Άριστος Χριστοδούλου κ.α. ν. Άδωνις Αγγελίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2584/2014, 19/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A126 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2584/2014 Μεταξύ:
- Άριστος Χριστοδούλου
- Σταύρη Χριστοδούλου Εναγόντων / Αιτητών και
- Άδωνις Αγγελίδης
- Πανίκος Καδής
- Λευτέρης Χατζηιωάννου
- Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης
- C.A. GROUP FITNESS LTD Εναγομένων / Καθ΄ων η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες / αιτητές: Οι κ.κ. Γιώργος και Νικόλας Κουκούνης για Γιώργος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε. (τον χειρισμό της υπόθεσης είχε ο κ. Νικόλας Κουκούνης). Για τους εναγόμενους 1 και 2 / καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 3 / καθ΄ου η αίτηση: Ο κ. Αυγουστίνος Τσάρκατζιης για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους 4 και 5 καθ΄ων η αίτηση καμιά εμφάνιση Ενδιάμεση Απόφαση (σε αίτηση με ημερομηνία 29.10.2014 με την οποία εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα και κατά πόσο θα εξακολουθήσουν να ισχύουν ως αυτά εκδόθηκαν) Θα προσπαθήσω με περιεκτικό τρόπο να περιγράψω στη συνέχεια τι είναι που κατ΄ ισχυρισμό των εναγόντων προκάλεσε την παρούσα αντιδικία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1,2 και 3, η οποία ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Ο.2,1) και ταυτόχρονα αίτησης για έκδοσης διαφόρων μορφών προσωρινών διαταγμάτων και τι είναι που προβάλλουν οι εναγόμενοι καθ΄ων η αίτηση 1,2 και 3 προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγόντων - αιτητών προβάλλοντας ένσταση στο να συνεχίσουν να ισχύουν τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα. Οι ενάγοντες - αιτητές την 29.10.2014 καταχώρησαν γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2,1), με το οποίο αξιώνουν από τους εναγόμενους καθ΄ων η αίτηση διάφορα αναγνωριστικής φύσης διατάγματα και αποζημιώσεις για κατ΄ισχυρισμό τους καταχωρηθέντα άκυρα και άνευ οιασδήποτε νομικής ισχύος έγγραφα και δηλώσεις στον Έφορο Εταιρειών με ημερομηνίες 9.10.2014 - 16.10.2014 τα οποία αφορούν την εναγόμενη 5 εταιρεία και τα οποία δεν δημιούργησαν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και τα οποία να μη δεσμεύουν με οποιονδήποτε τρόπο τους ενάγοντες ή την εναγόμενη 5, ούτε τον εναγόμενο 4 Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, καθώς είναι προϊόν πλαστογραφίας ή δόλου ή απάτης ή συνομωσίας ή συμπαιγνίας ή εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης ή αθέμιτης επιρροής ή πράξεων που έχουν προβεί οι εναγόμενοι 1 και 2 σε βάρος τους ή προς εξαπάτηση τους ή του εναγόμενου 4 ή και της εναγόμενης εταιρείας
- Ως εκ των άνω ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι οι αλλαγές που διενεργήθηκαν με βάση αυτά τα έγγραφα ή αυτές τις δηλώσεις στα σχετικά μητρώα ή αρχεία που τηρεί ο εναγόμενος 4 Έφορος Εταιρειών σε έντυπη, ηλεκτρονική, διαδικτυακή ή οποιαδήποτε άλλη μορφή, περιλαμβανομένου του φακέλου που τηρείται και αφορά την εναγόμενη 5 διενεργήθηκαν παράνομα. Γίνεται συγκεκριμένη αναφορά των εγγράφων αυτών και τις αλλαγές που καταχωρήθηκαν με αυτά στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Πέραν των πιο πάνω, και με έρεισμα ακριβώς αυτά, επιζητούνται διάφορα άλλα διατάγματα προστακτικής ή αναγνωριστικής φύσης με τα οποία να διατάσσεται η προ των πιο πάνω πράξεων, ενεργειών, αποφάσεων συνελεύσεων της εναγόμενης 5 εταιρείας και σύνταξης και υπογραφής εγγράφων από εμπλεκόμενους σε αυτή και που αφορούσαν την μεταβίβαση μετοχών και ή την αλλαγή αξιωματούχων της εναγόμενης 5 ή της Γραμματέως αυτής όπως ακυρωθούν και διαγραφούν και αποκατασταθούν οι ενάγοντες στην προ των πιο πάνω πράξεων ή ενεργειών ιδιότητα τους. Όπως προανέφερα, οι ενάγοντες καταχώρησαν ταυτόχρονα αίτηση για έκδοση διαφόρων μορφών προσωρινών διαταγμάτων η οποία ορίστηκε την επόμενη ημέρα την 30.10.2014 και πέτυχαν την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση τους. Τα ως άνω διατάγματα ορίστηκαν προς αναθεώρηση την 10.11.2015 οπότε και προσέκρουσαν στην ένσταση των εναγόμενων - καθ΄ών η αίτηση. Παρέμειναν έκτοτε και σε κάθε αναβολή της αίτησης σε ισχύ μέχρι και την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην επίδικη αίτηση για την οποία καταχωρήθηκαν στην συνέχεια ειδοποιήσεις περί πρόθεσης των εναγομένων 1 και 2 και ξεχωριστά από τον εναγόμενο 3 να ενστούν, στις οποίες προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης τους οποίους υποστηρίζουν με τις ένορκες δηλώσεις τους στις οποίες προβάλλουν σειρά ισχυρισμών με τους οποίους αρνούνται πλείστους όσους από αυτούς που προβάλλει ο αιτητής τους οποίους απορρίπτουν και εκθέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως τους φέρονται ότι αποδέχονται κάποια από τα διατάγματα, κάποια από αυτά διαφοροποιούμενα για να μη παραβλαφθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα της εναγόμενης 5 διασφαλίζοντας ταυτόχρονα και τα δικά τους συμφέροντα και άλλα να απορρίπτουν παντελώς αν και στις ένορκες δηλώσεις τους ζητούν την απόρριψη του συνόλου των εκδοθέντων διαταγμάτων και τον εναγόμενο 3 να επιμένει στην ακύρωση όλων των προσωρινά εκδοθέντων διαταγμάτων. Στη συνέχεια η πλευρά των εναγόντων - αιτητών με σχετική αίτηση τους πέτυχαν μερικώς και εξασφάλισαν διάταγμα όπως καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπως και έγινε την 16.03.2015 με την καταχώρηση της συμμορφούμενη με σχετική άδεια που της παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο. Παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε στη συνέχεια από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων για διευθέτηση της υπόθεσης ή έστω την αποδοχή κάποιας προσωρινής κατάστασης, όπως ανέφεραν στο Δικαστήριο, εντούτοις αυτές απέβησαν άκαρπες και έτσι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με άδεια του δικαστηρίου στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων και προφορικών διευκρινήσεων, για κάποιες επιμέρους πτυχές, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Σε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης όπως και σε σημεία των εμπεριστατωμένων εισηγήσεων τους θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο στην ανάλυση που θα ακολουθήσει στη συνέχεια. Οι εναγόμενοι 4 και 5 επέλεξαν όπως μη εμφανιστούν και ως εκ τούτου τα διατάγματα που τους αφορούν έχουν καταστεί απόλυτα. Σημειώνω περαιτέρω ότι την 3.03.2015 καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων η έκθεση απαιτήσεως των εναντίον των εναγομένων. Η απόφαση αυτή αφορά το κατά πόσο θα οριστικοποιηθούν ή όχι τα εν λόγω εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό τη προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημα του για την παροχή θεραπείας (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1453). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύτηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το Άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (βλέπε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστυκών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates (ανωτέρω), National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises SA
(1989)1 A.A.Δ. 182, Zεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Vuitton v. Dermosak Limited κ.α. (ανωτέρω), αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco,
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland,
(1997)1 (G) A.A.Δ. 1791, Akis Express ν. Aris Expres,
(1998)(1A) Α.Α.Δ. σελ. 149). Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της τυχόν μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, που στη προκείμενη υπόθεση δεν υπήρξε. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Α.32 του Ν.14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd.
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas.
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 209). Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία όπως υποδεικνύεται στην (Odysseos ανωτέρω). ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με γνώμονα λοιπόν τις πιο πάνω νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις ή αρχές που καθιερώθηκαν σε ό,τι αφορά την εξέταση αυτής της φύσης των αιτημάτων θα προσπαθήσω στη συνέχεια έχοντας υπόψη τις ενόρκους δηλώσεις και όσα τις συνοδεύουν, οι οποίες υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη και τις εισηγήσεις εκ μέρους των διαδίκων. Σίγουρα τα όσα θα ακολουθήσουν δεν θα πρέπει να εκληφθούν ότι αποτελούν τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου επί της διαφοράς. Εκείνο το οποίο θα επιχειρηθεί είναι να καταδειχθεί η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα καθιστούσαν έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/
- Τέθηκε από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση ο ισχυρισμός περί απόκρυψης ουσιωδών και /ή ουσιαστικών γεγονότων που διέπουν την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα στην παρ. 2 της ένστασης προβάλλουν ότι: «ο Αιτητής 1 έναντι και σε εγγύηση της υποχρέωσης του να εξοφλήσει για λογαριασμό της εταιρείας A.C.Aerobics & Fitness Training Ltd προς το συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα ΣΠΕ Αραδίππου - Δρομολαξιάς που μετονομάστηκε σε ΣΠΕ Αλληλεγγύης το ποσό των €126.000,00 για το οποίο εγγυήθηκαν οι καθ΄ων η αίτηση 1 και 2, παρέλειψε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αποξενώνοντας τα εισοδήματα της καθ΄ης η αίτηση 5 κατά τρόπο καταδολιευτικό και ενεργώντας εις βάρος των συμφερόντων των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2.» Περαιτέρω στη παρ. 2 της ίδιας ένστασης δηλώνουν και τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της απόκρυψης: « .και ειδικότερα ότι ο αιτητής υπέγραψε στους καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 σχετικό έγγραφο μεταβίβασης μετοχών δυνάμει του οποίου μεταβίβαζε επ΄ονόματι του καθ΄ου η αίτηση όλες τις μετοχές του σε περίπτωση που δεν πλήρωνε εμπρόθεσμα τις προσυμφωνημένες δόσεις προς εξόφληση του ποσού του δανείου προς το συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα ΣΠΕ Αλληλεγγύης και ΗΕ 57 για εκτέλεση μεταβίβασης αλλά περιόρισε τους ισχυρισμούς του μόνο στη δήλωση του γραμματέα που κατέθεσε ως Τεκμήριο.» Πέραν των πιο πάνω στις παρ. 15 και 16 για το ίδιο ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων προβάλλονται τα ακόλουθα: Παρ. 15: « Οι ενάγοντες δόλια με σκοπό να πετύχουν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι ο Αιτητής 1 υπέγραψε επιστολή διά της οποίας παραιτείται από διευθυντής και γραμματέας της καθ΄ης η αίτηση 5 εταιρείας. Η επιστολή παραίτησης του Αιτητή 1 επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση 1 ως τεκμήριο 11 και υπογράφτηκε στην παρουσία του καθ΄ου η αίτηση 2 και δεν αμφισβητήθηκε.» και στην παρ. 16: « Οι ενάγοντες δολίως απέκρυψαν το γεγονός ότι ο αιτητής 1 περί τον Σεπτέμβριο του 2014 υπέγραψε μαζί με τους καθ΄ών η αίτηση 1 και 2 συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών με τίτλο «Share Pledge Agreement» δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 μετοχές της καθ΄ης η αίτηση 5 αλλά και να παραιτηθεί από διευθυντής της καθ΄ης η αίτηση. Η συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση 1 ως Τεκμήριο 16 και υπογράφτηκε στην παρουσία του καθ΄ου η αίτηση 2.» Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και στις ένορκες δηλώσεις των καθ΄ων η αίτηση 1 και
- Ως εκ των πιο πάνω οι καθ΄ων η αίτηση διατείνονται ότι ο ενάγων 1 δεν προσέρχεται στην διαδικασία με καθαρά χέρια και έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο με το να αποκρύψει και/ή να μην επισυνάψει ως τεκμήρια τόσο τη συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών ημερομηνίας 22.09.2014 όσο και το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών τα οποία υπέγραψε και παρέδωσε στον καθ΄ου η αίτηση 2, κρατώντας δικά του αντίγραφα. Σε σχέση δε με την ενάγουσα 2 τίθεται το ερώτημα της νομιμοποίησης της να εμπλακεί στην υπόθεση ενόψει του ότι δεν ήταν διευθύνων σύμβουλος της εναγόμενης 5 ούτε και μέτοχος της. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, όπως εξάλλου παραδέχεται η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 στην παρ. 5 της ένστασης της, θα πρέπει να πω ότι γίνεται κάποιος λόγος από πλευράς των αιτητών. Παραθέτω το λεκτικό της παρ. 74 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 1 στην οποία ισχυρίζεται τα ακόλουθα: « Προσθέτω εδώ ότι κατά /ή περί την 7.09.2014 ενώ βρισκόμουν σε γυμναστήριο που διαθέτουν στη Λευκωσία ο 1ος και ο 2ος καθ΄ ου η αίτηση με κάλεσε στο γραφείο του 1ου καθ΄ου η αίτηση και υπό καθεστώς απειλής και εξαναγκασμού με υποχρέωσε να υπογράψω ετσιθελικά κάποια έγγραφα χωρίς να μου επιτρέψει να τα διαβάσω αναφέροντας μου ότι διαφορετικά θα μου συνέβαινε μεγάλο κακό στη ζωή μου. Ήταν επίμονος, απαιτητικός και με εκφόβισε σε βαθμό που εγώ φοβήθηκα πάρα πολύ για τη ζωή μου και υπέγραψα τα έγγραφα που απαίτησε από εμένα και όπως δήθεν μου ανέφερε αφορούσαν την εξασφάλιση της πληρωμής χρέους της άλλης εταιρείας μου A.C.Aerobics & Fitness Trading Ltd που τόσο ο 1ος όσο και ο 2ος καθ΄ου η αίτηση είναι εγγυητές. Ο τρόπος που ενήργησε ο 2ος καθ΄ου η αίτηση ήταν πολύ πιεστικός, επιτακτικός και με απειλή ότι θα μου συνέβαινε πολύ κακό στη ζωή μου και θα με κατέστρεφε, με υποχρέωσε και εξανάγκασε να υπογράψω κάποια έγγραφα που δεν μου επέτρεψε να διαβάσω χωρίς την ελεύθερη θέληση και βούληση μου, τα οποία είναι προϊόν εκβιασμού, εξαναγκασμού και απειλών σε βάρος μου.» Τα όσα αποκαλύπτει ο ενάγων 1 - αιτητής σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα με την πιο πάνω αναφορά του και σε συνδυασμό με άλλες αναφορές του σε άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης του σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθούν ως απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εφόσον εξηγεί υπό ποιες συνθήκες αναγκάστηκε να υπογράψει τα έγγραφα τα οποία αργότερα οι εναγόμενοι 1 και 2 παρουσίασαν στον Έφορο Εταιρειών για να προβούν σε μεταβιβάσεις μετοχών και αλλαγές στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και της Γραμματέως της την σημασία και τη δραστικότητα των οποίων αντιλήφθηκε αργότερα όταν έλαβε νομική συμβουλή και ως εκ τούτου προέβη αμέσως σε καταγγελία στην αστυνομία. Οι αιτητές κρίνω ότι στην ένορκη δήλωση τους παραθέτουν όλα στη διάθεση τους στοιχεία με τα οποία δικαιολογούν από που ερείδονται το δικαίωμα να αξιώνουν από τους καθ΄ων η αίτηση τα απαγορευτικής φύσης διατάγματα όπως και αποζημιώσεις. Η νομολογία καθορίζει ότι η συνολική εικόνα που πρέπει να μεταδίδεται μέσα από την αίτηση πρέπει να είναι στη βάση της ορθή χωρίς παραπλάνηση (βλ. Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά,
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Το γεγονός ότι οι καθ΄ών η αίτηση δυνατόν να διατυπώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις μια διαφορετική εκδοχή για την ορθότητα των γεγονότων δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση απόκρυψη γεγονότων ή αναλήθεια των γεγονότων που έχουν παρουσιάσει οι αιτητές (βλ. Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού,
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Επομένως είναι η κατάληξη μου σε σχέση με το θεμελιώδες ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων για το οποίο έκαναν αναφορά όλοι οι καθ΄ων η αίτηση ότι δεν υπήρξε τέτοια απόκρυψη ούτε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αλλά ούτε και κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών. Όλες οι σχετικές αναφορές των καθ΄ων η αίτηση περί στοιχείων τα οποία απέκρυψαν οι αιτητές είτε διασκεδάζονται με τα όσα αναφέρει ο ενάγων 1 - αιτητής στην ένορκη του δήλωση και ιδιαίτερα στην παρ. 74 αυτής είτε είναι άνευ ιδιαίτερης σημασίας για σκοπούς απόφανσης επί των διαφόρων πτυχών της παρούσας. Ως εκ τούτου οι διάφορες σχετικές αιτιάσεις απορρίπτονται. Η αίτηση βασίζεται στο νομικό υπόβαθρο που προβλέπεται και το οποίο παρατίθεται στο σώμα της. Το δε πραγματικό της υπόβαθρο βασίζεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντος 1 - αιτητή δεόντως εξουσιοδοτημένου και από την ενάγουσα 2 - αιτήτρια να προβεί σε αυτή και να παρουσιάσει τα τεκμήρια που επισύναψε σε αυτή. Επομένως η προσωπική και θετική γνώση του επί των γεγονότων που υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση του έχει καταδειχθεί και δεν έχει συγκεκριμένα αμφισβητηθεί. Η ενέργεια δε των εναγόντων - αιτητών να αποταθούν μονομερώς και να εξασφαλίσουν τα επίδικα διατάγματα ενόψει του επείγοντος του χαρακτήρα τους καθόλου δεν έχει παραβιάσει οποιονδήποτε συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα των καθ΄ών η αίτηση εφόσον υπήρξε ικανοποιητική εξήγηση του επείγοντος του χαρακτήρα της θεραπείας την οποία επιδίωκαν και εξήγησαν σε τι αποσκοπούσε. Εξάλλου, η νομολογία μας διαχρονικά αυτό είναι που επιτάσσει, ότι δηλαδή: ¨Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα πρέπει να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους ώστε να παρέχεται σε αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς¨ (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Για να καταδείξουν οι αιτητές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στη συνέχεια ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν θεραπεία εναντίον των συγκεκριμένων εναγομένων. Όπως προκύπτει από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνονται διάφορα απαγορευτικής φύσης διατάγματα όπως και αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν ή υπόκεινται συνεπεία ενεργειών των εναγομένων τα οποία εδράζονται σε έγγραφα που καταρτήστηκαν, υπογράφτηκαν και καταχωρήθηκαν στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη τα οποία ήταν προϊόντα πλαστογραφίας ή δόλου ή απάτης ή συνωμοσίας ή συμπαιγνίας ή εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης ή αθέμιτης επιρροής ή ιδιοποίησης ή ψευδών παραστάσεων ή ψευδών δηλώσεων ή άδικων ή παράνομων πράξεων στις οποίες έχουν προβεί οι εναγόμενοι 1,2 και 3 ή οιοσδήποτε εξ αυτών σε βάρος των εναγόντων 1 και 2 ή προς εξαπάτηση του εναγόμενου 4 ή και της εναγόμενης 5 εταιρείας. Επομένως η βάση της αγωγής προσδιορίζεται σε παράνομες πράξεις συνιστώντες ποινικά αδικήματα ή τέτοιες που συνιστούν αστικά αδικήματα. Οι αιτητές με τα απαγορευτικά διατάγματα που αξιώνουν εναντίον των καθ΄ών η αίτηση επιζητούν την αποκατάσταση του status quo ante πριν αυτό διαταραχθεί με ενέργειες που έκαναν κατά παράνομο και επιλήψιμο τρόπο, όπως διατείνονται και συνωμοτώντας μεταξύ τους οι εναγόμενοι 1,2 και 3 σε σχέση με την ιδιοκτησία των μετοχών και τις αλλαγές στο διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης 5 όπως και της γραμματέως της. Επομένως οι αιτιάσεις της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση ότι η τυχόν οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων δεν θα αποκαταστήσει την πρότερη κατάσταση η οποία διαμορφώθηκε με τις τελευταίες ενέργειες των ίδιων δεν με βρίσκουν σύμφωνο και κρίνω ότι δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Ακριβώς τα διατάγματα αυτήν την πρότερη κατάσταση η οποία διαφοροποιήθηκε με ενέργειες των εναγομένων 1, 2 και 3 και αποσκοπούσαν να αποκαταστήσουν με τα αιτούμενα διατάγματα οι ενάγοντες - αιτητές. Στο στάδιο της εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή για οριστικοποίηση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που παρέχεται από τις ενόρκους δηλώσεις και τα έγγραφα που επισυνάπτονται και θεωρείται ως επαρκής μαρτυρία για σκοπούς ενόρκου δηλώσεως σε τέτοιες αιτήσεις ακόμα και εξ ακοής μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα και τα οποία πρόκειται να αποδειχθούν μεταγενέστερα κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής μέσα από την κλήση των απαραίτητων μαρτύρων (βλ. Δ.39 Θ. 2 και επίσης το Supreme Court Practice 1982,v. 1,703 - 704 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco Investments (Netherlands) BV,
(1984)1 WLR 271 σελ. 282). Τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων 1 - αιτητής τα οποία περιεκτικά κατέγραψα πιο πάνω, κατά την άποψη μου, παρουσιάζουν μια σαφή εικόνα περί της ύπαρξης δικαιώματος να αξιώνουν οι ενάγοντες εναντίον των εναγομένων και εξ αυτού του δικαιώματος τους ερείδονται οι αξιώσεις για έκδοση απαγορευτικής φύσης διαταγμάτων και για αποζημιώσεις για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και δεν χρειάζεται η επανάληψη τους. Για τους ίδιους αυτούς λόγους, με όλο το σεβασμό, θα διαφωνήσω με την πλευρά των εναγομένων 1, 2 και 3 ότι δεν έχει αποκαλυφθεί καλή βάση αγωγής. Το Δικαστήριο στην εξέταση που προβαίνει κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στις υποθέσεις Jonitexo και Γρηγορίου (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ΄εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε και στην Odysseos (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όσα προηγήθηκαν ή θα ακολουθήσουν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση, η βάση της αίτησης θα πρέπει να έχει σχέση με τη θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης (βλ. Odysseos (πιο πάνω). Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ικανοποιείται επομένως με αναφορά στα δικόγραφα και κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και θεμελιώνεται εκ πρώτης όψεως νομικά η αξίωση, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται όταν η νομική αυτή θεμελίωση, συνδυασμένη με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις και την τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση δε με το ζήτημα της πιθανότητας επιτυχίας εναντίον των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση, παρατηρώ ότι όπως αποδεικνύουν και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και συνοδεύουν τις ενόρκους δηλώσεις, τόσο των αιτητών όσο και αυτών των καθ΄ων η αίτηση γίνεται παραδοχή για τις αλλαγές που επήλθαν με την κατάθεση των αμφισβητούμενων από νομικής ισχύος εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών και αφορούν τόσο την σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας όσο και του Διοικητικού της Συμβουλίου όπως και της Γραμματέως της, χωρίς αυτοί κατ΄ισχυρισμό τους να έχουν συγκατατεθεί οικιοθελώς σε κάτι τέτοιο. Επομένως δεν πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν μετέωροι. Πρόκειται για ισχυρισμούς που η πλευρά των εναγόντων κατάφερε να αποδείξει θετικά, ως είχε υποχρέωση, με τη παρουσίαση παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων όπως η παρουσίαση των διαφόρων γεγονότων που οδήγησαν στην υπογραφή των αμφισβητούμενων εγγράφων και με τη χρησιμοποίηση αυτών την πραγματοποίηση των αλλαγών στην εταιρεία. Σύμφωνα με τη νομολογία μας εκείνο το οποίο απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Επομένως με βάσει τα διαλαμβανόμενα στις αποφάσεις Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (ανωτέρω), Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashonwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. σελ. 1377 οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις κρίνω ότι πληρούνται με όσα ανέφερα πιο πάνω εφόσον αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων και τη ποιότητα και την ισχύ της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των εναγόντων, καθώς δεν απαιτείται, επαναλαμβάνω, το επίπεδο με το οποίο κρίνεται σε αυτό το στάδιο η μαρτυρία να είναι ψηλό. Ούτε μπορεί να αποκλειστεί ότι οι ενάγοντες έχουν πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση τους. Επομένως καταλήγω ότι με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στα δικόγραφα, τα στοιχεία που παρατίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα και τη συμπληρωματική δήλωση που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους τους και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην εξασφάλιση της θεραπείας της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων πλην του Ζ του αιτητικού για το οποίο θα εξηγήσω στη συνέχεια τη τύχη του. Θα προχωρήσω και θα εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή με τη μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Είναι η θέση των αιτητών ότι δεν μπορεί η αλλαγή στο status της εναγόμενης 5 να μη προκαλέσει ζημιές εφόσον δεν θα είναι δυνατός ο έλεγχος των δραστηριοτήτων της εναγόμενης 5 μέχρι και την τελική έκβαση της παρούσας αγωγής. Επομένως τα συμφέροντα του ενάγοντος 1 ως του κατέχοντος το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της εναγόμενης 5 διακυβεύονται όταν τον έλεγχο της εταιρείας θα τον έχουν αποκλειστικά οι εναγόμενοι 1,2 και
- Αναμφισβήτητα μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλέσει ζημιά σ΄αυτόν και δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο μπορεί μελλοντικά να υπολογιστεί με δυνατό βαθμό βεβαιότητας ποια ζημιά μπορεί επιπλέον να γίνει στην εταιρεία - εναγόμενη
- Περαιτέρω ελλοχεύει ο κίνδυνος να προκληθούν δυσμενείς επιπτώσεις και συνέπειες στη φήμη της εναγόμενης 5 οι οποίες είναι αδύνατο να υπολογιστούν Επομένως με τα πιο πάνω απαντάται και ο λόγος ένστασης εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση ότι δηλαδή οι ενάγοντες - αιτητές δεν παρουσίασαν στοιχεία προς απόδειξη της ζημιάς την οποία θα υποστούν αν δεν οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα. Επομένως ο παράγοντας αυτός θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από τον φακό των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση που επιτύχουν οι ενάγοντες, έστω και σε κάποιο μέρος της απαίτησης τους, προβάλλει το ερώτημα εάν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους με δεδομένο ότι δεν είναι εύκολο να αποτιμηθεί η ζημιά την οποία θα υποστεί ο ενάγων
- Με βάσει τα πιο πάνω βρίσκω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Το Δικαστήριο προτού οριστικοποιήσει το διάταγμα θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι κάτι τέτοιο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο και ότι εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το ¨ισοζύγιο της ευχέρειας¨ όπως αποκαλείται στην Amercan Cyanamid Co Ltd v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, κλείνει σαφώς υπέρ των εναγόντων - αιτητών. Είναι φανερόν ότι η διατήρηση του status quo ante ανατρέχει στο χρόνο πριν οι καθ΄ων η αίτηση προβούν στις αλλαγές που διενήργησαν στην εναγόμενη 5 καταθέτοντας αμφισβητούμενα έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών. Η πιο πάνω κατάσταση όμως θα πρέπει να επεκταθεί μέχρι και την ενέργεια εκ μέρους του ενάγοντος 1 της παύσης του εναγόμενου 3 - καθ΄ού η αίτηση από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης 5 και των σχετικών αποφάσεων που λήφθηκαν και κοινοποιήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών και οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται στο αιτητικό Ζ της αίτησης. Το σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση του αιτητικού Ζ της αίτησης διά του παρόντος ακυρώνεται. Έτσι πλείστα τόσα θέματα τα οποία έχουν εγερθεί ως λόγοι ένστασης και κυρίως από τον εναγόμενο 3 - καθ΄ου η αίτηση με αυτή την κατάληξη δεν έχουν πλέον οποιοδήποτε έρεισμα και δεν θα με απασχολήσουν. Σε τέτοιες υποθέσεις, κατά την άποψη μου, μπορούν να εκδίδονται προσωρινά διατάγματα που συχνά να έχουν το ίδιο περιεχόμενο όπως και το παρακλητικό της αγωγής, η σύγχρονη νομολογία έχει διευκρινίσει ότι: «Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, δεν αποκλείεται.» (βλ. Κούνουνα v. C & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, Κοσμά v. Χ¨Κυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ.169 και Jonitexo Ltd v. Αdidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263). Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/2011 ημερ. 16.04.2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 ΑΑΔ 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεονίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 και στην Πολιτική ¨εφεση 52/2010 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ε. Στακατίδου ημερ.
- 03.
- Αποδίδουμε ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.α. v. Πάσιου
(2004)1(Α) ΑΑΔ 125 στη σελ. 134 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: « Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο.» Παρόλα αυτά μια προσεκτική μελέτη των διαταγμάτων και των θεραπειών που αξιώνονται από τους αιτητές στο κλητήριο ένταλμα τους καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ταύτιση με ό,τι αξιώνεται με την αγωγή εφόσον με την αγωγή επιζητείται και η επιδίκαση αποζημιώσεων για ζημιές που κατ΄ισχυρισμό υπέστη ο ενάγων 1 λόγω της περιφρόνησης και υφαρπαγής των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του ως κύριου μετόχου και διευθυντή της εναγόμενης 5 και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για την επαναφορά της κατάστασης ως είχε πριν τις ενέργειες των εναγομένων 1 και
- Η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη διατάγματος θα πρέπει να συναρτάται με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και κρίνονται κατά βάση με την ένορκη δήλωση και δια μέσου αυτής βέβαια εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Στη παρούσα περίπτωση κρίνω ότι υπάρχει συνεκτικός κρίκος της ένορκης δήλωσης με τη δικογραφία συμπεριλαμβανομένης και της έκθεσης απαιτήσεως που στο μεταξύ έχει καταχωρηθεί στις 3.03.
- Κάτω από τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τους αιτητές ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, θα προχωρήσω και θα εγκρίνω την αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 30.10.2014 και αφορούν τους εναγόμενους 1 και 2 υπό τα αιτητικά Α,Β,Γ και Δ δια του παρόντος οριστικοποιούνται. Σε σχέση με τον εναγόμενο 3 αυτά ακυρώνονται. Τα αιτητικά Ε και Στ οριστικοποιηθήκαν ήδη σε προγενέστερο στάδιο και αφορούν τους εναγόμενους 4 και
- Επίσης ακυρώνεται το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του αιτητικού Ζ και το οποίο κατά κύριο λόγο αφορά τον εναγόμενο 3 - καθ΄ου η αίτηση. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 καθ' ων η αίτηση και υπέρ των εναγόντων - αιτητών τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Σε σχέση με τον εναγόμενο 3 και ενόψει της κατάληξης μου σε σχέση με τα διατάγματα που τον αφορούσαν άμεσα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 3 - καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων- αιτητών τα οποία επίσης να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία επίσης θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ...................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο