← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής 2784/10, 11/5/2015

ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής 2784/10, 11/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2784/10 Μεταξύ:

  1. ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα
  2. ΕΛΕΝΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα
  3. ΜΑΙΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγόντων -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ "ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λάρνακα Εναγομένων --------- Αίτημα ημερ. 07/05/2015 για εξαίρεση δικαστή Ημερομηνία: 11 Μαΐου,
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Λουκαίδης για Α. Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Πέτρου για Α. Μαθηκολώνη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την γραπτή επιστολή, ημερομηνίας 07/05/2015, οι Εναγόμενοι αιτήθηκαν την εξαίρεσή μου από την εκδίκαση της αίτησης αναστολής εκτέλεσης του writ κινητών που είχε εκδοθεί δυνάμει απόφασης η οποία δεν είχε εφεσιβληθεί. Κατά την υποβολή της επιστολής το Δικαστήριο ζήτησε από τον συνήγορο κ. Λουκαϊδη ν' αγορεύσει, αλλά αυτός ανέφερε ότι όλα όσα έχει να πει έχουν καταγραφεί. Η πλευρά των Εναγόντων ήταν παρούσα αλλά αγνοούσε το συγκεκριμένο διάβημα. Στην επιστολή που παραδόθηκε στο Δικαστήριο οι λόγοι που παρατίθενται για εξαίρεσή μου αφορούν στο γεγονός ότι το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους-Αιτητές στην υπό κρίση υπόθεση «δεν έχει παρουσιάσει σχεδόν καμία επιτυχία σε υπόθεση ενώπιον σας», καθώς επίσης και για το γεγονός ότι στις 27/04/2015, που ήταν ορισμένη η αίτηση για αναστολή του writ κινητών, το Δικαστήριο είχε αναφέρει ότι «οι Ενάγοντες εστερούντο τους καρπούς της επιτυχίας τους». Είναι σαφώς δύσκολο και ψυχοφθόρο να καλείται ένας Δικαστής ν' αποφαίνεται για την αμεροληψία του, η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ, για την άσκηση του λειτουργήματός του. Ιδιαίτερα όταν προβάλλονται γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Από τη μια θα πρέπει να ισοζυγίσει την επιτέλεση του καθήκοντός του και ν' αρνηθεί να ενδώσει στην επιλογή του Δικαστή από οποιονδήποτε διάδικο και, από την άλλη, θα πρέπει, σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας, ν' αυτοεξαιρείται για να φαίνεται ότι η δικαιοσύνη δεν απονέμεται μόνο, αλλά και φαίνεται ότι απονέμεται. Θα πρέπει να γίνει αναφορά στα γεγονότα προτού το Δικαστήριο απαντήσει στο «αίτημα», αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, του δικηγόρου των Εναγομένων. Το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη υπόθεση είχε εκδώσει απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης Τράπεζας στις 26/09/2014 με την οποία διατασσόταν η Εναγόμενη Τράπεζα να επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό των €64,995.83-, το οποίο οι Ενάγοντες της είχαν καταβάλλει ως διοικητικά έξοδα για την πρόωρη εξόφληση του δανείου που είχαν λάβει. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Προφανώς, λόγω του ότι δεν τους είχε καταβληθεί το συγκεκριμένο ποσό της απόφασης, προς εκτέλεσή της οι Ενάγοντες εξέδωσαν writ κινητών. Οι Εναγόμενοι, αντέδρασαν, και με μονομερή αίτηση κατάφεραν να επιτύχουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για ακύρωση του εκδοθέντος writ κινητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης για ακύρωση του writ κινητών το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της απόφασης εκείνης. Ακολούθησε μονομερής αίτηση από τους Εναγόμενους με την οποία ζητείτο και πάλι αναστολή εκτέλεσης του writ κινητών, υπενθυμίζεται ότι η κυρίως απόφαση δεν είχε εφεσιβληθεί, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για ακύρωση του writ κινητών. Το Δικαστήριο, παρά την επιμονή του Δικηγόρου των Εναγόντων-Αιτητών, ο οποίος υποστήριζε ότι οι πελάτες του θα ζημιώνονταν σε μεγάλο βαθμό στην περίπτωση που δεν εκδίδετο το διάταγμα μονομερώς, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια έδωσε οδηγίες για την επίδοση της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης του writ κινητών. Αυτά ήταν τα δεδομένα τα οποία οδήγησαν τον δικηγόρο των Εναγομένων να ζητήσει την εξαίρεση του Δικαστηρίου από την εκδίκαση της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης του writ κινητών. Το ερώτημα της εξαίρεσης ενός Δικαστή έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων (ίδε Hadjicosta ν. Anastasiadis

(1982)1 C.L.R. 296, Kritiotis ν. Municipality of Paphos
(1983)3 C.L.R. 1460 και στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268) όπου τονίστηκε ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται και ότι Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Τονίζεται ότι, είναι πάγια νομολογημένο, ότι το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, ο Δικαστής Στυλιανίδης, με αναφορά στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου και τόνισε ότι: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Στην υπόθεση Delcourt
(1970)Series "A", No. 11, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβούλιου της Ευρώπης τόνισε ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία το δικαίωμα της ανεπηρέαστης απονομής της δικαιοσύνης από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο είναι υψίστης σπουδαιότητας. Ο τρόπος, όμως, εφαρμογής της αρχής αυτής εξαρτάται από τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε διαδικασίας. Στην υπόθεση Piersack, Series "A", No. 53, το ίδιο Δικαστήριο είπε ότι σε μια δημοκρατική πολιτεία ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να εμπνέει εμπιστοσύνη στο κοινό.» Η γνώμη ενός διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένα Δικαστήριο ή ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος είναι σημαντική, αλλά όχι αποφασιστική. Το βασικό ερώτημα είναι αν η αμφιβολία για τη μη ύπαρξη αμεροληψίας είναι «υποκειμενικά δικαιολογημένη», βλ. Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 837,
  1. Βλ. επίσης D J Harris the Law of European Convention on Human Rights στις σελίδες 234-
  2. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κώστας Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 25/2011, ημερομηνίας 29/03/2013, η οποία υιοθέτησε την αρχή που διατυπώθηκε στην Helow (AP) v. Secretary of State and another
(2008)UKHL 62, η ύπαρξη προκατάληψης και μάλιστα φαινομενικής για την οποία προβάλλεται παράπονο, πρέπει να έχει έρεισμα σε αντικειμενικά στοιχεία. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατό να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο. Όπως έχει διατυπωθεί και στην υπόθεση του Coeme and Others v. Belgium (judgment of 22 June 2000), Application No. 32492/96, απόφαση Ε.Δ.Α.Δ. στην παράγραφο 121: «In deciding whether there is a legitimate reason to fear that a court lacks independence or impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive (see, mutatis mutandis, the Hauschildt judgment . .». Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. σελ. 551, όπου στη σελ. 578 το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσθεσε τα εξής: «Στην υπόθεση Saraiva de Carvalho v. Portugal (judgment of 22 April 1994, Series A No. 286-B p.38, paragraph 33), λέχθηκε ότι η διαπίστωση της αμεροληψίας υπόκειται σε ένα υποκειμενικό έλεγχο στη βάση της προσωπικής πεποίθησης του εκδικάζοντος Δικαστή και σε ένα αντικειμενικό έλεγχο που έγκειται στην παροχή επαρκών εγγυήσεων για την απόσβηση οποιασδήποτε νόμιμης αμφιβολίας ως προς τούτο.» Έχει πια εδραιωθεί στη συνείδηση όλων ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως από νόμιμο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Η βασική αυτή αρχή κατοχυρώνεται τόσο στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, όσο και στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 761 σελ. 766). Από την άλλη, όμως, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους η επιλογή Δικαστή. Οι Δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσής τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο γιατί αλλιώς θα οδηγούμασταν στο επικίνδυνο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το Δικαστή που θα τον δικάσει ζητώντας την εξαίρεση δικαστή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Ναθαναήλ στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω): «Έχει πια εγκαθιδρυθεί στη συνείδηση όλων, σε σημείο που να μη χρειάζεται καν αναφορά σε νομικές αυθεντίες, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως από νόμιμο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Η βασική αυτή αρχή κατοχυρώνεται τόσο στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, όσο και στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσής τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο, γιατί αλλιώς θα φτάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο, όπως επισημαίνεται και στις υποθέσεις Piersack ν. Belgium[1982] 5 EHRR 169, De Cubber ν. Belgium [1984] 7 EHRR 236 και Hauschildt v.Denmark [1989] 12 EHRR 266, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.» Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, η ευαισθησία του Δικαστή, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Αίτηση Φίλιππου Χ"Μάμα
(2007)1 (Β) 689). Αναφορά μπορεί να γίνει στην πρόσφατη απόφαση στην Πολ. ECLI:CY:AD:2015:D101, Αίτηση 24/15, ημερ. 12/02/2015, του Δικαστή κ. Ερωτοκρίτου, που αφορούσε πανομοιότυπο θέμα, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ορθά αναφέρθηκε στην υπόθεση Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 279, οι δικαστές και οι δικηγόροι «είναι πεπαιδευμένοι και έμπειροι επαγγελματίες» και γνωρίζουν πολύ καλά πώς να αποστασιοποιούνται από τέτοιου είδους παράπονα και να παραμένουν απερίσπαστοι στο καθήκον τους. Διαφορετική προσέγγιση θα ήταν ολέθρια για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης.» Στην παρούσα περίπτωση η αναφορά του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι θ' αποστερούντο οι Ενάγοντες των καρπών της επιτυχίας τους βασιζόταν στην επιμονή του δικηγόρου των Εναγομένων-Αιτητών ότι τα συμφέροντα των πελατών του, της Τράπεζας, θα πληγούν ανεπανόρθωτα αν εκτελεστεί το writ κινητών και αυτό παρά το γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει εφεσιβληθεί. Επίσης, η επίκληση του γεγονότος ότι οι υποθέσεις που παρουσιάζει το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο δεν έχουν επιτυχή κατάληξη ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα του σύνθεση, εκτός του ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν συνιστά λόγο για εξαίρεση οποιουδήποτε δικαστή από οποιαδήποτε υπόθεση τίθεται ενώπιόν του. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ο νομοθέτης έχει προβλέψει τη διαδικασία της έφεσης ακριβώς για να ελέγχεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκεί που ο αποτυχών διάδικος νοιώθει αδικημένος. Το γεγονός ότι ένα δικηγορικό γραφείο έχει πιο πολλές αποτυχίες παρά επιτυχίες ενώπιον ενός Δικαστού σίγουρα δεν συνιστά λόγο για εξαίρεσή του. Η πλευρά των Εναγομένων-Αιτητών φαίνεται να λησμονεί ότι η έκδοση μονομερών διαταγμάτων δίδεται κατ' εξαίρεση και όχι κατά κανόνα. Με την συγκεκριμένη στάση του, την οποία επικαλείται ο συνήγορος των Εναγομένων-Αιτητών, το Δικαστήριο δεν νομίζω να έδωσε την εντύπωση, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι η πλευρά των Εναγόντων ήταν απούσα κατά την εξέταση της μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 24/04/2015, αφού το διάταγμα είχε ζητηθεί μονομερώς, σε οποιοδήποτε εχέφρονα και καλά πληροφορημένο τρίτο ότι δεν τήρησε το υψηλό επίπεδο αμεροληψίας που αναμένεται σε κάθε περίπτωση από τους Δικαστές. Τυχόν εξαίρεσή μου, όμως, για τους λόγους που εισηγείται ο δικηγόρος, που δεν κρίνω βάσιμους και ούτε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, θα ισοδυναμούσε με άρνησή μου να εκτελέσω το δικαστικό μου καθήκον. Το δικαστικό μου καθήκον επιβάλλει όπως παραμείνω και συνεχίσω την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου, η «αίτηση» απορρίπτεται. Σημειώνεται ξανά ότι το συγκεκριμένο αίτημα δεν είχε υποβληθεί υπό μορφή αίτησης, αλλά υπό μορφή επιστολής χωρίς να κοινοποιηθεί στην άλλη πλευρά, η οποία όμως ήταν παρούσα την ημέρα που παραδόθηκε η συγκεκριμένη επιστολή προς το Δικαστήριο και δεν συναίνεσε στο αίτημα. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.