M. MANOLIS & TRANSPORTATION LIMITED ν. AFRICAN SAFARI GIFTS CO LIMITED, Αρ. Αγωγής 1283/13, 21/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1283/13 Μεταξύ: M. MANOLIS & TRANSPORTATION LIMITED Ενάγουσας -ν- AFRICAN SAFARI GIFTS CO LIMITED Εναγομένης Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 05/05/2015 Ημερομηνία: 21 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη Εταιρεία: Ο κ. Φανής. Για Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα Εταιρεία: Η κα Θωμά για Α. Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη Εταιρεία με την αίτησή της, ημερομηνίας 05/05/2015, ζήτησε την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Αιτήθηκε την προσθήκη των παραγράφων 4 (Α), 4 (Β), 4 (Γ) και 4 (Δ). Συγκεκριμένα, αιτήθηκε τις ακόλουθες τροποποιήσεις: «4Α. Άνευ βλάβης ή και διαζευκτικά των ανωτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπήρχε συνεργασία της εναγόμενης-εταιρείας με τους ενάγοντες, και συγκεκριμένα να εκτελεί η ενάγουσα εταιρεία μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων με συγκεκριμένες τιμές αναλόγως των ποδών των εμπορευματοκιβωτίων ή και για τους δύο τύπους εμπορευματοκιβωτίων προς όφελος της εναγόμενης εταιρείας, έναντι αμοιβής. Η ίδια συνεργασία υπήρχε και με εταιρεία στην οποία διευθυντής ή / και μέτοχος, ήταν διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, με την ονομασία Sun Tower Home Center D.I.Y., η οποία διακόπηκε το έτος
- 4Β. Κατά ή περί τον Ιανουάριο του έτους 2011 οι εναγόμενοι ανέφεραν στην ενάγουσα εταιρεία ή / και σε αντιπρόσωπό της, ότι είχαν προσφορά ή / και πρόταση για παροχή υπηρεσιών από άλλη εταιρεία σε χαμηλότερο ποσό από την υφιστάμενη προφορική συμφωνία των διαδίκων ή / και την μέχρι τότε συνεργασία τους. Η ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε στις νέες τιμές που η εναγόμενη εταιρεία εισηγήθηκε, με σκοπό τη συνέχιση της συνεργασίας τους και διαβεβαίωσε την εναγόμενη εταιρεία ότι η συνεργασία τους θα συνέχιζε με τις νέες χαμηλότερες ή / και νέες μειωμένες ή / και συμφωνηθείσες τιμές ή και προς €180 το 40αρι εμπορευματοκιβώτιο και €160 το 20αρι εμπορευματοκιβώτιο συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.. 4Γ. Αναφορικά με την απαίτηση των εναγόντων οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ανέφεραν επανειλημμένως στην ενάγουσα ότι οι χρεώσεις ή / και τιμολογήσεις των υπηρεσιών δεν ανταποκρίνονταν στη νέα συμφωνία των διαδίκων για χαμηλότερες ή / και νέες συμφωνηθείσες τιμές και πως δεν αναγνώριζαν τις χρεώσεις τις οποίες έκανε η ενάγουσα εταιρεία. Η ενάγουσα διαβεβαίωνε πως η Συμφωνία μείωσης των τιμών ίσχυε και πως θα προέβαινε σε αφαίρεση ή και διόρθωση του ποσού που χρεωνόταν επιπλέον πέραν των συμφωνηθέντων τιμών της συμφωνίας των διαδίκων από τα τιμολόγια που εξέδιδε. Άνευ βλάβης των ανωτέρω η εναγόμενη εταιρεία διαμαρτυρόταν για τις χρεώσεις της ενάγουσας εταιρείας μέσω των αντιπροσώπων της ή / και υπαλλήλων της σε τακτά διαστήματα και η ενάγουσα εταιρεία διαβεβαίωνε πως θα προέβαινε στις αφαιρέσεις των ποσών που χρέωνε πέραν της συμφωνηθείσας». 4Δ. Η εναγόμενη εταιρεία πλήρωνε τα τιμολόγια που εξέδιδε η ενάγουσα εταιρεία στην βάση των ως άνω υπό 4Β τιμών ή και μέχρι του ποσού της νέας συμφωνηθείσας ή / και χαμηλότερης τιμής, συμφώνως των διαβεβαιώσεων ή / και παραστάσεων ή / και της νέας συμφωνίας των διαδίκων. Οι ενάγοντες επιπλέον κωλύονται ή και εμποδίζονται στο να ισχυρίζονται διαφορετικές τιμές ή και να αμφισβητούν τα πιο πάνω ποσά ή τιμές και θέσεις των εναγομένων λόγω και προηγούμενων της αγωγής δήλωσης τους ή και δήλωσης διαφορετικά από τα αξιούμενα στην αγωγή τους». Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.25 θ.1-4, στη Δ.9 θ.10, στη Δ.12 θ.1-5, στη Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του κου Γεώργιου Χατζηβασίλη, διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, λόγω της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ότι η γραμμή υπεράσπισης που ακολουθείτο δεν καλυπτόταν από την Υπεράσπιση της Εναγομένης Εταιρείας, οι συνήγοροι της Εναγόμενης έκριναν απαραίτητη την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη των συγκεκριμένων παραγράφων. Είναι ο ισχυρισμός του ότι απαιτείται η συγκεκριμένη τροποποίηση για την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση. Η αναγκαιότητα καταχώρησης της συγκεκριμένης αίτησης προέκυψε μετά από νεότερη μελέτη της υπόθεσης και λόγω του ότι δεν είχαν καταλήξει οι προσπάθειες συμβιβασμού της υπόθεσης. Καταλήγει, ότι δεν θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη η Ενάγουσα αφού θα μπορεί ν' αποζημιωθεί με το κατάλληλο διάταγμα εξόδων. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης από την πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας-Καθ' ης η αίτηση στην οποία κατεγράφησαν έξι
(6)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση γίνεται κακόπιστα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ότι επιχειρείται η προσθήκη νέας Υπεράσπισης η οποία είναι αντίθετη με την ήδη καταγραφείσα Υπεράσπιση, ότι δεν αποκαλύπτεται βάσιμη ή και εύλογη αιτιολογία για να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, ότι δεν αποκαλύπτεται βάσιμη ή και επαρκής εξήγηση για την καθυστερημένη υποβολή της αίτησης, ότι η αίτηση θα προκαλέσει αχρείαστη και μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και ότι η αίτηση αποτελεί περιφρόνηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας Εταιρείας για εκδίκαση της υπόθεσής της εντός ευλόγου χρόνου, αλλά και του δικαιώματος για ισότιμη και δίκαιη δίκη. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.25 θ.θ.1-4, Δ.48 θ.θ.1-4, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς επίσης και στη συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η Ένσταση κατεγράφησαν στην ένορκη δήλωση του κ. Μανώλη Μανώλη, διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, στις 06/04/2015 είχε ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην οποία, ενώ βρισκόταν κατά την αντεξέτασή του, είχε καταχωριστεί η υπό κρίση αίτηση. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η Εναγομένη Εταιρεία με την καταχώριση της υπό κρίσης αίτησης σκοπεί στο ν' αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τυχόν προβλήματα, τα οποία προέκυψαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης και μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, το οποίο δεν είχε επιτρέψει ερωτήσεις σε σχέση με την ύπαρξη νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης είναι καταχρηστική και κακόπιστη και καταχωρίστηκε μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα της Ενάγουσας με πρόθεση το ψάρεμα μαρτυρίας και για προβολή της θέσης της Εναγόμενης χωρίς παράλληλα να προβάλλεται η θέση της Ενάγουσας. Συνιστά, κατά τον ομνύοντα, προσπάθεια εισαγωγής νέας βάσης Υπεράσπισης, με παράλληλη τη διατήρηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν δύο αντιφατικές βάσεις Υπεράσπισης. Είναι η εισήγηση του ομνύοντα ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρείται καθυστερημένα και συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου, αφού η Εναγόμενη Εταιρεία είχε όλα τα στοιχεία στην κατοχή της εξ αρχής και είχε όλο τον απαραίτητο χρόνο για προετοιμασία της ακρόασης. Καταλήγει, ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις στο θεμελιώδες δικαίωμα της Ενάγουσας Εταιρείας για την σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης, αφού η οποιαδήποτε τροποποίηση θα επιφέρει καθυστέρηση και εκτροχιασμό στην εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ παράλληλα θα βλαφτούν τα συμφέροντα της Ενάγουσας σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν ν' αποζημιωθούν με οποιανδήποτε διαταγή για έξοδα. Γι' αυτό και εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο γραπτών αγορεύσεων. NOMIKH ΠTYXH Η Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 θ.
- Στο Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Εφ. 58/12, ημερ. 04/03/2013, επανάλαβε τις αρχές και αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."» Επίσης σε δυο πολύ πρόσφατες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο επαναδιατύπωσε τις αρχές που διέπουν αυτού του είδους τις αιτήσεις. Στην απόφαση στην υπόθεση Investylia Public Co v. Ανδρέα Μιντή, ECLI:CY:AD:2014:A131, Πολ. Εφ. 339/10, ημερ. 24/02/2014, κατεγράφησαν τα ακόλουθα σημαντικά σε σχέση με την κατεύθυνση της νομολογίας επί των αιτήσεων τροποποίησης: «Σημειώνουμε περαιτέρω ότι η σύγχρονη τάση, που παρουσιάζει η νομολογία, είναι προς την κατεύθυνση της έγκρισης αιτήσεων για τροποποίηση παρά το αντίθετο, εκτός βέβαια αν σοβαροί λόγοι συνηγορούν προς την αντίθετη προσέγγιση.» Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Investylia Public Co Ltd ν. Βάσου Ιωάννου και Ήβης Ιωάννου Χατζηπαντέλα ως διαχειριστές της περιουσίας του Μιχάλη Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2014:A168, Πολ. Εφ. 231/11, ημερ. 07/03/2014, κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η τροποποίηση σε περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται εγκαίρως και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα της άλλης πλευράς γίνεται αποδεκτή με περισσότερη ευκολία. Ο χρόνος της υποβολής της σκοπούμενης τροποποίησης αποτελεί σχετικό κριτήριο και τα Δικαστήρια αρνούνται κατά κανόνα διερεύνηση θεμάτων όταν η ακρόαση ήδη έχει αρχίσει. Η έκταση της τροποποίησης έχει τη δική της αυτοτελή σημασία εφόσον έχει επιπτώσεις στην τροχιοδρόμηση του προγραμματισμού της ακρόασης (Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ , Πολιτική Έφεση 242/11, ημερ. 19.7.2013). ................................ Όπως δε υποδείχθηκε στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd (ανωτέρω) αλλά και στην Flecha Contracting Ltd (ανωτέρω) η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δεν εξετάζεται κατ΄ απομόνωση ως ορισμένης σημασίας και μάλιστα αποφασιστικής.» Των πιο πάνω καταγραφέντων οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία παλαιότερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ.22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.»
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». Επαναδιατυπώθηκαν, οι πιο πάνω αρχές, στη συνέχεια, στις αποφάσεις Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1211, Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ.204/2009, ημερ.25/04/2012 και στην D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13/06/2013, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α.,
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817, στην οποία είχαν καταγραφεί τα ακόλουθα στη σελίδα 824: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Η Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία εισηγήθηκε ότι με την αίτηση προστίθενται νέες υπερασπίσεις που συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις, ενώ έρχονται σε αντίφαση με την υφιστάμενη υπεράσπιση. Η προσθήκη νέων υπερασπίσεων δεν έχει την ίδια δυναμική με την προσθήκη νέων βάσεων αγωγής, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα ν' αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της αίτησης (βλ. Χρίστου ν. Αζά (ανωτέρω)). Εφαρμογή των νομολογιακών αρχών οδηγεί στην κατάληξη ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχει κανένας λόγος για απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση τροποποίησης καταχωρίστηκε μόλις ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης και διαπιστώθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία η αναγκαιότητα για την τροποποίηση. Δεν μπορεί να εμποδίζεται η διόρθωση οποιουδήποτε λάθους, το οποίο προέκυψε, κατά την έναρξη της ακρόασης. Δεν λησμονεί το Δικαστήριο ότι έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας-Καθ' ης η αίτηση, όμως, δεν έχει τελειώσει η αντεξέτασή του, οπόταν θα μπορεί ν' αντιμετωπίσει τις συγκεκριμένες υπερασπίσεις δια μέσου των απαντήσεών του κατά την αντεξέταση. Το γεγονός αυτό καθιστά το ενδεχόμενο αδικίας, στην πλευρά της Ενάγουσας, απομακρυσμένο. Αντίθετα, διόρθωση οποιουδήποτε λάθους πριν την ακρόαση, ή ακόμα και στο αρχικό στάδιο της ακρόασης, είναι προς το συμφέρον όχι μόνο της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και των διαδίκων, αφού διασφαλίζεται διάσωση χρόνου. Υπήρξε καθυστέρηση, αλλά αυτή δεν ήταν ούτε υπέρμετρη, ούτε αδικαιολόγητη και δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που το Δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης τροποποίησης και ότι η ακρόαση της υπόθεσης μόλις έχει αρχίσει, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα Εταιρεία από την τροποποίηση που να μην μπορεί ν' αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Αντίθετη κατάληξη, όμως, θα μπορούσε να οδηγήσει στην πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς για την πλευρά της Εναγομένης Εταιρείας-Αιτήτριας. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, δίδεται άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Η τροποποίηση να επιτευχτεί εντός επτά
(7)ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα επιδικάζονται, τόσο της αίτησης καθώς και τα σπαταληθέντα, υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας-Αιτήτριας, θα καταβληθούν, όμως, στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο