ΑΝΤΩΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 1377/10, 15/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1377/10 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα -και-
- ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΟΥ
- ΚΩΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ
- DEMCO INSURANCE LTD Εναγόμενων --------- Ημερομηνία: 15 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Χριστοφόρου με κα Στυλιανού (για ν' ακούσει απόφαση κ. Μιχαήλ). Για Εναγόμενο 1: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία. Για Εναγόμενο 2: κ. Τσερκέζος. Για Εναγόμενο 3: κ. Γεωργίου για Λουκής Παπαφιλίππου & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων που προέκυψαν από τις ζημιές τις οποίες υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα που είχε γίνει στις 12/08/2009 λόγω της αμέλειας των Εναγομένων. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής του ο Ενάγοντας, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν 55 ετών και ασχολείτο ως πελεκάνος με εβδομαδιαίο εισόδημα €397.61-. Ο Εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ανήλικος και οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΡΗ950, του οποίου ιδιοκτήτης ήταν ο Εναγόμενος
- Η Εναγομένη 3 ήταν η ασφαλιστική εταιρεία η οποία κάλυπτε με ασφαλιστικό συμβόλαιο το συγκεκριμένο όχημα. Στις 12/08/2009, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1, οδηγώντας το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΡΗ950 στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ', στην Ξυλοτύμπου, είχε παρασύρει και είχε κτυπήσει τον Ενάγοντα, ο οποίος τη συγκεκριμένη στιγμή διασταύρωνε τον δρόμο προκαλώντας του σωματικές βλάβες, ζημιά και απώλεια. Το συγκεκριμένο δυστύχημα οφείλετο στην αποκλειστική αμέλεια ή και παράβαση των εκ του Νόμου και των Κανονισμών καθηκόντων του Εναγόμενου 1, ενώ ο Εναγόμενος 2 είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος γιατί είχε επιτρέψει στον Εναγόμενο 1 να χρησιμοποιήσει το όχημα. Ο Ενάγοντας, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά του ατυχήματος και, ως εκ τούτου, τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του res ipsa loquitor. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 2 καταγράφει, ο Ενάγοντας, τα ακόλουθα: Ότι οδηγούσε με υπερβολική ή και επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, ότι υπήρξε παράλειψη ή και αμέλεια άσκησης της δέουσας παρατηρητικότητας ή και προσοχής με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον Ενάγοντα, ότι υπήρχε παράλειψη ελάττωσης της ταχύτητας ή και ελέγχου του οχήματος ώστε ν' αποφευχθεί το δυστύχημα, ότι είχε παραλείψει να συμπεριφερθεί όπως ένας λογικός οδηγός θα συμπεριφερόταν, ότι είχε παραλείψει να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός του, ότι είχε παραλείψει να προβεί σε ελιγμό ή ενέργεια προς αποφυγή του δυστυχήματος και ότι είχε αδιαφορήσει για την ασφάλεια των τρίτων προσώπων. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, γίνεται ισχυρισμός ότι είχε επιτρέψει στον Εναγόμενο 1 να οδηγεί χωρίς άδεια και χωρίς γνώσεις και εμπειρία σε σχέση με την οδήγηση μηχανοκίνητων οχημάτων ή και είχε παραλείψει να λάβει όλα τα απαραίτητα, αναγκαία και εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρήσης του συγκεκριμένου οχήματος από τον Εναγόμενο
- Συνεπεία της αμέλειας των Εναγομένων 1 και 2, είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, ότι αυτός είχε υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία, ανικανότητα καθώς και βλάβες και στέρηση της ευμάρειας της ζωής του. Ως λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και του πόνου και της ταλαιπωρίας του ο Ενάγοντας κατέγραψε: Εγκεφαλική διάσειση, κεφαλαλγία, ζάλη, ναυτία και επεισόδια εμετού, περιτραυματική αμνησία, απώλεια αισθήσεων, κεφαλαιμάτωμα στην ινιακή χώρα, εκδορές δεξιάς γαστροκνημένας, κάταγμα ινιακού οστού και μόνιμη απώλεια όσφρησης, γεύσης και ανοσμίας λόγω εγκεφαλικής κάκωσης. Λόγω των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο Ενάγοντας του είχε χορηγηθεί άδεια από 12/08/2009 μέχρι 15/11/2009, είχε υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία και μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να υποφέρει από ζαλάδες και πονοκεφάλους. Για τον πόνο και την ταλαιπωρία του αξιώνει γενικές αποζημιώσεις. Ως ειδικές ζημιές του ο Ενάγοντας καταγράφει το ποσό των €6.433,31-. Το ποσό των €6.385,47- αφορά την απώλεια εισοδημάτων του και το ποσό των €47,84- αφορά τις ιατρικές εκθέσεις. Στην Έκθεση Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα ανήκε στον Εναγόμενο 2, ο οποίος ουδέποτε του είχε επιτρέψει να την οδηγήσει. Αντίθετα, είχε πάρει τα κλειδιά της χωρίς την άδειά του και στην απουσία του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αποκλειστική αμέλεια για το δυστύχημα φέρει ο Ενάγοντας και καταγράφει ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα τα ακόλουθα: Ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο δρόμος στον οποίο κυκλοφορούσε ήταν κεντρικός και είχε μεγάλη τροχαία κίνηση, ότι δεν έλαβε υπόψη του την ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων η οποία δημιουργούσε πρόβλημα ορατότητας, ότι δεν έλαβε υπόψη του ότι μπορούσε οποιοδήποτε επερχόμενο όχημα να μην είναι σε θέση να τον δει εγκαίρως λόγω του ότι ο δρόμος έχει ελαφριά κλήση προς τα αριστερά και παράλληλα υπήρχαν και σταθμευμένα αυτοκίνητα τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα, ότι είχε εξέλθει από το πίσω μέρος σταθμευμένου αυτοκινήτου χωρίς να εξετάσει κατά πόσο υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο και χωρίς να δει τη μοτοσικλέτα του Εναγομένου 1, ότι είχε αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο λοξά χωρίς να λάβει υπόψη τη μοτοσικλέτα του Εναγομένου 1, ότι είχε δημιουργήσει στον εαυτό του κίνδυνο, ότι δεν είχε λάβει υπόψη τα φώτα ή και τον θόρυβο της μοτοσικλέτας του Εναγόμενου 1 και ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε προσπάθεια προς αποφυγή της σύγκρουσης. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται τις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα και περαιτέρω υποστηρίζει ότι δεν είχε υποστεί οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές. Ο Εναγόμενος 2, στην Υπεράσπισή του, παραδέχεται ότι ήταν ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου μοτοποδηλάτου, πλην όμως αρνείται ότι είχε επιτρέψει στον Εναγόμενο 1 να το οδηγεί. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το συγκεκριμένο δυστύχημα, ούτε εκ προστήσεως, αλλά ούτε και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και δεν μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις του Εναγομένου
- Η Εναγόμενη Εταιρεία 3 ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 κατά τον χρόνο του επίδικου δυστυχήματος δεν καλυπτόταν από ασφαλιστήριο έγγραφο για να οδηγά το όχημα του Εναγομένου
- Περαιτέρω, αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου 1 καθώς και τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, επιζητεί συνεισφορά ή και κάλυψη από τους Εναγομένους 1 και 2 στην περίπτωση που επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, το οποίο η ίδια θα υποχρεωθεί να το καταβάλει. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι γύρω στα μεσάνυχτα της 11ης με 12ης Αυγούστου, 2009 και ενώ διασταύρωνε τον κεντρικό δρόμο, ήτοι τη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Ξυλοτύμπου, χωρίς να το καταλάβει είχε κτυπηθεί στο πίσω μέρος του σώματός του από μία μοτοσικλέτα λίγο πριν φθάσει στο πεζοδρόμιο. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 55 ετών. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο είχε ελέγξει ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και μόνο τότε είχε αρχίσει να τον διασταυρώνει, εξ ου και ο Εναγόμενος 1 τον είχε κτυπήσει από πίσω λίγο πριν προλάβει να ανεβεί στο πεζοδρόμιο και σχεδόν όταν είχε ολοκληρώσει την προσπάθεια διασταύρωσής του. Λόγω της κρισιμότητας του τραυματισμού του είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και εκεί οι επί καθήκοντι ιατροί είχαν διαπιστώσει πως είχε κεφαλαλγία, ζάλη και ναυτία καθώς και επεισόδια εμετού. Έπασχε από περιτραυματική αμνησία, απώλεια αισθήσεων, κεφαλαιμάτωμα στην ινιακή χώρα και είχε εκδορές δεξιάς γαστροκνημικής. Είχε επίσης υποστεί κάταγμα ινιακού οστού αριστερά. Είχε εισαχθεί στη χειρουργική κλινική για παρακολούθηση και είχε παραμείνει στο Νοσοκομείο για πέντε μέρες, μέχρι τις 17/08/
- Κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο είχε εξεταστεί από ωτορινολαρυγγολόγο, ο οποίος και είχε διαπιστώσει ότι παρουσίαζε απώλεια όσφρησης και γεύσης λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Του είχε συστηθεί συνεχής ανάπαυση και αποφυγή έκθεσης στον ήλιο όταν αποδεσμεύτηκε από το Νοσοκομείο και του είχε παραχωρηθεί αναρρωτική άδεια μέχρι τις 15/11/
- Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο συνέχισε να υφίσταται ταλαιπωρία αφού συνεχίζονταν οι ζαλάδες και οι πονοκέφαλοι και παρουσίαζε σύγχυση σκέψεων και ιδεών καθώς και προβλήματα μνήμης. Όσον αφορά την επαναφορά της όσφρησης και της γεύσης αυτή δεν κατέστη δυνατή. Αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν και η απώλεια εισοδημάτων του, αφού τον συγκεκριμένο χρόνο εργοδοτείτο στην εταιρεία Η.Η. Furnishings Ltd, ως πελεκάνος και είχε υποστεί απώλεια εισοδήματος ύψους €6.385-. Οι σωματικές βλάβες που είχε υποστεί ήταν σοβαρές και συνίσταντο στην εγκεφαλική διάσειση, την κεφαλαλγία, την ζάλη, την ναυτία και τα επεισόδια εμετού, την περιτραυματική αμνησία, την απώλεια αισθήσεων, το κεφαλαιμάτωμα στην ινιακή χώρα, τις εκδορές δεξιάς γαστροκνημένας, το κάταγμα ινιακού οστού και την μόνιμη απώλεια όσφρησης, γεύσης και ανοσμίας. Του είχε χορηγηθεί αναρρωτική άδεια και είχε υποβληθεί σε φαρμακοθεραπεία. Είχε καταβάλει το ποσό των €47,64- για την έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών καθώς και το ποσό των €85- για την έκδοση αστυνομικής έκθεσης. Κατέληξε ότι η υγεία του δεν έχει επανέλθει, αλλά αντίθετα έχει χειροτερέψει χωρίς να μπορεί πλέον να επανέλθει στην πρωτέρα κατάσταση. Είχε ενημερωθεί από την Αστυνομία, αλλά και από τον Εναγόμενο 2, ότι η μοτοσικλέτα οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος είναι γιος του Εναγομένου
- Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε την Αστυνομική Έκθεση, την Ιατρική Έκθεση ημερομηνίας 02/11/2009, την Ιατρική Έκθεση ημερομηνίας 22/02/2010, τη δέσμη των αναρρωτικών αδειών που του είχαν παρασχεθεί, την κατάσταση των αποδοχών του καθώς και απόδειξη για την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού και αυτά σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 2 μέχρι
- Με αναφορά στο Τεκμήριο 2 υπέδειξε ότι η πορεία της μοτοσικλέτας σημειώνεται με το γράμμα «Α» στο σχεδιαγράφημα και η δική του πορεία σημειώνεται με το γράμμα «Β». Επίσης υπέδειξε το σημείο «Χ» ως το σημείο στο οποίο τον είχε κτυπήσει ο Εναγόμενος
- Υποστήριξε ότι μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του ο πατέρας του Εναγομένου 1 και επιζητούσε εξώδικη συμφωνία. Ήταν η θέση του, την οποία προώθησε έντονα, ότι είχε παράπονο από τον Εναγόμενο 2 γιατί είχε παραχωρήσει την συγκατάθεσή του, στον Εναγόμενο 1, να οδηγεί την μοτοσυκλέτα χωρίς άδεια. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 1 ισχυρίστηκε ότι από την ώρα που είχε κτυπηθεί με το μοτοποδήλατο είχε χάσει τις αισθήσεις του και ακολούθως είχε μάθει τί είχε γίνει. Υποστήριξε ότι από την ώρα του κτυπήματος δεν μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε και μέχρι και σήμερα έχει πρόβλημα αμνησίας. Ερωτηθείς, σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ισχυρίστηκε ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης είχαν προκύψει από τα όσα είχε διαπιστώσει η Αστυνομία. Ήταν η θέση του ότι είχε επανέλθει η μνήμη του μετά που είχε βγει από το Νοσοκομείο και όταν του είχαν αναφέρει άλλοι πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα, τότε θυμήθηκε, τις λεπτομέρειες σε σχέση με το δυστύχημα. Ανέφερε ότι είχαν επανέλθει οι λεπτομέρειες πριν δώσει κατάθεση. Ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ούτε το είχε δει, αλλά ούτε και το είχε ακούσει. Όπως επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο τον είχε κτυπήσει και δεν θυμάται τίποτε άλλο. Ο ίδιος βρισκόταν στο καφενείο με την ονομασία «Πεντάδρομος», απέναντι από το σημείο που χτυπήθηκε και έπαιζε χαρτιά λόγω του ότι ήταν Αύγουστος και ήταν με άδεια, για τέσσερις πληρωμένες εβδομάδες. Είχε πάει στο καφενείο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, από η ώρα οκτώ ή η ώρα εννέα το βράδυ, αλλά δεν κατανάλωνε ποτό. Όταν είχε σηκωθεί από το καφενείο για να πάει στο σπίτι του, απ' ότι θυμόταν, είχε κοιτάξει δεξιά και αριστερά. Δεξιά του μπορούσε να δει μέχρι τα 45 μέτρα και δεν είχε δει οποιοδήποτε μοτοποδήλατο. Του είχε μείνει μόνο ένα μέτρο για να πατήσει το πεζοδρόμιο και ένιωσε το κτύπημα. Μετά το κτύπημα δεν θυμόταν οτιδήποτε, ούτε θυμόταν πού είχε κτυπηθεί ή αν είχε κτυπηθεί στο πόδι. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε οποιοδήποτε τραύμα στα πόδια του, αλλά ούτε και οποιοδήποτε σημάδι. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι όταν διασταύρωνε το δρόμο ο δρόμος ήταν ολοκάθαρος και αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε μπει μπροστά από το μοτοποδήλατο. Όσον αφορά τον εργοδότη του, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε φορολογική του δήλωση που ν' αφορά τα έτη 2008 και
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 2, υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος 2 τον είχε επισκεφθεί μετά που είχε εξέλθει από το Νοσοκομείο. Ο Εναγόμενος 2 του είχε αναφέρει ότι ο ίδιος είχε στείλει τον Εναγόμενο 1 για να αγοράσει γάλα. Μετά από εκείνη την επίσκεψη δεν τον είχε ξαναεπισκεφθεί. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε εισηγηθεί στον Εναγόμενο 2 οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγομένης 3, παραδέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη ώρα στο δρόμο επικρατεί ησυχία και επίσης παραδέχθηκε ότι υπάρχουν λαμπτήρες της Α.Η.Κ.. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος μπορούσε να δει μέχρι 45 μέτρα. Εξήγησε ότι ο δρόμος, στο συγκεκριμένο σημείο, δεν είναι ίσιος, αλλά είναι λίγο κυκλικός και ελάχιστα κατηφορικός, όμως το κατήφορο δεν εμπόδιζε την ορατότητα. Υποστήριξε ότι είχε ορατότητα στα δεξιά του, παρά το γεγονός ότι στα 20 μέτρα υπήρχαν δέντρα. Όταν του ζήτηθηκε να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο διασταύρωνε το δρόμο, υποστήριξε ότι είχε ξεκινήσει περπατώντας ίσια, μετά είχε πάει λοξά και ακολούθως προσπάθησε να γυρίσει για να βγει στο πεζοδρόμιο, όπως δείχνει και το τόξο Β στο σχεδιαγράφημα. Ήταν η θέση του ότι δεν πήγε ευθεία για να διασταυρώσει με μιας το δρόμο, είχε πάει διαγώνια από το καφενείο, αλλά γύρισε προς τα κάτω για να βγει στο πεζοδρόμιο. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να θυμηθεί αυτά τα πράγματα και ότι του είχαν λεχθεί από τρίτα άτομα όταν είχε βγει από το Νοσοκομείο. Υποστήριξε ότι δεν είχε δει ποτέ το μοτοποδήλατο να έρχεται και επέμενε ότι είχε κοιτάξει προσεκτικά όταν διασταύρωνε το δρόμο δεξιά-αριστερά και μετά μπροστά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε πρόβλημα με την όσφρησή του πριν το δυστύχημα και ισχυρίστηκε ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει την αίσθηση της γεύσης ή της όσφρησης. Προώθησε τη θέση ότι ο εβδομαδιαίος μισθός του ανέρχεται στα €336.78-. Ερωτηθείς ανέφερε ότι μπορεί να είχε αναφέρει στο δικηγόρο του ότι περπατούσε στο πεζοδρόμιο και να το ξέχασε. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Παντελής Παναγιώτου, Μ.Ε.2, ο οποίος διαμένει στην Ξυλοτύμπου και είναι φίλος του Ενάγοντα και γείτονάς του. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι βρίσκονταν μαζί στο καφενείο, το βράδυ της 11/08/2009, στο κέντρο του χωριού, στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Είχαν καθίσει έξω από το καφενείο στο στεγασμένο μέρος και έβλεπαν το δρόμο. Είχαν παραμείνει στο καφενείο από τις 09:00 περίπου μέχρι τις 11:15 με 11:30μ.μ.. Ο Ενάγοντας είχε φύγει πρώτος και στην προσπάθειά του να διασταυρώσει το δρόμο τον είχε κτυπήσει ο νεαρός με το μοτοποδήλατο. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι όπως κατευθυνόταν από διαγώνια προς τα δεξιά ο Εναγόμενος 1 είχε συγκρουστεί απευθείας μαζί του. Υποστήριξε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας κατευθυνόταν από νότια προς τα βόρεια και λίγο πριν ο Ενάγοντας ανεβεί στο πεζοδρόμιο τον είχε κτυπήσει γιατί δεν είχε χρησιμοποιήσει τα φρένα του. Ο ίδιος δεν είχε δει τον μοτοσικλετιστή. Ο Ενάγοντας είχε καθίσει στο πεζοδρόμιο, μετά το κτύπημα και παραπονείτο για ζαλάδες γι' αυτό και τηλεφώνησαν στο ασθενοφόρο των Βάσεων. Ανέφερε ότι στο συγκεκριμένο μέρος υπάρχει αρκετός φωτισμός αφού στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχουν λαμπτήρες της Α.Η.Κ.. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγόμενου 1, τον κ. Λουκαϊδη, ανέφερε ότι είχαν πάει μαζί με τον Ενάγοντα περπατώντας στο καφενείο για να φάνε σουβλάκια. Αρνήθηκε ότι είχαν καταναλώσει αλκοόλ. Παραδέχθηκε ότι υπήρχαν και άλλοι πελάτες στο καφενείο, όμως, ο ίδιος με τον Ενάγοντα καθόντουσαν στο πιο κοντινό τραπέζι προς το δρόμο, εξ ου και ο πρώτος που είδε το δυστύχημα ήταν ο ίδιος. Το μοτοποδήλατο είχε περάσει από μπροστά του και στα είκοσι περίπου μέτρα είχε κτυπήσει τον Ενάγοντα. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που είχε δει το μοτοποδήλατο, όταν χτυπήθηκε ο Ενάγοντας. Όταν κτυπήθηκε ο Ενάγοντας από το μοτοποδήλατο, το ίδιο το μοτοποδήλατο είχε γύρει στο έδαφος. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος είχε δει τη σύγκρουση, αλλά δεν γνώριζε πού είχε χτυπήσει το μοτοποδήλατο τον Ενάγοντα. Παραδέχθηκε, όμως, ότι ήταν ένα μικρό και χαμηλό μοτοποδήλατο. Σε σχέση με τον συγκεκριμένο μάρτυρα, ο συνήγορος του Εναγόμενου 2 είχε υιοθετήσει την αντεξέταση που είχε γίνει από τον συνήγορο του Εναγόμενου
- Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγομένης 3 παραδέχθηκε ότι με τον Ενάγοντα είναι γνωστοί και φίλοι. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ενώ περπατούσε ο Ενάγοντας ο οδηγός του μοτοποδηλάτου του είχε κτυπήσει από πίσω, αυτό γνώριζε ο ίδιος και λεπτομέρειες δεν γνώριζε. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το μοτοποδήλατο ερχόταν από τη δική του δεξιά πλευρά, στην οποία υπήρχε περίπου ορατότητα 25 μέτρα. Το είχε ακούσει, το μοτοποδήλατο, την ώρα που περνούσε από μπροστά του και επέμενε ότι μέχρι να το ακούσει είχε βρεθεί ακριβώς μπροστά του γιατί έτρεχε. Κατά τη δική του γνώμη, στο συγκεκριμένο σημείο οφείλει κάποιος να ελαττώνει ταχύτητα. Παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε κατευθυνθεί διαγώνια για να διασταυρώσει το δρόμο και επέμενε ότι ο Ενάγοντας δεν πρόλαβε να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε χρόνο ν' αντιδράσει και ότι τον είχε χτυπήσει 1 με 1.5 μέτρα από το πεζοδρόμιο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 1569, κ. Αναστάσης Ματθαίου, Μ.Ε.3, ο οποίος μέχρι και σήμερα υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 2, την Αστυνομική Έκθεση που αφορούσε το τροχαίο δυστύχημα το οποίο είχε επισυμβεί στις 11/08/2009 και στο οποίο ενεχόταν ένα αυτοκίνητο και ένας πεζός. Εξήγησε ότι η δική του εμπλοκή αφορούσε τη συμπλήρωση του φακέλου με την επισύναψη των καταθέσεων και του σχεδιαγραφήματος, το οποίο είχε ετοιμάσει ο ίδιος. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι το σχεδιαγράφημα είχε ετοιμαστεί από τον Αστ. Κυριάκου, ο οποίος είχε λάβει τις μετρήσεις στη σκηνή του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Λουκαϊδη, είχε αναφέρει ότι σε τέτοιου είδους δυστυχήματα η απεικόνιση του σχεδιαγραφήματος είναι συμμετρική και όχι επί κλίμακας και οι μετρήσεις φαίνονται στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα. Σε σχέση με το συγκεκριμένο σχεδιαγράφημα, υποστήριξε ότι οι μετρήσεις είχαν γίνει από τον Αστ. Κυριάκου και όχι από τον ίδιο. Όσον αφορά τον αστυνομικό φάκελο, ήταν η θέση του ότι περιλάμβανε κατάθεση από τον ενεχόμενο οδηγό, κατάθεση από τον τραυματία, κατάθεση από τον αυτόπτη μάρτυρα, καθώς επίσης και κατάθεση του αστυνομικού που είχε λάβει τις μετρήσεις, ενώ παράλληλα διευκρίνισε ότι δεν είχε λάβει ο ίδιος τις καταθέσεις. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Γεωργίου, συνήγορο της Εναγομένης 3, ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει πολύ καλά το σημείο στο οποίο είχε επισυμβεί το δυστύχημα αφού συνιστά κεντρικό σημείο εντός της κοινότητας Ξυλοτύμπου. Εξήγησε ότι η πορεία «Α» του σχεδιαγραφήματος καταδεικνύει την πορεία προς τη Λάρνακα και στο συγκεκριμένο σημείο ο δρόμος είναι πλατύς και υπάρχει ελαφριά στροφή από το καφενείο στο σημείο που βρίσκεται το τόξο Α. Η συγκεκριμένη στροφή προς τη Λάρνακα είναι δεξιόστροφη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν περιορίζεται η ορατότητα στο συγκεκριμένο σημείο και όσο πιο δεξιά βρίσκεται κάποιος στο δρόμο τόσο πιο μεγάλη είναι η ορατότητα και προς τα αριστερά είναι ακόμα μεγαλύτερη. Από το σημείο «Χ» προς τη Λάρνακα η ορατότητα εκτείνεται στα 50 μέχρι και 70 μέτρα λόγω της στροφής. Απαντώντας σε ερώτηση υποστήριξε ότι αν το σημείο «Χ» ήταν πιο δεξιά τότε η ορατότητα από την Λάρνακα προς το κέντρο της Ξυλοτύμπου θα ήταν αυξημένη. Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Φωτεινή Λάρκου, Μ.Ε.4, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας-Αμμοχώστου, υπεύθυνη ποινικών υποθέσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είχαν καταχωριστεί δύο ποινικές υποθέσεις σε σχέση με τα γεγονότα αυτά. Η ποινική Υπόθεση Αρ. 5873/09 και η ποινική Υπόθεση Αρ. 6005/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, το κατηγορητήριο που αφορούσε την Υπόθεση Αρ. 5873/09 και ως Τεκμήριο 9 το πρακτικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με ημερομηνία 04/02/2010, το κατηγορητήριο που αφορούσε την Υπόθεση Αρ. 6005/09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, ενώ το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου που αφορούσε τη συγκεκριμένη υπόθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων 1, 2 και
- Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Αστ.299 κ. Κυριάκου, Μ.Ε.5, ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου από το 2008, ενώ προηγουμένως υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου. Ο ίδιος ήταν ο εξεταστής του συγκεκριμένου δυστυχήματος και είχε ετοιμάσει το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το οποίο αναγνώρισε στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε λάβει κατάθεση από τον κ. Σταύρου, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 και τον είχε κατηγορήσει γραπτώς. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, τη γραπτή κατηγορία που του είχε απαγγείλει. Καταθέσεις είχε επίσης λάβει από τον κ. Κώστα Σταύρου, τον κύριο Αντώνη Χατζηγεωργίου και από τον κύριο Παντελή Παναγιώτου, τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήρια 15, 16 και
- Υποστήριξε ότι όταν έφτασε στο χώρο του δυστυχήματος εκεί είχε βρει το μοτοποδήλατο, με αριθμούς εγγραφής ΚΡΗ950, τον κ. Αντώνη Χατζηγεωργίου, τον κ. Παντελή Χατζηπαναγιώτου και τον κ. Ανδρέα Σταύρου. Είχε αναζητήσει προφορική μαρτυρία σε σχέση με το πώς είχε γίνει το δυστύχημα και με βάση τα όσα του είχαν λεχθεί είχε ετοιμάσει το σχεδιαγράφημα και είχε τοποθετήσει τόσο το μοτοποδήλατο καθώς και τον πεζό. Το συγκεκριμένο σχεδιαγράφημα, όμως, δεν είχε υπογραφεί από οποιονδήποτε. Όσον αφορά το μοτοποδήλατο, ο ίδιος δεν το είχε εξετάσει. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 1 υποστήριξε ότι είχε επισκεφθεί τον χώρο του δυστυχήματος γύρω στις 11:30 μ.μ.. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε σημειώσει στο σχεδιάγραμμά του τους ηλεκτρικούς πασσάλους που υπήρχαν στον δρόμο, αλλά είχε μόνο σημειώσει το σημείο «Ο» που ήταν ένας πάσσαλος. Ερωτηθείς για την πορεία «Β» υποστήριξε ότι ο ίδιος την είχε συμπεράνει μετά από υπόδειξη του κου Χατζηγεωργίου και τη μαρτυρία του κου Παναγιώτου. Παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε προσπαθήσει να διασταυρώσει τον δρόμο διαγώνια. Ερωτηθείς αναφορικά με το Τεκμήριο 12, υποστήριξε ότι πράγματι υπάρχουν δύο σημεία «Χ» στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα και επεξήγησε το γεγονός αυτό αναφέροντας ότι είναι μια απλή διόρθωση. Εξήγησε ότι το αρχικό «Χ» που κατέγραψε δεν αντικατόπτριζε τη συμμετρία του δρόμου γι' αυτό και είχε τοποθετήσει νέο «Χ». Υποστήριξε ότι στη σκηνή δεν υπήρχε οποιοδήποτε ίχνος τροχοπέδησης για να μετρηθεί. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας, ο κος Χατζηγεωργίου, παρόλο που ήταν στη σκηνή δεν θυμόταν οτιδήποτε, όμως είχε τις αισθήσεις του και μιλούσε κανονικά. Όμως, δεν ήξερε πού είχε γίνει το δυστύχημα και δεν μπορούσε να υποδείξει οποιοδήποτε σημείο. Το «Χ» είχε υποδειχθεί από τον Εναγόμενο 1 και τον κ. Παντελή. Προφορικά ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι δεν είχε οποιαδήποτε απαίτηση. Οι υπόλοιποι που ήταν εκεί του είχαν αναφέρει πως ο Ενάγοντας είχε κτυπηθεί από μοτοποδήλατο οδηγούμενο από τον κ. Σταύρου. Χρειάστηκε κόπος για να πειστεί ο κος Χατζηγεωργίου να μεταφερθεί με το ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο, όπου και κρατήθηκε για κάποιες μέρες. Παραδέχθηκε ότι τόσο το Τεκμήριο 2, καθώς και το Τεκμήριο 12, είχαν ετοιμαστεί με δικές του ενέργειες. Επίσης, παραδέχθηκε ότι κατά την εξέταση του μοτοποδηλάτου δεν είχε αποκαλυφθεί οποιοδήποτε βούλωμα στο μπροστινό του μέρος ή οποιαδήποτε ζημιά. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγομένης 3 ανέφερε ότι υπηρετεί στην Αστυνομία από το
- Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν είχε ιδιαίτερη εμπειρία στην εξέταση δυστυχημάτων. Εξήγησε ότι το σημείο που είχε γίνει το δυστύχημα είναι πεντάδρομος και συνιστά κεντρικό σημείο της κοινότητας Ξυλοτύμπου. Ερωτηθείς ανέφερε ότι όσα σημεία θεώρησε ο ίδιος αναγκαία τα αποτύπωσε στο σχεδιαγράφημά του. Σε σχέση με το συμμετρικό σχεδιαγράφημα υποστήριξε ότι είχε μεταφέρει μόνο ένα κομμάτι από το πρόχειρο και όχι ολόκληρο. Παραδέχθηκε ότι από το συμμετρικό σχεδιαγράφημα λείπει η καμπύλη του δρόμου και παράλληλα παραδέχθηκε ότι πράγματι η παράλειψή της μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι θα ήταν ασφαλέστερο για τον Ενάγοντα να διασταύρωνε την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου και την Αρχιεπισκόπου Μακαρίου αντί να διασταυρώσει διαγώνια. Δεν είχε, όμως, μετρήσει την απόσταση από το σημείο που ο Ενάγοντας είχε εισέλθει στη διασταύρωση μέχρι το «Χ». Όμως, ισχυρίστηκε ότι η απόσταση διαγώνια είναι μεγαλύτερη από 4.80μ.. Σε σχέση με την ορατότητα υποστήριξε ότι υπήρχαν περίπου 70 μέτρα ορατότητας στην πορεία του μοτοποδηλάτου μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Είχε μετρήσει την ορατότητα με κορδέλα μετρήματος σε μεταγενέστερο χρόνο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα κατατέθηκαν εκ συμφώνου το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε εκδώσει η Εναγομένη 3 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 18, φωτοαντίγραφο του πίνακα που συνόδευε το ασφαλιστήριο έγγραφο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 19, το πιστοποιητικό ασφάλισης το οποίο είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο 20 και η πρόσθετη πράξη η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Η πλευρά των Εναγομένων επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Κατατέθηκε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του Ενάγοντα γραπτή αγόρευση, ενώ οι συνήγοροι των Εναγομένων 1, 2 και 3 επέλεξαν ν' αγορεύσουν προφορικά. Το περιεχόμενο όλων των αγορεύσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτό εκεί όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για τον Ενάγοντα ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσυρση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μάρσαλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, στην οποία καταγράφηκε ότι κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι, (is more probable than not). Αν απέτυχε ν' αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω κι αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, δεν θυμόταν οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος και σύμφωνα με δική του παραδοχή τα όσα ανέφερε του τα είχε αναφέρει ο φίλος του, Παντελής Παναγιώτου, Μ.Ε.2. Παράλληλα, στη δήλωσή του ισχυρίστηκε είχε σύγχυση σκέψεων και ιδεών και προβλήματα μνήμης και παρά το γεγονός αυτό είχε δώσει γραπτή κατάθεση σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ισχυρίστηκε ότι το σημείο σύγκρουσης το είχε τοποθετήσει η Αστυνομία χωρίς οποιαδήποτε αναφορά από μέρους του. Όμως, κατά την αντεξέτασή του προσπάθησε να μεταφέρει μια εικόνα αντιφατική. Δηλαδή ότι μέχρι σήμερα έχει αμνησία αλλά παρά το γεγονός αυτό είχαν επανέλθει οι λεπτομέρειες του δυστυχήματος πριν δώσει κατάθεση και μετά που είχε εξέλθει από το Νοσοκομείο. Χαρακτηριστική η φράση του «Ξαναθυμήθηκα όταν βγήκα από το Νοσοκομείο. Λίγο-λίγο έφερνα το νου μου και μου είπαν πως είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Μου είπε η Αστυνομία και εκείνοι που ήταν εκεί.». Προφανώς είχε επιλεκτική μνήμη η οποία στηριζόταν σε γνώσεις άλλων. Παραδέχθηκε ότι ούτε είχε δει αλλά ούτε και είχε ακούσει το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο. Αυτή η εκδοχή, όμως, αντιβαίνει της λογικής αφού, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, είχε ορατότητα 45 μέτρα και ο δρόμος ήταν καθαρός εκείνη την ώρα το βράδυ. Όμως, ακόμη και να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι δεν το είχε δει, αν είναι δυνατόν να μην είχε δει τα φώτα του μοτοποδηλάτου, ένα μοτοποδήλατο ακούγεται εκείνη την ώρα το βράδυ και λογικά θα το άκουγε. Υποστήριξε ότι είχε ελέγξει το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Πώς θυμόταν ότι είχε ελέγξει αφού δεν θυμόταν; Είναι άξιο απορίας. Η εκδοχή του, ότι όπως κινείτο του είχε χτυπήσει το μοτοποδήλατο, χωρίς να το ακούσει είναι εξωπραγματική αφού, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, ήταν ησυχία, ο δρόμος ήταν πλατύς, ήταν άδειος, υπήρχε επαρκής φωτισμός και το οπτικό του πεδίο ήταν καθαρό προς τα αριστερά από όπου ερχόταν το μοτοποδήλατο. Επίσης αξιοπερίεργο ήταν το γεγονός ότι ενώ τον είχε χτυπήσει από πίσω το μοτοποδήλατο, όπως ήταν ο ισχυρισμός του, δεν τον είχε χτυπήσει στα πόδια αφού παραδέχθηκε ότι δεν είχε τραύμα, αλλά ούτε και σημάδι στα πόδια. Εγείρεται εύλογα το ερώτημα πού χτυπήθηκε αφού κανένας δεν ανέφερε ότι είχε πέσει στο έδαφος. Ο ίδιος δεν ανέφερε τίποτε, ενώ ο φίλος του κ. Παναγιώτου, Μ.Ε.2, απλά ανέφερε ότι είχε κάτσει στο πεζοδρόμιο και ο Αστ. 299 Κυριάκου, Μ.Ε.5, είχε επίσης αναφέρει ότι τον βρήκε να κάθεται στο πεζοδρόμιο και του έλεγε ότι ήταν καλά. Επίσης ερωτηματικά εγείρονται από το γεγονός ότι δεν είχε οποιαδήποτε ζημιά το μοτοποδήλατο ενώ συγκρούστηκε, όπως ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, μαζί του με φόρα. Είναι πραγματικά άξιο απορίας για ένα μικρό μοτοποδήλατο. Σκιές στη μαρτυρία του άφησε ο ισχυρισμός του ότι μπορεί να είπε στον δικηγόρο του ότι περπατούσε στο πεζοδρόμιο και το είχε ξεχάσει. Όσον αφορά την εκδοχή του ότι ο Εναγόμενος 1 είχε μεταβεί στην Ξυλοτύμπου, από το Δάσος Άχνας, για ν' αγοράσει γάλα την βρίσκω παρατραβηγμένη. Η επιλεκτική μνήμη και η τεκμαρτή γνώση δεν μπορούν να βοηθήσουν τον Ενάγοντα στην απόσειση του βάρους απόδειξης. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κ. Παναγιώτου, Μ.Ε.2, γείτονα και φίλου του Ενάγοντα για πολλά χρόνια, εγείρονται διάφορα ερωτήματα τα οποία θολώνουν τη μαρτυρία του. Πώς δεν είχε δει ή ακούσει το μοτοποδήλατο πριν να περάσει από μπροστά του αφού καθόταν στο τραπέζι που έβλεπε το δρόμο, στον οποίο υπήρχε ορατότητα, αφού στα 20 μέτρα χτύπησε τον φίλο του ενώ ο δρόμος ήταν φωτισμένος με λαμπτήρες και ήταν και ησυχία; Πώς γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε συγκρουστεί απευθείας με τον Ενάγοντα, αφού σύμφωνα με τα δικά του λεχθέντα δεν είχε δει τίποτα; Πώς και κανένας από τους άλλους πελάτες που ήταν στο καφενείο δεν είχε δει τίποτα; Κατά την αντεξέταση είχε τροποποιήσει τη θέση του αναφέροντας ότι είχε ακούσει το μοτοποδήλατο μόλις είχε πλησιάσει το καφενείο για ν' αλλάξει την εκδοχή του ξανά και ν' αναφέρει ότι το μοτοποδήλατο ήταν μικρό και δεν έκαμνε θόρυβο. Αν έτσι είχαν τα πράγματα πώς και δεν το άκουσε ο Ενάγοντας όταν τον πλησίαζε; Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν έπεισε και άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι μοναδικός σκοπός της προσέλευσής του στο Δικαστήριο ήταν για να βοηθήσει τον φίλο του και όχι για να βοηθήσει το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Αστ.1569 Ματθαίου, Μ.Ε.3, μπορεί να χαρακτηριστεί τυπική αφού βασιζόταν στα όσα είχε πράξει ο ίδιος, δηλαδή στη συμπλήρωση του φακέλου. Προσπάθησε να εμπλέξει τον εαυτό του αρχικά αναφέροντας ότι ο ίδιος είχε ετοιμάσει το σχέδιο, αλλά, στη συνέχεια, φοβούμενος τις ερωτήσεις ανέφερε ότι οι μετρήσεις επί σκηνής με βάση τις οποίες είχε ετοιμάσει το σχέδιο είχαν γίνει από τον Αστ. 299, κ. Κυριάκου. Η μαρτυρία της κας Λάρκου, Μ.Ε.4, η οποία απλώς κατέθεσε τον ποινικό φάκελο που είχε καταρτιστεί σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα ήταν στην ολότητά της τυπική. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Αστ.299 κ. Κυριάκου, Μ.Ε.5, εξεταστή του δυστυχήματος, δεν ήταν πολύ βοηθητική. Είχε προβεί σε καθορισμό του σημείου σύγκρουσης από ότι του είχε λεχθεί. Προέκυψε, κατά την αντεξέτασή του, ότι η διερεύνηση, στην οποία είχε προβεί, για το δυστύχημα ήταν ελλιπής. Χαρακτηριστικό της προχειρότητας με την οποία είχε εξετάσει το επίδικο δυστύχημα ήταν το γεγονός ότι είχε αρχικά καταγράψει το «Χ» όπως του είχε υποδειχθεί, στο σχεδιαγράφημα, αλλά μετά που προέβη σε μετρήσεις, λόγω του ότι δεν αντικατόπτριζε τη συμμετρία του δρόμου, είχε τοποθετήσει νέο «Χ» στο σχεδιαγράφημα. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτη η θέση του ότι η διόρθωση του «Χ» με βάση τη συμμετρία του δρόμου συνιστούσε απλή διόρθωση. Επίσης, το γεγονός ότι είχε αναζητήσει προφορική μαρτυρία αναφορικά με το πώς είχε γίνει το δυστύχημα αφού κανένας δεν είχε δει ή ακούσει το μοτοποδήλατο επίσης ρίπτει σκιά στα ευρήματά του και τις μετρήσεις του. Η παραδοχή του ότι από το σχεδιαγράφημα λείπει η καμπή του δρόμου και ότι μια καμπή στο δρόμο μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα, αποδυναμώνει εντελώς σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα που διαπιστώθηκαν από τη μαρτυρία του. Σίγουρα οι ελλείψεις στη διερεύνηση του δυστυχήματος καθιστούν τη μαρτυρία του ακροσφαλή σε σημείο που το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί πάνω σε αυτή έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Λόγω της αντιφατικής μαρτυρίας που προσκόμισε η πλευρά του Ενάγοντα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το πώς είχε γίνει το δυστύχημα. Προφανώς, κανένας δεν γνώριζε και κανένας δεν είχε δει ή ακούσει τίποτα. Το μόνο που είχαν δει ήταν τον Ενάγοντα να κάθεται στο πεζοδρόμιο. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μια και μόνο εκδοχή, οπότε και η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι πιο δύσκολο και πιο λεπτό εγχείρημα από το σύνηθες. Σκοπός αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας είναι για προβεί το Δικαστήριο σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένα να εξεταστεί στη συνέχεια αν αυτός που έχει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138, η οποία υιοθετήθηκε πρόσφατα στην Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ΛΤΔ ν.
- Μιχάλη Ματσούκα
- Χαράλαμπου Ματσούκα, ECLI:CY:AD:2014:A460, Πολ. Εφ. 91/10, ημερ. 03/07/2014, στην οποία κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχου τέτοια κενά στη μαρτυρία που αποτρέπουν το Δικαστήριο από το να την αποδεχθεί, βλ. RKB Leathergoods Ltd ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ., 1071, στη σελ. 1083. Συνεπακόλουθα, ο Ενάγοντας με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν απέσεισε το νομικό βάρος που έφερε στο αναγκαίο επίπεδο σύμφωνα με το σκεπτικό της Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω). Ακόμα και τα τραύματα του Ενάγοντα ήταν άσχετα με το χτύπημά του, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν αποκαλύφθηκε πώς έγινε αφού το μοτοποδήλατο ήταν άθικτο και ο ίδιος δεν είχε χτύπημα ή γδάρσιμο στα πόδια, αλλά ούτε και είχε πέσει στο έδαφος. Επρόκειτο για ένα μικρό μοτοποδήλατο τύπου σκούτερ, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στο Δικαστήριο. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης είναι η απόρριψη της αγωγής. Όσον αφορά την επίκληση του δόγματος «res ipsa loquitur» από τον Ενάγοντα, παραπέμπω και στην υπόθεση Φιλίππου κ.ά. ν. Τσολάκη κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ., 1188, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Η επίκληση του κανόνα μπορεί να γίνει εφόσον το γεγονός ή τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου (βλ.Αθανασίου και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) και οι δικογραφούμενοι ισχυρισμοί και ή τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί υποδεικνύουν ότι το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του εναγόμενου. Όπως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (GB)Ltd
(1971)3 All E.R. 822 στην οποία δεν είχε γίνει ρητή επίκληση του κανόνα στα σχετικά δικόγραφα.» (Βλ. επίσης Παναγιώτης Παρλάτα ν. Στέλλας Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολ. Εφ 387/09, ημερ. 21/05/2014.) Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανόνας δύσκολα εφαρμόζεται σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων, βλ. Savvides v. Mesaritis
(1985)1 C.L.R. 261 και Μιλτιάδους ν. Καϊάφα
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Οι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή του επεξηγούνται στο σύγγραμμα Charlesworth on Negligence, 5η έκδοση, παράγραφος 985 και Charesworth on Negligence, 12η έκδοση, παράγραφος 6-
- Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι εφαρμογή του κανόνα «res ipsa loquitur» δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1278. Οπόταν, στην υπό κρίση περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφού έγινε επίκληση της αμέλειας του Εναγόμενου 1 και κατεγράφησαν και οι λεπτομέρειες της. Έχοντας απορρίψει την αγωγή για τους λόγους που παρατέθηκαν θα πραγματευτώ το θέμα της ευθύνης στην περίπτωση που το πιο πάνω εύρημα ανατραπεί κατ' έφεση. Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. . ...» Στην Baker v. Willoughby [1970] AC 467 είχαν αναφερθεί από το Lord Reid τα ακόλουθα σε σχέση με την ευθύνη πεζού: "A pedestrian has to look to both sides as well as forward. He is going at perhaps 3mph and at that speed he is rarely a danger to anyone else. The motorist has not got to look sideways although he may have to observe over a wide angle ahead; and if he is going at a considerable speed he must not relax his observation, for the consequences may be disastrous. And it sometimes happens, although I do not say in this case, that he sees that the pedestrian is not looking his way and takes a chance that the pedestrian will not stop and that he can safely pass behind him. In my opinion it is quite possible that the motorist may be very much more to blame than the pedestrian." Σε μετάφραση: "Ένας πεζός ο οποίος θα διασταυρώσει δρόμο, πρέπει να κοιτάξει και προς τις δύο πλευρές του δρόμου, καθώς επίσης και μπροστά του. Η ταχύτητά του είναι ίσως 3 μ.α.ω. και με αυτή την ταχύτητα σπάνια αποτελεί κίνδυνο σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ο αυτοκινητιστής δεν οφείλει να κοιτάξει πλευρικά, αν και η παρατηρητικότητά του πρέπει να εκτείνεται ευρυγώνια μπροστά του. Εάν δε κινείται με μεγάλη ταχύτητα, δεν πρέπει να εφησυχάζει ως προς την παρατηρητικότητά του, καθότι οι επιπτώσεις μπορεί να είναι καταστροφικές. Κάποτε δε, συμβαίνει, και δε λέγω ότι συνέβη σ΄ αυτή την περίπτωση, ο αυτοκινητιστής να δει ότι ο πεζός δεν κοιτάζει προς τη μεριά του, και το διακινδυνεύει ότι ο πεζός δε θα σταματήσει, οπότε θα περάσει με ασφάλεια από πίσω του. Κατά τη γνώμη μου είναι αρκετά πιθανό ότι ο αυτοκινητιστής μπορεί πολύ περισσότερο να ευθύνεται παρά ο πεζός.» Στην υπόθεση Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1Α Α.Α.Δ. 50, υποδείχθηκε ότι ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον ενάγοντα πεζό που κτυπήθηκε ενώ διασταύρωνε το δρόμο από αυτοκίνητο, συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του ενάγοντα πεζού, ως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, είναι ότι πρέπει να φανεί ότι ο πεζός επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από τον μέσο λογικό άνθρωπο που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης. Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Jamal Ismail v.
- Μιχαήλ Αντωνίου
- Χριστάκης Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολ. Εφ. 333/09, ημερ. 12/02/2014, στην οποία καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Πρώτα θα πρέπει να υπενθυμίσουμε γι' ακόμη μια φορά ότι το δικαίωμα του πεζού στη χρήση δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού μηχανοκινήτου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής που αναμένεται από πεζό όταν διασταυρώνει για τη δική του ασφάλεια είναι αυτή του μέσου λογικού ανθρώπου. Βαρύνεται με την υποχρέωση να κινείται με την συνεχή προσοχή του στραμμένη στο δρόμο. (Βλ. Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1 Α.Α.Δ. 50, Κυριάκου ν. Φινοπούλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1950, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218).» Διαφαίνεται, στην υπό κρίση υπόθεση πως ο πεζός Ενάγοντας δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή που αναμενόταν από τον μέσο λογικό άνθρωπο για τη δική του ασφάλεια. Ειδικότερα ότι ο Ενάγοντας, εφόσον βρισκόταν ήδη προς το τέλος του εγχειρήματος διασταύρωσης, λογικά θα έπρεπε να είχε ακούσει το θόρυβο του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 και όφειλε να πάρει κάποια μέτρα ασφαλείας όπως ν' ανεβεί άμεσα στο πεζοδρόμιο. Κατ' αρχήν, δεν κινήθηκε πάνω στο πεζοδρόμιο έγκαιρα και δεν έλεγξε αν ήταν ασφαλές να διασταυρώσει διαγώνια καθιστώντας μεγαλύτερη την απόφαση που είχε να διανύσει. Με βάση, συνεπώς, τα πιο πάνω κρίνεται ότι το Δικαστήριο θα νομιμοποιείτο να επιρρίψει ευθύνη στον Ενάγοντα-πεζό, ο οποίος μπορούσε ν' αποφύγει τη σύγκρουση ανεβαίνοντας στο πεζοδρόμιο, αλλά και επειδή συνέτεινε στη σύγκρουση κινούμενος διαγώνια στο δρόμο με αποτέλεσμα να μην είναι η πορεία του προβλέψιμη για κάποιον που χρησιμοποιούσε τον δρόμο εκείνη την ώρα της νύχτας. Ο Ενάγοντας είχε αγνοήσει τον κίνδυνο για την ασφάλεια του διασταυρώνοντας τον δρόμο με τον τρόπο που είχε διασταυρώσει. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου και Χριστάκης Αντωνίου, (ανωτέρω) : «Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, «Ο καταμερισμός ευθύνης αποτελεί έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το ποιος θα ήταν ο καταμερισμός στον οποίο εμείς θα προβαίναμε δεν είναι το ζητούμενο. Όπως ανέφερε ο δικαστής Wright στην British Fame (Owners) v. Macgregor (Owners)
(1943)A.C. 197 (στη σελ. 201) σχετικά με τον καταμερισμό: «It involves an individual choice or discretion, as to which there may well be differences of opinion by different minds."». Των πιο πάνω καταγραφέντων θα επιμέριζα την ευθύνη, στην περίπτωση που αποδεχόμουν τη μαρτυρία του Ενάγοντα, στο 50% για τον Ενάγοντα και 50% για τον Εναγόμενο 1, αφού ο Εναγόμενος 1, πρώτον, δεν είχε δει καθόλου το μοτοποδήλατο και, δεύτερον, δεν εκτίμησε σωστά τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργειά του να διασταυρώσει το δρόμο την δεδομένη στιγμή διαγώνια. Το εγχείρημά του, υπό τις περιστάσεις, συνιστά σοβαρή αμέλεια, η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στην πρόκληση του δυστυχήματος. Οι απώλειες του Ενάγοντα ανάγονται στην απώλεια μισθού δύο
(2)μηνών, ήταν με άδεια ασθενείας από 11/08/2009 μέχρι 15/11/2009, πλην όμως για δύο
(2)εβδομάδες είχε πληρωθεί αφού βρισκόταν με άδεια, οπόταν, η απώλειά του ήταν δηλαδή €336.78- × 8 βδομάδες μειωμένο κατά 50%. Αυτό θα του απέδιδα ως ειδικές αποζημιώσεις. Σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις δεν τέθηκε οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία σε σχέση με τη σημερινή του κατάσταση. Από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε η μόνη διαπίστωση που θα μπορούσε να γίνει είναι ότι ο Ενάγοντας είχε ταλαιπωρηθεί από τις 12/08/2009 μέχρι και τις 22/02/2010, ήτοι για έξι
(6)μήνες και γι' αυτή την ταλαιπωρία του θα του απέδιδα το ποσό των €15.000- μειωμένο κατά 50%. Ερχόμενη στον ισχυρισμό για αμέλεια του ιδιοκτήτη του μοτοποδηλάτου, Εναγόμενου 2, να επιτρέψει στον Εναγόμενο 1 να οδηγεί το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο χωρίς άδεια και ασφάλεια. Αναφορικά με την πράξη του ιδιοκτήτη οχήματος, ο οποίος επιτρέπει ή ανέχεται μια τέτοια οδήγηση από άλλο πρόσωπο, για σκοπούς στοιχειοθέτησης αστικής ευθύνης και για την κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν λόγω της αμέλειας του προσώπου που το χρησιμοποίησε, στο σύγγραμμα Clerk & Lindesell on Torts, 12η έκδ., παράγραφος 1408, στη σελίδα 742, αναφέρονται τα εξής: « Rather exceptionally, however the owner of a car who allows it to be driven by an uninsured driver, contrary to the Road Traffic Act, 1930, is liable to be sued by a person whom the driver negligently injures.» Το πιο πάνω σύγγραμμα παραπέμπει στην υπόθεση Monk v. Warbey
(1935)1 K.B. 75, στην οποία τίθενται και οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας διεκδίκησης. Η άρνηση του Εναγόμενου 2 ότι έδωσε τη συγκατάθεσή του στον Εναγόμενο 1 να οδηγήσει το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο επέβαλε την υποχρέωση στον Ενάγοντα να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία σχετική με τις συνθήκες τις οποίες το μοτοποδήλατο λήφθηκε και οδηγήθηκε από τον Εναγόμενο
- Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. Η παραδοχή του Εναγόμενου 2 στην ποινική υπόθεση από μόνη της δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση του Ενάγοντα, καθότι δεν μπορεί να στηρίξει εύρημα κάτω από ποιες συνθήκες το μοτοποδήλατο είχε ληφθεί και οδηγηθεί από τον Εναγόμενο
- Η καταδίκη του Εναγόμενου 2, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, στην κατηγορία για μη ασφαλή φύλαξη του μοτοποδηλάτου του, η οποία είχε ως συνέπεια να ληφθεί και να οδηγηθεί από τον Εναγόμενο 1, δεν μπορεί να στηρίξει εύρημα για την ύπαρξη συγκατάθεσης ή εξουσιοδότησης ή άδειας από μέρους του για να το οδηγήσει ο Εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην υπόθεση Μαίττας ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1, το εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία απέρριψε την αγωγή εναντίον του εφεσιβλήτου 2 απαλλάσσοντάς τον οποιασδήποτε εκ προστήσεως ευθύνη. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Ο εφεσίβλητος 2 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέττας που οδηγούσε ο αδελφός του, εφεσίβλητος 1 και στην οποία επέβαινε ο εφεσείων. Το Δικαστήριο είχε ενώπιον του την μαρτυρία των εφεσιβλήτων 1 και 2 την οποία θεώρησε ορθή και αληθή. Από την μαρτυρία αυτή το μόνο συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί είναι αυτό στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο. Ότι ο εφεσίβλητος 1 οδηγούσε τη μοτοσυκλέττα χωρίς την συγκατάθεση του εφεσίβλητου 2 κατά συνέπεια δεν ήταν δυνατό να υποστηριχθεί οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Ορθά κατά συνέπεια το Δικαστήριο απάλλαξε τον εφεσίβλητο 2 οποιασδήποτε εκ προστήσεως ευθύνη». Συνεπακόλουθα και στην περίπτωση που θα μπορούσε ακόμη να στηριχθεί εύρημα ότι το μοτοποδήλατο του Εναγόμενου 2 είχε ληφθεί και είχε οδηγηθεί από τον Εναγόμενο 1, χωρίς όμως την συγκατάθεσή του, αυτό από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει στον καταλογισμό ευθύνης στον Εναγόμενο 2, όπως η ευθύνη αυτή πηγάζει από τον νόμο και τα νομολογηθέντα. Αυτό σφραγίζει και την τύχη της αγωγής εναντίον της Εναγομένης Εταιρείας 3. Καταλήγω, λοιπόν, ότι η αγωγή θα πρέπει ν' απορριφθεί για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγομένων 1, 2 και 3, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο