← Κύπρος

John Arabadjian ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή υπ' αριθμό: 3038/2009, 22/5/2015

John Arabadjian ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή υπ' αριθμό: 3038/2009, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό: 3038/2009 Μεταξύ: John Arabadjian Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου 22 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Παστός για Μάμας Χατζή Χριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Παπαστεφάνου δια Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Δημοκρατίας αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146

(6)του Συντάγματος, ισχυριζόμενος ότι η Δημοκρατία συνεχίζει να κατέχει ακίνητο του παρά την ακύρωση διατάγματος απαλλοτρίωσης που το αφορούσε, καθώς και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Αξιώνει περαιτέρω διάταγμα για άρση της επέμβασης της Δημοκρατίας επί του ακινήτου. Τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία συνθέτουν τη βάση αγωγής του Ενάγοντα, στη μεγαλύτερη τους έκταση, είναι κοινώς αποδεκτά. Προκύπτουν τόσο από τις έγγραφες προτάσεις όσο από το μέρος της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνοψίζονται δε ως εξής:
  1. Ο Ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6140, Φ/Σχ. XLI/19, Τεμάχιο 143, έκτασης 5 σκαλών και 2 προσταθίων, στο χωρίο Πύλα της επαρχίας Λάρνακας (στο εξής το «επίδικο ακίνητο»).
  2. Με την Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης υπ' αριθμό 1070 που δημοσιεύτηκε στο Γ' Παράρτημα, Μέρος ΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας με αριθμό 3541, ημερομηνίας 2.11.2001 (Τεκμήριο 2), ανακοινώθηκε η πρόθεση της Δημοκρατίας για απαλλοτρίωση μέρους του επίδικου ακίνητου «για τη βελτίωση και αναβάθμιση του δρόμου που συνδέει το νέο ανισόπεδο κόμβο Πύλας με την παραλία του ΚΟΤ». Ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για την γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με επιστολή ημερομηνίας 27.11.2001 (Τεκμήριο 3).
  3. Ο Ενάγοντας δεν υπέβαλε ένσταση ούτε και καταχώρησε προσφυγή κατά της εν λόγω Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα δε με τα σχέδια της απαλλοτρίωσης εκείνης, ο προτεινόμενος δρόμος θα διερχόταν από το σύνορο του επίδικου ακινήτου του Ενάγοντα.
  4. Περί τον Ιούνιο 2002 ο Ενάγοντας διαπίστωσε ότι τα κατασκευαστικά έργα για τον δρόμο γίνονταν σε άλλο σημείο αντί του σημείου που καθοριζόταν στα σχέδια απαλλοτρίωσης. Μετά από διερεύνηση έμαθε ότι τα σχέδια απαλλοτρίωσης είχαν τροποποιηθεί χωρίς ο ίδιος να έχει ενημερωθεί. Μετά την αλλαγή των σχεδίων, ο δρόμος που επρόκειτο να κατασκευαστεί θα διερχόταν διαμέσου του επίδικου ακίνητου, τέμνοντας το σε δύο ξεχωριστά τμήματα που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
  5. Ο Ενάγοντας καταχώρησε εναντίον της Δημοκρατίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή υπ αριθμό 2169/
  6. Στα πλαίσια της αγωγής εκείνης εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στη Δημοκρατία να συνεχίσει τις εργασίες κατασκευής του δρόμου. Στις 8.7.2002 η αγωγή διευθετήθηκε με την έκδοση τελικού διατάγματος (Τεκμήριο 4) με το οποίο, μεταξύ άλλων, «οι εναγόμενοι και/οι οι λειτουργοί και υπάλληλοι τους και ειδικά του Τμήματος Πολεοδομίας, Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας και Τμήματος Δημοσίων Έργων, εμποδιστούν και δια του παρόντος εμποδίζονται από του να επεμβαίνουν, εισέρχονται, εκτελούν έργα, αποκόπτουν δέντρα στο κτήμα του ενάγοντα . εκτός από το τμήμα εκείνο το οποίο έχει απαλλοτριωθεί με την γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης [Τεκμήριο 2].».
  7. Στις 22.8.2003 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα νέα Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αριθμό 772 (Τεκμήριο 5) με σκοπό «τη βελτίωση και αναβάθμιση του δρόμου που συνδέει το νέο ανισόπεδο κόμβο Πύλας με την παραλία του ΚΟΤ». Στις 10.8.2003 εκδόθηκε διάταγμα επίταξης (Τεκμήριο 6) για το επίδικο ακίνητο, για τον ίδιο λόγο. Ο Ενάγοντας ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 1.9.2003 από τον Έπαρχο Λάρνακας (Τεκμήριο 7) για τη Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης. Δεν ειδοποιήθηκε όμως για το διάταγμα επίταξης.
  8. Τα σχέδια απαλλοτρίωσης της νέας Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης ήταν διαφορετικά από αυτά που συνόδευαν την πρώτη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης, Τεκμήριο
  9. Έτεμναν το επίδικο ακίνητο στη μέση, χωρίζοντας το σε δύο ανεξάρτητα μέρη, στο σημείο όπου η Δημοκρατία είχε ήδη ξεκινήσει τα έργα για κατασκευή του δρόμου. Ο Ενάγοντας υπέβαλε ένσταση (Τεκμήριο 8) στην νέα Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης, Τεκμήριο
  10. Εν τω μεταξύ, επειδή οι εργασίες για την κατασκευή του δρόμου συνεχίζονταν, ο Ενάγοντας απέστειλε νέα επιστολή ημερομηνίας 13.11.2003 (Τεκμήριο 9) προς τον Έπαρχο Λάρνακας με την οποία ζητούσε να πληροφορηθεί εάν είχε εκδοθεί διάταγμα επίταξης για το επίδικο ακίνητο. Με επιστολή ημερομηνίας 17.11.2003 (Τεκμήριο 10), ο Έπαρχος Λάρνακας ενημέρωνε τον Ενάγοντα για την έκδοση και δημοσίευση του διατάγματος επίταξης, Τεκμήριο
  11. Η ένσταση του Ενάγοντα κατά της νέας Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης απορρίφθηκε και, χωρίς ο Ενάγοντας να ειδοποιηθεί προηγουμένως, η Δημοκρατία δημοσίευσε στις 30.8.2004 το διάταγμα απαλλοτρίωσης υπ' αριθμό 942 (Τεκμήριο 11). Ο δε Ενάγοντας ενημερώθηκε για την απόρριψη της ένστασης του στις 29.3.2005 (Τεκμήριο 16), μετά που οι δικηγόροι του ζήτησαν ενημέρωση για την πορεία εξέτασης της ένστασης με επιστολή ημερομηνίας 2.3.2005 (Τεκμήριο 14).
  12. Στο μεταξύ είχε γίνει προσφορά προς τον Ενάγοντα από τη Δημοκρατία στις 30.8.2004 (Τεκμήριο 12) για αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του μέρους του επίδικου ακινήτου που επηρεαζόταν από τη νέα Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης. Ο Ενάγοντας απέρριψε την πρόταση με σχετική επιστολή (Τεκμήριο 13).
  13. Ακολούθως, ο Ενάγοντας καταχώρησε την προσφυγή υπ' αριθμό 597/2005 εναντίον του διατάγματος απαλλοτρίωσης (Τεκμήριο 11). Η προσφυγή ήταν επιτυχής και το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης με απόφαση του ημερομηνίας 27.1.2009 (Τεκμήριο 17). Δεν ασκήθηκε έφεση από τη Δημοκρατία εναντίον της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  14. Μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιευτεί καμία νέα γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης αναφορικά με το επίδικο ακίνητο.
  15. Όσο βρίσκονταν σε εξέλιξη τα πιο πάνω γεγονότα, η Δημοκρατία επενέβαινε στο ακίνητο, συνέχισε τις εργασίες κατασκευής του δρόμου, απέκοψε και αφαίρεσε δέντρα και χώματα, τοποθέτησε υπόστρωμα και ασφαλτικό οδόστρωμα και ολοκλήρωσε την κατασκευή δρόμου διπλής κυκλοφορίας, ο οποίος χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από διερχόμενους οδηγούς ώστε να πρόκειται για δημόσιο δρόμο.
  16. Ο Ενάγοντας, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 18.8.2009 (Τεκμήριο 18) ζήτησε από τη Δημοκρατία, μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, την καταβολή αποζημιώσεων για τις απώλειες και τις ζημιές που υπέστη. Δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση και για το λόγο αυτό καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Τα πιο πάνω γεγονότα, πέραν του ότι δεν αμφισβητούνται, αποδεικνύονται και από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Συνιστούν δε, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, και ευρήματα του Δικαστηρίου. Στην Υπεράσπιση της, η Δημοκρατία προβάλλει τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες γιατί αυτές καλύπτονται από δεδικασμένο. Συγκεκριμένα, η Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας θα μπορούσε να είχε διεκδικήσει τις ίδιες αξιώσεις στα πλαίσια της αγωγής 2169/
  17. Πέραν τούτου, η υπεράσπιση περιορίζεται στο να αμφισβητεί τις αποζημιώσεις που ο Εναγόμενος αξιώνει τις οποίες θεωρεί «υπερβολικές ή και διογκωμένες ή και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα». Κατά την ακρόαση της αγωγής και προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος (ΜΕ1) και ο κ. Αντώνης Λοΐζου, εκτιμητής ακινήτων (ΜΕ2). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο κ. Βάσος Σταύρου, κτηματολογικός λειτουργός (ΜΥ1). Κατά την ακρόαση κατατέθηκε στο Δικαστήριο μεγάλος αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με προσοχή. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ήταν σύντομη. Ανέφερε ότι το 1977 μετέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπου και παρέμεινε μέχρι το 1991, οπόταν και επέστρεψε και διαμένει στη Λάρνακα. Ανέφερε ότι είχε αγοράσει το επίδικο ακίνητο πριν την αναχώρηση του για την Αμερική. Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο εξήγησε ότι αφιέρωσε πολύ χρόνο και χρήματα φροντίζοντας το επίδικο ακίνητο. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι φύτεψε τουλάχιστον 80 πεύκα και 20 καρποφόρα δέντρα και έκανε διάτρηση. Ανέφερε επίσης ότι όταν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 27.11.2001 (Τεκμήριο 3) επιθεώρησε τα σχέδια απαλλοτρίωσης στα γραφεία της Επαρχιακής διοίκησης Λάρνακας (Τεκμήριο 20). Διαπίστωσε, είπε, ότι η απαλλοτρίωση θα «επηρέαζε ένα μικρό μέρος από τα σύνορα του χωραφιού μου και δεν θα κατέστρεφε ουσιαστικά τη γη μου. Ως καλός πολίτης αποφάσισα να μην φέρω ένσταση στην απαλλοτρίωση». Συνέχισε λέγοντας ότι τον Ιούνιο 2002 παρατήρησε ότι η κατασκευή του δρόμου δεν γινόταν στα σύνορα του χωραφιού αλλά «στην ουσία χώριζαν τη γη μου σε δύο κομμάτια». Αναφέρθηκε στη συνέχεια στα γεγονότα των παραγράφων 4-7 ανωτέρω, λέγοντας ότι μετά την καταχώρηση της ένστασης του (Τεκμήριο 8) στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, Τεκμήριο 5, «παρατήρησα ότι οι εναγόμενοι είχαν εν τω μεταξύ εισέλθει μέσα στη γη μου και πραγματοποιούσαν εργασίες, μετακινούσαν χώμα, έκοβαν δέντρα και τα λοιπά». Κατέληξε λέγοντας ότι «τονίζω με έμφαση ότι ενώ στερούμε της ιδιοκτησίας μου από το 2003 και ο δρόμος βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κυκλοφορία, δεν έχω λάβει οποιαδήποτε αποζημίωση από τη Δημοκρατία». Η αντεξέταση του Ενάγοντα επικεντρώθηκε ουσιαστικά στα ποσά που διεκδικεί ως αποζημιώσεις καθώς και εάν είχε την απαραίτητη άδεια για τη διάτρηση που ισχυρίζεται ότι υπήρχε στο επίδικο ακίνητο. Επέμενε στις αποζημιώσεις που αξίωνε καθώς και στο ότι είχε λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή για τη διάτρηση. Όταν ερωτήθηκε εάν έχει οποιεσδήποτε αποδείξεις για την αγορά των πεύκων και άλλων δέντρων που ισχυρίζεται ότι υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο, απάντησε ότι δεν έχει αποδείξεις γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί όταν αγόραζε τα δέντρα τα όσα θα ακολουθούσαν ώστε να τις φυλάξει. Είπε επίσης ότι η κατασκευή του δρόμου έχει ουσιαστικά καταστρέψει το χωράφι του, ότι δεν έχει παραμείνει τίποτα που να μπορεί να καλλιεργήσει και ότι «δεν έμεινε τίποτα για να φροντίζει». Πέραν από την αμφισβήτηση των ποσών που ο Ενάγοντας διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του και δεν αντικρούστηκαν με άλλη μαρτυρία που να παρουσιάζει διαφορετική εκδοχή σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα. Πέραν τούτου, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε το Δικαστήριο την αλήθεια και με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς καμία πρόθεση να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα. Η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή στο σύνολο της[1]. Οι υπόλοιποι μάρτυρες, κ. Αντώνης Λοϊζου, εκτιμητής ακινήτων (ΜΕ2) και κ. Βάσος Σταύρου, κτηματολογικός λειτουργός (ΜΥ1) κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Ο ΜΕ2 είπε ότι του ζητήθηκε να προβεί σε εξετάσεις για τη διακρίβωση της πληρωτέας προς τον Ενάγοντα αποζημίωσης για την κατοχή του επίδικου ακινήτου από τη Δημοκρατία και ανέφερε ότι για τους σκοπούς της μαρτυρίας του προέβη σε επιτόπια εξέταση του επίδικου ακινήτου και της περιοχής στις 29.6.
  18. Είπε ότι σε συνέχεια της έρευνας του ετοίμασε σχετική έκθεση στην οποία καταγράφει τα πορίσματα του, Τεκμήριο
  19. Έλαβε επίσης, είπε, σχετικές φωτογραφίες από το επίδικο ακίνητο και την περιοχή, Τεκμήριο
  20. Εξήγησε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει την ενοικιαστική αξία του ακινήτου χρησιμοποιώντας συγκριτικά ενοίκια γιατί δεν υπήρχαν άλλες συγκρίσιμες περιπτώσεις ενοικίασης ακινήτων παρόμοιων χαρακτηριστικών που να χρησιμοποιούνται με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται το επίδικο ακίνητο. Για το λόγο αυτό, καθόρισε την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακίνητου εφαρμόζοντας πολλαπλασιαστή 3% επί της ετήσιας αγοραίας αξίας του. Κατέληξε, είπε, στην αγοραία αξία του επίδικου ακίνητου για το έτος 2003 χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο, δηλαδή συγκρίνοντας το επίδικο ακίνητο με άλλα ακίνητα της περιοχής με αντίστοιχα νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά, τα οποία παραθέτει στην έκθεση του, Τεκμήριο
  21. Έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται σε γεωργική ζώνη όμως εντός αυτού ήταν δυνατή η οικοδόμηση κατοικίας καθώς και ότι στην περιοχή, σε ακίνητα παρόμοιου μεγέθους έχουν κτιστεί κατοικίες πολυτελείας και μεγάλης αξίας. Με αυτό τον τρόπο, κατέληξε ότι κατά τις 22.8.2003, ημερομηνία κατά την οποία είχε δημοσιευθεί η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, Τεκμήριο 5, η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ανερχόταν σε €62.
  22. Είπε επίσης ότι μέχρι και το έτος 2008 η αγοραία αξία αυξανόταν κατά 15% ετησίως. Για την περίοδο 2008 και εντεύθεν, είπε ότι δεν ίσχυε οποιαδήποτε ετήσια αύξηση διότι η αγορά ακινήτων είχε εισέλθει σε περίοδο ύφεσης. Συνέχισε, εξηγώντας ότι για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου εφάρμοσε πολλαπλασιαστή 3% επί της ετήσιας αγοραίας αξίας. Υποστηρίζοντας τη χρήση του πολλαπλασιαστή του 3%, επικαλέστηκε τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμούς του 1989(Κ.Δ.Π. 173/89). Επικαλέστηκε επίσης τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις υποθέσεις ελληνοκυπρίων εναντίον της Τουρκίας για περιουσίες στα κατεχόμενα, όπου επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης με την αντίστοιχη μεθοδολογία. Επικαλέστηκε ακόμα το ύψος των καταθετικών επιτοκίων των εμπορικών τραπεζών για την επίδικη περίοδο. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω κατέληξε στο συντηρητικό και λογικό, όπως το χαρακτήρισε, ποσοστό του 3%. Στη βάση αυτού του υπολογισμού, κατέληξε ότι το πληρωτέο ενοίκιο για το επίδικο ακίνητο για το έτος 2003 ανέρχεται σε €1.869 (ήτοι €155,75 ανά μήνα), για το έτος 2004 σε €2.150, για το έτος 2005 σε €2.472, για το έτος 2006 σε €2.843, για το έτος 2007 σε €3.269, για το έτος 2008 σε €3.
  23. Το 2009, ένεκα της ύφεσης στην αγορά ξεκίνησε μείωση στις αγοραίες τιμές των ακινήτων με αποτέλεσμα αυτές μέχρι σήμερα έχουν μειωθεί περίπου κατά 30%, με αντίστοιχη μείωση και στην ενοικιαστική αξία. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ΜΕ2, το κόστος επαναφοράς του επίδικου ακινήτου στην κατάσταση στην οποία ήταν πριν την επέμβαση της Δημοκρατίας επί αυτού, ανέρχεται σε €19.
  24. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το κόστος αφαίρεσης ασφάλτου συνολικής επιφάνειας 2.308 τετραγωνικών μέτρων και βάθους 30 εκατοστών, περιλαμβανομένου του κόστους ενοικίασης των απαραίτητων μηχανημάτων και επιστάτη για 16 ώρες προς €60 ανά ώρα, που ανέρχεται σε €
  25. Επιπρόσθετα, το ποσό των €19.460 περιλαμβάνει κόστος για φόρτωμα, μεταφορά, και ξεφόρτωμα των διαφόρων υλικών που θα απομακρυνθούν από το επίδικο ακίνητο, μηχανήματα και επιστάτη για 16 ώρες προς €60 ανά ώρα, συνολικού κόστους €
  26. Περιλαμβάνει επίσης κόστος για τοποθέτηση χώματος για έκταση 2.308 τετραγωνικών μέτρων και 40 εκατοστών βάθος, κόστους €5.
  27. Επιπρόσθετα, περιλαμβάνει κόστος για αγορά 20 καρποφόρων δέντρων προς €171 έκαστο και 80 δασικών προς €51 έκαστο, συνολικού ποσού €7.
  28. Το κόστος για νέα διάτρηση και παροχή ρεύματος ανέρχεται, σύμφωνα με τον ΜΕ1, σε €3.000 και περιέλαβε στην εκτίμηση του και ποσό €3.000 για λοιπά «απρόβλεπτα» έξοδα. Ανέφερε τέλος ότι σε σχέση με τις υπηρεσίες του προς τον Ενάγοντα χρέωσε €1.725 και εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 19). Κατά την αντεξέταση του, δεν αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία ή η εμπειρογνωμοσύνη του, αλλά αμφισβητήθηκε η ορθότητα της μεθοδολογίας που εφάρμοσε στον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Ο ίδιος επέμενε ότι αυτή ήταν η πιο ορθή και ασφαλής μέθοδος καθορισμού της στην συγκεκριμένη περίπτωση. Αμφισβητήθηκε επίσης η αξία των δέντρων που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο. Υποστήριξε την ορθότητα των τιμών που καθόρισε λέγοντας ότι βασίστηκε στην εμπειρία του για τιμές που έλαβε από διάφορα φυτώρια για φυτά αντίστοιχης ηλικίας με τα επίδικα σε δεκάδες έργα στα οποία αναμείχθηκε κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας. Όπως εξήγησε, τα δέντρα που βρίσκονταν στο επίδικο ακίνητο ήταν δέντρα ηλικίας περί των 20 ετών και συνυπολόγισε το κόστος περιποίησης τους από το φύτεμα μέχρι και την εκρίζωση τους, περιλαμβανομένων εξόδων ποτίσματος και λιπάσματος. Η πλευρά της Υπεράσπισης προσκόμισε τη μαρτυρία του κ. Βάσου Σταύρου, Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας, ο οποίες έδωσε μαρτυρία προς υποστήριξη της έκθεσης εκτίμησης, Τεκμήριο 24, που είπε ότι ετοίμασε σε συνεργασία με άλλη συνάδελφο του. Είπε ότι για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο σύμφωνα με την οποία «συγκρίνεις ακίνητα στην ίδια περιοχή, με παρόμοια ή ίδια φύση και νομικά χαρακτηριστικά» για να καταλήξεις σε συμπέρασμα. Είπε ότι το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν διατηρεί «αρχείο ενοικίων» από το οποίο να μπορεί να αντλεί στοιχεία σε σχέση με τις τιμές και όρους ενοικίασης άλλων ακινήτων στην περιοχή. Για να λάβει τις πληροφορίες που χρειάστηκε για την εκτίμηση του, είπε, ότι αποτάθηκε στον κοινοτάρχη της περιοχής. Επικοινώνησε στη συνέχεια με 5 ιδιοκτήτες ακινήτων στην περιοχή που ενοικίαζαν ακίνητα και ενημερώθηκαν για τα πληρωτέα ενοίκια και τους όρους της ενοικίασης. Εντόπισε περιπτώσεις 5 ακινήτων που ήταν συγκρίσιμες και από την τιμή ενοικίασης των 5 αυτών ακινήτων οδηγήθηκε, είπε, στο συμπέρασμα ότι το ετήσιο ενοίκιο ανά δεκάριο στην περιοχή εκείνη ανέρχεται σε €
  29. Σύμφωνα με την εκτίμηση, Τεκμήριο 24, η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου για την περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 28.2.2013 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €1.169,55, ήτοι €115,40 κατ' έτος. Διαφώνησε με τη μέθοδο υπολογισμού που εφάρμοσε ο ΜΕ2 και χαρακτήρισε τον υπολογισμό του «αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο». Ανέφερε τέλος ότι βρίσκεται υπό εξέταση προτεινόμενη νέα προσπάθεια απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου. Για το λόγο αυτό, θεωρεί ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται στα ποσά που αξιώνει για επαναφορά του επίδικου ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «επειδή θα προχωρήσουμε σε απαλλοτρίωση, το κόστος επαναφοράς δεν θα είναι σχετικό». Θα επανέλθω κατωτέρω στη αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων. Επί της νομικής πτυχής των υπό κρίση ζητημάτων, σημειώνω ότι ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Όπως είναι γνωστό το άρθρο 146.1 του Συντάγματος προνοεί ότι: «Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ΄ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αύτη είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ΄ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτον.» Το άρθρο 146
(4)(β) του Συντάγματος παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία: «.να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 146
(5)του Συντάγματος: «Η κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην» Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το ότι η Δημοκρατία είχε ξεκινήσει να επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο ενωρίτερα, επεδίωξε την απαλλοτρίωση του μέσω διαδικασίας που άρχισε με τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, Τεκμήριο 5, η οποία δημοσιεύτηκε στις 22.8.2003. Όπως αναφέρεται με λεπτομέρεια πιο πάνω, το διάταγμα απαλλοτρίωσης που ακολούθησε ακυρώθηκε στα πλαίσια της προσφυγής υπ' αριθμό 597/2005 (Τεκμήριο 17). Η απαλλοτριούσα αρχή είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργά με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου τερματίζοντας την κατοχή και χρήση του επίδικου ακινήτου, όμως δεν το έπραξε. Σύμφωνα με το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ού πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Το δικαίωμα σε εύλογη και δίκαιη αποζημίωση προσώπου για ζημιά την οποία έχει υποστεί από ακυρωθείσα πράξη διοικητικού οργάνου έχει επιβεβαιωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[2]. Σε περιπτώσεις όπου προωθείται αξίωση δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος, ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη ακυρωθείσας διοικητικής πράξης, ότι έχει υποστεί ζημιά από τη μη συμμόρφωση της διοίκησης καθώς και το ότι η συγκεκριμένη ζημία είναι άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης[3]. Πέραν των πιο πάνω, προϋπόθεση για να δικαιούται σε αποζημίωση είναι η έγερση σχετικής αξίωσης πριν την καταχώρηση της αγωγής[4]. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι με δήλωση της συνηγόρου του Εναγόμενου που έγινε στις 12.11.2010 και η οποία καταγράφεται στα πρακτικά της συγκεκριμένης δικασίμου, κατέστη παραδεκτό από τον Εναγόμενο ότι η επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι του Ενάγοντα προς τη Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 18.8.2009 (Τεκμήριο 18) συνιστά αξίωση που υποβλήθηκε στο αρμόδιο διοικητικό όργανο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Με αυτό το δεδομένο, αλλά και μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18, καταλήγω ότι πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Η αξίωση που ήγειρε ο Ενάγοντας δεν ικανοποιήθηκε με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Μετά την ακύρωση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, η κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου από τη Δημοκρατία από τις 22.8.2003 - ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης, Τεκμήριο 5, που σηματοδοτούσε και την έναρξη της διαδικασίας απαλλοτρίωσης - δεν είχε κανένα νόμιμο έρεισμα. Επομένως, εάν ο Ενάγοντας έχει υποστεί ζημιά από την παράληψη της Δημοκρατίας να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιούται σε «δίκαια και εύλογη» αποζημίωση. Ο Ενάγοντας, με την μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο, υποστήριξε ότι έχει ζημιωθεί από τη διαγωγή της Δημοκρατίας. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας έχει ζημιωθεί. Μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1, η Υπεράσπιση επιδίωξε να αμφισβητήσει μόνο το ύψος της ζημιάς που ο Ενάγοντας υπέστη. Αφού το γεγονός ότι ο Ενάγοντας έχει ζημιωθεί από τις ενέργειες και παραλείψεις της Δημοκρατίας δεν αμφισβητείται, προκύπτει ότι έχει αποδείξει τη βάση αγωγής του. Παραμένει προς απόφαση το ποια είναι η «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση στην οποία δικαιούται. Κατά την κρίση μου, το τι συνιστά «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση για τους σκοπούς του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος είναι ζήτημα πραγματικό και πρέπει να αποφασιστεί με γνώμονα όλα τα περιστατικά και δεδομένα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Σημαντικός παράγοντας στον καθορισμό της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης είναι η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου[5]. Για να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο στον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακίνητου στην παρούσα υπόθεση, οι αντίδικοι έχουν προσκομίσει τη μαρτυρία του ΜΕ2 και ΜΥ1 αντίστοιχα. Παρενθετικά σημειώνω ότι η εμπειρογνωμοσύνη και ειδικές γνώσεις του ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Εναγόμενου. Η πλευρά όμως του Ενάγοντα, κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 δεν αποδέχτηκε την εμπειρογνωμοσύνη του. Επί αυτού, εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1, θεωρώ ότι τα καθήκοντα της θέσεως του, η πολύχρονη πείρα του καθώς και η εκπαίδευση και άλλα προσόντα του (Τεκμήριο 27, 29 και 30) είναι επαρκή ώστε να του αποδοθεί το απαραίτητο υπόβαθρο ειδικών γνώσεων του αντικειμένου[6]. Σύμφωνα με τη νομολογία, η συγκριτική μέθοδος καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας ενός ακίνητου θεωρείται η πιο ασφαλής. Η μέθοδος αυτή προβλέπει ότι η ενοικιαστική αξία καθορίζεται συγκρίνοντας την φύση της ενοικίασης και του ακινήτου στην επίδικη περίπτωση με περιπτώσεις άλλων ακινήτων με τα ίδια ή παρόμοια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά και παρόμοιας φύσης κατοχή του ακινήτου από τον ενοικιαστή. Ο ΜΥ1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μέθοδο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακίνητου για την περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 28.2.2013 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €1.169,55, ήτοι €115,40 κατ' έτος. Έχοντας μελετήσει με τη δέουσα προσοχή το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης, Τεκμήριο 24 και τα όσα ο ΜΥ1 έχει αναφέρει, καταλήγω ότι οι άλλες περιπτώσεις που χρησιμοποίησε για σκοπούς σύγκρισης, δεν ήταν συγκρίσιμες με την παρούσα. Ειδικότερα, τα δεδομένα των 5 περιπτώσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς της έκθεσης εκτίμησης, Τεκμήριο 24, και των πορισμάτων που καταγράφονται σε αυτή, δεν προσομοιάζουν με τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης. Οι όροι υπό τους οποίους τα 5 αυτά ακίνητα έχουν ενοικιαστεί και χρησιμοποιούνται δεν έχουν καμία απολύτως συνάφεια με τη φύση της κατοχής και χρήσης του επίδικου ακινήτου. Συγκεκριμένα, και στις 5 αυτές περιπτώσεις η γη έχει ενοικιαστεί για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και σκοπός της ενοικίασης είναι η χρησιμοποίηση της για καλλιέργεια δημητριακών και τριφυλλιού καθώς και για κτηνοτροφικούς σκοπούς. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Δημοκρατία δεν χρησιμοποίησε και δεν χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο για γεωργικούς σκοπούς και δεν καλλιεργεί σε αυτό δημητριακά ή τριφύλλι, ούτε και εξασκεί κτηνοτροφικές εργασίες. Αντίθετα, έχει προβεί σε εκρίζωση δέντρων, δασικών και καρποφόρων, αφαίρεση χωμάτων και ασφαλτόστρωση για την κατασκευή δρόμου διπλής κατεύθυνσης που χρησιμοποιείται ουσιαστικά ως δημόσιος δρόμος για τη διέλευση του κοινού. Καμία συνάφεια δεν εντοπίζεται στη χρήση του επίδικου ακινήτου με τα 5 ακίνητα που χρησιμοποιήθηκαν για σκοπούς της συγκριτικής μελέτης της ενοικιαστικής αξίας. Επιπρόσθετα, οι 5 υπό αναφορά περιπτώσεις είναι αποτέλεσμα συμφωνιών για ενοικίαση των ακινήτων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στην υπό κρίση περίπτωση, η κατοχή και χρήση του επίδικου ακινήτου συνεχίζεται για περίοδο 13 περίπου ετών, χωρίς ο Ενάγοντας να έχει οποιαδήποτε ένδειξη ή έλεγχο για το πότε θα τερματιστεί αυτή η χρήση. Η δε φύση της επέμβασης και οι μετατροπές που έχουν διενεργηθεί στο επίδικο ακίνητο δεν παραπέμπουν σε μια προσωρινή κατάσταση. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι ο ΜΥ1 δεν εφάρμοσε ορθά τη συγκριτική μέθοδο για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Η συγκριτική μέθοδος, οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα μόνο εάν τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για σκοπούς σύγκρισης προσομοιάζουν τα δεδομένα του επίδικου ακινήτου. Αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπου συγκρίθηκαν, ουσιαστικά, ανόμοιες περιπτώσεις. Τα συμπεράσματα επομένως του ΜΥ1 καθίστανται ακροσφαλή και δεν μπορώ να τα αποδεχτώ. Από την πλευρά του, ο ΜΕ2 δεν αρνήθηκε ότι η συγκριτική μέθοδος είναι ο πιο ασφαλής τρόπος υπολογισμού της ενοικιαστικής αξίας. Όμως υποστήριξε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η συγκριτική μέθοδος καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας γιατί δεν υπήρχαν αλλά συγκρίσιμα ενοίκια στα οποία θα μπορούσε να βασιστεί. Με αυτό το δεδομένο, υποστήριξε ότι ο μόνος τρόπο καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας ήταν αυτός που ακολούθησε. Καθόρισε, δηλαδή την αγοραία αξία του επίδικου ακίνητου κατά τις 22.8.2003 εφαρμόζοντας επίσης τη συγκριτική μέθοδο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, αλλά και στην έκθεση του, εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο καθόρισε την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και τις παραμέτρους που έχει λάβει υπόψη, τα οποία αποδέχομαι. Ειδική αναφορά γίνεται ανωτέρω. Ακολούθως, καθόρισε την ενοικιαστική αξία με τη χρήση πολλαπλασιαστή 3% επί της ετήσιας ενοικιαστικής αξίας. Επομένως και με αυτά τα δεδομένα, δεν αμφισβητώ ότι η συγκριτική μέθοδος είναι η καταλληλότερη για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας ενός ακινήτου. Όμως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε λανθασμένα από τον ΜΥ1 και η λανθασμένη εφαρμογή κατέστησε μη αποδεκτά τα συμπεράσματα του. Η έλλειψη συγκρίσιμων περιπτώσεων καθιστά αδύνατο στην προκειμένη περίπτωση τον καθορισμό συγκριτικής ενοικιαστικής αξίας. Ενόψει της αδυναμίας αυτής και στην απουσία άλλου εναλλακτικού τρόπου καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου, στην παρούσα περίπτωση, ο τρόπος προσδιορισμού της ενοικιαστικής αυτής αξίας που χρησιμοποίησε και εφάρμοσε ο ΜΕ2, παραμένει ο μόνος που μπορεί να είναι βοηθητικός για το Δικαστήριο. Αποδέχομαι συνεπώς, τα συμπεράσματα του ΜΕ2 αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου για την περίοδο 2003-2008. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον ΜΕ2 το αγοραίο ενοίκιο για το επίδικο ακίνητο για το έτος 2003 ανέρχεται σε €1.869 (ήτοι €155,75 ανά μήνα), για το έτος 2004 σε €2.150, για το έτος 2005 σε €2.472, για το έτος 2006 σε €2.843, για το έτος 2007 σε €3.269, για το έτος 2008 σε €3.760. Για την περίοδο επομένως από 22.8.2003 μέχρι 31.12.2008 η ενοικιαστική αξία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €15.702,45. Από το 2009 και εντεύθεν, ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο συγκεκριμένες τιμές. Όμως τόσο ο ΜΕ2 όσο και ο ΜΥ1 συμφώνησαν ότι η αγοραία αξία των ακινήτων παρουσίαζε πτωτική τάση ενώ και οι δύο μάρτυρες συμφώνησαν ότι η σημερινή αγοραία αξία είναι κατά περίπου 30% πιο χαμηλή από την αγοραία αξία που ίσχυε το 2008. Η δε μείωση της ενοικιαστικής αξίας μειώνει κατ' αναλογία και την ενοικιαστική αξία. Παρά το ότι, δηλαδή, δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία το ακριβές ύψος της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου ακινήτου για την περίοδο 2009 και εντεύθεν, είναι κοινό έδαφος ότι συνέχισε να υπάρχει ενοικιαστική αξία η οποία έχει μειωθεί μέχρι σήμερα περί το 30% των αξιών που ίσχυαν κατά το 2008. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι η ενοικιαστική αξία ενός ακινήτου δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που θα καθορίσει την «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση για τους σκοπούς του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το «δίκαιο και εύλογο» είναι ζήτημα πραγματικό και, ως τέτοιο, δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο μιας μαθηματικής πράξης. Συνεπώς, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και άλλες παραμέτρους όπως, μεταξύ άλλων, τη φύση και την έκταση της περιουσίας που ο Ενάγοντας έχει αποστερηθεί ως αποτέλεσμα των ενεργειών, πράξεων ή παραλήψεων της Δημοκρατίας. Πρέπει επίσης να λάβει υπόψη και τις επιπτώσεις που οι ενέργειες, πράξεις και παραλήψεις της Δημοκρατίας είχαν στον Ενάγοντα. Αυτό περιλαμβάνει τα συναισθήματα πικρίας, αδικίας, άγχους, απογοήτευσης και απόγνωσης που ο Ενάγοντας έχει βιώσει, όπως διαφάνηκαν κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Στον καθορισμό της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης σχετικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι επίσης και η ίδια η συμπεριφορά της Δημοκρατίας. Στην παρούσα περίπτωση, όπως διαφαίνεται από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, η Δημοκρατία έχει ενεργήσει με τρόπο, επιεικώς, αξιόμεμπτο. Έχουν παρέλθει 6 ½ περίπου χρόνια από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου την οποία έχει πλήρως αγνοήσει. Αντί να ενεργήσει άμεσα προς συμμόρφωση με τη Δικαστική απόφαση επιλέγει να συνεχίζει απρόσκοπτα την κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου. Η συμπεριφορά αυτή δείχνει πλήρη παραγνώριση και αδιαφορία για τα δικαιώματα του Ενάγοντα και συνειδητή και συνεχή διάθεση καταπάτησης τους. Με τη συμπεριφορά της, ουσιαστικά στερεί από τον Ενάγοντα τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του, τα οποία έχει καθήκον να προστατεύσει. Η δε αναφορά του ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις αφού το ακίνητο του πρόκειται να απαλλοτριωθεί εν νέου, είναι ενδεικτική της αλαζονείας με την οποία η Δημοκρατία έχει ενεργήσει μέχρι σήμερα και ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο προτίθεται να συνεχίσει να ενεργεί στο μέλλον. Η ελαφρότητα με την οποία, χωρίς κανένα έννομο δικαίωμα, κατέχει την περιουσία του Ενάγοντα και την εκμεταλλεύεται για δικούς της σκοπούς, χωρίς τη συγκατάθεση του και με πλήρη αδιαφορία για τις επιπτώσεις που αυτός υφίσταται, δεν μπορούν παρά να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης στην οποία ο Ενάγοντας δικαιούται. Συμμερίζομαι την θέση του Έντιμου κ. Μαλαχτού Π.Ε.Δ. στις Συνενωμένες αγωγές 3563/2010, 2707/2007 και 2706/2007 Ευτυχία Κυπριανού ν Γενικού Εισαγγελέα, ημερομηνίας 30.10.2014 όπου, αναλύοντας το εύρος των παραμέτρων που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη στον καθορισμό της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος, παραλληλίζει τις έννοιες αυτές με την έννοια του «just satisfaction» του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Όπως αναφέρει σχετικά: «.Στον καθορισμό αποζημιώσεων κάτω από το άρθρο 41 της Σύμβασης, το ΕΔΑΔ συνυπολογίζει δύο παραμέτρους: Τις χρηματικές ζημιές (pecuniary damage) που αφορούν τη χρηματική ζημιά που ο αιτητής υπέστηκε τη μη χρηματική ζημιά (non pecuniary damage) που αφορά την αποζημίωση για τα συναισθήματα αδικίας, πικρίας, άγχους κλπ. που ο αιτητής υπέφερε. Όταν το Δικαστήριο αδυνατεί να υπολογίσει τις χρηματικές ζημιές τότε καταφεύγει στον επιδικασμό πάνω σε δίκαια βάση (on an equitable basis) με την απόδοση εφάπαξ ποσού. Η αποζημίωση για μη χρηματική ζημιά εφόσον αποδοθεί μπορεί να καταστήσει την αποζημίωση δίκαια και εύλογη εκεί όπου η χρηματική ζημιά ήταν ανεπαρκής και υπολειπόταν της δίκαιας και εύλογης θεραπείας». Συγκεφαλαιώνοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 η οποία έχει γίνει αποδεκτή, η ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου από 22.8.2003 μέχρι 31.12.2008 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €15.702,
  1. Από 1.1.2009 μέχρι και σήμερα δεν έχει καθοριστεί επακριβώς το ποσό της ενοικιαστικής αξίας αλλά υπάρχει κοινό έδαφος ότι η αγοραία αξία των ακινήτων έχει μειωθεί περί το 30% με αντίστοιχη μείωση στην ενοικιαστική αξία. θεωρώ ότι το ποσό αυτό υπολείπεται της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που πρέπει να αποδοθεί στον Ενάγοντα και επομένως θα πρέπει να αυξηθεί. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, θεωρώ ότι η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση ανέρχεται σε €35.
  2. Πέραν τούτου, ο Εναγόμενος διεκδικεί ειδικές ζημιές τις οποίες ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί συνεπεία της παράνομης επέμβασης της Δημοκρατίας στο επίδικο ακίνητο. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η Δημοκρατία, χωρίς έννομο δικαίωμα, επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο από τον Ιούνιο 2002 περίπου. Όπως είναι καλά γνωστό, οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία, και ειδικότερα από τη μαρτυρία του ΜΕ2, στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα ακόλουθα ποσά για επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση, στα οποία δικαιούται ο Ενάγοντας: (α) κόστος αφαίρεσης ασφάλτου, περιλαμβανομένων απαραίτητων μηχανημάτων και επιστάτη €960 (β) Κόστος που αφορά φόρτωμα, μεταφορά και ξεφόρτωμα αφαιρεμένων υλικών περιλαμβανομένων απαραίτητων μηχανημάτων και επιστάτη €960 (γ) Κόστος τοποθέτησης χώματος μετά την αφαίρεση ασφάλτου €5.000 (δ) Κόστος δεντροφύτευσης 20 καρποφόρων και 80 δασικών δέντρων €7.500 (ε) Εκτιμητικά έξοδα ΜΕ2 (Τεκμήριο 19) €1.725 Επιπρόσθετα ο Ενάγων έχει αποδείξει τα εκτιμητικά έξοδα του ΜΕ2 (Τεκμήριο 1α) που ανέρχονται σε €1.
  3. Η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδεικνύει με τον απαιτούμενο βαθμό αυστηρότητας ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε ποσό €3.000 για «απρόβλεπτα» έξοδα που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη διαδικασία επαναφοράς του επίδικου ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση. Δεν αποδεικνύει επίσης επαρκώς το ποσό των €3.000 που ο Ενάγοντας διεκδικεί για «διάτρηση και παροχή ρεύματος» αφού δεν συγκεκριμενοποιεί πως καθορίστηκε το συγκεκριμένο ποσό. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο Ενάγοντας διεκδικεί ποσό €200 μηνιαίως μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης. Η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με τη συγκεκριμένη αξίωση και επομένως αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Ο Ενάγοντας διεκδικεί επίσης τιμωρητικές ή/και παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον της Δημοκρατίας. Έχω κατά νου τις αρχές της νομολογίας σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιδικαστούν αποζημιώσεις αυτού του είδους[7]. Στην παρούσα περίπτωση έχω ήδη καθορίσει το ποσό της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης που θεωρώ ότι ο Ενάγοντας δικαιούται δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Κατά την άποψη μου, δεν μπορεί να προστεθεί στο ποσό αυτό επιπρόσθετο ποσό υπό τύπο παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Κάποιοι από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε περιπτώσεις όπου επιδικάζονται τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, έχουν ήδη ληφθεί υπόψη και στον καθορισμό της «δίκαιας και εύλογης» αποζημίωσης. Αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στην υπαιτιότητα των μερών στην πρόκληση της ζημιάς που θα αποζημιωθεί. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420: «Το μέτρο της αποζημίωσης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 146.6, είναι η "... δικαία και εύλογος αποζημίωσις". Το μέσο για την αποζημίωση είναι "η δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει". Το μέτρο της αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restitutio ab integrum). Ο όρος "δικαία και εύλογος αποζημίωσις" στο πλαίσιο του άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης.» Με δεδομένο το πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται να επιδικαστούν τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις στην παρούσα περίπτωση. διότι κάτι τέτοιο θα διατάρασσε ενδεχομένως τον δίκαιο και εύλογο χαρακτήρα της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί στα πλαίσια του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Τέλος, ο Ενάγοντας διεκδικεί διάταγμα για εκκένωση του επίδικου ακινήτου και άρση της παράνομης επέμβασης επί αυτού. Το γεγονός ότι η Δημοκρατία δεν έχει κανένα νόμιμο δικαίωμα στην κατοχή, χρήση, εκμετάλλευση ή επέμβαση επί του επιδίκου ακινήτου, οδηγεί στο ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στο διάταγμα που διεκδικεί. Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας κωλύεται από το να αξιώνει τις θεραπείες που διεκδικεί λόγω δεδικασμένου. Συγκεκριμένα, η συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας όφειλε να διεκδικήσει τις συγκεκριμένες αξιώσεις στα πλαίσια της αγωγής 2169/2002 και το γεγονός ότι δεν το έπραξε τον εμποδίζει από το να τις διεκδικεί με την παρούσα αγωγή. Δεν συμφωνώ ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθούν για αυτό τον λόγο. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος είναι μεταγενέστερα της έκδοση της τελικής απόφασης στην αγωγή εκείνη. Σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις, δεν έχω ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία ώστε να είμαι σε θέση να προβώ σε εύρημα για τα επίδικα θέματα στην προγενέστερη αγωγή ή στα γεγονότα επί των οποίων βασιζόταν το αγώγιμο δικαίωμα της εν λόγω αγωγής. Το μόνο έγγραφο που έχει τεθεί ενώπιον μου αναφορικά με την αγωγή εκείνη είναι το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2002 (Τεκμήριο 4) από το οποίο δεν μπορώ να αντλήσω τις απαραίτητες πληροφορίες για να εξετάσω εάν προκύπτει θέμα δεδικασμένου. Συγκεφαλαιώνοντας εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €35.000, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση προς τον Ενάγοντα δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €16.145 ως ειδικές ζημιές που υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία της παράνομης επέμβασης επί του επίδικου ακινήτου. Επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί των πιο πάνω ποσών από την καταχώρηση της αγωγής. Επιπρόσθετα εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου διατάσσεται ο Εναγόμενος να εκκενώσει το ακίνητο του Ενάγοντα με αριθμό εγγραφής 6140, τεμάχιο 143, Φ/Σχ. XL1/19, στο χωρίο Πύλα, και να άρει κάθε επέμβαση επί αυτού. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153, Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν Χαράλαμπος Ταλιαδώρος κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 586. [3] Μαυρονίχης ν Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ 612, Μαρκίδης ν Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Frangoulides v The Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Εισαγγελέας ω Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 342, Κεντρική Τράπεζα ν Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420 [4] Νικόλας ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 983 [5] Σχετικές οι Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013, Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [6] Σχετικές οι Vasillico Cement Work v Stavrou
(1978)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746. [7] Γιαννάκη Ερωτοκρίτου ν Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1800, Rookes v Barnard
(1964)All E.R. 367, Cassell & Co. Ltd v Broome
(1972)1 All E.R. 801, Paraskevas v Mouzoura
(1973)1 C.L.R. 88, Stavros Gregoriades v Evangelos Kyriakides
(1970)1 C.L.R. 120, Adrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.