← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΥ ΒΩΝΙΑΤΗ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΥΒΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3769/11, 29/5/2015

ΜΑΡΙΟΥ ΒΩΝΙΑΤΗ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΥΒΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3769/11, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3769/11 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΥ ΒΩΝΙΑΤΗ Ενάγοντα και ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΟΥΒΑΚΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2015. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ανδρέας Αποστολίδης για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.. Για Εναγόμενο: κα Ελένη Λουκά μαζί με την κα Φλώρα Λουκά. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €20.811,00- ως αποζημιώσεις για παράνομο και/ή αυθαίρετο και/ή μονομερή τερματισμό της σύμβασης και/ή παράβαση της σύμβασης και/ή άλλως πώς, γενικές αποζημιώσεις για απώλεια μηνιαίου εισοδήματος απορρέοντος από την εκμετάλλευση της οικίας για τους μήνες από τον Ιούνιο του 2011 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, δηλαδή την ημερομηνία λήξεως και/ή ολοκλήρωσης της σύμβασης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, ο Ενάγοντας είχε υπογράψει με τον Εναγόμενο στις 10/02/2010 σύμβαση ενοικίασης της οικίας του, η οποία βρίσκεται στην οδό Αγίας Σοφίας 10Α, στη Λάρνακα. Η σύμβαση ενοικίασης είχε διάρκεια τρία

(3)έτη, δηλαδή μέχρι τις 14/02/2013. Είχε συμφωνηθεί ως ενοίκιο το ποσό των €925-. Επίσης, είχε συμφωνηθεί ότι ο Εναγόμενος θα προπλήρωνε τα ενοίκια για κάθε έτος και θα λάμβανε έκπτωση ύψους €100- για κάθε μήνα. Μεταξύ των όρων που είχαν συμφωνηθεί ήταν ότι κατά την υπογραφή του συμβολαίου θα καταβαλλόταν το ποσό των €10.200-, το οποίο αντιπροσώπευε τον πρώτο χρόνο ενοικίασης, δηλαδή από 15/02/2010 μέχρι και 14/02/2011, καθώς και ένα ποσό της τάξεως των €850- ως εγγύηση για τυχόν φθορές κατά τη διάρκεια της ενοικίασης. Για τον δεύτερο χρόνο ενοικίασης το ποσό των €10.200,00- θα ήταν επίσης προπληρωτέο. Όμως, σε σχέση με τον τρίτο χρόνο ενοικίασης το ποσό του μηνιαίου ενοικίου θα αυξανόταν περί τα 8%. Ήταν η καταγραφείσα θέση ότι υπήρχε ρητός ή και εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία ότι το μηνιαίο ενοίκιο, ήτοι τα €850-, θα εφαρμοζόταν μόνο στην περίπτωση που ο Εναγόμενος προπλήρωνε τα ενοίκια ολόκληρου του έτους. Στην αντίθετη περίπτωση που το ενοίκιο καταβαλλόταν κάθε μήνα, το ενοίκιο θα ανερχόταν στα €925- μηνιαίως και για το τρίτο έτος που θα επιβαλλόταν η αύξηση του 8% θα ανερχόταν στα €999-. Επιπρόσθετα από την καταβολή του ενοικίου ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση όπως πληρώνει το νερό, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα σκύβαλα, τα κοινόχρηστα και οποιαδήποτε άλλα κόστη ανέκυπταν λόγω της παραμονής του στη συγκεκριμένη κατοικία. Ο Εναγόμενος είχε επίσης υποχρέωση στην περίπτωση που επιθυμούσε την λήξη της ενοικίασης να ενημερώσει τον Ενάγοντα τρεις
(3)μήνες πριν. Ο Εναγόμενος είχε καταβάλει προκαταβολικά το ποσό των €10.200- καθώς και το ποσό των €850-, την εγγύηση, κατά την έναρξη της ενοικίασης, όμως, κατά τον Φεβρουάριο του 2011, όταν άρχιζε το δεύτερο έτος ενοικίασης, σε επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα είχε ζητήσει και είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών όπως το ποσό καταβάλλεται μηνιαίως, αντί προκαταβολικά, και όπως το ενοίκιο καθοριστεί στα €925-. Ο Εναγόμενος κατέβαλλε το ποσό των €925- μηνιαίως από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Μάιο του 2011. Για τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2011 δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό ως ενοίκιο και περί τα τέλη Ιουλίου ο Εναγόμενος εγκατέλειψε την οικία, τερματίζοντας αυθαίρετα και παράνομα αλλά και μονομερώς τη σύμβαση ενοικίασης. Λόγω της αυθαίρετης και παράνομης διάρρηξης της συγκεκριμένης σύμβασης ενοικίασης ο Ενάγοντας υπέστη ζημιά συνολικού ύψους €20.811-, το οποίο εξειδίκευσε ως τα ενοίκια οκτώ
(8)μηνών, ήτοι Ιούνιο του 2011 μέχρι Ιανουάριο του 2012, τα ενοίκια του τρίτου έτους της ενοικίασης, το ποσό που χρειάστηκε για την επιδιόρθωση της κατοικίας μετά την εγκατάλειψή της από τον Εναγόμενο καθώς και την πληρωμή λογαριασμού για την κατανάλωση νερού κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του
  1. Ο Ενάγοντας είχε καλέσει τον Εναγόμενο να καταβάλει τα συγκεκριμένα ποσά, με επιστολή του δικηγόρου του, πλην όμως κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το μηνιαίο ενοίκιο της κατοικίας ήταν το ποσό των €850-, όπως αναφέρεται και στο ενοικιαστήριο έγγραφο. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι μετά την λήξη του πρώτου έτους της ενοικίασης, ήτοι κατά ή περί την 15/12/2011, ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στον Ενάγοντα ότι αδυνατούσε ν' ανταπεξέλθει οικονομικά με την προπλήρωση του ενοικίου για όλο το έτος και συμφώνησαν μεταξύ τους όπως η συμφωνία μετατραπεί σε συμφωνία από μήνα σε μήνα και ο Εναγόμενος να καταβάλλει το μηνιαίο ενοίκιο των €925-. Ο Εναγόμενος είχε καταβάλει ενοίκια για την περίοδο 15/02/2011 μέχρι 15/06/2011 και περί τα μέσα Ιουνίου του 2011 είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι θα εγκατέλειπε την κατοικία. Όσον αφορά τις ζημιές τις οποίες επικαλείται ο Ενάγοντας, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, στην περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά θα μπορούσε ν' αποκατασταθεί με την χρήση του ποσού των €850-, το οποίο είχε καταβληθεί ως εγγύηση κατά την έναρξη της συμφωνίας ενοικίασης. Ο Εναγόμενος ανταπαιτεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να δηλώνεται ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι άκυρο μετά από συμφωνία των διαδίκων. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγοντας, Μάριος Βωνιάτης, Μ.Ε.
  2. Κατέθεσε σε σχέση με τα γεγονότα γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, ο Εναγόμενος είχε υπογράψει με τον ίδιο γραπτή σύμβαση ενοικίασης της δικής του κατοικίας, η οποία βρισκόταν στην οδό Αγίας Σοφίας 10Α, στη Λάρνακα. Η διάρκεια της ενοικίασης ήταν τρία
(3)χρόνια και η περίοδος ενοικίασης ξεκινούσε στις 15/02/2010 και έληγε 14/02/
  1. Είχε συμφωνηθεί ως ενοίκιο το ποσό των €925-, το οποίο ο Εναγόμενος θα προπλήρωνε, για κάθε έτος και θα λάμβανε την έκπτωση ύψους €100- για κάθε μήνα. Με την έναρξη της ενοικίασης ο Εναγόμενος είχε καταβάλει το ποσό των €10.200-, ως τα ενοίκια του πρώτου έτους της ενοικίασης, καθώς επίσης και το ποσό των €850- ως εγγύηση για τυχόν ζημιές και φθορές. Κατά το δεύτερο έτος ενοικίασης ο Εναγόμενος, σε προφορική συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα, του είχε αναφέρει για κάποιες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, καθώς και το γεγονός ότι δεν μπορούσε πλέον να προπληρώσει τα ενοίκια του δεύτερου έτους, γι' αυτό και θα κατέβαλλε το συμφωνημένο ενοίκιο ύψους €925- μηνιαίως, το οποίο θα συνέχιζε να καταβάλλει μέχρι την λήξη της διάρκειας της σύμβασης. Ο Εναγόμενος κατέβαλλε από τις 15/02/2011 μέχρι και τον Μάιο του 2011 το ποσό των €925- χωρίς οποιοδήποτε παράπονο. Ουδέποτε είχε συμφωνηθεί όπως η συμφωνία ενοικίασης μετατραπεί από μήνα σε μήνα. Όμως, ο Εναγόμενος αυθαίρετα τον Ιούνιο του 2011 είχε σταματήσει να καταβάλλει τα ενοίκια και περί τα τέλη Ιουλίου του 2011, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, είχε εγκαταλείψει μέσα σε μια νύχτα την κατοικία. Ο ίδιος είχε πληροφορηθεί το γεγονός της εγκατάλειψης της οικίας από τους γείτονες. Για να μειώσει τη ζημιά του ο Ενάγοντας είχε δώσει οδηγίες σε μεσίτη όπως βρει άλλον ενοικιαστή, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, εκτός από τις ζημιές που είχαν προκληθεί, λόγω της αυθαίρετης διάρρηξης της σύμβασης ενοικίασης από τον Εναγόμενο, είχαν επίσης προκληθεί ζημιές και φθορές από την χρήση της οικίας, τις οποίες ο ίδιος είχε αναγκαστεί να επιδιορθώσει. Συνέπεια της διάρρηξης της σύμβασης από τον Εναγόμενο ήταν απώλεια ενοικίων ύψους €7.400- για την περίοδο 15/06/2011 μέχρι και 14/02/2012, απώλεια ενοικίων ύψους €11.988- που αφορούσαν τα ενοίκια για την περίοδο 15/02/2012 μέχρι και 14/02/2013, καθώς και το ποσό των €1.350- το οποίο αντιπροσώπευε το κόστος επιδιόρθωσης της κατοικίας. Ο Εναγόμενος είχε κληθεί με επιστολή δικηγόρου όπως καταβάλει τα πιο πάνω ποσά, πλην όμως δεν το έπραξε. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 η σύμβαση ενοικίασης, ως Τεκμήριο 3 η βεβαίωση Κτηματομεσιτικού Γραφείου ότι η οικία είχε τεθεί προς ενοικίαση, ως Τεκμήριο 4 η επιστολή του δικηγόρου η οποία είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο με επιδότη και ως Τεκμήριο 5 ένα τιμολόγιο το οποίο βρισκόταν στην κατοχή του Ενάγοντα που αφορούσε επιδιορθώσεις. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία ήταν για την καταβολή ενοικίου ύψους €925- και η έκπτωση είχε παραχωρηθεί μετά την καταβολή του ενοικίου προκαταβολικά. Επίσης, παραδέχθηκε ότι δεν αναφέρεται στη γραπτή συμφωνία το ποσό των €925-. Όμως, συνιστούσε όρο για να υπογραφτεί το συγκεκριμένο συμβόλαιο ενοικίασης. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι δεν ήταν αναγκαίο να καταγραφεί το ποσό των €925- στη σύμβαση ενοικίασης και ήταν αρκετή η καταγραφή του αποτελέσματος των συνομιλιών. Επέμενε στη θέση του ότι υπήρχε προφορική συμφωνία για την καταβολή του ποσού των €925- και καταγράφηκε στη γραπτή συμφωνία το ποσό των €825- λόγω της προπληρωμής του ενοικίου. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το συγκεκριμένο ποσό προέκυπτε και από την αποδοχή του Εναγόμενου να το καταβάλλει τους μήνες Φεβρουάριο του 2011 με Μάιο του
  2. Προώθησε την άποψη ότι το συγκεκριμένο ποσό των €925- ήταν το αρχικά συμφωνηθέν ενοίκιο και ήταν η αρχική τιμή που ο ίδιος είχε καθορίσει όταν είχε θέσει το ακίνητο προς ενοικίαση. Ο λόγος που στο συμβόλαιο είχε καταγραφεί το ποσό των €850- ήταν γιατί αυτό θα προπληρωνόταν και ήταν λογικό να δοθεί μια έκπτωση. Παραδέχθηκε ότι ήταν παράλειψη που δεν είχε καταγραφεί στη συμφωνία το ποσό των €925-. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι εξέδιδε αποδείξεις στον Εναγόμενο για την καταβολή του ενοικίου, πλην όμως δεν είχε μαζί του τις αποδείξεις αυτές. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι ποτέ δεν είχε συμφωνηθεί η ακύρωση του συμβολαίου, απλά είχαν έρθει σε προφορική συνεννόηση με τον Εναγόμενο, λόγω της αδυναμίας του να προπληρώσει τα ενοίκια, να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €925-. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο υποστατικό βρίσκεται στον πρώτο όροφο και στους άλλους ορόφους κατοικούν συγγενικά του πρόσωπα. Ο ίδιος είχε πληροφορηθεί το γεγονός της εγκατάλειψης της κατοικίας από τους γονείς του και τη νύφη του, οι οποίοι διαμένουν στο ίδιο κτίριο. Επέμενε στη θέση του ότι ο Εναγόμενος είχε εγκαταλείψει κρυφά το υποστατικό, σε μια νύχτα, χωρίς να τον ειδοποιήσει. Στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι οι γονείς του είχαν δει τον Εναγόμενο που μετακόμιζε και του είχαν αναφέρει ότι αυτός μετέφερε τα προσωπικά του αντικείμενα εκτός της κατοικίας. Του το είχαν αναφέρει την επόμενη μέρα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχε θέσει ξανά το διαμέρισμα προς ενοικίαση στο Κτηματομεσιτικό Γραφείο με το οποίο συνεργάζεται, ενώ παράλληλα το είχε θέσει και σε άλλα Κτηματομεσιτικά Γραφεία προς ενοικίαση το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Όσον αφορά τις κατ' ισχυρισμόν ζημιές στην κατοικία, εξήγησε ότι σε πολλά μέρη των τοίχων σε όλα τα δωμάτια υπήρχαν τρύπες μέχρι και στους διαδρόμους. Υπήρχαν επίσης ζημιές στις ξυλουργικές επιφάνειες των ερμαριών στις οποίες είχαν επικολληθεί αυτοκόλλητα όπως και στις πόρτες. Κατά τη διάρκεια της επιδιόρθωσης των ζημιών είχαν αλλαχθεί οι πόρτες σε δύο περιπτώσεις γιατί τα αυτοκόλλητα δεν μπορούσαν ν' αφαιρεθούν. Είχε επίσης διενεργηθεί γενικό μπογιάτισμα λόγω του ότι ο Εναγόμενος είχε δύο μικρά παιδιά και είχαν προκληθεί αρκετές φθορές στη μπογιά. Είχαν αλλαχθεί και οι δύο τουαλέτες. Τις συγκεκριμένες εργασίες είχε διενεργήσει στην κατοικία ο αδελφός του, Παύλος Παύλου, ο οποίος διατηρεί κατασκευαστική εταιρεία. Ακολούθως, δόθηκε μαρτυρία και από τον κύριο Παύλο Παύλου Βωνιάτη, Μ.Ε.2, ο οποίος προς υποστήριξη των ισχυρισμών του κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  3. Στη δήλωσή του καταγράφει ότι είναι αδελφός του Ενάγοντα και διαμένει με την οικογένειά του στο δεύτερο όροφο του κτιρίου στο οποίο ο Εναγόμενος είχε ενοικιάσει την επίδικη οικία. Ο ίδιος είχε κληθεί από τον αδελφό του να διενεργήσει διάφορες εργασίες επισκευής και γενικής συντήρησης της κατοικίας για ζημιές που είχαν προκληθεί λόγω της χρήσης της. Κατά την επιδιόρθωση των συγκεκριμένων ζημιών ο ίδιος είχε παρατηρήσει ότι σε όλα τα δωμάτια της κατοικίας υπήρχαν τρύπες στους τοίχους καθώς επίσης και ότι υπήρχαν στα ξυλουργικά, συγκεκριμένα στα ερμάρια και στις πόρτες, κολλημένα αυτοκόλλητα και άλλα γδαρσίματα, ενώ υπήρχαν και ζημιές στις τουαλέτες. Με τη βοήθεια των τεχνικών, με τους οποίους συνεργαζόταν, αποκατέστησε την τοιχοποιία με την επισκευή των τοίχων, είχε προβεί σε γενικό βάψιμο της κατοικίας και είχε επιδιορθώσει ή αποκαταστήσει την ξυλοποιϊα, ενώ παράλληλα είχε αντικαταστήσει και τις δυο τουαλέτες. Για το κόστος των εργασιών είχε εκδώσει στις 10/10/2011 σχετικό τιμολόγιο με αριθμό Ε004304, το οποίο αποπληρώθηκε από τον αδελφό του και εξοφλήθηκε με την καταβολή του ποσού των €1.350,00- σε μετρητά. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, την άδεια εργολήπτη. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι οι ζημιές στην κατοικία είχαν προκύψει από την χρήση της και η συγκεκριμένη φθορά ήταν φθορά χρήσης, κατά τη δική του άποψη, και όχι φυσική φθορά. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τα αυτοκόλλητα στις πόρτες δεν συνιστούν συνήθη ζημιά και ούτε και οι τρύπες στον τοίχο συνιστούν συνήθη ζημιά. Δεν μπορούσε, όμως, ν' αναφέρει πόσες τρύπες υπήρχαν στους τοίχους ή σε πόσες επιφάνειες υπήρχαν κολλημένα αυτοκόλλητα. Παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος είχε δύο παιδιά μικρής ηλικίας και επίσης παραδέχθηκε ότι τα γδαρσίματα που υπήρχαν στους τοίχους χαμηλά μπορεί να είχαν προκύψει από τη μετακίνηση επίπλων ή από τη μετακίνηση παιδικών παιγνιδιών. Υποστήριξε ότι οι τουαλέτες ήταν σπασμένες και ραγισμένες. Διαχώρισε τη φυσική φθορά, όπως τη φθορά στο καζανάκι, από τη ζημιά που υπήρχε στις συγκεκριμένες τουαλέτες. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5 το αναγνώρισε ως το τιμολόγιο που είχε εκδώσει και εξήγησε ότι όπου υπήρχαν τρύπες στους τοίχους είχαν σπατουλαριστεί και είχε γίνει γενικό μπογιάτισμα, όπου υπήρχαν αυτοκόλλητα πάνω σε θήρες ή θήρες ερμαριών είχαν αφαιρεθεί και ακολούθως είχαν γυαλιστεί οι επιφάνειες και είχαν αντικατασταθεί δύο είδη υγιεινής. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι λόγω της έκτασης του σπιτιού, ήτοι 240 τ.μ., οι συγκεκριμένες επιδιορθώσεις δεν θα μπορούσαν να κοστίσουν λιγότερο από χίλια ευρώ, πλέον τα ημερομίσθια των τεχνικών, του υδραυλικού και του πελεκάνου. Οι συγκεκριμένοι τεχνίτες που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια των συγκεκριμένων εργασιών ήταν συνεργάτες του, αλλά δεν ήταν υπάλληλοι της δικής του εταιρείας. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είχαν εκδοθεί οποιεσδήποτε αποδείξεις για την παροχή των συγκεκριμένων εργασιών από τους υπεργολάβους του, υποστήριξε ότι παρά το γεγονός ότι τους είχε πληρώσει μετρητά δεν του είχαν εκδώσει απόδειξη. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. Ανδρέας Νικολάου, Μ.Ε.3, διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας «Mayfair London Properties», η οποία εταιρεία παρέχει κτηματομεσιτικές υπηρεσίες. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 το αναγνώρισε ως δική του βεβαίωση. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο βρίσκεται προς ενοικίαση, στην ιστοσελίδα του γραφείου τους, από τον Ιούλιο του
  4. Παρόλο που έχει υποδειχθεί σε αρκετούς ενδιαφερόμενους, μέχρι και σήμερα δεν έχει ενοικιαστεί. Υποστήριξε ότι ο καθορισμός του ενοικίου γίνεται πάντοτε σε συνεννόηση με τον πελάτη, αλλά και σε συνάρτηση με το κατά πόσο το συγκεκριμένο ακίνητο προσφέρεται για ενοικίαση και από άλλα κτηματομεσιτικά γραφεία. Κατά τη δική του άποψη, ο λόγος που δεν έχει ενοικιαστεί μέχρι και σήμερα το συγκεκριμένο ακίνητο είναι η οικονομική κρίση. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι είναι τακτική του δικού του κτηματομεσιτικού γραφείου να τοποθετηθεί τις συγκεκριμένες περιουσίες στην ιστοσελίδα και να τις διαφημίζει σε εφημερίδες. Υποστήριξε ότι με τον πελάτη γίνεται συγκεκριμένη συμφωνία, την οποία όμως δεν είχε μαζί του. Στη συμφωνία καταγράφεται η υποχρέωση του δικού του κτηματομεσιτικού γραφείου να διαφημίσει το ακίνητο. Εξήγησε ότι τα ακίνητα ενοικιάζονται ανάλογα με το ποσό που διαθέτει ο ενδιαφερόμενος, αλλά και με τί ανάγκες έχει. Τον Ιούλιο του 2011 είχε αναφερθεί στο δικό του κτηματομεσιτικό γραφείο ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν διαθέσιμο για ενοικίαση. Μαρτυρία δόθηκε για την Υπεράσπιση από τον Εναγόμενο, Μ.Υ.1, ο οποίος κατέθεσε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, είχε ενοικιάσει από τον Ενάγοντα στις 10/02/2010 μια κατοικία, η οποία βρισκόταν στην οδό Αγίας Σοφίας 10Α, στη Λάρνακα. Είχε υπογραφτεί και σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο προέβλεπε ως διάρκεια ενοικίασης τα τρία
(3)έτη και ως ενοίκιο το ποσό των €10.200,00- χρονιαίως. Στις 10/02/2010 ο ίδιος είχε καταβάλει το ποσό των €10.200,00-, το οποίο αντιπροσώπευε τα ενοίκια για τον πρώτο χρόνο ενοικίασης καθώς και το ποσό των €850- το οποίο αντιπροσώπευε την εγγύηση για τυχόν φθορές στην κατοικία. Κατά τη λήξη του πρώτου έτους ενοικίασης, ήτοι περί τις 15/02/2011, ο ίδιος είχε αναφέρει στον Ενάγοντα ότι αδυνατούσε οικονομικά να καταβάλλει προκαταβολικά το ενοίκιο και είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ τους όπως η συγκεκριμένη συμφωνία ενοικίασης μετατραπεί σε συμφωνία από μήνα σε μήνα και είχε συμφωνηθεί ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €925-, το οποίο καταβλήθηκε για τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι και Ιούνιο του 2011, ήτοι το συνολικό ποσό των €3.700,00-. Περί τα μέσα Ιουνίου του 2011 ο ίδιος είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι αδυνατούσε ν' ανταπεξέλθει στο κόστος του μηνιαίου ενοικίου των €925- και ότι επιθυμούσε ν' αποχωρήσει από την κατοικία. Ο Ενάγοντας είχε συμφωνήσει με τη συγκεκριμένη απόφαση και του είχε προτείνει προς ενοικίαση άλλο διαμέρισμα με χαμηλότερο ενοίκιο, το οποίο ανήκε στην οικογενειακή εταιρεία του Ενάγοντα για το ποσό των €500-. Ο ίδιος είχε απορρίψει τη συγκεκριμένη πρόταση γιατί το προταθέν διαμέρισμα ήταν μικρό. Κατά τον χρόνο ενοικίασης του διαμερίσματος τα ανήλικα παιδιά του ήταν ηλικίας δύο
(2)και πέντε
(5)ετών. Υποστήριξε ότι με την άδεια και την συγκατάθεση του Ενάγοντα είχαν τοποθετηθεί στον τοίχο δύο τηλεοράσεις και δύο πίνακες στο καθιστικό. Τα αυτοκόλλητα είχαν τοποθετηθεί στην πόρτα του παιδικού υπνοδωματίου και μπορούσαν με ευκολία ν' αφαιρεθούν με ζεστό νερό. Όσον αφορά τις τουαλέτες, η μία από αυτές ήταν χαλασμένη και ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε μεριμνήσει για την επιδιόρθωσή της. Για τις οποιεσδήποτε ζημιές ο ίδιος είχε καταβάλει το ποσό των €850-, το οποίο είχε κατακρατηθεί από τον Ενάγοντα. Περί τα μέσα Ιουνίου του 2011 και μετά από ενημέρωση του Ενάγοντα είχε μετακομίσει με τη βοήθεια συγκεκριμένης μεταφορικής εταιρείας και τη χρήση ανυψωτήρα. Υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο ενοικιαστήριο έγγραφο, ημερομηνίας 10/02/2010, είχε καταστεί άκυρο και δεν έχει οποιοδήποτε νομικό αποτέλεσμα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι Πυροσβέστης στο επάγγελμα και υπηρετεί στον Πυροσβεστικό Σταθμό Ορόκλινης γι' αυτό και το εισόδημά του είναι σταθερό. Ήταν η θέση του ότι η συγκεκριμένη συμφωνία ενοικίασης είχε διαρκέσει μέχρι την ημέρα που είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι δεν θα μπορούσε να του καταβάλλει πλέον το συγκεκριμένο ενοίκιο. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι η συμφωνία έληγε το 2013. Σε σχέση με το ενοίκιο ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τί ενοίκιο του είχε ζητηθεί κατά τις διαβουλεύσεις. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι του είχε ζητήσει, ο Ενάγοντας, το ποσό των €10.200-. Υποστήριξε ότι δεν είχε γίνει συνάντηση μεταξύ τους για να συζητηθούν οι όροι της σύμβασης, αλλά ότι είχε γίνει συνάντηση στο Κτηματομεσιτικό Γραφείο για να υπογραφτεί η σύμβαση. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε συζητηθεί θέμα έκπτωσης στην περίπτωση που καταβάλλετο εφάπαξ το ποσό του ενοικίου και ποτέ δεν είχε συμφωνηθεί ως ενοίκιο το ποσό των €925- μηνιαίως. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε προσεγγίσει τον Ενάγοντα και του είχε αναφέρει ότι είχε οικονομικές δυσκολίες και τότε ήταν που ο Ενάγοντας είχε ζητήσει το ποσό των €950- μηνιαίως και είχε γίνει προφορική συμφωνία. Υποστήριξε ότι λόγω της φιλικής σχέσης που είχε αναπτυχθεί με την οικογένεια του Ενάγοντα θεώρησε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα με την αλλαγή της συμφωνίας γι' αυτό και δεν είχε καταγραφεί γραπτώς. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε στείλει γραπτή ειδοποίηση για τον τερματισμό της ενοικίασης γιατί εκείνη η συμφωνία ήταν η παλαιά. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει να παραδώσει τα κλειδιά στους γονείς του, τους οποίους είχαν αποχαιρετήσει όταν έφευγαν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχαν εγκαταλείψει την οικία νύχτα και υποστήριξε ότι είχαν βοηθηθεί κατά τη μετακόμιση από μεταφορική εταιρεία. Εξήγησε ότι υπήρχαν κάγκελα τα οποία έπρεπε να ξεβιδωθούν για να μπορέσει το ανυψωτικό μηχάνημα να περάσει, μέσα από το σπίτι της μητέρας του Ενάγοντα, για να μεταφερθούν τα πράγματα. Υποστήριξε ότι είχαν μείνει στην κατοικία μέχρι τη στιγμή που μπορούσε να πληρώνει το ενοίκιο. Αρνήθηκε τις συγκεκριμένες ζημιές και ισχυρίστηκε ότι οι ζημιές που υπήρχαν ήταν φυσιολογικές λόγω της χρήσης. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε κληθεί για να τις διαπιστώσει απλά είχε παραλάβει την επιστολή μετά παρέλευση πέντε
(5)μηνών. Μαρτυρία είχε δοθεί και από τον κ. Ηλία Γεωργίου, Μ.Υ.2, ο οποίος διατηρεί τη δική του εταιρεία μεταφορών στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του το 2011, το καλοκαίρι, είχε μετακομίσει τα αντικείμενα του κου Βούβακου χρησιμοποιώντας το ανυψωτικό μηχάνημα στην περιοχή Debenhams. Η μετακόμιση είχε ξεκινήσει η ώρα οκτώ το πρωί και είχε τελειώσει γύρω στις δώδεκα και τριάντα. Είχαν μεταφερθεί έπιπλα, ψυγεία, κρεβάτια καθώς και κιβώτια. Λόγω του ότι ήταν δύσκολο να κατεβούν τα αντικείμενα από τις σκάλες είχε χρησιμοποιηθεί ανυψωτικό μηχάνημα και είχαν μεταφερθεί από το μπαλκόνι. Αντεξεταζόμενος δεν μπορούσε να θυμηθεί επ' ακριβώς την ημερομηνία κατά την οποία είχε προβεί στη συγκεκριμένη μετακόμιση. Παραδέχθηκε ότι είχε πληρωθεί για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες, όμως, υποστήριξε ότι δεν είχε σκεφτεί να προσκομίσει το σχετικό τιμολόγιο το οποίο είχε εκδώσει. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα, ο οποίος κατά τη μετακόμιση ήταν παρών. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει αναγνώσει και στο οποίο περιεχόμενο θα κάνει αναφορά εκεί όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θ' αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τόσο αυτούς που έδωσαν μαρτυρία για τον Ενάγοντα καθώς και εκείνους που είχαν δώσει μαρτυρία για τον Εναγόμενο, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.1, δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αυτό διαπιστώνεται από τη θέση του, τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του καθώς και κατά την αντεξέτασή του, ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι αν ο Εναγόμενος πλήρωνε προκαταβολικά το ενοίκιο θα μειωνόταν από €950- σε €850-. Αν πράγματι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας εγείρεται το εύλογο ερώτημα γιατί δεν καταγράφηκε στην σύμβαση αφού όλοι οι υπόλοιποι όροι είχαν καταγραφεί; Η θέση του ότι στη σύμβαση καταγράφεται το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων μόνο, κατά την άποψή μου, συνιστά υπεκφυγή και μια προσπάθεια αποφυγής των πραγματικών δεδομένων. Δεν μπορεί να σταθεί στη λογική η θέση του Ενάγοντα ότι ένας όρος τόσο σημαντικός και καθοριστικός της σχέσης των δυο εμπλεκομένων μερών, όπως η έκπτωση των €100- καθώς και ο καθορισμός του μηνιαίου ενοικίου στην περίπτωση που το ενοίκιο δεν καταβαλλόταν εφάπαξ, δεν υπήρχε λόγος να καταγραφεί. Ιδιαίτερα ενόψει της θέσης του Ενάγοντα ότι συνιστούσε βασικό όρο ότι υπήρχε έκπτωση €100- στην περίπτωση που το ενοίκιο καταβαλλόταν εφάπαξ. Επίσης, ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος είχε εγκαταλείψει νύχτα την οικία. Η συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί ν' αντέξει τη βάσανο της λογικής αφού ακριβώς από κάτω από την οικία που ενοικίαζε ο Εναγόμενος διέμεναν οι γονείς του Ενάγοντα, ενώ ο αδελφός του διέμενε στο δεύτερο όροφο. Σίγουρα μια νυχτερινή φυγή όχι μόνο δεν ήταν εφικτή, αλλά ήταν και πρακτικά αδύνατη, αφού θα έπρεπε να κατεβούν τα αντικείμενα του Εναγόμενου και της οικογένειάς του από τις σκάλες, αλλά και από το μπαλκόνι. Εν πάση περιπτώσει, είχε παραδεχθεί, ο Ενάγοντας, ότι τον είδαν οι γονείς του και η νύφη του. Αν είχε εγκαταλείψει την οικία με τον τρόπο που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας τότε πού είχε παραδοθεί το κλειδί της κατοικίας; Είναι ένα ερώτημα που έμεινε αναπάντητο. Επίσης, ενώ παραδέχθηκε στην κυρίως εξέταση του ότι οι ζημιές και φθορές στο σπίτι είχαν προκληθεί λόγω της χρήσης του, για τις οποίες φθορές είχε κατακρατήσει ένα ποσό της τάξεως των €850-, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι οι ζημιές οι συγκεκριμένες δεν ενέπιπταν στη χρήση. Περιγράφοντάς τες όμως, σε ερώτηση που του τέθηκε κατά την αντεξέταση, οι ζημιές που περιέγραψε είναι ζημιές που κάποιος αναμένει από μια ενοικίαση, ιδιαίτερα όταν είναι γνώστης του γεγονότος ότι ο ενοικιαστής του έχει δυο μικρά παιδιά, ηλικίας δύο
(2)και πέντε
(5)ετών. Όμως, η θέση του ότι έπρεπε ν' αντικατασταθούν δυο πόρτες λόγω του ότι είχαν κολληθεί αυτοκόλλητα και ότι έπρεπε ν' αντικατασταθούν δυο τουαλέτες ήταν υπερβολική και εξωπραγματική. Δεν αναμένεται αυτού του είδους η ζημιά από μια ενοικίαση ενός έτους. Επίσης, άξιο απορίας είναι το γεγονός ότι δεν παρουσίασε καμιά απόδειξη σε σχέση με την είσπραξη του ποσού των €10.200- ή του μηνιαίου ενοικίου των €950- με τη δικαιολογία ότι δεν τις είχε μαζί του. Γνώριζε ότι το ύψος του μηνιαίου ενοικίου αμφισβητείτο όπως γνώριζε ότι όφειλε ν' αποδείξει τις ζημιές του σπιτιού, τις οποίες σημειωτέον ποτέ δεν είχε υποδείξει στον Εναγόμενο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του αδελφού του, Παύλου Βωνιάτη, Μ.Ε.2, σε σχέση με τις συγκεκριμένες ζημιές ήταν ότι είχε γίνει γενική συντήρηση στην κατοικία λόγω της χρήσης της. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα συνηγορούν υπέρ της απόρριψης της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Ο κ. Παύλος Παύλου Βωνιάτη, Μ.Ε.2, αδελφός του Ενάγοντα, σίγουρα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρά την παραδοχή του ότι είχαν δημιουργηθεί κάποιες φθορές λόγω της χρήσης της κατοικίας, στη συνέχεια, κατά την αντεξέταση, ισχυρίστηκε ότι άλλο η φυσική φθορά και άλλο η φθορά λόγω χρήσης, ενώ παράλληλα ισχυρίστηκε ότι οι τρύπες στους τοίχους δεν συνιστούν συνήθη ζημιά. Υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να πει κατά πόσο τα γδαρσίματα στους τοίχους, χαμηλά, συνιστούσαν ζημιά της καθημερινότητας παρά το γεγονός ότι επαγγέλλεται τον εργολάβο οικοδομών για πολλά χρόνια. Αυτό, κατά την άποψή μου, συνιστά έλλειψη ειλικρίνειας και καταδεικνύει ότι είχε έρθει στο Δικαστήριο απλά και μόνο για να βοηθήσει τον αδελφό του στις αξιώσεις του. Επίσης, διαπιστώνεται αντίφαση στη μαρτυρία του αναφορικά με την αντικατάσταση των πόρτων με αυτή του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας είχε αναφέρει ότι είχαν αντικατασταθεί δυο πόρτες, ενώ ο κ. Παύλος Βωνιάτης, Μ.Ε.2, είχε αναφέρει ότι είχαν γυαλιστεί οι πόρτες. Ερωτηματικά γεννά και ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος απασχολεί τεχνίτες υπεργολάβους και τους πληρώνει μετρητά για την εργασία τους και δεν του δίνουν αποδείξεις. Πώς είναι δυνατόν ένας επαγγελματίας, με άδεια εργολήπτη από το 1999, να μην απαιτεί την έκδοση τιμολογίων και εξοφλητικών αποδείξεων; Η θέση του είναι εξωπραγματική γιατί αν είναι πραγματική τότε προκύπτουν άλλα σοβαρότερα θέματα σε σχέση με τη φορολογία του. Για να διορθώσει τα πράγματα στο τέλος, συνειδητοποιώντας τις προεκτάσεις της προβληθείσας θέσης του, ισχυρίστηκε ότι καλεί τους συγκεκριμένους τεχνίτες χωρίς κέρδος. Καθόλου δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ο κ. Ανδρέας Νικολάου, Μ.Ε.3, κτηματομεσίτης στο επάγγελμα, δεν βοήθησε την υπόθεση του Ενάγοντα. Απέφυγε επιμελώς ν' αναφέρει την τιμή που το συγκεκριμένο ακίνητο διατίθετο προς ενοικίαση καθώς και κατά πόσο ο ιδιοκτήτης ήταν διαθέσιμος να μειώσει την τιμή για να επιτύχει την ενοικίασή του αφού υπήρχε κρίση. Επίσης, δεν είχε φέρει μαζί του τη συμφωνία μεταξύ του ίδιου και του Ενάγοντα. Δεν με έπεισε. Θεωρώ ότι είχε προσέλθει στο Δικαστήριο απλά και μόνο για να βοηθήσει τον Ενάγοντα λόγω της φιλίας τους. Ο Εναγόμενος, από την άλλη, έδωσε μια εξήγηση πιο κοντά στη λογική τόσο σε σχέση με το περιεχόμενο του αρχικού συμβολαίου καθώς και για τη μεταγενέστερη τροποποίηση του ενοικίου. Ήταν ειλικρινής και δεν αρνήθηκε ότι ο τερματισμός της σύμβασης είχε γίνει προφορικά. Επίσης, η εκδοχή του ότι η μετακόμιση είχε γίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα αφού κάποια αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν από τις σκάλες, ενώ αν γινόταν την νύχτα, όπως ήταν ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, θα προκαλείτο υπερβολικός θόρυβος. Επίσης, η θέση του ότι δεν συνιστούσε διευκόλυνση η αύξηση του ενοικίου, όπως ήταν και πάλι η θέση του Ενάγοντα ότι του παρείχε διευκόλυνση, από €850- σε €925- με βρίσκει σύμφωνη. Παράλληλα, παραδέχθηκε την ύπαρξη κάποιων ζημιών, όπως τις τρύπες στους τοίχους και τα αυτοκόλλητα, ενώ υποστήριξε ότι οι τρύπες στους τοίχους είχαν διενεργηθεί με τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα, μια θέση για την οποία δεν αντεξετάστηκε, καθώς επίσης και ότι δεν ήταν τόσο σημαντικές που να απαιτούν το κονδύλι που αξιώθηκε από τον Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του αναφορικά με την παράδοση των κλειδιών είναι πιο κοντά στη λογική από τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι είχε φύγει χωρίς να το γνωρίζει κανένας από μια οικογενειακή οικοδομή. Με έπεισε για την αλήθεια των θέσεων του. Όσον αφορά την μαρτυρία του κ. Ηλία Γεωργίου, Μ.Υ.2, δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα. Όμως, η δήλωσή του ότι ο Ενάγοντας ήταν παρών κατά τη μετακόμιση, μια θέση που δεν προωθήθηκε από τον Εναγόμενο αλλά αντίθετα αναφέρθηκε, από τον Εναγόμενο, ότι τα κλειδιά είχαν αφεθεί στους γονείς του με δικές του οδηγίες, ρίπτει σκιά στη μαρτυρία του και οδηγεί το Δικαστήριο στο να την αμφισβητήσει όσον αφορά αυτό το μέρος της. Έχοντας την πιο πάνω αξιολόγηση κατά νου καταλήγω ότι τα γεγονότα είναι εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας είχε καταλήξει σε συμφωνία ενοικίασης του διαμερίσματος του, το οποίο βρίσκεται σε οικογενειακή οικοδομή στην οδό Αγίας Σοφίας 10Α, με τον Εναγόμενο. Η ενοικίαση σύμφωνα με το συμφωνητικό έγγραφο, Τεκμήριο 2, ήταν διάρκειας τριών
(3)χρόνων με μηνιαίο ενοίκιο εκ €850-, το οποίο ενοίκιο τον πρώτο χρόνο της ενοικίασης θα καταβαλλόταν προκαταβολικά, ήτοι €12.200- κατά την έναρξη της ενοικίασης στις 15/02/2010. Επιπλέον, θα καταβαλλόταν το ποσό των €850- για τυχόν ζημιές που θα επισυνέβαιναν κατά την διάρκεια της ενοικίασης. Η ίδια ρύθμιση θα εφαρμοζόταν και τον δεύτερο χρόνο της ενοικίασης. Τον πρώτο χρόνο όλα κύλησαν ομαλά και εφαρμόστηκε η γραπτή συμφωνία. Όμως, μόλις ξεκίνησε το δεύτερο έτος ενοικίασης, ήτοι 15/02/2011, ο Εναγόμενος δεν μπορούσε ν' ανταποκριθεί στην καταβολή του χρονιαίου ενοικίου εφάπαξ και ζήτησε τη βοήθεια του Ενάγοντα. Ως συμβιβαστική λύση ο Ενάγοντας απεμπόλησε το δικαίωμά του στην καταβολή του ενοικίου σε χρονιαία βάση με αντάλλαγμα την αύξηση του ενοικίου από €850- σε €925-. Ο Εναγόμενος είχε αποδεχθεί τη συγκεκριμένη αύξηση, όμως, είχε αποδειχθεί δύσκολη η καταβολή του ποσού των €925- μηνιαίως, γι' αυτό και τον Ιούνιο 2011 είχε ενημερώσει προφορικά τον Ενάγοντα ότι θ' αποχωρούσε από τη συγκεκριμένη κατοικία, πράγμα το οποίο και έπραξε. Ακολούθησε, μετά από πέντε
(5)μήνες, η καταχώριση της υπό κρίση αγωγής με την οποία ο Ενάγοντας αξιώνει όλα τα οφειλόμενα ενοίκια σύμφωνα με την αρχική σύμβαση, Τεκμήριο 2, προφανώς ξεχνώντας την νέα του προφορική συμφωνία με τον Εναγόμενο καθώς επίσης και το γεγονός ότι η αγωγή είχε καταχωριστεί το 2011, οπόταν, δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο θα ενοικιαζόταν το διαμέρισμα. Παράλληλα, αξιώνει έξοδα για επιδιορθώσεις, στο συγκεκριμένο διαμέρισμα, από τα οποία έξοδα δεν έχει αφαιρέσει το ποσό των €850- που είχε καταβληθεί για τον σκοπό αυτό από τον Εναγόμενο για λόγους που δεν έχει εξηγήσει καθώς επίσης αξιώνει ένα ποσό για την κατανάλωση νερού, για το οποίο δεν έχει προσκομισθεί ίχνος μαρτυρίας. Όλες αυτές οι αξιώσεις δεν είχαν υποστηριχθεί από τη μαρτυρία του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου,
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1295 στην σελ. 1305 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).». Ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ.
  1. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του εναγόμενου η αντίκρουση τους («evidencial burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ. σελ. 451 κ.ε.. Το πρώτο θέμα το οποίο το Δικαστήριο έχει να πραγματευθεί είναι κατά πόσο υπήρχαν όροι οι οποίοι δεν είχαν καταγραφεί στη σύμβαση ενοικίασης και αυτό γιατί ο Ενάγοντας υποστήριξε εμφαντικά ότι το συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο ήταν €925- και όχι €850- όπως καταγράφετο στη σύμβαση ενοικίασης, Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι θέμα νομικό και γίνεται από το Δικαστήριο, το οποίο περιορίζεται στους όρους της συμφωνίας, μέσα από την οποία αναζητεί την πρόθεση των μερών. Το ερμηνευτικό έργο του δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο, βλ. Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. ν. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436 και TRANSNATCO LTD v. SUPERCLIMA ENGINEERING LTD
(2010)1Α Α.Α.Δ. 643. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance,
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1739: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολό της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. S.A.A.B. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Ανδρέα Θεοχάρους v. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Στέλιος Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, Χρίστος Μ. Αλεξάνδρου v. Κυριακής Κ. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 576, Θάλειας Θεολόγου κ.α. v. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ.638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις)». Καθοδηγητική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ.α. v. Λαουρή
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι νομικό θέμα και οδηγός για την ερμηνεία της είναι, μεταξύ άλλων, οι σκοποί της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από την ίδια τη συμφωνία στο σύνολό της. Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.α. v. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.) Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνεία παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν για τα συμφωνηθέντα"». (Βλ. επίσης Chitty on Contracts, 25η έκδ., παρ.765, 766.) Στην παρούσα υπόθεση, τα τυχόν δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών διαπιστώνονται από το κείμενο του Τεκμηρίου 2, το οποίο προβλέπει ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €850-, το οποίο κατά το πρώτο έτος της ενοικίασης θα καταβάλλετο προκαταβολικά για όλο το έτος, ήτοι €10,200-. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσθέσει ούτε να διαβάσει οτιδήποτε άλλο στο συγκεκριμένο συμβατικό όρο, ο οποίος είναι ξεκάθαρος και δεν επιδέχεται οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας. Στο σύγγραμμα του Cheshire Fifoot & Furmston´s «Law of Contract» 11η έκδοση, σελ. 117, αναφέρονται τα ακόλουθα: «If the contract is wholly in writing, the discovery of what was written normally presents no difficulty, and its interpretation is a matter exclusively within the jurisdiction of the judge. But on this hypothesis the courts have long insisted that the parties are to be confined within the four corners of the document in which they have chosen to enshrine their agreement. Neither of them may adduce evidence to show that his intention has been misstated in the document. It is firmly established as a rule of law that parol evidence cannot be admitted to add to, vary or contradict a deed or other written instrument. Accordingly, it has been held that .. parol evidence will not be admitted to prove that some particular term, which had been verbally agreed upon, had been omitted (by design or otherwise) from a written instrument constituting a valid and operative contract between the parties.» Η προφορική μαρτυρία που έδωσε ο Ενάγοντας, αναφορικά με το καθορισθέν μηνιαίο ενοίκιο στα €925- και της κατ' ισχυρισμό παραχώρησης έκπτωσης, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Διαπιστώνω πως η γραπτή συμφωνία δεν αφήνει κενό στο θέμα αυτό, βλ. Polykarpou ν. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182, Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 A.A.Δ. 168 και Χριστάκης Αλεξάνδρου ν. Κυριακής Κωμοδρόμου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576. Η προφορική μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή "για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους" της γραπτής συμφωνίας. Οπόταν, το αρχικό ενοίκιο, δυνάμει της αρχικής σύμβασης, Τεκμήριο 2, ήταν €850-. Προκύπτει από τη μαρτυρία και του Εναγόμενου ότι για το δεύτερο έτος ενοικίασης το ενοίκιο άλλαξε και μαζί με την αλλαγή του ενοικίου είχαν αλλάξει και οι όροι της σύμβασης αφού πλέον δεν θα προπληρωνόταν το ενοίκιο, αλλά αντίθετα θ' αυξανόταν και θα καταβαλλόταν μηνιαία. Η συγκεκριμένη θέση, στην έκταση που αφορούσε την αλλαγή στην καταβολή μηνιαίου ενοικίου αντί χρονιαίου, ήταν αποδεκτή και από τον Ενάγοντα καθώς και το ύψος του. Προφανώς, η αποδοχή της μηνιαίας καταβολής του ενοικίου και όχι της προπληρωμής του, ο οποίος όρος ήταν ουσιώδης, οδήγησε στην από κοινού εγκατάλειψη της συμφωνίας και σε αναθεωρημένη προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών με αντάλλαγμα την αύξηση του ενοικίου. Επομένως, εκείνο το οποίο χρήζει εξέτασης από νομικής άποψης είναι το κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας ή, για την ακρίβεια, παραλλαγή κάποιου όρου της αρχικής συμφωνίας, η οποία επήλθε με δεύτερη αμοιβαία συμφωνία των διαδίκων ή κατά πόσο υπήρξε κατάργησή της. Για το ζήτημα αυτό σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η εκδ., τόμος 1, στις σελίδες 1083-1084, παρά.22-029, η οποία παρατίθεται: «Veriation. The parties to a contract may effect a variation of the contract by modifying or altering its terms by mutual agreement. In Berry v. Berry a husband and wife entered into a separation deed whereby the husband covenanted to pay to the wife a certain sum each year for her support. His earnings proved insufficient to meet his obligation, so they agreed in writing to vary the financial provisions. It was held that this variation was valid and enforceable, and that it could be set up by the husband as a defence to an action against him on the original dead. A mere unilateral notification by one party to the other in the absence of any agreement cannot constitute a variation of the contract. ............................. Form of Variation. As in the case of a rescission of a contract, the terms of a deed or a written instrument may be varied by a subsequent agreement, whether written or oral. This may be reconciled with the rule that extrinsic evidence is not admissible to vary or qualify the terms of a written document, for that rule only relates to the ascertainment of the original intention of the parties and not to a subsequent variation.» Όσον αφορά την αντιπαροχή που πρέπει να συνοδεύει μια τροποποίηση όρων υφιστάμενης συμφωνίας, στις πλείστες περιπτώσεις προκύπτει από την αμοιβαία εγκατάλειψη των υφισταμένων δικαιωμάτων ή την παροχή καινούριων ή νέων ωφελημάτων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο. Στην υπό κρίση υπόθεση είχε αυξηθεί το ενοίκιο κατά €100- το μήνα, δηλαδή ο Ενάγοντας θα είχε όφελος €100- επιπλέον τον μήνα. Από το ίδιο σύγγραμμα σημαντικό είναι και το περιεχόμενο της παρά.22-031, σελίδες 1084-1085, στην οποία καταγράφονται τα εξής: «Consideration. The agreement which varies the terms of an existing contract must be supported by consideration. In many cases consideration can be found in the mutual abandonment of existing rights or the conferment of new benefits by each party on the other . . . . ..» Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κρίση μου ότι επήλθε στα γεγονότα της υπόθεσης, με βάση τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, τροποποίηση των όρων της αρχικής συμφωνίας ως προς τον χαρακτήρα της και η συμφωνία μετεξελίχθηκε σε συμφωνία από μήνα σε μήνα. Συνεπακόλουθα, η όποια αξίωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να πετύχει για τα ενοίκια που αφορούν το υπόλοιπο της διάρκειας της αρχικής σύμβασης. Όσον αφορά τη μη καταβολή των ενοικίων για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2011, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεκτό στοιχείο για τη μη καταβολή τους. Όσον αφορά τον προφορικό τερματισμό της ενοικίασης εκ μέρους του Εναγόμενου, καθοδήγηση μπορεί ν' αντληθεί από το σκεπτικό της απόφασης Μιχαήλ ν. Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 241, όπου στις σελίδες 247-248 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις αυθεντίες, δεν απαιτείται η ειδοποίηση τερματισμού να έχει συγκεκριμένη μορφή, αλλά απλώς να είναι σαφής και να καθορίζει τον τερματισμό της υφιστάμενης ενοικίασης σε συγκεκριμένο χρόνο. (Gardner v. Ingram (1886-90) All E.R.258, Glykys v. Ioannides (1959-60)2 C.L.R.220). Τέτοια ειδοποίηση τερματισμού μπορεί να είναι είτε προφορική είτε γραπτή. Στην παρούσα περίπτωση, αφού η σύμβαση ήταν προφορική δεν βλέπουμε γιατί και ο τερματισμός να μη μπορούσε να γίνει προφορικά. (Δέστε Bird v. Defonville
(1846)2 Carr & Kir 415). Είναι επίσης απαραίτητο, όπως προκύπτει από σχετικές αυθεντίες (δέστε, μεταξύ άλλων,Glykys v. Ioannides, πιο πάνω), ότι η δεδομένη ειδοποίηση πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα του μηνός, εάν η από μήνα σε μήνα ενοικίαση, όπως στην παρούσα περίπτωση, ξεκινούσε την πρώτη κάθε μηνός. Ο όρος αυτός ικανοποιείται από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ειδοποίησε την εφεσείουσα ότι θα κρατούσε το υποστατικό και το μήνα Μάιο. Δεν απαιτείτο δε να καθορίσει και ημερομηνία παράδοσης. Ήταν σαφές ότι η ημερομηνία αυτή θα ήταν, το αργότερο η 1η Ιουνίου. ...................................... Πέρα όμως απ' όλα τα πιο πάνω, παρατηρούμε και τα ακόλουθα. Οι κανόνες και οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνεται αν μία ειδοποίηση τερματισμού είναι νόμιμη και έγκυρη, σκοπό έχουν κυρίως να πληροφορήσουν σαφώς και εγκαίρως το πρόσωπο προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση, είτε αυτό είναι ο ενοικιαστής ή ο ιδιοκτήτης, ώστε να μπορεί να προγραμματίζει τις επόμενες ενέργειες του. Άρα, οι αρχές αυτές ισχύουν προς όφελος του προσώπου προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση τερματισμού.» Σύμβαση εκμίσθωσης από μήνα σε μήνα λήγει όταν έχει δοθεί νόμιμη ειδοποίηση τερματισμού. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Woodfall's Law of Landlord & Tenant, 27η έκδοση, τόμος 1, όπου στην παράγραφο 663 διαβάζουμε: «Monthly and weekly tenancies are similar to tenancies from year to year in that they do not expire at the end of each month or week, but continue for a period of time until determined by due notice to quit.» Σε μετάφραση: «Μηνιαίες και εβδομαδιαίες εκμισθώσεις είναι παρόμοιες με εκμισθώσεις από έτος εις έτος με την έννοια ότι δεν εκπνέουν στο τέλος κάθε μήνα ή εβδομάδας αλλά συνεχίζουν μέχρι του τερματισμού τους με τη δέουσα ειδοποίηση τερματισμού». Επίσης καθοδήγηση μπορεί ν' αντληθεί για το συγκεκριμένο θέμα από την απόφαση Ανδρέας Παπά ν. Νόνας Α. Οικονομίδου κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 928, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «....Όπως προνοείται και τον Evans: The Law of Landlord and Tenant (έκδ. 1974), σελ. 192-194, προθεσμίες υπήρχαν κάτω από το τότε Rent Act 1957, ή το τότε Landlord and Tenant Act 1954, όπως βέβαια και στα μεταγενέστερα Αγγλικά νομοθετήματα, ενώ και στο κοινοδίκαιο ισχύει η αρχή ότι μια ενοικίαση περιοδικής διάρκειας λήγει με τη αποστολή ανάλογης ειδοποίησης, έτσι ώστε αν η ενοικίαση είναι μηνιαία, τότε χρειάζεται ενός μηνός προειδοποίηση. Η πρόνοια για «notice to quit» στο κοινοδίκαιο δεν ισοδυναμεί κατ΄ ανάγκην με τη νομοθετική πρόνοια περί προειδοποίησης. Η ουσία είναι ότι είτε σε συμβατική ενοικίαση, είτε σε θέσμια, η αναγκαία προειδοποίηση πρέπει να συνάδει με τα όσα προβλέπονται είτε στη σύμβαση, είτε στο κοινοδίκαιο, ή, στο Νόμο.» Θεωρώ, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί, ότι στα μέσα Ιουνίου 2011 ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στον Ενάγοντα ότι θα εγκατέλειπε τη συγκεκριμένη κατοικία λόγω του ότι δεν μπορούσε ν' ανταποκριθεί στις οικονομικές απαιτήσεις, ήτοι στο ενοίκιο. Την είχε εγκαταλείψει μέσα Ιουλίου 2011, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οπόταν είχε δοθεί η απαιτούμενη, σύμφωνα με τη νομολογία, προειδοποίηση του ενός μηνός. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι ο Ενάγοντας με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν απέσεισε το νομικό βάρος που έφερε στο αναγκαίο επίπεδο, σύμφωνα με το σκεπτικό της Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, στην οποία καταγράφηκε ότι κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι, (is more probable than not). Αν απέτυχε ν' αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Καταλήγω ότι η αγωγή του Ενάγοντα θα πρέπει ν' απορριφθεί για όλους τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Αφορούν την απόρριψη της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης και εξωπραγματικής, αλλά και της έλλειψης προσκόμισης πραγματικών στοιχείων από τα οποία να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ότι οφειλόταν οποιοδήποτε ενοίκιο καθώς και ότι είχαν προκύψει οποιεσδήποτε ζημιές πέραν από αυτές που οφείλονταν στη χρήση της κατοικίας. Των πιο πάνω λεχθέντων, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λόγω του ότι η αγωγή και η Ανταπαίτηση συνδικάστηκαν, θα επιδικασθεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.