του κ. Αντωνίου, Μ.Ε.2, υπάλληλου της Ελληνικής Τράπεζας, η μαρτυρία του ήταν τυπική και το ίδιο μπορεί να λεχθεί για την μαρτυρία της κας Αγγέλας Αριστοτέλους, Μ.Ε.6, Γραμματειακού Λειτουργού στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 1 είχε εισπράξει από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντα, κ. William Barcley, το ποσό των £3.703,29 (Stg) και €678.73-. Ερχόμενη στην μαρτυρία της κας Τσιάππα, Μ.Ε.3 και του κ. Δεσπότη, Μ.Ε.7, οι οποίοι υπηρετούσαν ως Πρωτοκολλητές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η οποία αφορούσε την διαδικασία επανασφράγισης, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι δεν ήταν πολύ διαφωτιστική αφού και οι δύο είχαν αρκεστεί στα όσα τους είχε προμηθεύσει η Εναγόμενη 2 δια μέσου της αιτήσεως, η οποία συνοδευόταν και από ένορκες δηλώσεις και σχετικούς λογαριασμούς. Λόγω του ότι, όπως εξήγησαν, σε διαδικασία επανασφράγισης δεν ελέγχεται κατά πόσο υπάρχουν οποιοιδήποτε άλλοι κληρονόμοι, οι ίδιοι δεν είχαν προβεί σε οποιοδήποτε έλεγχο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κ. Δεσπότης, Μ.Ε.7, δεν είχε υποστηρίξει την θέση της Εναγόμενης 2 ότι είχε συγκληθεί συνάντηση με τους δικηγόρους των Εναγόντων στο γραφείο του και ότι ήταν με δικές του συμβουλές που ενεργούσε η Εναγόμενη
  7. Ερχόμενη στην μαρτυρία της κας Βασιλικής Πάλμα, Μ.Ε.5, η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, το σημαντικό στοιχείο ήταν ότι το 2008 το ακίνητο είχε αγοραστεί από κοινού από τον αποβιώσαντα και την Εναγόμενη 1 για το ποσό των €153.774- και η εκτίμησή του είχε παραμείνει η ίδια κατά τον χρόνο μεταβίβασής του. Το συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί, ½ μερίδιο στον κάθε ένα από τους αγοραστές και είχε υποθηκευτεί για το ποσό των €128.000-. Αξιοσημείωτο στην μαρτυρία της ήταν το γεγονός ότι το Κτηματολόγιο δεν απαιτεί την αποποίηση του κληρονομικού μεριδίου από την στιγμή που υπάρχει διάταγμα διαχείρισης. Προφανώς αυτό το αγνοούσε η Εναγόμενη 2 ή ήθελε να δεσμεύσει τους Ενάγοντες με την υπογραφή των εγγράφων αποποίησης του κληρονομικού μεριδίου. Σε σχέση με την αξία του συγκεκριμένου ακινήτου, μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Α. Λοΐζου, Μ.Ε.8, εκτιμητή στο επάγγελμα και διευθυντή της εταιρείας Αντώνης Λοΐζου & Συνεργάτες. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους, σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ.216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θ' αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία, αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων, αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν την γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε διενεργήσει επιτόπια επίσκεψη και είχε καταρτίσει σχετική Έκθεση, Τεκμήριο
  1. Υποστήριξε, χωρίς στην ουσία ν' αντικρουστεί, ότι το 2010 η αγοραία αξία του συγκεκριμένου ακινήτου ανερχόταν στις €145.000-. Είχε εξηγήσει με πολύ ευκρίνεια πως είχε καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα και με ειλικρίνεια ανέφερε υπήρξε μια σημαντική πτώση στις τιμές των ακινήτων το
  2. Δεν αντικρούστηκαν οι ισχυρισμοί του που αφορούσαν την αξία του όλου μεριδίου του ακινήτου το 2010 και το γεγονός ότι η αξία δεν επηρεαζόταν λόγω του ότι υπήρχε συνιδιοκτησία στην περιουσία. Δεν έχω λόγο ν' απορρίψω την μαρτυρία του, η οποία ήταν κατατοπιστική και ειλικρινής. Η κα Κίκα Μονογιού, Μ.Ε.9, έδωσε μαρτυρία ανεξάρτητη σε σχέση με τον χρόνο παραμονής του αποβιώσαντα στην Κύπρο και τον χώρο παραμονής του. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο αφού δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης και δεν φαινόταν να γνώριζε τους Ενάγοντες. Δεν είχε δει τον αποβιώσαντα για κάποια χρόνια, αλλά γι' αυτό που ήταν σίγουρη ήταν ότι για δώδεκα
(12)χρόνια ενοικίαζε από την ίδια το διαμέρισμά της στην Ορόκλινη και κατά την διάρκεια του χρόνου πήγαινε διακοπές τρεις
(3)φορές μόνο για μικρά χρονικά διαστήματα. Σε σχέση με το όχημα του αποβιώσαντα μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Κούτσακο, Μ.Ε.11, πωλητή στην εταιρεία DEMSTAR AUTOMOTIVE LTD, πρώην αντιπροσωπεία της εταιρείας Peugeot, και ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε δώσει αναντίλεκτη μαρτυρία ότι το αυτοκίνητο του αποβιώσαντα είχε πωληθεί για €1.500-, τα οποία είχαν παραδοθεί στην Εναγόμενη 1. Η συγκεκριμένη μαρτυρία υποστηρίχθηκε και από την μαρτυρία του κ. Ventislan Ilaski, Μ.Ε.10, ο οποίος ήταν ο αγοραστής του αυτοκινήτου και κατέθεσε ότι το είχε αγοράσει για €1.500-. Ερχόμενη στη μαρτυρία της Εναγόμενης 1, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν αντιφατική. Η συγκεκριμένη διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει από τ' ακόλουθα δεδομένα: Στην κυρίως εξέτασή της είχε αναφέρει ότι ο αποβιώσαντας είχε αποφασίσει να μείνει στην Κύπρο μόνιμα και γι' αυτό δεν είχε ακολουθήσει την πρώην σύζυγό του, το 1998, στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η ίδια με τον αποβιώσαντα είχαν αποφασίσει να μείνουν για πάντα στην Κύπρο. Στην αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι δεν τον είχε ακούσει ποτέ να εκφράζει επιθυμία να μείνει μόνιμα στην Κύπρο, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν της είχε αναφέρει ποτέ ότι ήθελε να πάει πίσω στην Αγγλία. Στην κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσαντας επισκεπτόταν το Ηνωμένο Βασίλειο για να δει τα παιδιά του, καταρρίπτοντας την θέση της ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε καλές σχέσεις με τα παιδιά του, ενώ κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι μετέβαινε για να επισκεφτεί τον αδελφό του και ότι δεν υπήρχε σχέση αγάπης με τα παιδιά του, σε μια προσπάθειά της ν' αφήσει το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε καλές σχέσεις με τα παιδιά του. Προφανώς είχε λησμονήσει ότι είχε προηγουμένως αναφέρει ότι ο αποβιώσαντας περνούσε τις γιορτές των Χριστουγέννων και τα γενέθλιά του με τα παιδιά του και ότι τους είχε αφήσει όλη του την περιουσία στην Αγγλία. Όσον αφορά το οικονομικό κομμάτι της αγοράς της κατοικίας, αρχικά ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε παραχωρήσει την προκαταβολή για το διαμέρισμα που είχαν αγοράσει από κοινού γιατί ο αποβιώσαντας δεν είχε λεφτά, γιατί την περιουσία του στο Λονδίνο την είχε αφήσει στα παιδιά του και ότι της είχε υποσχεθεί ότι θα της αποπλήρωνε το χρέος. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα αν δεν είχε λεφτά πώς θα της αποπλήρωνε το κατ' ισχυρισμό χρέος, καθώς επίσης πώς θα πλήρωνε για την δόση του δανείου, το οποίο ήταν επ' ονόματι και των δυο; Στη συνέχεια, όμως, κατά την αντεξέταση άλλαξε θέση και υποστήριξε ότι είχε αρκετά λεφτά ο αποβιώσαντας και ότι δεν γνώριζε τί ποσό συνεισέφερε στον κοινό τους λογαριασμό. Επίσης, αρχικά παραδέχθηκε ότι οι δόσεις καταβάλλονταν από τον κοινό τους λογαριασμό, στον οποίο και οι δυο κατέθεταν λεφτά, από τον οποίο λογαριασμό είχε συνεχίσει να πληρώνει τις δόσεις ακόμη και μετά τον θάνατο του συζύγου της. Ακολούθως, άλλαξε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό στη συνέχεια για ν' αναφέρει ότι είχαν καταθέσει και οι δυο λεφτά στον συγκεκριμένο λογαριασμό για δυο
(2)μήνες. Χαρακτηριστική της σύγχυσης που επικρατούσε στο μυαλό της ήταν η απάντησή της: «Βάζαμε και οι δυο λεφτά στον λογαριασμό τον κοινό. Δεν μπορώ να σας πω πόσα έβαζε ο καθένας. Όμως βάλαμε αρκετό ποσό για να μπορούμε να πληρώνουμε το δάνειο». Ενώ παραδέχθηκε ότι λαμβάνει την σύνταξη του αποβιώσαντα από την Αγγλία, η οποία μεταφέρεται απευθείας στον λογαριασμό της, ισχυρίστηκε ότι η ίδια πληρώνει το δάνειο του διαμερίσματος, το οποίο είναι εγγεγραμμένο πλέον στο όνομά της. Με τις αντιφατικές θέσεις της η μαρτυρία της, της Εναγόμενης 1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της καταβολής των εξόδων της κηδείας του αποβιώσαντα. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του συζύγου της σκόπευε να τα καλύψει όλα τα έξοδα της κηδείας αλλά η ίδια του είχε αποστείλει €900-, μια θέση που τελικά δεν αποδείχθηκε. Να σημειωθεί ότι αρχικά είχε ισχυριστεί ότι όλοι οι συγγενείς είχαν συνεισφέρει στην κηδεία του αποβιώσαντα, πλην των παιδιών του. Προφανώς το είχε λησμονήσει γι' αυτό και έκαμε αναφορά στην συνεισφορά της στον αδελφό του αποβιώσαντα σε σχέση με τα έξοδα της κηδείας. Επίσης, η θέση της ότι τα παιδιά του αποβιώσαντα δεν είχαν ζητήσει ποτέ τα προσωπικά του αντικείμενα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από το ηλεκτρονικό μήνυμα της Ενάγουσας 2 ημερομηνίας 16/11/2009, Τεκμήριο 19(Α). Εκεί όπου δυσκολευόταν ν' απαντήσει ή σε ερωτήσεις που δεν ήθελε να απαντήσει παρέπεμπε στην Εναγόμενη 2, η οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, γνώριζε τα πάντα και η ίδια απλά και μόνο ακολουθούσε τις οδηγίες της. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε υποχρέωση να πράξει τα δέοντα σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα στην Αγγλία, προφανώς λησμονώντας ότι είχε αναφέρει ότι ο αποβιώσαντας είχε αποποιηθεί της περιουσίας του στην Αγγλία αφήνοντας την στην πρώην σύζυγό του και τα παιδιά του. Ήταν η θέση της ότι τα παιδιά του αποβιώσαντα δεν της είχαν εμπιστοσύνη και ότι δεν είχαν απαντήσει ποτέ στις επιστολές της κας Carter. Η συγκεκριμένη θέση καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19(Α) από το οποίο αποκαλύπτεται ότι η ίδια είχε αποστείλει, στις 15/11/09, απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα στην Εναγόμενη 2, του οποίου ο τόνος ήταν επιθετικός και εχθρικός. Επίσης, αποκαλύπτεται από το ίδιο τεκμήριο ότι οι Ενάγοντες ενδιαφέρονταν για το τί γινόταν στην Κύπρο, αλλά και στην Αγγλία, σε σχέση με την περιουσία του πατέρα τους και ότι μέχρι και τις 22/10/2009 δεν τους είχε αποσταλεί οποιοδήποτε έγγραφο από την δικηγόρο της Εναγομένης
  1. Οπόταν, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν είχαν απαντήσει, οι Ενάγοντες, στις εκκλήσεις της κας Carter. Η κα Carter είχε αποστείλει στις Ενάγουσες 1 και 2 τις επιστολές, Τεκμήρια 3 και 3Α, μετά που είχε αναλάβει την υπόθεση το δικηγορικό γραφείο Κυριακίδη και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί και από τις ημερομηνίες. Υποστήριξε ότι η ίδια είχε δώσει τις διευθύνσεις των τριών τέκνων του αποβιώσαντα στην Εναγομένη 2 αλλά δεν γνώριζε τι είχε πράξει. Η θέση της αντιβαίνει τη λογική, αφού η ίδια ως διαχειρίστρια είχε υπογράψει τα διάφορα έγγραφα στα οποία δήλωνε τον εαυτό της ως μοναδική κληρονόμο του αποβιώσαντα, Τεκμήριο
  2. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι η επιστολή, ημερομηνίας 26/01/2010, που είχε σταλεί στον δικηγόρο των Εναγόντων, Τεκμήριο 7, παρουσίαζε διαφορετική εικόνα σε σχέση με την αξία της κινητής και της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα από αυτήν που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την υποβολή της αίτησης επανασφράγισης, Τεκμήριο
  3. Στο Δικαστήριο είχε υποβληθεί, στις 02/11/2009, ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας ανερχόταν στις €7.194- και της κινητής στις €1.428-. Στο Τεκμήριο 17, το οποίο είχε καταχωριστεί μεταγενέστερα και μετά από τις παραστάσεις του δικηγόρου των Εναγόντων η αξία του μεριδίου της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα είχε καταγραφεί ως €65,000-. Γι' αυτή την διαφοροποίηση δεν είχε κάποια εξήγηση. Δεν μπορούσε επίσης να εξηγήσει την αφαίρεση του ποσού των €38.000- ως χρέος από την περιουσία του αποβιώσαντα και προέβαινε σε υποθέσεις. Ούτε και το ποσό των £2.872- που αφορούσε την κηδεία δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί είχε χρεωθεί στο Τεκμήριο 17, παράγραφος (c), αφού είχε πληρωθεί από τον αδελφό του αποβιώσαντα. Υποστήριξε ότι όλες οι ερωτήσεις σε σχέση με τα οικονομικά και την καταγραφή τους θα έπρεπε ν' απευθυνθούν στην Εναγόμενη 2 γιατί η ίδια δεν γνώριζε. Επέμενε στην θέση της ότι η δικηγόρος της της είχε αναφέρει ότι της ανήκαν όλα, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν τα παιδιά του αποβιώσαντα. Έχοντας κατά νου το μέγεθος των αντιφάσεων στη μαρτυρία της Εναγόμενης 1, από τις οποίες πολλές έχουν καταγραφεί πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της γιατί ήταν συμφεροντολογική και δεν αποσκοπούσε στην υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, σε κάποια σημεία διαφοροποιείτο από την μαρτυρία της Εναγομένης
  4. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως ακροσφαλής και ν' απορριφθεί. Μαρτυρία δόθηκε από τον εκτιμητή κ. Πετρίδη, Μ.Υ.
  5. Η μαρτυρία του θα κριθεί με τα ίδια δεδομένα όπως αυτή του κ. Λοΐζου, Μ.Ε.
  6. Είχε καταλήξει, μετά από επιθεώρηση του ακινήτου, ότι η αξία του ανερχόταν στις €131.000- το όλο μερίδιο. Διαπιστώνεται, όμως, ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είχε χρησιμοποιήσει συγκριτικά στοιχεία για τα έτη 2009 και
  7. Όσον αφορά δε την πώληση το 2011, παρόμοιου διαμερίσματος, η αξία του είχε δηλωθεί στο ποσό των €146.000-, το όλο μερίδιο. Δεν υποστήριξε με οποιαδήποτε επιχειρήματα την θέση του ότι η αξία του διαμερίσματος μειώνεται κατά 10% γιατί κατέχεται εξ ημισείας. Έχοντας κατά νου τα συγκεκριμένα στοιχεία και την υποκειμενικότητα των εκτιμήσεων, θεωρώ ότι η εκτίμηση του είχε γίνει με σκοπό να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 και γι' αυτό θα βασιστεί το Δικαστήριο στην εκτίμηση του κ. Λοΐζου, Μ.Ε.
  8. Ούτε και η Εναγόμενη 2, Marion Carter, Μ.Υ.3, δεν ήταν σταθερή στην μαρτυρία της. Ορκίστηκε ψευδώς, στο Τεκμήριο 23, ότι ο αποβιώσαντας είχε την μόνιμη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο και αυτό αποκαλύπτει τις προθέσεις της. Δεν έπεισε γιατί φαινόταν να γνωρίζει πολύ καλά τα νομικά περί της διαμονής της επιλογής ενός προσώπου, αλλά αρνείτο προφανώς να τα εφαρμόσει στην περίπτωση του αποβιώσαντα, ο οποίος ενώ δεν είχε καμιά περιουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως ήταν ο ισχυρισμός της ίδιας και της Εναγομένης 1, παρά ταύτα επέλεξε να καταχωρίσει αίτηση διαχείρισης στο Ηνωμένο Βασίλειο για ν' αποφύγει τον οποιοδήποτε έλεγχο από το Κυπριακό Δικαστήριο. Υποστήριξε ότι με βάση το αγγλικό δίκαιο όταν η περιουσία του αποβιώσαντα είναι κάτω από £200.000- αυτή κατανέμεται στην ολότητά της στην σύζυγό του. Τη θέση αυτή, όμως, δεν την απέδειξε, απλά την έθεσε σε μια προσπάθειά της να πείσει για την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου για τα περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα τα οποία βρίσκονταν στην Κύπρο. Επίσης ισχυρίστηκε, σε αντίθεση με τα όσα είχαν αναφερθεί από την Εναγόμενη 1, η οποία είχε αναφέρει ότι είχαν αποφασίσει να μείνουν για πάντα στην Κύπρο, ότι ο αποβιώσαντας είχε συζητήσει με την Elena Nikolaeva για να ζήσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όλα αυτά ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι ο αποβιώσαντας είχε εν δεύτερο μερίδιο στο διαμέρισμα, είχε ένα αυτοκίνητο και δυο τραπεζικούς λογαριασμούς καθώς και γραμμάτια στην Αγγλία, αλλά και τρία παιδιά. Υποστήριξε κατά την αντεξέταση ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία για να έχουν οι Ενάγοντες οποιοδήποτε συμφέρον, παρά το ότι γνώριζε για την ύπαρξη του διαμερίσματος. Ερωτήματα εγείρονται από την θέση της, στην αντεξέταση, ότι υπήρχε περιουσία στην Αγγλία επ' ονόματι του αποβιώσαντα αφού κατά την κυρίως εξέταση είχε υποστηρίξει ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε περιουσία στην Αγγλία. Προφανώς η θέση τόσο της Εναγόμενης 1 αλλά και της Εναγόμενης 2 επί του συγκεκριμένου θέματος άλλαζε κατά το δοκούν. Ο ισχυρισμός της κατά την κυρίως εξέτασή της ότι είχε συμβουλέψει την Ενάγουσα 1 να μοιραζόταν την αξία του μισού μεριδίου της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα με τα παιδιά του δεν ανταποκρίνεται στα έγγραφα που η ίδια είχε καταρτίσει και είχε υποβάλει στο Δικαστήριο, Τεκμήρια 15 και 17, γνωρίζοντας ότι η ακρίβειά τους δεν μπορούσε να ελεγχθεί αφού αφορούσε διαδικασία επανασφράγισης. Στα κατατεθέντα έγγραφα η Εναγόμενη 1 καταγραφόταν ως η μόνη κληρονόμος του αποβιώσαντα. Επίσης υπήρχε μια ανακρίβεια σε σχέση με την αξία της περιουσίας που κατέλειπε ο αποβιώσαντας. Στα αρχικά έγγραφα που η ίδια είχε καταχωρίσει στο Δικαστήριο στις 02/11/09, Τεκμήριο15, δήλωνε ενόρκως ότι η αξία της κινητής περιουσίας του αποβιώσαντα ανερχόταν στα € 1.428- και της ακίνητης στα €7.194-. Στην τελική απογραφή της περιουσίας, Τεκμήριο 17, δηλώνεται η αξία της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα στα €65.000- και η αξία της κινητής του περιουσίας στις €5.057-. Η ανωμαλία αυτή, παρά την προσπάθεια της Εναγόμενης 2 να την επεξηγήσει, παρέμεινε ανεξήγητη και έριξε σκιά στην μαρτυρία της, η οποία σκιά διευρύνθηκε με τον εντοπισμό συνεχών αντιφάσεων στην μαρτυρία της. Χαρακτηριστική για την σύγχυσή της ήταν η απάντησή της: «θα ήταν αρνητικός ο ισολογισμός αν είχαμε συμπεριλάβει όλα τα έξοδα και τα κόστη.». Αυτό το ανέφερε έχοντας προηγουμένως αναφέρει ότι είχε αφαιρέσει τα έξοδα και τα 'fees'. Για να υποστηρίξει στη συνέχεια ότι δεν υπήρχαν νομικά έξοδα ή έξοδα σε σχέση με το δάνειο που πληρωνόταν και ότι οποιαδήποτε άλλα έξοδα είχαν πληρωθεί. Υποστήριξε ότι είχε κατατάξει το ποσό των €38.000- ως χρέος γιατί αυτό είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ του αποβιώσαντα και της Εναγομένης 1 και θα έπρεπε ν' αφαιρεθεί από το ποσό οποιασδήποτε πιθανής πώλησης. Αυτά τα υποστήριζε ξεχνώντας ότι είχε αναφέρει ότι δικαιωματικά ανήκε στην Εναγόμενη 1 το ακίνητο και έπρεπε να μεταβιβαστεί επ' ονόματί της. Στην αλληλογραφία που είχε με τον δικηγόρο των Εναγόντων κατέγραψε ότι είχε πληροφορήσει τα παιδιά του αποβιώσαντα από θέμα ευγένειας. Αν πράγματι ήταν από ευγένεια, γεννάται το εύλογο ερώτημα γιατί τους είχε αποστείλει έγγραφο αποποίησης του κληρονομικού μεριδίου; Η θέση της αυτή ανατράπηκε κατά την αντεξέταση όπου ερωτηθείσα είχε παραδεχθεί ότι γνώριζε ότι οι Ενάγοντες ήταν κληρονόμοι του αποβιώσαντα. Ερωτήματα γεννούνται και από την άρνησή της να παράσχει λεπτομέρειες σε σχέση με την διαχείριση στους δικηγόρους των Εναγόντων παρά τις επίμονες εκκλήσεις τους. Η θέση της ότι λάμβανε συμβουλές από τον Πρωτοκολλητή κ. Δεσπότη σε σχέση με την συγκεκριμένη διαδικασία καθώς και ότι είχε συμφωνηθεί με τον κ. Δεσπότη συνάντηση για να επεξηγηθούν τα δεδομένα στους δικηγόρους των Εναγόντων δεν επαληθεύτηκε από τον κ. Δεσπότη κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν το Δικαστήριο στην απόρριψη της μαρτυρίας της Εναγομένης
  9. Η μαρτυρία της ήταν κατασκευασμένη για να δικαιολογήσει τις πράξεις της, με τις οποίες παραγνωριζόταν οποιοδήποτε κληρονομικό συμφέρον των Εναγόντων και να βοηθήσει την πελάτιδά της, Εναγόμενη 1, στο ν' αποκτήσει κυριότητα ολόκληρου του διαμερίσματος. Δεν έπεισε το Δικαστήριο για τις αγνές της προθέσεις, μάλλον το αντίθετο. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Εναγόμενη 1 είχε νυμφευθεί τον πατέρα των Εναγόντων, William Barcley, τον Σεπτέμβριο
  10. Ο William Barcley είχε έρθει στην Κύπρο το 1992 με την πρώτη του σύζυγο και διέμενε μόνιμα ακόμη και μετά που η τότε σύζυγός του είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την Κύπρο. Μετέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνο για να περάσει τις γιορτές των Χριστουγέννων και τα γενέθλιά του με τα παιδιά του και τον αδελφό του. Όταν είχε πλέον αποφασίσει ότι δεν θα εγκατέλειπε την Κύπρο είχαν αγοράσει με την Εναγόμενη 1, αφού συνειδητά είχαν επιλέξει να ζουν και οι δυο για πολλά χρόνια στην Κύπρο, ένα διαμέρισμα στο χωριό Ορόκλινη, στο οποίο διέμεναν μόνιμα και άλλοι άγγλοι φίλοι τους. Για την αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος είχαν λάβει από κοινού δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου, το οποίο θα αποπληρωνόταν από τον κοινό τους λογαριασμό. Το αγορασθέν διαμέρισμα είχε εγγραφεί από ½ μερίδιο στον William Barcley και την Εναγομένη
  11. Ο William Barcley είχε αποβιώσει στις 27/12/2008 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η Εναγόμενη 1 είχε εργοδοτήσει την Εναγόμενη 2 για να προβεί στις δέουσες ενέργειες σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντα. Η Εναγόμενη 2, λόγω της τριβής της και της εμπειρίας της με το κληρονομικό δίκαιο και δράττοντας της ευκαιρίας που ο αποβιώσαντας είχε γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποφάσισε να εκδώσει διάταγμα διαχείρισης στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο οποίο δεν υπήρχαν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του αποβιώσαντα, για ν' αποφύγει οποιοδήποτε έλεγχο από το Κυπριακό Δικαστήριο κατά την διαδικασία επανασφράγισης. Απώτερος στόχος της Εναγόμενης 2 ήταν να μεταβιβάσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ακίνητη και κινητή περιουσία, στο όνομα της Εναγομένης 1, παραγνωρίζοντας παντελώς το κληρονομικό μερίδιο των τέκνων του αποβιώσαντα, την ύπαρξη των οποίων πολύ καλά γνώριζε αφού της είχαν παρασχεθεί όλες οι απαραίτητες πληροφορίες. Η συγκεκριμένη πρόθεση της Εναγομένης 2 διαφάνηκε και στο περιεχόμενο της αλληλογραφίας που ανταλλάχτηκε μεταξύ της και των Εναγόντων, καθώς και των δικηγόρων τους, καθώς επίσης και από το γεγονός ότι είχε υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο διαφορετικές καταστάσεις σε σχέση με την αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα. Παρά το γεγονός ότι γνώριζε για την αντίθεση των Εναγόντων στη μεταβίβαση του μεριδίου του πατέρα τους στο ακίνητο στην Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 2 προχώρησε και μεταβίβασε, στις 21/06/2010, το μερίδιο του αποβιώσαντος στο όνομα της Εναγομένης 1 μη απονέμοντας οποιοδήποτε κληρονομικό μερίδιο στους Ενάγοντες, τα νόμιμα τέκνα του αποβιώσαντα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα δύο, λοιπόν, από τα τρία σημαντικότερα θέματα που καθορίζουν την πορεία αυτής της υπόθεσης και θα πρέπει ν' αποφασιστούν είναι κατά πόσο ο αποβιώσαντας κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε την διαμονή επιλογής του (domicile of choice) στην Κύπρο και, δεύτερον, κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούντο σε κληρονομικό μερίδιο στην περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα τους. Το τρίτο αφορά το κατά πόσο οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 είχαν παραβιάσει το εκ του νόμου καθήκον τους να διανέμουν ορθά και σύμφωνα με τον νόμο την περιουσία του αποβιώσαντα. Προτού, όμως, εξεταστούν τα νομικά θέματα που θα κρίνουν την υπόθεση θα πρέπει να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό της Εναγόμενης 1, ο οποίος προβλήθηκε κατά την κυρίως εξέτασή της στο Δικαστήριο, ότι είχε δανείσει το ποσό της προκαταβολής στον σύζυγό της, αποβιώσαντα, και θα της το επέστρεφε με δόσεις. Αυτός ο ισχυρισμός δεν καταγράφηκε στην καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Γίνεται ισχυρισμός για αποκλειστική συνεισφορά της Εναγόμενης 1, στην παράγραφο 9 (ΣΤ) (γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης, του ποσού των €38.000-, αλλά δεν γίνεται αναφορά σε δανεισμό προς τον αποβιώσαντα οποιουδήποτε ποσού. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως πρόσφατα επαναδιατυπώθηκε στην απόφαση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ΛΤΔ ν.
  12. Μιχάλη Ματσούκα
  13. Χαράλαμπου Ματσούκα, ECLI:CY:AD:2014:A460, Πολ. Εφ. 91/10, ημερ. 03/07/2014: «Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, Δ.19 θ.
  14. Ακόμη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/08, ημερ. 17.1.2012, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί η δικογράφηση του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87)». Όπως λέχθηκε και στη Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530: «Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών». Η πλευρά των Εναγόντων πράγματι βρέθηκε εξ απήνης όταν η Εναγόμενη 1 είχε ισχυριστεί στην ουσία ότι είχε δανείσει τα λεφτά της προκαταβολής στον αποβιώσαντα αφού δεν είχε καταγραφεί η θέση της αυτή περί δανεισμού, η οποία θέση θεωρώ ότι είναι ουσιώδης και θα έπρεπε να καταγραφεί. Άλλο είναι να ισχυρίζεται κάποιος ότι κατέβαλε το δικό του μερίδιο στην αγορά ακινήτου και άλλο να ισχυρίζεται ότι έχει δανείσει λεφτά σ' ένα άλλο πρόσωπο για ν' αγοράσει ακίνητο με την υπόσχεση να του τα επιστρέψει. Οπόταν, λόγω έλλειψης δικογράφησης της συγκεκριμένης θέσης, αυτή δεν θα εξεταστεί και θ' αγνοηθεί. Για σκοπούς, όμως, πληρότητας, θα εξετάσω το συγκεκριμένο θέμα σε περίπτωση που το πιο πάνω συμπέρασμα κριθεί εσφαλμένο κατ' έφεση. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να πετύχει αφού δεν έχει αποδειχθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η Εναγόμενη 1 προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της τα Τεκμήρια 38, 39, 40, 41, 42 και
  1. Σημειώνεται ότι είχαν κατατεθεί ως έγγραφα στην κατοχή της και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την Τράπεζα σε σχέση με τα συγκεκριμένα έγγραφα. Τα συγκεκριμένα έγγραφα δεικνύουν ότι είχε πιστωθεί στον προσωπικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1, στις 26/03/2008, το ποσό των €58,863- το οποίο αφορούσε δώρο της Eremeykina Nelli Grigorovna προς την Εναγόμενη 1, Τεκμήριο
  2. Ένα ποσό της τάξεως των €60.174.14- είχε εμβαστεί, στις 08/10/2008, από την Ελληνική Τράπεζα στον προσωπικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο 39, πλην όμως το συγκεκριμένο ποσό δεν φαίνεται να ήταν το ίδιο με το ποσό του Τεκμηρίου 38 και ούτε η πληρώτρια τράπεζα ήταν η ίδια. Το Τεκμήριο 38 κάνει αναφορά στην SBERBANK, ως πληρώτρια τράπεζα, ενώ το Τεκμήριο 39 κάνει αναφορά σε έναν οργανισμό με το όνομα ABE CLEARING SAS/ EBA CLEARING, η οποία εδρεύει στη Γαλλία, ως πληρώτρια τράπεζα. Με δεδομένη την έλλειψη εξήγησης και έχοντας υπόψη ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε πιστωθεί στον προσωπικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 40, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η θέση της περί δανεισμού. Δεν παραγνωρίζει το Δικαστήριο το περιεχόμενο της επιστολής Τεκμήριο 41, πλην όμως η συγκεκριμένη επιστολή συνιστά εξ ακοής μαρτυρία και ο συντάξαντας δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία και ούτε επεξηγήθηκε η απουσία του από το Δικαστήριο. Πώς γνώριζε ο τραπεζικός υπάλληλος ότι το ποσό των €45.200- ήταν η συνεισφορά της Εναγόμενης 1 στην αγορά του διαμερίσματος, είναι άξιο απορίας. Εν πάση περιπτώσει, αν γινόταν αποδεκτή η θέση του τραπεζικού υπαλλήλου, που δεν γίνεται, αυτό θα σήμαινε ότι ο αποβιώσαντας είχε καταβάλει το δικό του μερίδιο και δεν είχε δανειστεί οποιαδήποτε λεφτά από την Εναγόμενη
  3. Οπόταν, από όποια σκοπιά και αν εξεταστεί η προβληθείσα θέση, των Εναγομένων 1 και 2, αντιμετωπίζει σοβαρά και ανυπέρβλητα νομικά και ουσιαστικά προβλήματα. Ερχόμενη τώρα στο πρώτο από τα σημαντικά θέματα που θ' απασχολήσουν το Δικαστήριο. Το πρώτο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο αποβιώσαντας, William Barcley, είχε καταστήσει την Κύπρο ως χώρα μόνιμης διαμονής του δια επιλογής, domicile of choice. Σε ότι αφορά την κατοικία του αποβιώσαντος (domicile), αυτή θα πρέπει ν' αποφασιστεί με βάση το Κυπριακό Δίκαιο και ανάλογα το Δικαστήριο θα εφαρμόσει τον Νόμο της χώρας εκείνης όπου ο αποβιώσας είχε την κατοικία του (domicile) σε συνάρτηση με την κληρονομική διαδοχή στην κινητή ή ακίνητη περιουσία. Σχετική είναι η αναφορά στο Halsbury's Laws of England, 3η εκδ., Τόμος 7, σελ.53: «As regards the first question the domicile that is required is a domicile considered as such by the English court, any foreign laws on the subject being immaterial.» Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Cheshire and North's, «Private International Law», 10η εκδ., σελ. 165 κ.ε.: «The two requisites for the acquisition of fresh domicile are residence and intention. It must be proved that the person in question established his residence in a certain country with the intention of staying there permanently. ..........The two elements of factum et animus must concur, but this is not to say that there need be unity of time in their concurrence. ..................................................................................................................... This much is clear, however, that a person's residence in a country is prima facie evidence that he is domiciled there. There is a presumption in favour of domicile which grows in strength with the length of the residence. ..................................................................................................................... It will suffice to recall that the propositus must contemplate a residence that will last for an unlimited, as opposed to a limited, period of time.». Σύμφωνα με την παλαιά απόφαση Patiki v.Patiki 20 C.L.R. 36, το Κυπριακό Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο βασίζεται και εφαρμόζει τις αρχές του Αγγλικού Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, όπως εμπεριέχονται στο Αγγλικό κοινοδίκαιο. Το βάρος απόδειξης ότι έχει επιλεγεί κατοικία επιλογής (domicile of choice) σε αντικατάσταση της κατοικίας καταγωγής (domicile of origin) είναι στους ώμους αυτού που ισχυρίζεται πως η κατοικία καταγωγής έχει χαθεί, σύμφωνα με το σκεπτικό της Christakis Michael Christopoulou and others ν. Μaria Marianthi Christopoulou and The Attorney-General of the Republic
(1971)1 C.L.R. 437, στις σελ. 468 και 469. Στη Σαρρή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2285, αναφέρεται ότι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως πρέπει να ικανοποιηθούν δύο προϋποθέσεις για να αποκτήσει κάποιος νέα μόνιμη κατοικία (fresh domicile). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι η διαμονή και η πρόθεση. Αυτά τα δύο στοιχεία, factum and animus, πρέπει να συνυπάρχουν παρόλο που δεν είναι ανάγκη να είναι ταυτόχρονη η συνύπαρξή τους, γιατί η πρόθεση μπορεί να προϋπήρχε ή ν' ακολουθήσει τη διαμονή. Η πρόθεση πρέπει να είναι για μόνιμη ή επ' αόριστο διαμονή σε μια νέα χώρα. (Βλ. Christopoulou (πιο πάνω) σελ. 475 και σύγγραμμα Cheshire and North's, «Private International Law», σελ.166). Διαμονή σε μια χώρα, για σκοπούς του νόμου της, σε σχέση με την μόνιμη κατοικία θεωρείται η φυσική παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου στη χώρα αυτή ως κατοίκου της (inhabitant). Στην υπό κρίση υπόθεση δεν διαφωνούν τα μέρη πως από το 1994 ο αποβιώσαντας διέμενε στην Κύπρο μέχρι και το 2008 αρχικά με την πρώτη του σύζυγο και ακόμη και όταν αυτή τον είχε εγκαταλείψει για να επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο εκείνος παρέμεινε στην Κύπρο αρχικά σε ενοικιαζόμενη κατοικία και αργότερα σε ιδιόκτητη. Διέμενε στην Κύπρο ως κάτοικός της, εν τη εννοία της αγγλικής λέξης «inhabitant». Οπόταν, η διαμονή του αποβιώσαντα στην Κύπρο από το 1994 είναι δεδομένη. Τί συνιστά πρόθεση για μόνιμη ή επ' αόριστο διαμονή εξηγείται στο σύγγραμμα των Dicey and Morris «The Conflict of Laws», 12η έκδ., όπου αναφέρεται πως η πρόθεση για διαμονή πρέπει να είναι γενική και επ' αόριστο και όχι καθορισμένη για περιορισμένη χρονική περίοδο ή για κάποιο σκοπό. Πρέπει να υπάρχει πρόθεση να εγκαταλείψει κάποιος τη χώρα της προηγούμενης του κατοικίας, ως επίσης πρόθεση να κατοικήσει στη χώρα της νέας του κατοικίας. Σημειώνεται πως, ένα πρόσωπο που καταλήγει στο να παραμείνει για το υπόλοιπο της ζωής του σε μια χώρα, ξεκάθαρα έχει την απαραίτητη πρόθεση. Βλ. επίσης Barlow Clowes v. Henwood [2008] EWCA Civ. 577 και Re Dunne (a bankrupt) HC 06/12/
  1. Αναφέρεται στην Σαρρή (ανωτέρω) ότι για την εξακρίβωση της πρόθεσης απόκτησης κατοικίας επιλογής χρειάζεται μια πολύ μεγάλη έρευνα σε βάθος και σε πλάτος. Μνημονεύεται απόσπασμα από το σύγγραμμα Cheshire and North's, «Private International Law», 5η έκδ., σελ. 170, στο οποίο καταγράφεται ότι είναι αδύνατο να τεθούν θετικοί κανόνες αναφορικά με την μαρτυρία που χρειάζεται για ν' αποδειχθεί τέτοια πρόθεση. Το τί μπορεί να λεχθεί είναι πως κάθε γεγονός και κάθε περίσταση στη ζωή του ανθρώπου είναι σχετική και αποδεχτή ένδειξη της κατάστασης του μυαλού του. Μπορεί να είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ιστορικό της ζωής του με την πιο μεγάλη προσοχή. Τίποτε δεν πρέπει να παραβλεφθεί που θα μπορούσε να καταδείξει το μέρος που θεωρούσε ως το μόνιμο του σπίτι στο σχετικό χρόνο. Η παραμικρή λεπτομέρεια δεν μπορεί να παραγνωριστεί, βλ. Cheshire and North's, «Private International Law», 10η εκδ., σελ.
  2. Στο σύγγραμμα του Adrian Briggs «The Conflict of Laws», στις σελ. 23-26, αναφέρονται τα εξής: «A domicile of choice is acquired by taking up residence in a particular country and intending to reside there permanently or indefinitely. Both conditions must be satisfied in relation to the law district in which the domicile is to be established before acquisition is complete. The intention must be geographically specific, unconditional and deliberate in order to meet the restrictive conditions of the law. ..As regards the second, the intention must be one of permanent or indefinite residence... It can follow from this that residence even of several decades will not necessarily establish a domicile of choice...What constitutes residence is difficult to say and the definition of present as a resident hardly advances matters very much...The domicile of choice can be lost if it is abandoned, by the person ceasing to reside and to intend to reside indefinitely, - both elements, not one, must be brought to an end - or lost on the acquisition of a new domicile of choice on the basis of the rules set out above. But if the abandonment is not contemporaneous with the acquisition of a new domicile of choice, the domicile of origin will reassert itself to prevent any domiciliary hiatus.» Στην υπόθεση Αναφορικά με το ΄Αρθρο 146 του Συντάγματος Willaim Schwartz υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστή της Διαθήκης της Alice Ivy Durdey ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων
(1995)4Β Α.Α.Δ. 1359, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 1364 κ.ε., σε συνάρτηση με το θέμα της κατοικίας, εξετάζοντας το βέβαια σε συνάρτηση με θέμα φορολογίας: «Η κατοικία είναι έννοια νομική. Ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195, διακρίνει μεταξύ κατοικίας καταγωγής (domicile of origin) και κατοικίας επιλογής (domicile of choice): άρθρ. 6 του νόμου. Η κατοικία είχε επικρατήσει, μέχρι τον 19ο αιώνα, ως το συνδετικό στοιχείο με βάση το οποίο προσδιορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο σε συγκεκριμένη περίπτωση. Η ιθαγένεια ήταν ο άλλος σύνδεσμος, που βασικά υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε από το ηπειρωτικό δίκαιο. Η Αγγλία και οι χώρες που επηρεάζονται από το σύστημα του αγγλοσαξονικού δικαίου διατήρησαν την κατοικία σαν καθοριστικό στοιχείο, παρόλο που ασκήθηκε κριτική για ακαταλληλότητα του θεσμού να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες ανάγκες: βλέπε λ.χ. το έγγραφο που δημοσιεύει ο Easson: "Cases and Materials on Revenue Law", 2η έκδοση, σελ. 473. Βλέπε επίσης Dicey & Morris "The Conflict of Laws", 12η έκδοση,
(1993), Τόμος I, σελ. 116 και 117την επικεφαλίδα "Reform of the law of domicile". Ο κυπριακός νόμος ενσωματώνει τους ίδιους κανόνες. Εφαρμόζεται το δίκαιο της κατοικίας το οποίο είναι γνωστό με το ιδιαίτερο λεξιλόγιο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ως lex domicili. Κατοικία καταγωγής αποκτά κάθε πρόσωπο με τη γέννηση του. Και είναι εκείνη του πατέρα του: άρθρ. 7 του Κεφ.
  1. Είναι όμως δυνατή η εγκατάλειψη της αρχικής κατοικίας και η απόκτηση νέας εφόσον το επιλέξει ελεύθερα ο ενδιαφερόμενος. Τον τρόπο κτήσης αυτού του είδους κατοικίας (επιλογής) καθορίζει το άρθρ. 9: "Δι' εγκαταστάσεως της οικίας του εν οιοδήποτε τόπω εν τη Δημοκρατία επί προθέσει μονίμου ή επ' αορίστου αυτόθι διαμονής του" Και για να συμπληρωθεί η σύντομη αυτή επισκόπηση του νομοθετικού πλαισίου της κατοικίας, που στοχεύει και στη σωστή αντίληψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν, χρειάζεται η αναφορά στα άρθρα 10 και 11 του Κεφ.
  2. Το προηγούμενο προβλέπει ότι η κατοικία της καταγωγής διατηρείται μέχρι να αποκτηθεί νέα. Και το 11 ότι η κατοικία επιλογής υφίσταται μέχρι να εγκαταλειφθεί. Στην τελευταία αυτή περίπτωση προβλέπεται ουσιαστικά ότι μπορεί να συμβεί ένα από δύο πράγματα: είτε να αποκτηθεί νέα κατοικία επιλογής είτε να αναβιώσει η κατοικία της καταγωγής. Η κτήση κατοικίας επιλογής προϋποθέτει δύο χωριστά στοιχεία. Το ένα είναι υλικής μορφής. Χρειάζεται, απαραίτητα, εγκατάσταση σε ένα τόπο, που δεν είναι φαινομενική αλλά πραγματική. Και το a)J.o είναι η πρόθεση του propositus να κάμει τον τόπο που ελεύθερα επέλεξε μόνιμη του κατοικία ή κατοικία για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Τα συστατικά του domicile περιγράφει ο Viscount Dunedin στη Ramsay v. Liverpool Royal Infirmary & Others [1930]A.C. 588, 594: "... has again and again been laid down that a change of domicil from the domicile of origin must be made animo et facto. The factum is the bare fact of residence within the new domicile. No amount of assertion of change will be effectual if unaccompanied by actual residence. How then is the animus to be proved? It may be proved by assertion of one sort or another. It may also be inferred from the factum of residence. But in order to be so inferred the colour and characteristics of the residence as deduced from the whole story of what has happened must be taken into account." Ο Lord Chelmsford στη Moorhouse v. Lord [1863] 10 H.L.Cas. 272, 285, δίνει παραστατικά το νόημα του πνευματικού στοιχείου: "The present intention of making a place a person's permanent home can exist only where he has no other idea than to continue there, without looking forward to any event, certain or uncertain, which might induce him to change his residence." Την παραπάνω περικοπή, για σκοπούς προσδιορισμού της απαραίτητης πρόθεσης, αναφέρει επιδοκιμαστικά ο δικαστής Scarman στη μεταγενέστερη υπόθεση In the Estate of Fuld deed. (No. 3) [1968] P.
  3. Είναι σημαντικό αυτό που ο ίδιος μετά προσθέτει για την κατοικία επιλογής στη σελ. 684: "a domicile of choice is acquired only if it be affirmatively shown that the propositus is resident within a territory subject to a distinctive legal system with the intention, formed independently of external pressures, of residing there indefinitely. If a man intends to return to the land of his birth upon a clearly foreseen and reasonably anticipated contingency, e.g., the end of his job, the intention required by law is lacking: but, if he has in mind only a vague possibility, or some sentiment about dying in the land of his fathers, such a state of mind is consistent with the intention required by law. But no clear line can be drawn: the ultimate decision in each case is one of fact - of the weight to be attached to the various factors and future contingencies in the contemplation of the propositus, their importance to him, and the probability, in his assessment, of the contingencies he has in contemplation being transformed into actualities." Ο ίδιος δικαστής ασχολείται και με το βάρος απόδειξης. Η κατάληξη του, μετά από ανασκόπηση της νομολογίας στην οποία περιέλαβε και τις υποθέσεις Winans ν. Attorney-General [1904] A.C. 287, H.L. και Ramsay, ανωτέρω, αναφέρεται στη σύνοψη στη σελ. 676: "that to establish the abandonment of a domicile of origin and the acquisition of a domicile of choice, the standard of proof required was such as would satisfy the conscience of the court; that the acquisition of a domicile of choice was a serious matter not to be lightly inferred from slight indications or casual words;" Τέλος, η υπόθεση Douglas v. Douglas [1871] L.R. 12 Eq. 617, 644 et seq., που αξιολογείται στην απόφαση, απαντά πλήρως το επιχείρημα του αιτητή πως η αποβιώσασα δεν ανάφερε ποτέ ότι επιθυμούσε να εγκαταλείψει το βρετανικό της domicile of origin για χάρη του κυπριακού domicile of choice. Ιδού το σχόλιο: "In Douglas v. Douglas, Sir John Wickens V. C. effectively annihilated the view that a man must intend to abandon one civil status and to acquire another before he can be said to acquire a domicile of choice. Thus the intention with which the law is concerned is an intention as to residence, and nothing else."» Ένα τέτοιο ζήτημα, που αφορά στην διανοητική λειτουργία του αποβιώσαντα, η μαρτυρία που θα μπορούσε να προσφερθεί από τους Ενάγοντες περιορίζεται σε συμπερασματική μαρτυρία, στην επισήμανση περιστάσεων και γεγονότων που να τείνουν να δείξουν πως ο αποβιώσαντας είχε διαμορφώσει την πρόθεση να κατοικήσει (domicile) στην Κύπρο. Ο αποβιώσαντας μπορούσε, όπως και το έπραξε, να εξωτερικεύσει τις προθέσεις του και όλες του οι πράξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είχε επιλέξει την κατοικία επιλογής του στην Κύπρο αφού μετέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο μια φορά τον χρόνο για να περάσει τα γενέθλιά του και είχε επίσης αποποιηθεί όλης του της περιουσίας εκεί. Αυτή ήταν, εν πάση περιπτώσει, και η θέση της Εναγόμενης 1 στην κυρίως εξέτασή της και ενίοτε στην αντεξέτασή της. Έχω εξετάσει με πολύ προσοχή την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, αξιολογώντας την κάθε περίσταση και το κάθε γεγονός, κατευθυνόμενη από τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, κτίζοντας στο μυαλό μου την εικόνα της πραγματικότητας της παρουσίας του αποβιώσαντα στην Κύπρο. Η σαφής και αδιάσειστη εικόνα που αποκομίζω είναι πως ο αποβιώσαντας είχε διαμορφώσει από το 1994, από την άφιξή του στην Κύπρο, την πρόθεση ν' αποκτήσει κατοικία επιλογής στην Κύπρο. Δεν δίστασε να διαζευχθεί με την πρώτη του σύζυγο, η οποία είχε εγκαταλείψει την Κύπρο γιατί προφανώς δεν είχε την ίδια επιθυμία μαζί του, να συνεχίσει να παραμένει στην Κύπρο, ν' αγοράσει ακίνητο στην Κύπρο και να επισκέπτεται αραιά το Ηνωμένο Βασίλειο, ήτοι μια φορά τον χρόνο. Διαφαίνεται, λοιπόν, πως ο αποβιώσαντας, σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο, είχε την κατοικία καταγωγής του στο Ηνωμένο Βασίλειο και από το 1994 είχε αποκτήσει κατοικία επιλογής στην Κύπρο. Στο σύγγραμμα Chesire, North & Fawcett, Private International Law, 14η εκδ., στη σελ. 1277, αναφέρεται ότι σε περίπτωση προσώπου που αποβιώνει χωρίς διαθήκη η διαδοχή στην ακίνητη περιουσία ρυθμίζεται από το lex situs ανεξαρτήτως της κατοικίας (domicile) του αποβιώσαντος. Έχοντας καταλήξει ότι η κατοικία επιλογής του αποβιώσαντα (domicile of choice) κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν η Κύπρος και ότι ο αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του δεν κατέλειπε διαθήκη, θα πρέπει να εφαρμοστεί ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195, σε σχέση με την διανομή τόσο της κινητής καθώς και της ακίνητης περιουσίας του στην Κύπρο. Με την πιο πάνω διαπίστωση κατά νου, ο μόνος νόμος που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην κατανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα ήταν ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ.195, στον οποίο θ' αναφερθώ στη συνέχεια. Σύμφωνα με το άρθρο 5, του Κεφ.195, ρυθμίζεται ο τρόπος της διανομής της κληρονομίας της περιουσίας κάθε προσώπου που έχει την κατοικία του στην Δημοκρατία. Σύμφωνα με το άρθρο 44 του συγκεκριμένου Νόμου: «
  4. ΄Οταν πρόσωπο αποβιώσει αφήνοντας σύζυγο, η σύζυγος αυτή ή ο σύζυγος αυτός δικαιούνται, µετά την αποπληρωµή των χρεών και υποχρεώσεων µε τα οποία βαρύνεται η κληρονοµιά, σε µερίδα βάσει του νόµου στο µη διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς και στο τυχόν αδιάθετο µέρος της κληρονοµιάς ως ακολούθως, δηλαδή— Αν αυτός που απεβίωσε ή αυτή που απεβίωσε, εκτός από το σύζυγο ή από τη σύζυγο— (α) άφησε οποιοδήποτε τέκνο είτε εν ζωή είτε εκπροσωπούµενο από κατιόντες, η µερίδα του είναι ίση µε τη µερίδα του καθενός από τα τέκνα» Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται και προβάλλουν εμπεριστατωμένα, δια μέσου της αγόρευσής τους, ότι οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 παραβίασαν το νόμιμο καθήκον τους να διαχειριστούν το κληρονομικό μερίδιο του αποβιώσαντα όπως επέβαλλε ο περί Διαδοχής και Διαθηκών Νόμος, Κεφ.195, ενώ παράλληλα παραβίασαν τις υποχρεώσεις που τους επέβαλλε ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος, Κεφ.
  5. Το συγκεκριμένο αδίκημα δεν αναφέρεται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, αλλά πηγάζει από τις αρχές του κοινοδικαίου όπως ισχύουν στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, αλλά και των διατάξεων του ιδίου του Κεφ. 148. Αναφορά πρέπει να γίνει στην απόφαση Κουππάρη ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)(1Γ) Α.Α.Δ. 1780, στην οποία γίνεται αναφορά στην παλαιότερη υπόθεση Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis A. Vouros Vol. 19 C.L.R. 87. Όσον αφορά την επίκληση, ως βάσης αγωγής, της παραβίασης νομίμου καθήκοντος, σχετικό είναι και το απόσπασμα που εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 516, κάτω από τον τίτλο «Actions based on Breach of Statutory Duty». Στη σελ. 517, κάτω από τον τίτλο «Pleading», αναφέρεται: "If a plaintiff's cause of action, depends on a statute, he must plead all facts necessary to bring him within that statute (Seear v. Lawson
(1880)16 Ch. D.121; Read v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 128); accordingly, in every claim based upon a breach of any provision of the Factories Act 1961, or of any regulation or order made thereunder, all facts necessary to bring the case within the particular provision relied on must be pleaded, and the breach must be alleged by reference to the particular provision in question which must be specifically referred to or identified". Όπου ο Νόμος ή ο Κανονισμός επιβάλλει καθήκον ή υποχρέωση, γεννάται το ερώτημα κατά πόσον πρόσωπα που υφίστανται ζημιά ή βλάβη, από την παράβαση αυτού του καθήκοντος, έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του παραβάτη για αποζημιώσεις, βλ. Σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα», στον 2ον τόμο, σελ.
  1. Το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει ν' αποφασιστεί, το οποίο δεν είναι εύκολο στις πλείστες περιπτώσεις, είναι κατά πόσον ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δώσει σε ιδιώτη δικαίωμα αγωγής από παράβαση των διατάξεων του συγκεκριμένου νομοθετήματος, βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 20η εκδ., παρά 9-04, σελ.
  2. Σχετική είναι η υπόθεση Hussein and another v. The Estate of the Deceased Chrysostomos Christodoulou XXX CLR 23 -48-01, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Where damages are claimed for a breach of a statutory duty and no express provision is made in the statute giving an individual the right to sue for damages, difficult questions arise as to whether the legislature intended to confer on the individual a right of action against the person who failed to comply with the law.» Επίσης, στο σύγγραμμα Markesinis & Deakins Tort Law 7th εκδ., αναφέρονται, σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, τα πιο κάτω, στην σελίδα 294: «It is also possible for a statute to be entirely silent on the question of remedies, making no reference to either civil or criminal sanctions. Unless the statute is explicit on the presence or absence of a private action, it is the task of the Court to determine whether, on its proper construction a civil action arises by implication.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον Νόμο για παροχή αστικής θεραπείας, είναι θέμα ερμηνείας του ιδίου του συγκεκριμένου Νόμου κατά πόσον στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα για ανάκτηση ζημιάς από παράβαση θέσμιου καθήκοντος, βλ. επίσης Peristeronopighi Transport Co Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196 και Three Rivers I [2000] 2 W.L.R. 1233. Στην υπόθεση Κουππάρη ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης (ανωτέρω), λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Στο σημείο αυτό έγινε αναφορά σε Αγγλικές αποφάσεις και συγγράμματα που πραγματεύονται το θέμα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4th Ed. Vol. 44
(1)para. 1360, εξηγείται ότι η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί, ανάλογα με την πρόθεση του νομοθέτη να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα (tort), της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος. Πρόκειται για αστικό αδίκημα γνωστό στο κοινό δίκαιο το οποίο αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου βάσει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, του 1960, (Ν. 14/60), η μή ενσωμάτωση του οποίου στον Κώδικα Αστικών Αδικημάτων δεν αποκλείει την εφαρμογή του. (Βλ. Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis A. Vouros Vol. 19 C.L.R. 87.) Στην Lonrho Ltd., & Others v. Shell Petroleum Co., Ltd., and Others
(1981)2 All E.R. 456 , η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, απέρριψε την ευρύτερη αρχή την οποία είχε υιοθετήσει ο Λόρδος Denning στην Island Records Ltd, Ex parte
(1978)3 All E.R. 824, ότι παρέχεται απαρέγκλιτα δικαίωμα σε πρόσωπο του οποίου ζημιούνται τα ιδιωτικά του δικαιώματα, από την παραβίαση καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος. Στη Lonrho, αποφασίστηκε ότι όπου ο ίδιος ο νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από τη μή εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός, και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι ο νόμος δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις. (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημίας, η οποία προκύπτει από την παράβαση του καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημία λόγω της παραβίασης του κοινού δικ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.