← Κύπρος

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 3107/2011, 8/4/2015

ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 3107/2011, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3107/2011 Μεταξύ: ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ Εναγόμενος 8 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Βαρναβίδη για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία διεκδικεί από τον Εναγόμενο ποσό €19.044,50 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη της θέση, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον Εναγόμενο για ευθύνη έναντι τρίτου για το όχημα με αριθμό εγγραφής KQU

  1. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 17.2.2010 και ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, ενεπλάκη σε ατύχημα συνεπεία του οποίου τρίτα πρόσωπα υπέστησαν ζημιές για τις οποίες τους αποζημίωσε. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του που υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο συνιστούσε παράβαση του ασφαλιστήριου συμβολαίου και οι συνεπακόλουθες ζημιές εξαιρούνταν από την ασφαλιστική κάλυψη που παρείχε. Συνεπεία αυτού, είναι θέση της Ενάγουσας, ότι δικαιούται σε αποζημίωση και/ή κάλυψη από τον Εναγόμενο για τα ποσά που κλήθηκε να πληρώσει. Με την Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος «παραδέχεται μόνο ότι κατά ή περί την 27.8.2009 ή και προηγουμένως ζήτησε την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης για ευθύνη τρίτου για το επίδικο όχημα και επίσης παραδέχεται ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν και παραχώρησαν ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου στον εναγόμενο». Αρνείται δε ότι υπέγραψε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης το οποίο να περιέχει τους όρους και πρόνοιες που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Πέραν τούτου, ο Εναγόμενος αρνείται όλους του υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και παραδέχεται μόνο ότι κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, οδηγούσε ο ίδιος το όχημα του. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία ο κ. Παντελής Καραούνιας, υπάλληλος στο τμήμα απαιτήσεων των Εναγόντων (ΜΕ1), ο Αστ. 2933 Γεώργιος Γεωργίου (ΜΕ2), η κα Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής, υπεύθυνη ποινικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας(ΜΕ3) και ο κ. Ανδρέας Καλλής, ασφαλιστικός αντιπρόσωπος (ΜΕ4). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα και που κρίθηκε σημαντική για την κατάληξη σε συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα ή για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. Παντελής Καραούνιας, λειτουργός στο τμήμα απαιτήσεων των Ενάγουσας εταιρείας (ΜΕ1). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο Εναγόμενος στις 27.8.2009 υπέβαλε γραπτή πρόταση στην Ενάγουσα με την οποία ζήτησε την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης ευθύνης έναντι τρίτου για το επίδικο όχημα (Τεκμήριο 1). Συνέχισε λέγοντας ότι, στη βάση της εν λόγω πρότασης ασφάλισης (Τεκμήριο 1), η Ενάγουσα συνήψε με τον Εναγόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο οποίο περιλαμβάνονται οι όροι παροχής της ασφαλιστικής κάλυψης (Τεκμήριο 2) και εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 4) και πίνακα ασφαλιστηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 3). Η ασφάλιση του επίδικου οχήματος, είπε ο ΜΕ1, αφορούσε την περίοδο από 27.8.2009 μέχρι 26.8.
  2. O ME1 συνέχισε λέγοντας ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε ότι ο Εναγόμενος ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 17.2.2010 περί ώρα 1π.μ. κατά το οποίο ο Εναγόμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, κτύπησε σε προπορευόμενο όχημα, και το όχημα του κατάληξε εντός της βιτρίνας παρακείμενου καταστήματος. Η Ενάγουσα ενημερώθηκε περαιτέρω ότι όταν συνέβη το ατύχημα το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του Εναγόμενου ήταν 74mg/100ml και υπερέβαινε το επιτρεπόμενο από το νόμο. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο Εναγόμενος υπέβαλε απαίτηση κάλυψης για το επίδικο ατύχημα (Τεκμήριο 5) η οποία όμως απορρίφθηκε από την Ενάγουσα. Είπε ότι η Ενάγουσα ενημέρωσε σχετικά τον Εναγόμενο με επιστολή ημερομηνίας 8.11.2010 (Τεκμήριο 10), η οποία του επιδόθηκε προσωπικά. Το δε ασφαλιστήριο συμβόλαιο του Εναγόμενου ακυρώθηκε από την Ενάγουσα από τις 23.2.2010 (Τεκμήριο 6). Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι η Ενάγουσα, «αφού έλαβε υπόψη τα περιστατικά του επίδικου δυστυχήματος που ήταν διαθέσιμα, καθώς και τα στοιχεία, μαρτυρίες και αποδείξεις που υπήρχαν και προς αποφυγή δημιουργίας δικηγορικών εξόδων και δικαστικής δαπάνης» και ενεργώντας «καλόπιστα προς την κατά το μέγιστο δυνατό υπό τις περιστάσεις βαθμό μείωση των απαιτήσεων που προέκυψαν από το ατύχημα» διευθέτησε εξωδίκως την απαίτηση των επηρεαζόμενων με καταβολή προς τους δικαιούχους των ακόλουθων ποσών: (α) συνολικό ποσό €15.500 στον οδηγού του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος, ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (Τεκμήρια 15, 18, 19, 20 και 21), (β) ποσό €350 στον Δρ Αντρέα Αντωνιάδη για ετοιμασία ιατρικής έκθεσης αναφορικά με την κατάσταση του οδηγού του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος (Τεκμήριο 15), (γ) ποσό €50 στην Altantic Insurance Ltd που ήταν η ασφαλιστική εταιρεία του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού (Τεκμήριο 16), (δ) ποσό €120 στην Lefteris & Son Ltd ως εκτιμητικά έξοδα (Τεκμήριο 13), (ε) ποσό €2.057 στην Εργοληπτική Εταιρεία «Εργοληπτική Επιχείρησης Γεώργιου & Λαγού Λτδ», σε σχέση με την επιδιόρθωση των ζημιών στη βιτρίνα του παρακείμενου καταστήματος εντός της οποίας είχε καταλήξει το όχημα του Εναγόμενου (Τεκμήριο 14), (στ) ποσό €3.680 στην Livadiotis Bros (Inv.) Ltd για τη ζημιά στη βιτρίνα του καταστήματος (Τεκμήριο 17), (ζ) ποσό €120 σε ειδικό εκτιμητή για τη διενέργεια εκτίμησης των ζημιών του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος (Τεκμήρια 9 και 11), (η) ποσό €155 σε ειδικό εκτιμητή για τη διενέργεια εκτίμησης των ζημιών στο κατάστημα εντός της βιτρίνας του οποίου κατέληξε το όχημα του Εναγόμενου (Τεκμήρια 7, 8 και 12). Ο ΜΕ1 έκλεισε την κυρίως εξέταση του αναφέροντας ότι η Ενάγουσα απαίτησε τα πιο πάνω ποσά από τον Εναγόμενο ο οποίος όμως παραλείπει μέχρι σήμερα να τα καταβάλει. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 είπε ότι δεν γνώριζε τον Εναγόμενο πριν το επίδικο ατύχημα και ότι ήρθε σε επαφή μαζί του κατά τη διάρκεια εξέτασης του αιτήματος του για παροχή κάλυψης για το ατύχημα. Είπε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στην κατάρτιση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του Εναγόμενου. Ανέφερε ότι, σύμφωνα με την πρακτική της Ενάγουσας, μετά την έγκριση πρότασης ασφάλισης, παραδίδεται στον κάθε πελάτη της Ενάγουσας το ασφαλιστήριο έγγραφο μαζί με τον πίνακα του συμβολαίου αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν γνωρίζει εάν ο Εναγόμενος είχε λάβει τα έγγραφα αυτά. Δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο Αστ. 2933 Γιώργος Γεωργίου (ΜΕ2), ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων της Τροχαίας Λάρνακας. Ανέφερε ότι εξέτασε το επίδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 17.2.
  3. Κατέθεσε ότι στα πλαίσια της διερεύνησης του ατυχήματος έλαβε δείγμα αίματος από τους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς για σκοπούς ελέγχου αλκοτέστ και μετά τη διενέργεια σχετικών αναλύσεων διαφάνηκε ότι το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του Εναγόμενου ήταν 74mg/100ml, δηλαδή πέραν του τότε επιτρεπόμενου ορίου των 50mg/100ml. Ανέφερε επίσης ότι για το ατύχημα ο Εναγόμενος είχε κατηγορηθεί για αμελή οδήγηση και οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και ότι παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στον ΜΕ2 ότι το δείγμα αίματος του Εναγόμενου είχε ληφθεί παράνομα αλλά και ότι τα αποτελέσματα των αναλύσεων ήταν λανθασμένα. Είπε ότι η λήψη αίματος έγινε αφού είχαν εξασφαλιστεί οι απαραίτητες συγκαταθέσεις και ότι η ανάλυση έγινε στο κρατικό χημείο. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα Φωτεινή Λάρκου, πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, υπεύθυνη για ποινικές και τροχαίες υποθέσεις (ΜΕ3). Παρουσίασε στο Δικαστήριο το φάκελο της ποινικής υπόθεσης 10529/2010 (Τεκμήριο 22). Σημειώνω ότι στην εν λόγω ποινική υπόθεση, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 22, κατηγορούμενος ήταν ο Εναγόμενος και ότι αυτή αφορούσε δύο κατηγορίες, η πρώτη για αμελή οδήγηση και η δεύτερη για οδήγηση ενώ το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του Εναγόμενου υπερέβαινε το όριο που καθορίζει ο νόμος. Η ΜΕ3 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος παραδέχτηκε τις δύο κατηγορίες. Τελευταίος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κ. Ανδρέας Καλλής, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μεσάζων ασφαλιστής (ΜΕ4). Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ο ΜΕ4 είπε ότι ο Εναγόμενος ήταν πελάτης του και στις 27.8.2009 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του είχε ζητήσει να διευθετήσει ασφαλιστική κάλυψη για το όχημα του. Ακολούθως, είπε, συμπλήρωσε τη σχετική πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) αφού ο Εναγόμενος του παρείχε τα σχετικά στοιχεία. Ο Εναγόμενος στη συνέχεια υπέγραψε την πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 2) στην παρουσία του και ο ίδιος την παρέδωσε στην Ενάγουσα εταιρεία. Η Ενάγουσα αποδέχτηκε την πρόταση μετά από 1-2 μέρες και εκδόθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ο ίδιος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Εναγόμενο, με τον οποίο συναντήθηκαν και αφού ο Εναγόμενος πλήρωσε τα ασφάλιστρα, ο ΜΕ3 του παρέδωσε το πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 3), το ασφαλιστήριο έγγραφο όπου αναγράφονται οι όροι υπό τους οποίους παρέχεται η ασφαλιστική κάλυψη (Τεκμήριο 2) και τον πίνακα ασφάλισης (Τεκμήριο 4). Ερωτήθηκε κατά πόσο εξήγησε στον Εναγόμενο τους όρους που αναγράφονται στο Τεκμήριο 2 στη βάση των οποίων του παρασχέθηκε η ασφαλιστική κάλυψη. Ο ΜΕ4 απάντησε «Του εξήγησα το κάθε τι, και στην πρόταση και στο συμβόλαιο που παρέδωσα». Ερωτήθηκε εάν εξήγησε στον Εναγόμενο και τις εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη και απάντησε «Βεβαίως». Σε σχέση με το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ο ΜΕ4 είπε ότι ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε για το ατύχημα και αυτός του είπε ότι έπρεπε να συμπληρώσει σχετικό έντυπο απαίτησης. Επειδή, είπε, ήταν σοβαρό το ατύχημα το έντυπο (Τεκμήριο 5) συμπληρώθηκε στο γραφείο του διευθυντή απαιτήσεων της Ενάγουσας. Έλαβε, είπε, αργότερα οδηγίες από την Ενάγουσα για να ακυρωθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και συναντήθηκε για το σκοπό αυτό με τον Εναγόμενο. Κατά τη συνάντηση εκείνη, είπε, προχώρησε με ακύρωση του συμβολαίου και επέστρεψε στον Εναγόμενο τα ασφάλιστρα που αναλογούσαν στην περίοδο για την οποία το συμβόλαιο ακυρώθηκε (Τεκμήριο 6). Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ4 είπε ότι εκτός από την Ενάγουσα συνεργάζεται και με άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Είπε επίσης ότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια δεν καταρτίζονται από τον ίδιο αλλά από την ασφαλιστική εταιρεία, όπως και τα έντυπα στα οποία υποβάλλονται οι προτάσεις ασφάλειας. Ερωτώμενος αναφορικά με τα καθήκοντα του είπε ότι ο ίδιος βοηθά στη συμπλήρωση του σχετικού εντύπου πρότασης ασφάλισης από τον ασφαλιζόμενο, το οποίο στη συνέχεια υποβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία εκ μέρους του ασφαλιζόμενου. Για τη συγκεκριμένη περίπτωση, είπε, συμπλήρωσε αυτός την πρόταση ασφάλισης, Τεκμήριο 1, αφού ερωτούσε τον Εναγόμενο για τα διάφορα απαιτούμενα στοιχεία. Ακολούθως, είπε, ο Εναγόμενος υπέγραψε το έντυπο στην παρουσία του και ο ίδιος το διαβίβασε στην Ενάγουσα. Είπε ότι όταν η πρόταση του Εναγόμενου εγκρίθηκε μετά από 1-2 μέρες, ειδοποίησε σχετικά τον Εναγόμενο ο οποίος ήρθε στο γραφείο του, πλήρωσε το ασφάλιστρο και ο ίδιος του παρέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τον πίνακα ασφάλισης και το πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Εξήγησε ότι ο κάθε ασφαλιζόμενος υπογράφει την πρόταση ασφάλισης του η οποία υποβάλλεται στην ασφαλιστική εταιρεία για έγκριση και ότι, εάν η πρόταση εγκριθεί, εκδίδεται συμβόλαιο το οποίο δεν φέρει υπογραφή αλλά παραδίδεται στον ασφαλιζόμενο μαζί με τον πίνακα και το πιστοποιητικό ασφάλισης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, για την Υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία μόνο ο ίδιος ο Εναγόμενος. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο επισκέφθηκε τον κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4) στις 27.8.2009 για να ασφαλίσει το όχημα του. Τότε, είπε, ο κ. Καλλής πήρε ένα έγγραφο και άρχισε να τον ρωτά τα στοιχεία του και να συμπληρώνει κάποιο έντυπο. Ακολούθως, συνέχισε, ο κ. Καλλής του υπέδειξε που να υπογράψει, κράτησε το έγγραφο και του είπε ότι η ασφάλεια του θα εκδίδετο σε λίγες μέρες και ότι θα του τηλεφωνούσε για να πληρώσει και να την παραλάβει. Ανέφερε ότι η επίσκεψη του εκείνη στο γραφείο του κ. Καλλή δεν διήρκησε πέραν των 10 λεπτών. Του τηλεφώνησε ο κ. Καλλής, συνέχισε, μετά από λίγες μέρες και του είπε ότι η ασφάλεια του ήταν έτοιμη. Επισκέφθηκε το γραφείο του κ. Καλλή και αυτός του έδωσε ένα έγγραφο που είχε τον τίτλο «Πιστοποιητικό Ασφάλισης» και είχε τα στοιχεία του και τα στοιχεία του οχήματος του. Πλήρωσε την ασφάλεια, πήρε απόδειξη και έφυγε. Η δεύτερη αυτή συνάντηση, κατά τον Εναγόμενο, δεν διήρκησε πέραν των 5 λεπτών. Ο Εναγόμενος είπε επίσης ότι στις 17.2.2010 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα και πίστευε ότι η ασφάλεια του θα τον κάλυπτε. Ακολούθως, είπε, του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Ανέφερε τέλος κατά την κυρίως εξέταση του ότι «εγώ δεν πήρα οποιουσδήποτε όρους διότι το έγγραφο που υπέγραψα την 27.8.2009 το πήρε ο κ. Καλλής και την ημέρα που πλήρωσα πήρα το έγγραφο που ανάφερα πιο πάνω το οποίο ήτο μια κόλλα με τίτλο «Πιστοποιητικό Ασφάλισης». Ουδέποτε μου αναφέρθηκε ότι αν γινόταν δυστύχημα με δική μου ευθύνη θα πλήρωνα εγώ τις πιθανές αποζημιώσεις». Του υποδείχθηκε από το συνήγορο του το Τεκμήριο 1 το οποίο αναγνώρισε ως το έγγραφο που υπέγραψε κατά την πρώτη του επίσκεψη στον κ. Καλλή. Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, είπε ότι δεν το αναγνωρίζει «Δεν μου έδωσε κάτι τέτοιο ο κ. Καλλής. Δεν το έχω δει ποτέ. Δεν υπέγραψα τέτοιο έγγραφο.» Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε αναφορικά με την πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) και είπε ότι το έντυπο συμπληρώθηκε από τον κ. Καλλή με τα στοιχεία που του έλεγε ο ίδιος. Υπόγραψε το Τεκμήριο 1, είπε, αλλά δεν το διάβασε. Του υποβλήθηκε ότι η υπογραφή του τον δεσμεύει ακόμα και αν δεν το είχε διαβάσει. Επανέλαβε ότι δεν διάβασε το έντυπο, αλλά υπέγραψε εκεί που του είπε ο κ. Καλλής. Του υποδείχθηκε το σημείο της πρότασης ασφάλισης, Τεκμήριο 1, όπου αναφέρει ότι η κάλυψη δεν ισχύει σε περίπτωση που ο οδηγός οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλης και είπε ότι κατανοεί το περιεχόμενο της πρόνοιας αυτής. Ερωτήθηκε αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και απάντησε ότι αποκοιμήθηκε ενώ οδηγούσε και κτύπησε σε προπορευόμενο όχημα. Δέχθηκε ότι για το ατύχημα ευθύνεται εκείνος και ότι είχε κοιμηθεί γιατί ήταν κουρασμένος εκείνη την ημέρα. Του υποβλήθηκε ότι ήταν μεθυσμένος. Απάντησε «Όχι. Ήπια 2-3 ποτά παραπάνω από το κανονικό». Είπε επίσης ότι παραδέχτηκε τις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του. Ερωτήθηκε εάν μετά το ατύχημα επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία και απάντησε θετικά. Ερωτήθηκε στη συνέχεια πώς ήξερε ότι έπρεπε να ενημερώσει την ασφαλιστική εταιρεία. Απάντησε ότι «Επήραν με τηλέφωνο. Νομίζω δεν τους πήρα εγώ». Του τέθηκε τότε ότι ο λόγος που επικοινώνησε με την ασφαλιστική εταιρεία ήταν διότι γνώριζε την πρόνοια που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 2, που τον υποχρεώνει να ενημερώσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας την ασφάλεια σε περίπτωση ατυχήματος. Αρνήθηκε λέγοντας «Όχι. Ο κ. Καλλής μόνο το πιστοποιητικό ασφάλειας μου έδωσε». Επιπρόσθετα αρνήθηκε ότι επισκέφτηκε ξανά το γραφείο του κ. Καλλή για την ακύρωση του συμβολαίου του και για την επιστροφή των €65 ως αναλογία του ασφαλίστρου που είχε προπληρώσει. Με το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, όπως αυτά αναλύονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει ο κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων κ. Παντελής Καραούνιας (ΜΕ1) μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση. Δεν διέκρινα καμία πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή απόκρυψης ή παραποίησης γεγονότων στη μαρτυρία του. Κατέθεσε με συνέπεια, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση και δεν έχω διαπιστώσει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να αμφισβητήσω τη μαρτυρία του. Συνεπώς την αποδέχομαι στο σύνολο της, ως αξιόπιστη. Η μαρτυρία τόσο του Αστ. 2933 Γιώργου Γεωργίου (ΜΕ2) όσο και της πρωτοκολλητού κας Φωτεινής Λάρκου (ΜΕ3) κρίνεται ως ανεξάρτητη και αμερόληπτη, και δεν έχω εντοπίσει κανένα έρεισμα στο περιεχόμενο της που να θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία της. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΕ2 όσο και της ΜΕ3 γίνονται αποδεκτές στην ολότητα τους. Ο κ. Ανδρέας Καλλής (ΜΕ4) επίσης θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Η μαρτυρία του είχε συνοχή, ήταν πειστική και δεν εντόπισα προσπάθεια από μέρους του να μην θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα όπως τα θυμόταν και όπως τα γνώριζε. Κατά την αντεξέταση, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο να θεωρήσω ότι η μαρτυρία του είναι οτιδήποτε άλλο παρά αληθινή και ειλικρινής. Για αυτό την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Παρακολουθώντας τον Εναγόμενο να καταθέτει και εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εντύπωση που μου δημιούργησε ήταν ότι σε κάποια σημεία προσπάθησε να παραποιήσει ή να προσαρμόσει την αλήθεια ώστε να παρουσιάσει μια εικόνα για τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι ήταν βοηθητικός για τον ίδιο. Αναφέρομαι στην επιμονή του ότι δεν διάβασε την πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) αλλά μόνο την υπέγραψε για να παραδεχτεί ουσιαστικά κατά την αντεξέταση ότι οι λόγοι που δεν την διάβασε αφορούν μόνο τον ίδιο. Αναφέρομαι επίσης στην επιμονή του ότι κατά τη δεύτερη του συνάντηση με τον κ. Α. Καλλή (ΜΕ4) αυτός του παρέδωσε μόνο το Πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 3) και όχι το ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2). Όταν η θέση του αυτή αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και του τέθηκε ειδικότερα ότι μετά το ατύχημα είχε ενημερώσει την ασφάλεια διότι γνώριζε ότι όφειλε να το πράξει αφού η υποχρέωση του αυτή καταγράφεται στο ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2) η απάντηση που έδωσε δεν ήταν πειστική και θεωρώ ότι ήταν μάλλον σκέψη εκ των υστέρων. Επί των σημείων αυτών επομένως δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του.[3] Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Στις 27.8.2009 ο Εναγόμενος επισκέφτηκε τον κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4) στο γραφείο του και του ζήτησε να διευθετήσει ασφαλιστική κάλυψη με την Ενάγουσα εταιρεία για το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KQU
  4. (β) Ο κ. Ανδρέας Καλλής (ΜΕ4), με πληροφορίες που λάμβανε από τον Εναγόμενο, συμπλήρωσε σχετική πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) η οποία υπεγράφη από τον Εναγόμενο και την οποία ο κ. Ανδρέας Καλλής (ΜΕ4) υπέβαλε στην Ενάγουσα. (γ) Η Ενάγουσα αποδέχτηκε την πρόταση (Τεκμήριο 1) και στη βάση αυτής εξέδωσε το ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2), το σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 3) και τον πίνακα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (Τεκμήριο 4). (δ) Η Ενάγουσα ενημέρωσε τον κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4), ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος προσήλθε στα γραφεία του κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4), πλήρωσε το σχετικό ασφάλιστρο και παρέλαβε από τον κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4) τα Τεκμήρια 2, 3 και
  5. (ε) Ο κ. Ανδρέας Καλλής εξήγησε στον Εναγόμενο του όρους στη βάση των οποίων η Ενάγουσα θα του παρείχε την ασφαλιστική κάλυψη και τις εξαιρέσεις από την κάλυψη. (στ) Στις 17.2.2010 ο Εναγόμενος ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα ενώ το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του ήταν 74mg/100ml. Συνεπεία του ατυχήματος, άλλο εμπλεκόμενο όχημα και παρακείμενο κατάστημα υπέστησαν ζημιές. (ζ) Προς αποζημίωση των ζημιών αυτών, η Ενάγουσα κατέβαλε τα ποσά τα οποία κατέθεσε ο κ. Παντελής Καραούνιας (ΜΕ1) και τα οποία αναγράφονται ανωτέρω. (η) Αναφορικά με το ατύχημα ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση και για οδήγηση καθ΄ ον χρόνο το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο βάση του νόμου. Ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ενοχή και στις δύο κατηγορίες. (θ) Ο Εναγόμενος υπέβαλε απαίτηση στην Ενάγουσα για αποζημίωση των ζημιών που είχαν υποστεί τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη στις 18.2.2010 (Τεκμήριο 5) η οποία απορρίφθηκε από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 10). (ι) Η Ενάγουσα ακύρωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του Εναγόμενου με ισχύ από τις 23.2.2010 (Τεκμήριο 6). Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων αναφορικά με τα γεγονότα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Σημειώνω ότι η βασική θέση της Ενάγουσας είναι ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ αυτής και του Εναγόμενου προνοούσε ότι δεν θα έχει ευθύνη να αποζημιώσει για ζημιές που προκλήθηκαν ενώ ο ασφαλιζόμενος οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Σε αυτή την περίπτωση, είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι έχει το δικαίωμα να ανακτήσει ή να αποζημιωθεί από τον ασφαλιζόμενο για ποσά τα οποία θα κληθεί να πληρώσει προς αποζημίωση τρίτων. Η δε θέση της Υπεράσπισης, όπως προέκυψε κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας και όπως διαφαίνεται από την αγόρευση του συνηγόρου, είναι ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν περιλαμβάνει την πιο πάνω εξαίρεση που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ενώ, ακόμα και αν κριθεί ότι αυτή περιλαμβάνεται στη συμφωνία, τότε είναι καταχρηστική και ως τέτοια θα πρέπει να θεωρηθεί ως ανεφάρμοστη. Το πρώτο ζήτημα επομένως που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι σχετικές πρόνοιες και η ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελούν μέρος της σύμβασης μεταξύ των μερών. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος υπέγραψε την πρόταση ασφάλισης, Τεκμήριο
  6. Το κατά πόσο ο Εναγόμενος διάβασε ή όχι την πρόταση ασφάλισης, Τεκμήριο 1, κρίνω ότι δεν είναι καθοριστικής σημασίας αφού ακόμα και αν δεν τη διάβασε αυτό οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο και οι όροι της συνεχίζουν να τον δεσμεύουν. [4] Η πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) περιλαμβάνει «Υπεύθυνη δήλωση» η οποία υπογράφεται από τον Εναγόμενο και με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτός δηλώνει τη συμφωνία του ότι «η δήλωση αυτή θα είναι απόλυτα δεσμευτική για μένα, θ' αποτελεί τη βάση του ασφαλιστηρίου αυτού μεταξύ μου και της Ασφαλιστικής Εταιρείας και θα θεωρείται ως να ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο που θα εκδοθεί.» Το ότι η πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) αποτελεί μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου επιβεβαιώνεται και από το ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2) και ειδικότερα από το Μέρος 4, παράγραφο 1 που προνοεί ότι «Το Ασφαλιστήριο αυτό, ο Πίνακας, η Πρόταση και το Πιστοποιητικό Ασφάλισης θεωρούνται ως μια σύμβαση.». Σημειώνω περαιτέρω ότι ο όρος «Ασφαλιστήριο» στο Τεκμήριο 2 ερμηνεύεται ως «το παρόν έγγραφο, την πρόταση, τον Πίνακα και το Πιστοποιητικό Ασφάλισης τα οποία, αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της ενιαίας συμφωνίας ασφάλισης και θα πρέπει να διαβάζονται μαζί». Η πρόταση του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα για παροχή ασφαλιστικής κάλυψης έγινε αποδεκτή από την Ενάγουσα υπό την προϋπόθεση της πληρωμής του ασφαλίστρου ή υπό την προϋπόθεση ότι ο Εναγόμενος θα συμφωνούσε στην πληρωμή του ασφαλίστρου (Εισαγωγή ασφαλιστηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 2). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Εναγόμενος ενημερώθηκε από τον κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4) για το ποσό του ασφαλίστρου, το οποίο κατέβαλε σε αυτόν κατά τη δεύτερη τους συνάντηση, ταυτόχρονα ουσιαστικά με την παράδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου, του πιστοποιητικού ασφάλισης και του πίνακα (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Κρίνω επομένως ότι κατά τον χρόνο εκείνο η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος συνήψαν συμφωνία ασφάλισης η οποία αποτελείται και αποτυπώνεται στην πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1), το ασφαλιστήριο έγγραφο στο οποίο αναγράφονται οι όροι υπό τους οποίους παρέχεται η ασφαλιστική κάλυψη (Τεκμήριο 2), το πιστοποιητικό ασφάλισης (Τεκμήριο 3) και τον πίνακα (Τεκμήριο 4). Το γεγονός ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2) δεν υπογράφεται από κανένα εκ των μερών ουδόλως επηρεάζει το ότι οι όροι του εγγράφου αυτού περιλαμβάνονται και αποτελούν μέρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η εξαίρεση που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπήρχε αναφορικά με την ασφαλιστική κάλυψη δεσμεύει τον Εναγόμενο. Επί αυτού, παραπέμπω στην αναφορά του κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4) κατά την κυρίως εξέταση του - η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση - ότι εξήγησε στον Εναγόμενο όλους τους όρους του ασφαλιστηρίου περιλαμβανομένων και των εξαιρέσεων. Περαιτέρω, η πρόταση ασφάλισης (Τεκμήριο 1) περιλαμβάνει με έντονη γραφή και σε πλαίσιο με διαφορετικό χρώμα από το υπόλοιπο έγγραφο, το ακόλουθο λεκτικό: «ΠΡΟΣΟΧΗ:- Επισύρεται ιδιαίτερα η προσοχή του Ασφαλισμένου:-. Γ. Ότι αν το όχημα οδηγείται από μη εξουσιοδοτημένο οδηγό ή από οδηγό υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή ναρκωτικών, θα είσαστε προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε απαίτηση που θα εγερθεί». Σχετική είναι επίσης η πρόνοια του μέρους 3 του ασφαλιστήριου εγγράφου (Τεκμήριο 2), σύμφωνα με την οποία: «Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη:.

(7)να παρέχει κάλυψη, (α) στον οδηγό αν αυτός βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών, και ο οδηγός αυτός καταδικάστηκε από Ποινικό Δικαστήριο ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αυτή ή υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάσει της οποίας θα μπορούσε να καταδικαστεί.» Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι, κατά την κρίση μου, ότι η πρόνοιες που αποτυπώνουν την σχετική εξαίρεση στην παροχή ασφαλιστικής κάλυψης ήταν μέρος της συμφωνίας που συνήψαν τα μέρη αλλά και ότι λήφθηκαν επαρκείς ενέργειες και μέτρα για να έρθει η εν λόγω εξαίρεση εις γνώση του Εναγόμενου πριν τη σύναψη της συμφωνίας. Θεωρώ για το συμπέρασμα μου αυτό, ιδιαίτερης σημασίας το ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση εξηγήθηκε στον Εναγόμενο από τον κ. Ανδρέα Καλλή (ΜΕ4) κατά την υποβολή της πρότασης ασφάλισης (Τεκμήριο 1) και πριν τη σύναψη της συμφωνίας αλλά και την προσπάθεια που είχε γίνει για να καταστεί εμφανής στο κείμενο της πρότασης ασφάλισης (Τεκμήριο 1) η συγκεκριμένη πρόνοια με τη χρήση έντονης γραμματοσειράς και φόντου διαφορετικού χρώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της Ενάγουσας αλλά όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του, όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα οδηγούσε με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα 74mg/100ml. Το ποσοστό αυτό υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπτό από το νόμο ποσοστό που κατά τον χρόνο εκείνο ήταν 50mg/100ml. Ο δε Εναγόμενος παραδέχτηκε τη σχετική κατηγορία που του είχε απαγγελθεί στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του. Τα γεγονότα αυτά οδηγούν αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι οι ζημίες που προκλήθηκαν από το επίδικο ατύχημα εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη που παρείχε η Ενάγουσα στον Εναγόμενο. Σημειώνω παρενθετικά στο σημείο αυτό ότι παρά τις υποβολές και ερωτήσεις που τέθηκαν στον Αστ. 2933 Γιώργο Γεωργίου (ΜΕ2) περί παράνομης λήψης αίματος για έλεγχο αλκοόλης και για λανθασμένα αποτελέσματα των σχετικών αναλύσεων, κανένα τέτοιο θέμα δεν εγείρεται στην Υπεράσπιση. Σημειώνω περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ουσιαστικά καταρρίπτονται από τον ίδιο τον Εναγόμενο ο οποίος κατά την αντεξέταση του είπε ότι είχε πιεί «2-3 ποτά παραπάνω από το κανονικό». Με αυτά τα δεδομένα, παραπέμπω ακολούθως στο Μέρος 4, παράγραφος 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, Τεκμήριο 2, που προνοεί ότι «.Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της Εταιρείας να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό από τον Ασφαλισμένο που ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος. η Εταιρεία δικαιούται, αν το επιθυμεί, να αναλάβει και να διεξάγει εκ μέρους του Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί την υπεράσπιση ή τον διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης ή να υποβάλει εκ μέρους τους Ασφαλισμένου ή οποιουδήποτε προσώπου που απαιτεί να καλυφθεί για δικό της όφελος οποιαδήποτε απαίτηση για κάλυψη ή αποζημιώσεις ή άλλως πως. Σε περίπτωση που η Εταιρεία προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς το σκοπό διακανονισμού οποιασδήποτε απαίτησης και τέτοια πληρωμή περιλαμβάνει ποσό που δεν καλύπτεται από το Ασφαλιστήριο αυτό, ο Ασφαλισμένος. συμφωνεί ότι θα καταβάλει άμεσα στην Εταιρεία το μη καλυπτόμενο ποσό». Το γεγονός ότι η Ενάγουσα κατέβαλε τα ποσά τα οποία αναφέρθηκαν από τον κ. Παντελή Καραούνια (ΜΕ1) κατά τη μαρτυρία του και τα οποία καταγράφονται ανωτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Ακολουθεί επομένως ότι, εφόσον οι ζημιές που αποζημιώθηκαν με τα ποσά αυτά εξαιρούνταν από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο Εναγόμενος οφείλει να τα καταβάλει πίσω στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα δικαιούται σε επιστροφή τους. Επί αυτού, πρέπει να σημειώσω ότι στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα διεκδικεί ποσό €15.850 ως καταβληθέν στον οδηγό του άλλου οχήματος που ενεπλάκη στο ατύχημα, ποσό €2.057 ως καταβληθέν στην εργοληπτική εταιρεία Εργοληπτική Επιχείρηση Γεώργιου & Λαγού Λτδ, ποσά €155 και €120 που ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκαν σε ειδικό εκτιμητή για τη διενέργεια εκτιμήσεων στο άλλο εμπλεκόμενο όχημα και στο κατάστημα που υπέστη ζημιές κατά το ατύχημα καθώς και ποσό €750 πλέον Φ.Π.Α. που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στο δικηγόρο της για λήψη νομικής συμβουλής αναφορικά με το ατύχημα. Για το ποσό των €750 πλέον Φ.Π.Α. που αφορά τα ισχυριζόμενα δικηγορικά έξοδα δεν έχει προσφερθεί καμιά μαρτυρία και επομένως θεωρώ ότι η συγκεκριμένη αξίωση έχει εγκαταλειφθεί. Τα δε ποσά των €3.680 προς την Livadiotis Bros (Inv.) Ltd, €120 προς την Lefteris & Sons Ltd και €50 προς την Altantic Insurance Ltd στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Παντελής Καραούνιας (ΜΕ1) κατά τη μαρτυρία του, δεν δικογραφούνται, δεν διεκδικούνται στην Έκθεση Απαίτησης και, συνεπώς, δεν δύναται να αποδοθούν. Επιπρόσθετα, από το ποσό των €15.850 που, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης καταβλήθηκε στον οδηγό του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος, έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να δείχνει την καταβολή προς αυτόν συνολικού ποσού €15.500. Με εξαίρεση τα πιο πάνω, από την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία έχει κριθεί αξιόπιστη, έχω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την καταβολή ποσών €15.500 προς τον άλλο εμπλεκόμενο οδηγό (Τεκμήρια 15, 18, 19, 20 και 21), €2.057 προς την Εργοληπτική Επιχείρηση Γεώργιου & Λαγού Λτδ (Τεκμήριο 14) και ποσά €120 και €155 προς τον ειδικό εκτιμητή (Τεκμήρια 7, 8, 9, 11 και 12) τα οποία και δικαιούται. Επιθυμώ να θίξω ακόμα ένα σημείο. Κατά την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι ακόμα και αν η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβανόταν στους όρους του συμβολαίου, η σχετική πρόνοια είναι καταχρηστική και καταπιεστική και, ως τέτοια, θα πρέπει να κριθεί ως ανεφάρμοστη. Εν πρώτοις, πρέπει να σημειώσω ότι καμία τέτοια θέση ή ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση. Πρόκειται για κάτι που εγέρθηκε για πρώτη φορά κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και για αυτό και μόνο τον λόγο δεν θα πρέπει να επιτραπεί στο συγκεκριμένο επιχείρημα να επηρεάσει το αποτέλεσμα της αγωγής. Πέραν αυτού όμως, και έχοντας κατά νου τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996), δεν θεωρώ ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που να αποδεικνύουν ή έστω να εισηγούνται ότι η επίδικη εξαίρεση στην ασφαλιστική κάλυψη είναι καταχρηστική. Το κατά πόσο μια συμβατική πρόνοια είναι καταχρηστική ή καταπιεστική ώστε να δικαιολογείται ή να επιβάλλεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για να κατασταλεί, είναι πρωτίστως ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα και γεγονότα που περιβάλλουν τη συνομολόγηση της συμφωνίας. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει και να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φύση της πρόνοιας, τα δεδομένα που οδήγησαν στην συμπερίληψη της στη συμφωνία, τη διαπραγματευτική ισχύ των μερών, τη δυνατότητα που υπήρχε για διαπραγμάτευση της και τις επιπτώσεις στα μέρη από τη συμπερίληψη της πρόνοιας αυτής στη μεταξύ τους συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου, δεν διακρίνω ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση από την ασφαλιστική του κάλυψη ήταν καταχρηστική ή καταπιεστική. Από τα όσα έχει ο ίδιος αναφέρει, δεν διαπιστώνω ότι προσπάθησε να την αποκλείσει από τη συμφωνία, ούτε ότι διαμαρτυρήθηκε ή διαφώνησε με τη συμπερίληψη της σε αυτήν. Ούτε και υπάρχει ισχυρισμός από τον Εναγόμενο ότι αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη συγκεκριμένη πρόνοια γιατί δεν είχε εναλλακτική ασφαλιστική εταιρεία με την οποία να μπορούσε να συμβληθεί με διαφορετικούς, ενδεχομένως, όρους. Αυτά, αν υπήρχαν θα ήταν στοιχεία που ενδεχομένως να δημιουργούσας μια εικόνα επιβολής της εν λόγω εξαίρεσης στον Εναγόμενο με τρόπο καταπιεστικό ή καταχρηστικό. Πέραν τούτου, εξετάζοντας την ίδια τη φύση της εξαίρεσης, διαπιστώνω ότι αυτή αφορά εξαίρεση της Ενάγουσας από την υποχρέωση να αποζημιώσει σε περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα ενόσω είναι υπό την επήρεια αλκοόλης και έχει καταδικαστεί για τη διάπραξη σχετικού αδικήματος. Θεωρώ ότι η φύση, το εύρος και το αντικείμενο της εξαίρεσης αυτής είναι εντός των επιτρεπτών και λογικών πλαισίων για ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο αυτού του τύπου. Αυτά επικουρικά αφού το αποτέλεσμα της αγωγής έχει κριθεί επί άλλων σημείων. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα, με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία απέσεισε το βάρος απόδειξης και απέδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό, με εξαίρεση τα συγκεκριμένα ποσά στα οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω και για τα οποία έκρινα ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε απόφαση για του λόγους που έχω ήδη εξηγήσει. Η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €17.832, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Στεφάνου ν Νεοφύτου
(2002)1 ΑΑΔ 666 [4] Saunders v Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.