← Κύπρος

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λτδ ν. Χριστοδουλίδη Αριστόδημου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2864/13, 29/5/2015

Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λτδ ν. Χριστοδουλίδη Αριστόδημου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2864/13, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2864/13 Μεταξύ: Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λτδ Ενάγουσας Και

  1. Χριστοδουλίδη Αριστόδημου
  2. Λουτμίλας Χριστοδουλίδου
  3. Χρίστου Χριστοδουλίδη
  4. Θεοφάνη Χριστοδούλου Εναγόμενων ------------------------------------------- Αίτηση, από Εναγόμενο 3, ημερομηνίας 17/02/2015 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 30/09/2014 Ημερομηνία: 29 Μαΐου,
  5. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Σάρδαλου. Για Εναγόμενο 3-Αιτητή: κ. Γ. Νικολάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 3-Αιτητής με την αίτησή του, ημερομηνίας 17/02/2015, ζήτησε την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης, ημερομηνίας 30/09/
  6. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.5 θ.1- 3 και 7, στη Δ.17 θ.10, στη Δ.39, στη Δ.48 θ.1-4, 8, 9 (η) και 13, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη γενική πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3-Αιτητή. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, κατά ή περί τις 22/01/2015 του είχε επιδοθεί η αίτηση εξέτασης της οικονομικής του κατάστασης και εκείνη την ημερομηνία ο ίδιος είχε επισκεφθεί το Δικαστήριο όπου συνάντησε τον δικηγόρο των Εναγόντων και του ανέφερε ότι ποτέ δεν του είχε επιδοθεί η αγωγή με αρ. 2864/
  7. Ακολούθως, είχε προβεί σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και με την καταβολή του νενομισμένου ποσού είχε εξασφαλίσει φωτοαντίγραφα των αναγκαίων εγγράφων. Από την έρευνα προέκυψε ότι στις 13/02/2014 είχε εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και στις 22/06/2014 είχε επιδοθεί στον Αριστόδημο Χριστοδουλίδη κλητήριο ένταλμα για λογαριασμό του. Ακολούθησε, στις 14/07/2014, η καταχώρηση μονομερούς αιτήσεως για έκδοση απόφασης. Η συγκεκριμένη απόφαση ουδέποτε είχε περιέλθει σε γνώση του. Προέκυψε από την ένορκη δήλωση του επιδότη, Γιαννάκη Ιωαννίδη, ότι ο ίδιος ο επιδότης είχε εντοπίσει τον πατέρα του, ο οποίος τον είχε ενημερώσει ότι διατηρούσε άριστη επικοινωνία και επαφή μαζί του. Όμως, μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1990, οι σχέσεις του με τον πατέρα του είναι τυπικές και πολύ αραιές και ουδέποτε συγκατοικούσε με τον πατέρα του. Υποστηρίζει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν ήταν ορθή ή και σύμφωνη με τους κανονισμούς γιατί είχε διενεργηθεί επίδοση σε πρόσωπο με το οποίο δεν είχε συχνή επαφή ή και δεν συγκατοικούσε. Καταλήγει, ότι η μη καταχώρηση εμφάνισης δεν οφειλόταν στην αμέλεια του ιδίου ή στην καταφρόνηση των θεσμών, αλλά γιατί δεν είχε περιέλθει σε γνώση του. Η συγκεκριμένη απόφαση είναι αντικανονική και, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι άκυρη και πρέπει να παραμεριστεί. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση αντιμετώπισε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένστασή της βασίστηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.17 θ.10, Δ.48, θ.1-4 και Δ.64 θ.1, τα Άρθρα 30 και 32 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Έντασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση είναι παράτυπη, αβάσιμη ή και αντίθετη με τους θεσμούς, ότι ο Εναγόμενος 3-Αιτητής δεν έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση και ότι η Υπεράσπιση την οποία επικαλείται αποτελεί μια εύκολη επινόηση προς αποφυγή των ευθυνών του, ότι οι λόγοι που προβάλλει για μη καταχώρηση εμφάνισης δεν είναι επαρκείς για να γίνουν αποδεκτοί, ότι ο Αιτητής καθυστέρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ο λόγος που έχει καταχωρήσει την παρούσα αίτηση είναι για να καθυστερήσει τη διαδικασία, ότι η αγωγή του είχε επιδοθεί δεόντως και νομότυπα και ότι η ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση της κυρίας Χρύσας Πρωτόγηρου, υπαλλήλου της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένης στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η υπό κρίση αγωγή είχε καταχωριστεί στις 30/07/2013 και είχε επιδοθεί στον πατέρα του Εναγόμενου 3-Αιτητή στις 23/06/
  8. Μετά την παρέλευση των είκοσι

(20)ημερών από την επίδοση, όπως ήταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου, ο Αιτητής είχε παραλείψει να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, γι' αυτό και η Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα είχε προχωρήσει, στις 14/07/2014, στην καταχώριση αίτησης για έκδοση απόφασης. Στις 30/09/2014 είχε εκδοθεί απόφαση. Έκτοτε, ο Εναγόμενος 3-Αιτητής έμεινε άπρακτος σε σημείο που να έχει απεμπολήσει οποιοδήποτε δικαίωμα για να θέσει τους ισχυρισμούς του στο Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος 3-Αιτητής, στην Ένορκή του Δήλωση, είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και καθόλα ανυπόστατοι και δεν συνιστούν οποιανδήποτε Υπεράσπιση. Καταλήγει, ότι η υπό κρίση Αίτηση σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας αφού δεν έχει προωθηθεί οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση επί της ουσίας. Στοχεύει στο να εμποδίσει την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση να ικανοποιηθεί για την νομότυπα εκδοθείσα απόφαση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Οι αρχές κατεγράφησαν και στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Εφ. 35/10, ημερ. 21/05/2015. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται ν' αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή ν' αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ν' αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο παρόλο που είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη, από τη μια, αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής δεν προβάλλει καν την θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αλλά ούτε και παραθέτει οποιαδήποτε γεγονότα που υποστηρίζουν οποιαδήποτε μορφή υπεράσπισης. Και, παρά το γεγονός ότι είχε καταγραφεί ως λόγος ένστασης από τους Καθ' ων η αίτηση, ο Εναγόμενος 3-Αιτητής δεν επεδίωξε να λάβει οποιοδήποτε δικονομικό μέτρο. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Με βάση πλέον το δεδομένο ότι δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε υπεράσπιση η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και θα πρέπει ν' απορριφθεί. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν διέμενε με τον πατέρα του και ούτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του από τον καιρό που είχαν χωρίσει οι γονείς του. Παρ' όλα αυτά, όμως, ουδεμία μαρτυρία προσφέρεται από τον Αιτητή για να στηρίξει και ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι δεν διαμένει στην οικία όπου έγινε η επίδοση και ότι δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα του, ως όφειλε να πράξει. Ειδικότερα, κάποιος λογικά σκεπτόμενος θ' ανέμενε από τον Αιτητή ν' αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του την ακριβή διεύθυνση της οικίας στην οποία ισχυρίζεται ότι διαμένει και που σύμφωνα με τον ίδιο είναι διαφορετική από αυτή που επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει. Ούτε, όμως, ο Αιτητής επισυνάπτει οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό και ταυτόχρονα να βοηθά το Δικαστήριο στο να μπορεί να προσδιορίσει τη διεύθυνση της οικίας που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι διαφορετική από αυτή που επιδόθηκε το έγγραφο, ως επίσης όφειλε να πράξει. Διαπιστώνεται ότι αυτό που έπραξε ο Αιτητής ήταν να παραθέσει ότι δεν έχει σχέση με τον πατέρα του. Το γεγονός αυτό πόρρω απέχει από το να συνιστά υπεράσπιση ή να δικαιολογεί την απουσία του από το Δικαστήριο. Δεν παρασχέθηκε ικανοποιητική εξήγηση για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο αφού γνώριζε για τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου στην οποία είχε υπογράψει ως εγγυητής από τις 06/03/2012 λόγω του ότι του είχε σταλεί σχετική επιστολή από τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση. Οπόταν, δεν μπορεί να επικαλείται πλήρη άγνοια. Απ' όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος-Αιτητής δε είχε δράσει άμεσα και είχε επιλέξει ν' αγνοήσει τη δικαστική διαδικασία. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε από τον Εναγόμενο-Αιτητή ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και έχοντας κατά νου ότι δεν έχει αποκαλυφθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση, πόσο μάλλον συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο 3-Καθ' ου η αίτηση να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θ' απορρίψω την Αίτηση με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 3-Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.