← Κύπρος

M. & M. (LARNACA) DECORATION CENTRE LTD ν. M. A. KTHMA MAKENZY ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3247/13, 24/3/2015

M. & M. (LARNACA) DECORATION CENTRE LTD ν. M. A. KTHMA MAKENZY ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3247/13, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3247/13 Μεταξύ: M. & M. (LARNACA) DECORATION CENTRE LTD Εναγόντων και

  1. M. A. KTHMA MAKENZY ΛΤΔ
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΤΟΛΗΣ
  3. ΠΑΡΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Μαρτίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες / αιτητές: H κα Γ. Θωμά για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους / καθ΄ων η αίτηση: Η κα Αναστασίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση με ημερομηνία 17.10.2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Η απαίτηση των εναγόντων / αιτητών όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην παρούσα αίτηση προέρχεται από Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου (στη συνέχεια το ¨Γραμμάτιο¨) για το ποσό των €118.350,06σ. ποσό που προέκυψε μετά από πληρωμές σε διάφορες ημερομηνίες συνολικού ποσού €7.649,94σ. εφόσον ¨το Γραμμάτιο¨ αφορούσε το συνολικό ποσό των €126.000,
  4. Με την παρούσα αίτηση τους οι ενάγοντες/ αιτητές αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης για το πιο πάνω ποσό των €118.350,06σ, τόκο προς 5% ετησίως από 6.04.2012 ημερομηνία κατά την οποία υπογράφτηκε το εν λόγω ¨Γραμμάτιο¨ μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, τα δικαστικά έξοδα και Φ.Π.Α. σύμφωνα με τη Διαταγή 18 Θ. 1 - 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση έχει επίσης ως νομικό της υπόβαθρο τη Διαταγή 48 Θ. 1 - 12, τη Δ.64 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζει με ένορκο δήλωση του ο κ. Μάριος Μαρκίδης ο οποίος δηλώνει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων/ αιτητών, ότι έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην ένορκο δήλωση και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται σε σχέση δε με τα αμιγώς νομικά θέματα δηλώνει ότι έχει λάβει προς τούτο νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων. Δηλώνει δε τα ακόλουθα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης (παρατίθενται αυτολεξεί): «
  5. Οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος είναι ορθές και γνήσιες και επιβεβαιώνω το αληθές του περιεχομένου τους.
  6. Στις 6.4.2012 η εναγόμενη εταιρεία 1 υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου προς όφελος των εναγόντων για το ποσό των €126.000,00.- πλέον τόκο προς 5% ετησίως από την υπογραφή πληρωτέο στις 30.7.2013 το οποίο επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  7. Οι εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει του ιδίου εγγράφου εγγυήθηκαν γραπτώς όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης εταιρείας 1 που απορρέουν από το επίδικο γραμμάτιο.
  8. Η εναγόμενη εταιρεία 1 έναντι της οφειλής της προς τους ενάγοντες κετέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €7.649,94.- ως η επισυνημμένη ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β Κατάσταση Λογαριασμού ώστε να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €118.350,06.- πλέον τόκο προς 5% ετησίως από 6.4.2012 μέχρι πλήρους εξόφλησης.
  9. Η παράλειψη της εναγόμενης εταιρείας 1 να ανταποκριθεί στους όρους πληρωμής του επίδικου γραμματίου συνήθους τύπου ημερ. 6.4.2012, κατέστησε τούτο άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
  10. Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένως τους εναγόμενους 1, 2 και 3 να εξοφλήσουν την οφειλή τους, οι τελευταίοι όμως παραλείπουν μέχρι σήμερα να ανταποκριθούν.
  11. Εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ουδεμία υπεράσπιση έχουν και καταχώρισαν εμφάνιση στις 13.9.2013 για σκοπούς καθυστέρησης και κωλυσιεργίας της νομικής διαδικασίας.
  12. Επαναλαμβάνω και υιοθετώ τα γεγονότα της Έκθεσης Απαιτήσεως των εναγόντων ως αναπόσπαστο μέρος της ενόρκου δηλώσεώς μου και ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί Συνοπτική Απόφαση ως τα σημεία Α μέχρι Δ των αξιώσεων της Έκθεσης Απαίτησης.» Οι εναγόμενοι / καθ΄ων η αίτηση με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω στη συνέχεια επίσης αυτολεξεί: «Α. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος καθότι η Αίτηση δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Β. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος καθότι η Αίτηση δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Γ. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση των Εναγόντων - Αιτητών δεν στοιχειοθετεί Αγώγιμο Δικαίωμα σε βάρος των Εναγομένων. Δ. Η Αίτηση των Αιτητών δεν είναι καλόπιστη και ή υποβάλλεται κακόπιστα. Ε. Το Αιτούμενο Διάταγμα δεν είναι δίκαιο ούτε ορθό να εγκριθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα ένσταση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. ΣΤ. Οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην Αγωγή. Ζ. Σε περίπτωση έκδοσης του Αιτούμενου Διατάγματος θα παραβιαστεί το Δικαίωμα των Εναγομένων για Δίκαιη Δίκη και πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, σύμφωνα με το Άρθρο 30 παρ. 2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο εναγόμενος 3 κ. Πάρης Παρασκευά ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα: «
  13. Είμαι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης Εταιρείας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και έχω μελετήσει τόσο την παρούσα αίτηση όσο και την Ένορκο Δήλωση που την συνοδεύει. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς Εναγόμενους διά να προβώ εις την παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  14. Για τα νομικά σημεία που αναφέρω στην ένορκη μου δήλωση έχω λάβει τη συμβουλή των δικηγόρων μου.
  15. Αρνούμαι όλους μαζί και τον κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς των αιτητών πλην όσων ρητά παραδέχομαι κατωτέρω.
  16. Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην παράγραφο 1 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτησή τους. Απορρίπτω όλους ομού και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων - Αιτητών.
  17. Είναι η θέση μας ότι οι Ενάγοντες Αιτητές, με την επίδικη Αίτηση έχουν σκοπό να παρελκύσουν την δικαστική διαδικασία προς όφελός τους, για να μην μας δοθεί η ευκαιρία να ακουστούμε στο Δικαστήριο, θέτοντας καλόπιστα την υπεράσπισή μας.
  18. Περαιτέρω, έχουμε καλόπιστη υπεράσπιση στην παρούσα Αγωγή την οποία θα εκθέσω κατωτέρω: 6.1 Το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου ή δεν αποτελεί έγκυρο και εφαρμόσιμο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου ούτε και αποτελεί συναλλαγματική ή και έγγραφο αναγνώρισης χρέους ή και υποχρέωση πληρωμής ή και έγκυρο έγγραφο. 6.2 Το επίδικο έγγραφο δεν υπογράφτηκε από την Εναγόμενη 1 εταιρεία ενώπιον δύο μαρτύρων ή και ενώπιον των μαρτύρων που φέρονται να υπέγραψαν το επίδικο έγγραφο. 6.3 Το περιεχόμενο και οι όροι του επίδικου εγγράφου δεν ανταποκρίνονται ή και δεν συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του Νόμου, εξ όσων με πληροφορεί ο Δικηγόρος μου κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης. 6.4 Το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί έγγραφο αναγνώρισης χρέους ή και έγκυρο τέτοιο ή και δεν αποτελεί έγκυρη υπόσχεση πληρωμής και εν πάση περιπτώσει το επίδικο έγγραφο δεν ενσωματώνει αγώγιμο δικαίωμα στην βάση των όσων ισχυρίζονται οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους και την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση. 6.5 Λόγω της ακυρότητας ή και της μη εφαρμοσιμότητας του επίδικου εγγράφου ως ανωτέρω περιγράφεται η δική μου εγγύηση αλλά και του Εναγόμενου 2 είναι άνευ ισχύος και εφαρμογής. 6.6 Περαιτέρω, με επιφύλαξη των ισχυρισμών μου, ως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατέβαλε στους Ενάγοντες το ισχυριζόμενο ποσό για υπηρεσίες ή και εργασίες που οι Ενάγοντες προσέφεραν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία.
  19. Είναι η θέση μου ότι οι Ενάγοντες, δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγή εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας και δεν υπάρχει βάση για αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2 και
  20. Περαιτέρω, σε περίπτωση έκδοσης του Αιτούμενου Διατάγματος, τότε εξ όσων με πληροφορεί ο Δικηγόρος μου κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης, θα παραβιαστεί το Δικαίωμα των Εναγομένων για ισότητα των όπλων και το δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, διότι δεν θα μας δοθεί το Δικαίωμα να ακουστούμε και να θέσουμε με μαρτυρία την υπεράσπισή μας στο Δικαστήριο.
  21. Ενόψει των ανωτέρω ισχυρίζομαι ότι οι Ενάγοντες Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν το αιτούμενο διάταγμα και/ή δεν πληρούνται τόσο οι ουσιαστικές όσο και οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοσή του.
  22. Όλα τα ανωτέρω είναι ορθά και αληθινά εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι και αξιώ απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτη, νόμω και ουσία αβάσιμη με έξοδα εις βάρος των αιτητών.» Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι εκκρεμούσης της παρούσας αίτησης δεν έχουν καταχωρήσει μέχρι σήμερα την Υπεράσπιση τους. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αγορεύσεις στις οποίες επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της κάθε πλευράς δίδοντας έμφαση σε κάποιους από αυτούς με επιχειρήματα και σε παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες. Οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για να έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τη Δ.18

(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση πληρούνται. Αυτές είναι (α) το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ.2 Θ. 6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση να τη συνοδεύει ένορκος δήλωσης. Εφόσον πρόκειται για ενάγοντα νομικό πρόσωπο αυτή γίνεται υπό προσώπου που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και σε αυτή δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ) δηλαδή της επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Geskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R. 130, Symont & Co v. Palmer's Stores Ltd
(1912)1 C.L.R. 259, Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 και The Gulf Traders Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168 από τις οποίες προκύπτει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο στις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ. 1 (α) της Δ.
  1. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14). Αναγνωρίζεται στη περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής, είναι εταιρεία, όπως η περίπτωση μας, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 Θ. 1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει την ιδιότητα του και την προσωπική γνώση των γεγονότων που έχει ως εκ της ιδιότητας του αυτής και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί στην ένορκο δήλωση. Προκύπτει από όσα αυτός λέγει στην ένορκο δήλωση του ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και κάμνει, παραθέτοντας ως τεκμήριο το επίδικο ¨Γραμμάτιο¨ την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκαν στο ίδιο έγγραφο οι εναγόμενοι 2 και
  2. Κρίνω επομένως ότι με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα και το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους των εναγομένων οι οποίοι θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να τους δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστούν την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co- Operative Industries co Ltd.
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 33). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη όπως ήταν τότε που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243 - 244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο". Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκος δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους ενός εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (
  1. i)Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (
  2. ii)η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου, προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα - επαρκή γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Όπως αναφέρεται στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Hermes Insurance, ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N. V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) σελ. 1912). Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ΄ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1966)1 Α.Α.Δ.). Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co. L.T.R. 262 " it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all"). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: "Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p.174, para 14.09.99)." Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gatoil Overseas Inc (CC.A.)
(1987)2 Lloyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: "Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι Εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση". Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ. (Α) σελ. 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα:, «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι η βασική αμφισβήτηση από πλευράς των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση εστιάζεται στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας του ¨Γραμματίου¨ ως Γραμματίου Συνήθους Τύπου στην έννοια του νόμου (βλ. Άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 49*). Σε σχέση με αυτό, παρατηρώ ότι με την αίτηση τους οι αιτητές προσδιορίζουν ως βάση της αγωγής τους τη διεκδίκηση υπόλοιπου προερχόμενο από Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου. Οι αιτητές επισυνάπτουν το ίδιο το έγγραφο ως Τεκμήριο ¨Α¨ στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους. Το έγγραφο αυτό: (α) υπογράφτηκε από τον χρεώστη ενώπιον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, (β) ήταν πληρωτέο στις 30.07.2013, ήτοι σε ορισμένο χρόνο, (γ) ο τόκος του ¨Γραμματίου¨ ήταν 5% από την ημέρα υπογραφής του και (δ) εμπεριέχει πρόνοια για την πληρωμή των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων. Κρίνω επομένως ότι όλες οι τυπικές προϋποθέσεις ενός Γραμματίου Συνήθους τύπου πληρούνται στο έγγραφο Τεκμήριο Α ¨Το Γραμμάτιο¨, όπως αυτές προσδιορίζονται στο νόμο και οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. * «Γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων , πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατόν κατ΄έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ΄αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Σύμφωνα με τη νομολογία μας δυνατότητα αμφισβήτησης ενός Γραμματίου Συνήθους Τύπου παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις όπου προβάλλεται ισχυρισμός ότι το έγγραφο δεν φέρει τη δική του υπογραφή ή ότι η έκδοση του ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή απάτης. Επιτρέπεται ακόμα και η υπεράσπιση της εξόφλησης του χρέους εφόσον η εξόφληση αποσβένει την οφειλή. Οι καθ΄ων η αίτηση την μόνη υπεράσπιση που προβάλλουν είναι αυτή της εξόφλησης των εναγόντων για υπηρεσίες ή και εργασίες που προσέφεραν οι αιτητές στους καθ΄ών η αίτηση. Ο ισχυρισμός των εναγομένων / καθ΄ων η αίτηση παρέμεινε γενικός, αόριστος και χωρίς την παράθεση λεπτομερειών ή οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε σύγκλησης. Η υπεράσπιση, σύμφωνα με τη νομολογία μας πρέπει να αποκαλύπτεται όχι υπό μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά με την παράθεση λεπτομερειών αυτής της υπεράσπισης (βλ.Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) LTD v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Στις υποθέσεις N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 AAΔ 1912 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 υποδείχθηκε ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.» Βλ. επίσης στο Annual Practice 970 σελ. 27, παρ. 4/3 -4/4 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «The defendant's affidavit must "condescend upon particulars" , and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of claim, and in the latter case it should specify the part. .if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αξιώνεται δε ποσό μικρότερο από όσο εμφαίνεται στο ¨Γραμμάτιο¨ εφόσον σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ¨Β¨ στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παραμένει αυτό μετά από την καταβολή έναντι, συγκεκριμένων ποσών. Το ¨Γραμμάτιο¨ θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί την 30.07.2013 και μέχρι τότε καταβλήθηκε σύμφωνα με την πιο πάνω κατάσταση το συνολικό ποσό των €7.649,94σ. με την τελευταία δόση των €700.00- να είχε καταβληθεί την 9.10.2012 και παραμένει οφειλόμενο έκτοτε το υπόλοιπο το οποίο αξιώνεται με τη παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους στη παρ. 6.6 πράγματι υποστηρίζουν ότι: «Περαιτέρω, με επιφύλαξη των ισχυρισμών μου, ως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατέβαλε στους ενάγοντες το ισχυριζόμενο ποσό για υπηρεσίες ή και εργασίες που οι ενάγοντες προσέφεραν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία.» Η πιο πάνω πρόταση εμπεριέχει κατ΄ αρχήν παραδοχή η οποία υποστηρίζει τη θέση των εναγόντων / αιτητών ότι το ποσό που αξιώνουν προέρχεται από οικονομικές συναλλαγές που είχαν μεταξύ τους, από την άλλη όμως ο ισχυρισμός τους περί καταβολής κάθε οφειλόμενου παρέμεινε αόριστος και χωρίς καμιά περί τούτου απόδειξη όπως αποφάνθηκα πιο πάνω. Οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την καταβολή του πιο πάνω ποσού προερχόμενο από το ¨Γραμμάτιο¨ (Τεκμηρίου ¨Α¨). Εκείνο το οποίο ισχυρίζονται στην παρ. 6.5 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Πάρη Παρασκευά ότι η εγγύηση τους είναι άνευ ισχύος και εφαρμογής εφόσον αμφισβητούν την εγκυρότητα του ¨Γραμματίου¨ και κατά τη θέση τους αυτό είναι άκυρο με βάσει τα πιο πάνω, καταρρίπτεται. Ουσιώδες είναι ότι δεν αμφισβητούν την υπογραφή τους ως εγγυητών η οποία εξακολουθεί να τους δεσμεύει προσωπικά και είναι επομένως εξίσου υπόχρεοι στην πληρωμή του πιο πάνω ποσού όπως και η εναγόμενη 1. Οι εναγόμενοι / καθ΄ων η αίτηση είμαι της άποψης ότι δεν έχουν αποσείσει με την παράθεση λόγων στην ένσταση τους με ικανοποιητική ευκρίνεια το βάρος που είχαν για το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο των ισχυρισμών τους. Αυτοί παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και χωρίς παράθεση πειστικών λεπτομερειών. Μετά από μελέτη λοιπόν όλων των θέσεων των δύο πλευρών όπως παρουσιάζονται στις ενόρκους δηλώσεις τους και τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν όπως και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν κατά τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με γνώμονα τις νομολογιακές αρχές που έχουν διαχρονικά καθιερωθεί σε σχέση με αυτής της φύσης τα αιτήματα, καταλήγω ότι οι εναγόμενοι / καθ΄ων η αίτηση δεν κατάφεραν να πείσουν περί της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης ούτε και ότι παραβιάζονται οποιαδήποτε συνταγματικά δικαιώματα τους αν εκδιδόταν σε αυτό το στάδιο απόφαση εναντίον τους εφόσον είχαν την ευκαιρία να καταδείξουν καλόπιστη υπεράσπιση κάτι που απέτυχαν να κάνουν. Έτσι προχωρώ με την έγκριση της αίτησης. Εκδίδεται απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων ομού ή/και κεχωρισμένως σύμφωνα με τα αιτητικά Α και Β της Έκθεσης Απαιτήσεως. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων/ καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων / αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.