← Κύπρος

TOTAL FIT LTD ν. Παύλος Δίγκλης κ.α., Αρ. Αγωγής: 541/2015, 29/5/2015

TOTAL FIT LTD ν. Παύλος Δίγκλης κ.α., Αρ. Αγωγής: 541/2015, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 541/2015 Μεταξύ: TOTAL FIT LTD Ενάγουσας / Αιτήτριας και

  1. Παύλος Δίγκλης
  2. Παναγιώτης Παναγή Εναγομένων / Καθ΄ων η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα / αιτήτρια: Η κα Σίλεια Κουρουζίδου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 1 / καθ΄ου η αίτηση 1 : Η κα Δέσποινα Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 2 / καθ΄ου η αίτηση 2: Η κα Γκλόρια .Χρυσάφη Ενδιάμεση Απόφαση (σε αίτηση με ημερομηνία 23.03.2015 με την οποία εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα την 24.03.2015 και κατά πόσο θα εξακολουθήσουν να ισχύουν ως αυτά εκδόθηκαν) Θα προσπαθήσω με περιεκτικό τρόπο να περιγράψω στη συνέχεια από πού προέρχεται η παρούσα αντιδικία μεταξύ της ενάγουσας/αιτήτριας (στη συνέχεια η αιτήτρια) και των εναγομένων/ καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 (στη συνέχεια οι καθ΄ων η αίτηση). Προκύπτει από τη δικογραφία ότι η αιτήτρια προχώρησε σε καταχώρηση αγωγής εναντίον των καθ΄ων η αίτηση με την οποία ζητά διάφορες θεραπείες οι οποίες πηγάζουν από διαφορές που αφορούν την εκτελεστότητα και την ισχύ της Συμφωνίας Ομολόγου (Debenture Agreement) που φέρει ημερομηνία 3.02.2012 τη οποία υπέγραψαν από την μια η αιτήτρια και με δικαιούχο τον καθ΄ού η αίτηση
  3. Αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενων παράνομων ενεργειών των καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με την πιο πάνω συμφωνία Ομολόγου. Αφορούν στην ουσία αξιώσεις αναγνωριστικής φύσης καθώς επιζητείται η δικαστική αναγνώριση ότι η εν λόγω Συμφωνία Ομολόγου δεν θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή καθώς κατά την αιτήτρια τελούσε υπό την αίρεση της υπογραφής δεύτερης συμφωνίας, την οποία ονόμασαν ως Συμφωνία Διευκόλυνσης και η οποία ποτέ δεν υπογράφτηκε. Εφόσον δε η δεύτερη αυτή συμφωνία ουδέποτε υπογράφτηκε δεν έθεσε σε ισχύ τους όρους της Συμφωνίας Ομολόγου η οποία κατά συνέπεια δεν μπορεί να εκτελεστεί σύμφωνα με τον Νόμο (βλ. Άρθρο 32* του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149). Έρεισμα για την καταχώρηση της αγωγής (με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2, r1), αλλά και της επίδικης αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στάθηκε η απόφαση του καθ΄ου η αίτηση 1 να εκτελέσει το Ομόλογο διορίζοντας τον καθ΄ου η αίτηση 2 διαχειριστή ή παραλήπτη των ενεργητικών στοιχείων της αιτήτριας με βάσει τις διατάξεις της επίδικης Συμφωνίας Ομολόγου, η οποία όμως κατά την αιτήτρια εφόσον τελούσε υπό αίρεση η οποία δεν επήλθε δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ και έτσι το διάβημα τους με την καταχώρηση μονομερώς αίτησης για την εξασφάλιση απαγορευτικών διαταγμάτων αποσκοπεί στην αποτροπή των ενεργειών των καθ΄ων η αίτηση που έλαβαν χώρα εντός του Μαρτίου 2015 στη βάσει των προνοιών της Συμφωνίας Ομολόγου. * Άρθρο 32: «Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος» Με καταχώρηση λοιπόν μονομερούς αίτησης την οποία υποστήριξε με ένορκη του δήλωση ο κ. Ανδρέας Μιλτιάδους Δίγκλης διευθυντής της εταιρείας Warner Trust Limited η οποία είναι η μοναδική διοικητικός σύμβουλος της, πέτυχε στις 24.03.2015 την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία: (α) απαγορευόταν στον καθ΄ου η αίτηση 2 ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο να διοριστεί από τον καθ΄ου η αίτηση 1 ή/ και να έλκει από αυτόν δικαίωμα ή /και συμφέρον να εισέρχονται χωρίς την συγκατάθεση της αιτήτριας σε οποιαδήποτε υποστατικά κατέχει η αιτήτρια ή /και με οποιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνουν σε αυτά ή/και σε οτιδήποτε βρίσκεται σε αυτά ή/και να ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο με την διοίκηση ή/και διαχείριση τους ή/και οποιονδήποτε θέμα εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, της διεύθυνσης ή /και του προσωπικού της, μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (β) απαγορευόταν στον καθ΄ου η αίτηση 2 ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο διοριστεί από τον καθ΄ου η αίτηση 1 ή/ και δυνατό έλκει από αυτόν δικαίωμα ή/και συμφέρον από του να ενεργεί σαν διαχειριστής ή/και παραλήπτης ή/και αντιπρόσωπος ή/και πρόσωπο που έχει εξουσία να ασχολείται με την διοίκηση ή/και διαχείριση της αιτήτριας ή/και οποιαδήποτε ιδιότητα υπό την οποία να φαίνεται ή/και να παρουσιάζεται ότι ενεργεί εκ μέρους της αιτήτριας μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (γ) απαγορευόταν στους καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 ή /και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο τυχόν διοριστεί ή/και εξουσιοδοτηθεί από αυτούς η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ή/και πράξης που δυνατό να απορρέει από τη Συμφωνία Ομολόγου (Debenture Agreement) με ημερομηνία 3.02.2012 μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στην διαβεβαίωση με την οποία υποστηρίζει την αίτηση ο κ. Α. Μ. Δίγκλης αναφέρεται στο ιστορικό της σχέσης του με τους μετόχους της αιτήτριας, ότι αυτή είχε ιδρυθεί το 1997 με άλλο αρχικά όνομα, αναφέρεται στους αρχικούς της μετόχους ένας εκ των οποίων ήταν ο καθ΄ου η αίτηση 1, και τη συμμετοχή καθενός από αυτούς στο μετοχικό της κεφάλαιο, στους Διοικητικούς της Συμβούλους και στις κατά καιρούς αλλαγές που επήλθαν σε αυτή. Κάμνει αναφορά στο ότι η κύρια εργασία της αιτήτριας είναι η παροχή υπηρεσιών εκγύμνασης και βελτίωσης της φυσικής κατάστασης προσώπων και προς τούτο ασκεί εργασίες ως Γυμναστήριο. Αναφέρεται ακολούθως στο χώρο στέγασης του που ήταν εντός Τουρκοκυπριακού ακινήτου το οποίο βρισκόταν υπό την διαχείριση του Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών με τον οποίο είχε συμφωνηθεί η παραχώρηση του για κάποια χρόνια τα οποία αργότερα αυξήθηκαν με την καταβολή μηνιαίου ενοικίου. Ακολούθως παραδέχεται την προσωπική οικονομική συμβολή του καθ΄ου η αίτηση 1 στην επιχείρηση του γυμναστηρίου ως γυμναστού που ήταν ο ίδιος αλλά και την οικονομική του συμβολή σε αυτή. Αναφέρεται ακόμα και στο πως προέκυψε η δική του συμμετοχή στην επιχείρηση η οποία συνίστατο αρχικά στην καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών το 2002 και πως κατέληξε εν τέλει να είναι ο ίδιος ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της εξαγοράζοντας τις μετοχές των άλλων μετόχων της αιτήτριας. Αναφέρεται στην συνολική του οικονομική συνεισφορά στην αιτήτρια χωρίς ποτέ να ζητήσει να του επιστραφούν τα χρήματα που συνεισέφερε κατά καιρούς καθώς πάντοτε ήταν αντιληπτό στον ίδιο ότι οτιδήποτε έδιδε προς την εταιρεία θα του επιστρεφόταν εάν και εφόσον αυτή θα ήταν κερδοφόρα επιχείρηση και θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στα χρέη της. Η συμμετοχή του μάλιστα στην εταιρεία έγινε και με εισφορά στο κεφάλαιο της αγοράζοντας το 2004 μετοχές της μέσω άλλης εταιρείας του της Gastia Ltd. Όταν πλέον το 2006 κατέστη και προσωπικά μέτοχος της αιτήτριας - εταιρείας αγοράζοντας όλες τις μετοχές που διέθετε σ΄αυτήν ένας από τους αρχικούς της μετόχους, ο Αδάμος Αδάμου, και κατέστη έτσι ο κύριος μέτοχος της και διευθυντής της μαζί με τον καθ΄ου η αίτηση 1, θέση στην οποία ο τελευταίος παρέμεινε μέχρι την 28.05.
  4. Εξηγεί ότι ενδιαφερόμενος πλέον για τα οικονομικά της εταιρείας πληροφορήθηκε για τα χρήματα που κατέβαλε ο καθ΄ου η αίτηση με την έναρξη της λειτουργίας της αλλά και το ότι δεν ανταποκρινόταν στην υποχρέωση του για καταβολή των μηνιαίων ενοικίων στον Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών τον Υπουργό Εσωτερικών, με αποτέλεσμα να είχαν συσσωρευτεί δεκάδες χιλιάδες Ευρώ απλήρωτα ενοίκια τα οποία ο ίδιος άρχισε να καταβάλλει προσωπικά από την στιγμή που ανέλαβε την εταιρεία και μετά. Αναφέρθηκε επίσης και σε άλλο δάνειο που κατέβαλε προς την αιτήτρια με ποσό το οποίο ήθελε να δωρίσει στον γιό του και το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα του πληρωνόταν μόνο εφόσον η αιτήτρια είχε κέρδη και ήταν σε θέση να αποπληρώσει το εν λόγω δάνειο. Κάνει επίσης λεπτομερή αναφορά στην ανάγκη που προέκυψε έτσι που οδηγήθηκαν στο να συναφθεί η Συμφωνία Ομολόγου στις 3.02.2012 όπως και στις λοιπές εξασφαλίσεις. Όπως εξηγεί στη παρ. 19 της διαβεβαίωσης του: «Περί το 2012 και συνεπεία των οικονομικών προβλημάτων που είχε η αιτήτρια υπήρχε ενδεχόμενο να κινηθούν εναντίον της αγωγές από τράπεζες, συμφωνήθηκε όπως μέρος του χρέους που είχε η αιτήτρια προς τον καθ΄ού η αίτηση 1 αλλά και το χρέος που είχε προς τον γιό μου, στον οποίο ήθελα να δωρίσω προηγουμένως το ποσό που δόθηκε ως δάνειο στην αιτήτρια, να εξασφαλιστεί με την υπογραφή σχετικών συμφωνιών ομολόγου. Αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς προστασίας των εν λόγω ποσών από τις τράπεζες και δεν υπήρχε πρόθεση μεταξύ μας αυτές οι συμφωνίες να εκτελεστούν οποτεδήποτε. Εξ ου και προβλέφθηκε στις εν λόγω συμφωνίες ότι αυτό θα γινόταν αποκλειστικά όταν και εφόσον υπήρχε παράβαση των συμφωνιών με την επέλευση κάποιων συγκεκριμένων γεγονότων σύμφωνα με τους όρους δεύτερης συμφωνίας μεταξύ των μερών, η οποία ουδέποτε υπογράφτηκε. Ως εκ τούτου στις 3.02.2012 υπογράφτηκαν τόσο μεταξύ του καθ΄ού η αίτηση 1 για το ποσό των €100.000,00 και της αιτήτριας όσο και μεταξύ του γιού μου και της αιτήτριας για το ποσό των €181.000,00 αντίστοιχα, σχετικές Συμφωνίες Ομολόγου (Debenture Agreements), οι οποίες ήταν πανομοιότυπες και προέβλεπαν μεταξύ άλλων τα εξής:.» Στη συνέχεια δίδονται λεπτομέρειες του τι διαλάμβαναν οι εν λόγω συμφωνίες Ομολόγων οι οποίες κατατέθηκαν στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη αντίγραφα των οποίων και επισυνάπτει ως Τεκμ.
  5. Σημαντικά επίσης είναι όσα αναφέρονται στη παρ. 20 της διαβεβαίωσης του τα οποία και καταγράφω αυτολεξεί: «Όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρά το γεγονός ότι οι πιο πάνω Συμφωνίες Ομολόγου προέβλεπαν την υπογραφή δεύτερης Συμφωνίας ονομαζόμενης ως «Συμφωνία Διευκόλυνσης» (Facility Agreement) με την οποία καθορίζονταν τα Γεγονότα Παράβασης τα οποία θα δικαιολογούσαν την εκτέλεση του Ομολόγου σε περίπτωση συνδρομής τους, εντούτοις τέτοια συμφωνία ουδέποτε υπογράφηκε μεταξύ των μερών. Προς επιβεβαίωση τούτου, στις 13.03.2015 εξουσιοδότησα την δικηγόρο της Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. κα Σίλεια Κουρουζίδου, να επισκεφθεί τα γραφεία του Δικηγορικού Γραφείου Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, οι οποίοι ενεργούσαν ως δικηγόροι της Αιτήτριας κατά τον ουσιώδη χρόνο και να προβεί σε επιθεώρηση των φακέλων που διατηρούν στα γραφεία τους και αφορούσαν τη σύνταξη και υπογραφή των σχετικών συμφωνιών. Ως αποτέλεσμα της επιθεώρησης επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε στους φακέλους του εν λόγω δικηγορικού γραφείου η Συμφωνία Διευκόλυνσης.» Προς πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων της υπόθεσης αναφέρεται και στην Συμφωνία Εμπιστεύματος της 24.04.2012 η οποία συνάφθηκε προς όφελος του καθ΄ου η αίτηση 1 με σκοπό να εξασφαλιστεί τόσο ο καθ΄ου η αίτηση 1 όσο και τα παιδιά του, με την οποία συμφωνήθηκε ότι η τότε σύζυγος του και η αποκλειστική μέτοχος της αιτήτριας θα κατείχε 230 μετοχές της αιτήτριας ως εμπιστευματοδόχος του καθ΄ού η αίτηση 1 αλλά στη πραγματικότητα θα ήταν προς όφελος των παιδιών του καθ΄ου η αίτηση
  6. Διαβεβαιώνει επίσης, παρέχοντας προς τούτο λεπτομέρειες των όσων μεσολάβησαν από το 2012 οπότε και ήταν ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της αιτήτριας και τον υπονομευτικό πλέον ρόλο που ανέλαβε ο καθ΄ου η αίτηση 1 στην αιτήτρια, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο ίδιος απουσίαζε συχνά στο Ηνωμένο Βασίλειο λόγω των εκεί επιχειρήσεων του, στάση η οποία οδήγησε την αιτήτρια να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του καθ΄ού η αίτηση 1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την υπ΄αριθμό 278/2014 αγωγή, η οποία ακόμα εκκρεμεί προς εκδίκαση. Στα πλαίσια δε εκείνης της αγωγής αποκαλύπτει ότι αιτήθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορευόταν στον καθ΄ού η αίτηση 1 να εισέρχεται στους χώρους του Γυμναστηρίου και να αναμιγνύεται στα της αιτήτριας, το οποίο όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω της σχέσης ενοικιαστή που έχει ο καθ΄ου η αίτηση 1 με το ακίνητο επί του οποίου έχει ανεγερθεί το Γυμναστήριο της αιτήτριας. Στη συνέχεια της διαβεβαίωσης του αναφέρεται στα γεγονότα που προκάλεσαν την καταχώρηση της επίδικης αγωγής και αίτησης κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένο σχέδιο εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση προκαλώντας ζημιά στην αιτήτρια να καταλάβει τον εξοπλισμό της προκαλώντας έτσι περισσότερες ζημιές σε αυτή και στη λειτουργία της μέχρι και την πρόκληση παύσης των εργασιών της έτσι ώστε να λειτουργήσει δικό του γυμναστήριο σε άλλο χώρο, κάτι που διαδίδει τόσο στο προσωπικό της αιτήτριας όσο και στην πελατεία της. Προς τούτο επέδωσε στις 12.03.2015 στην αιτήτρια αρχικά επιστολή με την οποία καθιστούσε το ποσό του Ομολόγου απαιτητό και την καλούσε να το εξοφλήσει αμέσως. Την πληροφορούσε επίσης με την ίδια επιστολή ότι σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν θα προχωρούσε σε διορισμό Διαχειριστή/ Παραλήπτη της περιουσίας της με βάση το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 3.02.
  7. Αργότερα την ίδια ημέρα της επέδωσε 2η επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι είχε διορίσει ως Παραλήπτη και Διαχειριστή ολόκληρου του ενεργητικού της αιτήτριας τον καθ΄ού η αίτηση
  8. Ο τελευταίος αργότερα την ίδια ημέρα μετέβη στο Γυμναστήριο και ενημέρωσε το προσωπικό υποδοχής ότι αναλάμβανε διαχειριστής της αιτήτριας και επιθυμούσε να μιλήσει και στο υπόλοιπο προσωπικό του Γυμναστηρίου. Αναφέρεται δε στη συνέχεια της διαβεβαίωσης του στην αντίδραση του στα πιο πάνω γεγονότα με κατάληξη την καταχώρηση της αγωγής και της επίδικης αίτησης υποστηρίζοντας την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της και τους λόγους που τον οδήγησαν να απευθυνθεί μονομερώς στο Δικαστήριο για να μην υποστεί η αιτήτρια ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία ήδη είχε αρχίσει να προκαλείται. Οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ξεχωριστές ειδοποιήσεις περί προθέσεως ενστάσεως όπου οι λόγοι που προβάλλουν είναι σχεδόν ταυτόσημοι και όπου η αιτιολόγηση τους στις ένορκες δηλώσεις τους που τις υποστηρίζουν, με κάποιες αναγκαίες διαφοροποιήσεις επίσης ταυτίζονται. Ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη. Με αυτή ισχυρίζονται ότι η αιτήτρια αιτείται παράτυπα και/ή παράνομα τελικές θεραπείες τις οποίες αξιώνει με την έκθεση απαίτησης της. Απαντούν και σχολιάζουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους της αιτήτριας, όπου πέραν των νομικών λόγων που προβάλλουν και για τους οποίους καλούν το Δικαστήριο να μην προχωρήσει να οριστικοποιήσει τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, προβάλλουν και την δική τους εκδοχή και αντίληψη περί των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Ισχυρίζονται ότι ο επιβεβαιών εκ μέρους της αιτήτριας δεν προσήλθε με καθαρά χέρια αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και ότι όσα υποστήριξε δεν στοιχειοθετούσαν την προϋπόθεση του κατεπείγοντος για την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων. Υποστηρίζουν ότι η αιτήτρια έχει αποτύχει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει α) σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, β) ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και γ) ότι εκτός και εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο για δε το ισοζύγιο της ευχέρειας εισηγούνται ότι κλίνει σαφώς υπέρ της απόρριψης των αιτούμενων διαταγμάτων. Υποστηρίζουν ότι η αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική, αόριστη και πρόωρη σε σχέση με όσα έχει αιτηθεί η αιτήτρια. Πρόκειται, όπως ισχυρίζονται για κακόπιστη και εκδικητική αίτηση που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και έτσι αποτελεί κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ότι αποτελεί προσπάθεια αναίρεσης ή κατάργησης ή καταστρατήγησης των νομοθετικών υποχρεώσεων που επιβάλλουν στους διαχειριστές ποία θα είναι τα καθήκοντα τους από την πρώτη στιγμή διορισμού τους είτε με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης είτε με βάση διαταγή του Δικαστηρίου. Όλους τους πιο πάνω λόγους τους υποστηρίζουν με τις δηλώσεις τους οι ενόρκως δηλούντες καθ΄ων η αίτηση. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου, η οποία αφορά το κατά πόσο θα οριστικοποιηθούν ή όχι τα εν λόγω εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, θα γίνει αναφορά στις λεπτομέρειες που δόθηκαν. Ο ενόρκως δηλών κ. Παύλος Δίγκλης αντεξετάστηκε επί δύο παραγράφων της ένορκης δήλωσης του (παρ. 12 και 20) μετά που παραχωρήθηκε προς τούτο άδεια από το Δικαστήριο. Ενώ υποστήριξε ότι κατανοεί το περιεχόμενο της Συμφωνίας Ομολόγου και γι΄αυτό την υπέγραψε και επί τη βάση αυτής διόρισε τον καθ΄ου η αίτηση 2 ως Διαχειριστή της αιτήτριας, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι δεν μπορεί να διαβάσει αγγλικά - γλώσσα στην οποία είναι συνταγμένη η Συμφωνία Ομολόγου - κάτι που καταδεικνύει ότι δεν έχει κατανοήσει τη σημασία της συμφωνίας αυτής όπως παραδέχθηκε στη συνέχεια υποστηρίζοντας ότι είναι νομικό κείμενο το οποίο δεν κατανοεί. Παραδέχθηκε ότι δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία Διευκόλυνσης ούτε και αντιλαμβάνεται το όρο Facility Agreement. Δεν μπόρεσε επίσης να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση όταν του υποβλήθηκε ότι η συμφωνία ήταν εικονική και αυτό φαίνεται και από την αναφορά σε Αιολικό Πάρκο (Wind Farm), στην περιοχή της Κόσιης, λέγοντας αρχικά ότι αφορά εξοπλισμό για εξοικονόμηση ενέργειας στο Γυμναστήριο. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία είχε κέρδη από το 2007 μέχρι το 2010, χωρίς όμως να μπορεί να εξηγήσει τις οικονομικές καταστάσεις που παρουσίασε στην ένορκη του δήλωση και απάντησε κατά γενικό τρόπο λέγοντας ότι όσο διαχειριζόταν ο ίδιος την εταιρεία αυτή είχε κέρδη, όταν σύμφωνα με τον ισχυρισμό του διευθυντή της αιτήτριας το Γυμναστήριο ήταν σε ζωή αποκλειστικά λόγω της χρηματοδότησης του από αυτόν και τις εταιρείες του. Οι ευπαίδευτες συνήγοροι που εκπροσώπησαν τους διαδίκους, με άδεια του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες επιχειρηματολόγησαν με παραπομπή σε αυθεντίες, νομολογιακές αρχές και καθοδηγητικές αποφάσεις όπως και στα γεγονότα της υπόθεσης υπέρ των αντίστοιχων θέσεων τους. Η κ. Χρυσάφη υιοθέτησε την αγόρευση της δικηγόρου του καθ΄ου η αίτηση
  9. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό τη προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,

(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημα του για την παροχή θεραπείας (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1453). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύτηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το Άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (βλέπε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστυκών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates (ανωτέρω), National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises SA
(1989)1 A.A.Δ. 182, Zεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Vuitton v. Dermosak Limited κ.α. (ανωτέρω), αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
  1. i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
  2. ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από την αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco,
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland,
(1997)1 (G) A.A.Δ. 1791, Akis Express ν. Aris Expres,
(1998)(1A) Α.Α.Δ. σελ. 149). Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της τυχόν μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων όπως συνέβη στη παρούσα περίπτωση με την αντεξέταση του καθ΄ου η αίτηση 1 επί συγκεκριμένων ισχυρισμών του στην ένορκη δήλωση του. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Στο στάδιο όμως αυτό το δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Α.32 του Ν.14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd.
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas.
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 209). Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία όπως υποδεικνύεται στην (Odysseos ανωτέρω). ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με γνώμονα λοιπόν τις πιο πάνω νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις ή αρχές που καθιερώθηκαν σε ό,τι αφορά την εξέταση αυτής της φύσης των αιτημάτων θα προσπαθήσω στη συνέχεια έχοντας υπόψη τις ενόρκους δηλώσεις και όσα τις συνοδεύουν οι οποίες υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις και όσα προέκυψαν από την αντεξέταση του καθ΄ου η αίτηση 1, να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη και τις εισηγήσεις εκ μέρους των διαδίκων. Σίγουρα τα όσα θα ακολουθήσουν δεν θα πρέπει να εκληφθούν ότι αποτελούν τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου επί της διαφοράς. Εκείνο το οποίο θα επιχειρηθεί είναι να καταδειχθεί η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα καθιστούσαν έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/1960. Τέθηκε από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ο ισχυρισμός περί απόκρυψης ουσιωδών και /ή ουσιαστικών γεγονότων που διέπουν την παρούσα υπόθεση. Η αιτήτρια τουναντίον διά του διευθυντή της Διοικητικού της Συμβούλου κ. Ανδρέα Δίγκλη, ήταν αρκούντως διαφωτιστική σε όλες τις λεπτομέρειες, τόσο των προσωπικών όσο και των οικονομικών σχέσεων των διαδίκων, σε σημείο που έκανε αναφορά και σε ζητήματα που δεν άπτονταν αυτής καθ΄αυτόν της αίτησης. Καταλογίζεται σε αυτόν ότι δεν παρουσίασε την Συμφωνία Διευκόλυνσης στην οποία κάμνει αναφορά. Ο κ. Α. Μ. Δίγκλης όμως εξηγεί ότι μια τέτοια συμφωνία δεν υπογράφτηκε ποτέ και επομένως διερωτάται κάποιος πως θα παρουσιαζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου και ποιά θα ήταν η αποδεικτική της αξία. Εξάλλου έγινε ιδιαίτερη αναφορά για το ζήτημα αυτό και στην έρευνα που διενήργησε η κ. Σ. Κουρουζίδου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε όταν είχαν καταρτισθεί οι Συμφωνίες Ομολόγων το 2012 από την οποία προέκυψε ότι δεν είχε συνταχθεί τέτοια συμφωνία. Η αιτήτρια κρίνω ότι με την διαβεβαίωση του κ. Α. Μ. Δίγκλη παραθέτει όλα στη διάθεση της στοιχεία με τα οποία δικαιολογούν από που ερείδεται το δικαίωμα να αξιώνει από τους καθ΄ων η αίτηση τα απαγορευτικής φύσης διατάγματα όπως και αποζημιώσεις. Η νομολογία καθορίζει ότι η συνολική εικόνα που πρέπει να μεταδίδεται μέσα από την αίτηση πρέπει να είναι στη βάση της ορθή χωρίς παραπλάνηση (βλ. Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά,
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Το γεγονός ότι οι καθ΄ων η αίτηση δυνατόν να διατυπώνουν σε ορισμένες περιπτώσεις μια διαφορετική εκδοχή για την αντίληψη που είχαν οι ίδιοι των γεγονότων, δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση απόκρυψη γεγονότων ή αναλήθεια των γεγονότων που έχουν παρουσιάσει οι αιτητές (βλ. Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού,
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Επομένως είναι η κατάληξη μου σε σχέση με το θεμελιώδες ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων για το οποίο έκαναν αναφορά οι καθ΄ων η αίτηση ότι δεν υπήρξε τέτοια απόκρυψη ούτε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αλλά ούτε και κακοπιστία εκ μέρους της αιτήτριας. Όλες οι σχετικές αναφορές των καθ΄ων η αίτηση περί στοιχείων τα οποία απέκρυψαν οι αιτητές είτε διασκεδάζονται με τα όσα αναφέρει ο κ. Α.Μ. Δίγκλης στη διαβεβαίωση του είτε είναι άνευ ιδιαίτερης σημασίας για σκοπούς απόφανσης επί των διαφόρων πτυχών της παρούσας. Επομένως δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος. Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Η αίτηση βασίζεται στο νομικό υπόβαθρο που προβλέπεται και το οποίο παρατίθεται στο σώμα της δηλαδή στα άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) άρθρο 9
(3)στου Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.45, Δ.48 Θ. 1, 2, 7 και 8 και Δ.59, στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τις αρχές της επιείκειας και στην πρακτική και συμφυή δικαιοδοσία και εξουσίες του Δικαστηρίου. Παρόλο ότι προβλήθηκε ως λόγος ένστασης η μη ορθή νομική βάση της αίτησης εντούτοις δεν υποστηρίχθηκε με την ένορκη δήλωση. Σε κάθε περίπτωση αυτή κρίνεται ως ορθή. Το δε πραγματικό της υπόβαθρο βασίζεται στην διαβεβαίωση που παρέσχε ο Διευθυντής της εταιρείας που είναι η μοναδικός Διοικητικός Σύμβουλος της αιτήτριας και στα τεκμήρια που επισύναψε σε αυτή. Επομένως δεν βλέπω οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με το νομότυπο της αίτησης. Η προσωπική και θετική γνώση του επί των γεγονότων τα οποία υποστηρίζει με την διαβεβαίωση του ο κ. Α.Μ. Δίγκλης έχει καταδειχθεί και δεν έχει συγκεκριμένα αμφισβητηθεί. Η ενέργεια δε της ενάγουσας - αιτήτριας να αποταθεί μονομερώς και να εξασφαλίσει τα επίδικα διατάγματα ενόψει του επείγοντος του χαρακτήρα τους, όπως κρίνω ότι ήταν πράγματι ενόψει των ενεργειών των καθ΄ων η αίτηση να λάβουν τη διαχείριση του Γυμναστηρίου, καθόλου δεν έχει παραβιάσει οποιοδήποτε συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα των καθ΄ ων η αίτηση εφόσον υπήρξε ικανοποιητική εξήγηση του επείγοντος του χαρακτήρα της θεραπείας την οποία επιδίωκε και εξήγησε σε τι αποσκοπούσε. Εξάλλου, η νομολογία μας διαχρονικά αυτό είναι που επιτάσσει, ότι δηλαδή: ¨Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα πρέπει να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους ώστε να παρέχεται σε αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς¨ (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Για το ζήτημα της νομιμοποίησης του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας να εγείρει αγωγή και να υπογράψει τη σχετική εγγυητική μετά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ο κ. Α.Μ. Δίγκλης, όπως είχε διατάξει το Δικαστήριο, εφόσον είχε διοριστεί στο μεταξύ διαχειριστής ο καθ΄ου η αίτηση 2 υιοθετώ τα όσα η Π.Ε.Δ. Λευκωσίας κα Τ. Καρακάννα ανέφερε στην πρόσφατη απόφαση της στην Αγωγή Αρ. 6431/2014, Aqua Sol Hotels Public Company Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δ.Ε. Λτδ κ.ά. ημερ. 20.02.2015 (της οποίας εκεταμένο απόσπασμα παραθέτω στη συνέχεια και με το οποίο συμφωνώ απόλυτα και υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι αρμόδιο πρόσωπο να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή ήταν ο ίδιος ο διαχειριστής, ήτοι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, και όχι η εταιρεία, ήτοι οι Αιτητές, και ότι ο ομνύοντας Τάσος Αναστασιάδης θα έπρεπε να είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του διαχειριστή, προτού καταχωρήσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Στην ουσία, εκείνο που εισηγούνται, είναι ότι ο μόνος αρμόδιος να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή, αντικείμενο της οποίας είναι η απομάκρυνση του διαχειριστή, είναι ο ίδιος ο διαχειριστής και αυτός ήταν και ο μόνος αρμόδιος να δώσει τη συγκατάθεσή του στην καταχώρηση της ένορκης δήλωσης. Σημειωτέον ότι στην ένορκη δήλωση ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα. Η εισήγηση αυτή, από μόνη της, είναι παράδοξη. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ζητούν από το Δικαστήριο να δεχθεί ότι το μόνο άτομο που θα μπορούσε να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή είναι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, με απλά λόγια, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 θα έδιδε οδηγίες να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον του εαυτού του. Ο διορισμός ενός προσώπου ως διαχειριστή μιας επιχείρησης δεν αναστέλλει όλες τις εξουσίες των διευθυντών της εταιρείας. Οι εξουσίες του διαχειριστή δεν είναι ταυτόσημες με τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου[1]. Στην περίπτωση διορισμού Παραλήπτη και Διαχειριστή του ενεργητικού μιας εταιρείας δυνάμει συμφωνίας, το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο και, παρά το γεγονός ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων φεύγει από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν. Οι εξουσίες του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 περιγράφονται στους όρους 10 και 11 των δύο ομολόγων. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, ως εκ της θέσης του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης, ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας και είχε τόσο τις εξουσίες όσο και το δικαίωμα να πράττει καθετί το οποίο παραλήπτης/διαχειριστής νομίμως δικαιούται να κάμει και το οποίο θεωρείται αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των πιο κάτω: «(α) Να λαμβάνει κατοχήν και ρευστοποιή και εισπράττη ολόκληρον ή οιονδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού και προς τον σκοπόν τούτον να προβαίνη εις οιαδήποτε διαβήματα επ΄ ονόματι της Εταιρείας ή άλλως, ως ήθελε θεωρήσει αναγκαίον ή σκόπιμον. (β) Να διεξάγη ή συντελή ώστε να διεξάγηται η εργασία της Εταιρείας και να συνάπτη δάνεια από την Τράπεζαν ή από άλλους, εξασφαλίζων ταύτα δι΄ ολοκλήρου ή οιουδήποτε μέρους του ρηθέντος ενεργητικού. (γ) Να πωλή ή ενοικιάζη ή συντελή ώστε να πωληθή ή ενοικιασθή οιονδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού ή άλλως πως διαθέτη τούτο υπό τοιούτους όρους ως ήθελε θεωρήσει συμφέροντας διά την Τράπεζαν. (δ) Να προβαίνη εις οιασδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς τους οποίους ήθελε θεωρήσει συμφέροντας. (ε) Να προβαίνη εις οιασδήποτε επισκευάς, βελτιώσεις και ασφαλίσεις του ρηθέντος ενεργητικού ή οιουδήποτε μέρους τούτου ως ήθελε θεωρήσει αναγκαίον ή σκόπιμον. (στ) Να προβαίνη εις κλήσεις, είτε υπό όρους είτε άνευ όρων, προς τα μέλη της Εταιρείας, προς καταβολήν μέρους ή ολόκληρου του μήπω κληθέντος κεφαλαίου, έχων τας αυτάς εξουσίας διά τον σκοπόν τούτον και προς τον σκοπόν της επιβολής της πληρωμής οιασδήποτε γενομένης κλήσεως, οίας οι Κανονισμοί της Εταιρείας παραχωρούν εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ταύτης, αποκλεισμένης της προς τούτο εξουσίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι εξουσίες του Παραλήπτη/Διαχειριστή αφορούν τη διαχείριση του ενεργητικού της εταιρείας. Ο διαχειριστής δύναται να καταχωρήσει αγωγή όταν αντικείμενο αυτής είναι η περιουσία της εταιρείας την οποία ανέλαβε να διαχειρίζεται, αυτό όμως δεν εξυπακούει ότι η εταιρεία εμποδίζεται να καταχωρήσει αγωγή και να αμφισβητήσει το διορισμό του διαιτητή, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Newhart Developments Ltd v. Co-operative Commercial Bank Ltd: ". It is perhaps interesting to note in passing that when a liquidator is appointed, certainly in a winding-up by the court, the powers of the directors immediately cease by statutory provisions. There is no such provision in relation to the appointment of a receiver, whose duty is to protect the interests of the mortgagee or debenture holders, as the case may be. Insofar as it is requisite and necessary for him, in the course of his dealing with the assets of the company, bringing them in and realising them and so on, to bring actions as well, he is empowered to do so by the debenture trust deed in the name of the company. That makes it possible for him to institute such proceedings without exposing himself to the risk of a liability for costs if those proceedings should fail. But the provision in the debenture trust deed giving him that power is an enabling provision which invests him with the capacity to bring an action in the name of the company. It does not divest the directors of the company of their power, as the governing body of the company, of instituting proceedings in a situation where so doing does not in any way impinge prejudicially on the position of the debenture holders by threatening or imperilling the assets which are subject to the charge.» Χρήσιμη είναι και η πιο κάτω αναφορά που γίνεται από το Χ. Μαλαχτό, Π.Ε.Δ., στη Λευτέρης Φιλίππου Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας Aqua Sol Hotels Public Company Ltd v. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd κ.ά.: «Όμως παρά το διορισμό του Παραλήπτη Διαχειριστή, οι διευθυντές της Εταιρείας διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας και δεν μπορούν να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd v. Landmark Finance Pty Ltd
(1962)92 WN (NSW) 199, New South Wales, Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand». Καταλήγω ότι η εταιρεία νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, ο διορισμός ενός προσώπου ως διαχειριστή μιας επιχείρησης δεν αναστέλλει όλες τις εξουσίες των διευθυντών της εταιρείας. Στην περίπτωση διορισμού Παραλήπτη και Διαχειριστή του ενεργητικού μιας εταιρείας δυνάμει συμφωνίας, το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο και, παρά το γεγονός ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων φεύγει από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν. Στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εξουσίες ενός διαχειριστή που διορίζεται στη βάση συμφωνίας ομολόγου, περιορίζονται μόνο στις εξουσίες που παρέχει αυτή η συμφωνία στον Διαχειριστή και μόνον αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, στο άρθρο 12.5 της Συμφωνίας Ομολόγου, προβλέπονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες του διαχειριστή, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η έγερση της αγωγής για παύση του διορισμού Διαχειριστή (κάτι που ούτως ή άλλως θα ήταν οξύμωρο να αποτελούσε εξουσία του Διαχειριστή, αφού θα καταλήγαμε στο παράδοξο αποτέλεσμα ο διαχειριστής να ενάγει τον εαυτό του). Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, οι εξουσίες του Διαχειριστή, άπτονται μόνο της διαχείρισης του ενεργητικού της εταιρείας και οι τυχόν νομικές ενέργειες που χρειάζεται να γίνουν από τον διαχειριστή, ήτοι η καταχώριση αγωγής, προκειμένου να νομιμοποιείται ο ίδιος να τις προωθήσει, θα πρέπει και πάλι να αφορούν την περιουσία της εταιρείας. Εδώ εγέρθηκε αγωγή με σκοπό την αναγνώριση της Συμφωνίας Ομολόγου ως ανίσχυρης και την ακύρωση του διορισμού του Διαχειριστή. Ως εκ τούτου και λαμβάνοντας καθοδήγηση από την πιο πάνω απόφαση, οι Αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν αυτή την αγωγή, χωρίς να δώσει τη συγκατάθεση του ο Καθ΄ου η αίτηση
  1. Όσον αφορά τώρα το δικαίωμα της εταιρείας να υπογράψει την εγγυητική που διέταξε το Δικαστήριο, αποτελεί θέση των Αιτητών ότι και αυτή ήταν μία ενέργεια που σε κάθε περίπτωση νομιμοποιούνταν να πράξουν. Και αυτό γιατί κατά το χρόνο υπογραφής της εγγυητικής, το Δικαστήριο είχε ήδη εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα με τα οποία απαγορεύθηκε στον Καθ΄ου η αίτηση 2 να ενεργεί ως Διαχειριστής της εταιρείας. Συνεπώς, οι Αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να υπογράψουν την εγγυητική με σχετική απόφαση του ΔΣ της εταιρείας και χωρίς τη συγκατάθεση του Καθ΄ου η αίτηση
  2. Για να καταδείξει η αιτήτρια ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στη συνέχεια ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν έχει δικαίωμα να ζητήσει θεραπεία εναντίον των συγκεκριμένων εναγομένων. Όπως προκύπτει από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνονται διάφορα απαγορευτικής - αναγνωριστικής φύσης διατάγματα όπως και αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν ή υπόκεινται συνεπεία ενεργειών των καθ΄ων η αίτηση τα οποία εδράζονται σε ισχυριζόμενη εικονική Συμφωνία Ομολόγου την οποία ο καθ΄ου η αίτηση 1, χωρίς να έχει προς τούτο νόμιμο δικαίωμα χρησιμοποίησε για να διορίσει τον καθ΄ου η αίτηση 2 διαχειριστή της αιτήτριας με σκοπό να αποκλείσουν από αυτή τον μοναδικό μέτοχο και διευθυντή της τον κ. Α.Μ. Δίγκλη. Προς τούτο κοινοποίησαν σχετικό έντυπο στον Έφορο Εταιρειών και στην τράπεζα στην οποία η αιτήτρια διατηρούσε το λογαριασμό της με τον οποίο λειτουργούσε την επιχείρηση του Γυμναστηρίου προς βλάβη των συμφερόντων της, εφόσον με την μη πληρωμή εκδοθέντων επιταγών θα μπορούν να εγερθούν αγωγές ακόμα και ποινικές διαδικασίες και εφόσον επιπλέον τα εμβάσματα στον εν λόγω λογαριασμό γίνονταν μόνο από τον κ. Α. Μ. Δίγκλη. Η αιτήτρια με τα απαγορευτικά διατάγματα που αξιώνει εναντίον των καθ΄ων η αίτηση επιζητεί κατ΄ουσία την αποκατάσταση του status quo ante πριν αυτό διαταραχθεί με ενέργειες που έκαναν κατά παράνομο και επιλήψιμο τρόπο, όπως διατείνεται η αιτήτρια οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως περιγράφηκε πιο πάνω. Τα διατάγματα αυτήν την πρότερη κατάσταση η οποία διαφοροποιήθηκε με ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 αποσκοπούσαν να αποκαταστήσουν. Στο στάδιο της εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή για οριστικοποίηση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που παρέχεται από τις ενόρκους δηλώσεις και τα έγγραφα που επισυνάπτονται - εδώ την διαβεβαίωση - και θεωρείται ως επαρκής μαρτυρία για σκοπούς ενόρκου δηλώσεως σε τέτοιες αιτήσεις ακόμα και εξ ακοής μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα ή του διαβεβαιώνοντος και τα οποία πρόκειται να αποδειχθούν μεταγενέστερα κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής μέσα από την κλήση των απαραίτητων μαρτύρων (βλ. Δ. 39 Θ. 2 και επίσης Supreme Court Practice 1982, v. 1,703 - 704 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco Investments (Netherlands) BV,
(1984)1 WLR 271 σελ. 282). Τα όσα αναφέρει στην γραπτή του διαβεβαίωση ο κ. Α.Μ. Δίγκλης τα οποία περιεκτικά κατέγραψα πιο πάνω, κατά την άποψη μου, παρουσιάζουν μια σαφή εικόνα περί της ύπαρξης δικαιώματος να αξιώνει η ενάγουσα εναντίον των εναγομένων και εξ αυτού του δικαιώματος τους ερείδονται οι αξιώσεις για έκδοση απαγορευτικής φύσης διαταγμάτων και για αποζημιώσεις για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και δεν χρειάζεται η επανάληψη τους. Για τους ίδιους αυτούς λόγους, με όλο το σεβασμό, θα διαφωνήσω με την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 ότι δεν έχει αποκαλυφθεί καλή βάση αγωγής. Η επιδιωκόμενη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης (status quo) πριν αυτή ανατραπεί με τις ενέργειες των καθ΄ων η αίτηση δεν αποκρύβει κακοπιστία και/ή εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού λόγοι που παρέμειναν σε κάθε περίπτωση ατεκμηρίωτοι. Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Το Δικαστήριο στην εξέταση που προβαίνει κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στις υποθέσεις Jonitexo και Γρηγορίου (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ΄εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε και στην Odysseos (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όσα προηγήθηκαν ή θα ακολουθήσουν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση, η βάση της αίτησης θα πρέπει να έχει σχέση με τη θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης (βλ. Odysseos (πιο πάνω). Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ικανοποιείται επομένως με αναφορά στα δικόγραφα και κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και θεμελιώνεται εκ πρώτης όψεως νομικά η αξίωση, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται όταν η νομική αυτή θεμελίωση, συνδυασμένη με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις και την τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, αποκαλύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση δε με το ζήτημα της πιθανότητας επιτυχίας εναντίον των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση, παρατηρώ ότι όπως αποδεικνύουν και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και συνοδεύουν την διαβεβαίωση του κ. Α.Μ. Δίγκλη όσο και αυτών των καθ΄ων η αίτηση όπου γίνεται παραδοχή για τις αλλαγές που επήλθαν με την κατάθεση των αμφισβητούμενων από νομικής ισχύος εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών και αφορούν τη Συμφωνία Ομολόγου και τον διορισμό Διαχειριστή της αιτήτριας χωρίς να ερείδονται δικαιώματος από την εν λόγω συμφωνία για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει θετικά, ως είχε υποχρέωση, με τη παρουσίαση παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων όπως η παρουσίαση των διαφόρων γεγονότων που οδήγησαν στην υπογραφή των Εγγράφων Ομολόγων και για ποιο σκοπό είχαν αυτά καταρτισθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία μας εκείνο το οποίο απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Επομένως με βάσει τα διαλαμβανόμενα στις αποφάσεις Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (ανωτέρω), Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashonwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. σελ. 1377 η ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος που είχε σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις κρίνω ότι πληρούνται με όσα ανέφερα πιο πάνω εφόσον αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων και τη ποιότητα και την ισχύ της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης της αιτήτριας, καθώς δεν απαιτείται, επαναλαμβάνω, το επίπεδο με το οποίο κρίνεται σε αυτό το στάδιο η μαρτυρία να είναι ψηλό. Ούτε μπορεί να αποκλειστεί ότι η αιτήτρια έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση της. Επομένως καταλήγω ότι με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στα δικόγραφα, τα στοιχεία που παρατίθενται στην διαβεβαίωση και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, η αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην εξασφάλιση της θεραπείας της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Θα προχωρήσω και θα εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή με τη μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στην αιτήτρια στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι η επέμβαση των καθ΄ων η αίτηση στη διαχείριση και λειτουργία της επιχείρησης του Γυμναστηρίου και η αλλαγή στο status της αιτήτριας θα της προκαλέσει ζημιές εφόσον δεν θα είναι δυνατός ο έλεγχος των δραστηριοτήτων της από τον μόνο χρηματοδότη της ο οποίος αν αποφασίσει να τερματίσει τη χρηματοδότηση της τότε θα καταρρεύσει οικονομικά, ενόψει και των εργασιών ανακαίνισης που διενεργούνται αυτή τη περίοδο για να βελτιωθούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες από το Γυμναστήριο. Αναμφισβήτητα μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλέσει ζημιά στην αιτήτρια και δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο μπορεί μελλοντικά να υπολογιστεί με δυνατό βαθμό βεβαιότητας ποια ζημιά μπορεί επιπλέον να υποστεί η αιτήτρια. Περαιτέρω ελλοχεύει ο κίνδυνος να προκληθούν δυσμενείς επιπτώσεις και συνέπειες στη φήμη του Γυμναστηρίου οι οποίες είναι αδύνατο να υπολογιστούν. Επομένως με τα πιο πάνω απαντάται και ο λόγος ένστασης εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση ότι δηλαδή η ενάγουσα - αιτήτρια δεν παρουσίασε στοιχεία προς απόδειξη της ζημιάς την οποία θα υποστεί αν δεν οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα. Επομένως ο παράγοντας αυτός θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από τον φακό των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση που επιτύχει η αιτήτρια, έστω και σε κάποιο μέρος της απαίτησης της, προβάλλει το ερώτημα εάν θα μπορέσει να ικανοποιήσει την απαίτηση της με δεδομένο ότι δεν είναι εύκολο να αποτιμηθεί η ζημιά την οποία θα υποστεί. Με βάσει τα πιο πάνω βρίσκω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Το Δικαστήριο προτού οριστικοποιήσει το διάταγμα θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι κάτι τέτοιο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο και ότι εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το ¨ισοζύγιο της ευχέρειας¨ όπως αποκαλείται στην Amercan Cyanamid Co Ltd v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, κλείνει σαφώς υπέρ των εναγόντων - αιτητών. Είναι φανερόν ότι η διατήρηση του status quo ante ανατρέχει στο χρόνο πριν οι καθ΄ων η αίτηση προβούν στις αλλαγές που διενήργησαν στην αιτήτρια καταθέτοντας χρησιμοποιώντας αμφισβητούμενα έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών, στην τράπεζα της αιτήτριας και στο προσωπικό και πελατεία της. Η πιο πάνω κατάσταση όμως θα πρέπει να επεκταθεί μέχρι και την ενέργεια των καθ΄ων η αίτηση να επιφέρουν αλλαγές στο status της αιτήτριας. Σε τέτοιες υποθέσεις, κατά την άποψη μου, μπορούν να εκδίδονται προσωρινά διατάγματα που συχνά να έχουν το ίδιο περιεχόμενο όπως και το παρακλητικό της αγωγής, η σύγχρονη νομολογία έχει διευκρινίσει ότι: «Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, δεν αποκλείεται.» (βλ. Κούνουνα v. C & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, Κοσμά v. Χ¨ Κυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ.169 και Jonitexo Ltd v. Αdidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263). Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/2011 ημερ. 16.04.2014 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 ΑΑΔ 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεονίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 και στην Πολιτική έφεση 52/2010 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ε. Στακατίδου ημερ.
  1. 03.
  2. Αποδίδουμε ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.α. v. Πάσιου
(2004)1(Α) ΑΑΔ 125 στη σελ. 134 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: « Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο.» Παρόλα αυτά μια προσεκτική μελέτη των διαταγμάτων και των θεραπειών που αξιώνονται από τους αιτητές στο κλητήριο ένταλμα τους καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ταύτιση με ό,τι αξιώνεται με την αγωγή εφόσον με την αγωγή επιζητείται και η επιδίκαση αποζημιώσεων για ζημιές που κατ΄ισχυρισμό υπέστη η ενάγουσα με τις ενέργειες των καθ΄ων η αίτηση . Η κατάσταση στην αιτήτρια θα πρέπει να επανέλθει ως είχε πριν τις ενέργειες των καθ΄ων η αίτηση. Η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη διατάγματος θα πρέπει να συναρτάται με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και κρίνονται κατά βάση με την ένορκη δήλωση - διαβεβαίωση εν προκειμένω και δια μέσου αυτής βέβαια εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Στη παρούσα περίπτωση κρίνω ότι υπάρχει συνεκτικός κρίκος της διαβεβαίωσης με τη δικογραφία. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης που αφορούν την πολλαπλότητα διαδικασιών, το πρόωρο της αίτησης και ο ισχυρισμός ότι με την οριστικοποίηση των διαταγμάτων θα δοθεί τελική θεραπεία παρατηρώ ότι τα εκδοθέντα διατάγματα και οι απαγορεύσεις που τέθηκαν με αυτά καθόλου δεν δίδουν τελική θεραπεία απλώς απαγορεύουν στον καθ΄ου η αίτηση 2 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου τυχόν διοριστεί από τον καθ΄ου η αίτηση 1 να επέμβει επί του ενεργητικού της αιτήτριας καθώς και να ασχολείται με τη διοίκηση της εταιρείας. Επίσης ζητείται από το Δικαστήριο η απαγόρευση άσκησης οποιουδήποτε δικαιώματος τυχόν απορρέει από τη Συμφωνία Ομολόγου. Η τελική θεραπεία ασφαλώς ζητείται με την αγωγή και η οποία συνίσταται στην αναγνώριση του γεγονότος ότι η Συμφωνία Ομολόγου είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα κατά την αιτήτρια. Με τα εκδοθέντα διατάγματα δεν ακυρώνεται η Συμφωνία Ομολόγου ούτε ακόμα και πλήττεται ο διορισμός του καθ΄ου η αίτηση 2 ως διαχειριστή απλώς του απαγορεύεται να ενεργεί ως τέτοιος μέχρι της περάτωσης της αγωγής και της οριστικής επίλυσης των διαφορών που προέκυψαν. Περαιτέρω με την αγωγή αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις λόγω της ήδη ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης του καθ΄ου η αίτηση 2 στο Γυμναστήριο και επί του ενεργητικού της αιτήτριας προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτή. Κάτω από τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από την αιτήτρια ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, θα προχωρήσω και θα εγκρίνω την αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 24.03.2015 και αφορούν τους καθ΄ων η αίτηση δια του παρόντος οριστικοποιούνται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 / καθ' ων η αίτηση και υπέρ της ενάγουσας/ αιτήτριας τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ................................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.