← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Δημήτρη Ττοφαλλή Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2925/14, 22/5/2015

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Δημήτρη Ττοφαλλή Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2925/14, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2925/14 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Ενάγουσας Και

  1. Δημήτρη Ττοφαλλή Αντωνίου
  2. Μαρίας Ττοφαλλή Αντωνίου
  3. Θωμά Αντωνίου Εναγόμενων ------------------------------------------- Αίτηση του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 19/03/2015 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 22/01/2015 Ημερομηνία: 22 Μαΐου,
  4. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Νεοφυτίδης για Α. Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε.. Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Χατζηστερκώτης για Χρ. Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Μ. Κάττου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής με την αίτησή του, ημερομηνίας 19/03/2015, ζήτησε την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης ημερομηνίας 22/01/
  5. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.17 θ. 1-14, στη Δ.26 θ. 14, στη Δ.33 θ. 1-5, στη Δ.34 θ. 1-6, στη Δ.40 θ. 1-7 και θ. 11, στη Δ.48 θ. 1-4, 8, 9 (η) και 13, στη Δ.64 και στη Δ.57 θ. 2, 8, 9 και 10, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη γενική πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1-Αιτητή. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, είχε καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης από τον δικηγόρο του στις 22/01/2015, ημερομηνία κατά την οποία είχε εκδοθεί και η απόφαση. Ο ίδιος, μετά την επίδοση της αγωγής, είχε επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του, αλλά λόγω του ότι στο μεταξύ του είχε επιδοθεί και η αγωγή 2944/14, είχε διευθετηθεί και προγραμματιστεί συνάντηση με τους δικηγόρους του. Στις 12/01/2015 οι δικηγόροι του είχαν στείλει δύο επιστολές στους δικηγόρους της Ενάγουσας Τράπεζας, με τις οποίες τους πληροφορούσαν ότι προτίθονταν να καταχωρήσουν εμφάνιση και στις δύο αγωγές. Ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων τηλεφωνική επικοινωνία, στην οποία είχε επιβεβαιωθεί ότι θα καταχωρείτο εμφάνιση εκ μέρους του και του Εναγομένου 3 και στις δύο αγωγές. Στις 21/01/2015 είχε διευθετηθεί συνάντηση με εκπρόσωπο του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπούσε για να υπογραφτεί το σχετικό διοριστήριο και να καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης και στις δύο αγωγές. Στη συγκεκριμένη ημερομηνία υπογράφτηκαν τα διοριστήρια και καταχωρίστηκαν τα σημειώματα εμφάνισης και για τις δυο αγωγές. Αντίγραφα των δύο σημειωμάτων εμφανίσεως είχαν καταχωριστεί στη θυρίδα των Εναγόντων. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί στις 04/02/2015 τους δικηγόρους του με σκοπό την ετοιμασία της Υπεράσπισής του. Ενημερώθηκε, όμως, στις 12/02/2015 ότι είχε καταχωριστεί αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης. Στις 17/03/2015 του είχε επιδοθεί η επιστολή που αφορούσε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Ο ίδιος είχε επικοινωνήσει άμεσα με τους δικηγόρους του για να ενημερωθεί. Υποστηρίζει ο ομνύοντας ότι δεν γνώριζε για την έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης αφού είχε ζητηθεί από το γραφείο του κύριου Γ. Βασιλείου να εμφανιστεί στην αίτηση και να ζητήσει χρόνο για καταχώριση Υπεράσπισης. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τους δικηγόρους της Ενάγουσας Τράπεζας, έγινε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και καταχωρίστηκε η αίτηση παραμερισμού. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το Πρωτοκολλητείο είχε έγκυρα καταχωρίσει την εμφάνιση στο φάκελο του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει ο ομνύοντας ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην υπό κρίση αγωγή και συγκεκριμένα ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη γιατί είχε υπογραφεί κάτω από ψυχική πίεση και κατόπιν ψευδών παραστάσεων και παραπλάνησης από τους Ενάγοντες. Δεν του είχαν επεξηγηθεί οι όροι της συμφωνίας και γι' αυτό τον λόγο δεν συνιστά προϊόν της ελεύθερης βούλησής του. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε στη σύναψη της συγκεκριμένης συμφωνίας, η οποία περιείχε ετεροβαρείς όρους, οι οποίοι ήταν καταχρηστικοί και παράνομοι, αλλά και πολύ επαχθείς για τον ίδιο. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες είχαν προβεί σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις σε σχέση με τους τόκους και ανατοκισμό. Καταλήγει, ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρίσει Υπεράσπιση και να ακουστεί γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα παραβιαστεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά του να ακουστεί. Η καταχώριση Υπεράσπισης θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού το Πρωτοκολλητείο δεν είχε καταχωρίσει έγκαιρα το σημείωμα εμφάνισης στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο ίδιος δεν έχει επιδείξει αδιαφορία που να προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης είτε της δικαστικής διαδικασίας, είτε των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση αντιμετώπισε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένστασή της βασίστηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.17 θ. 1-10, Δ.48, θ. 1, 2, 3, 4, 8, 9 και Δ.33 θ. 3 και 5, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Νομολογία, στη Διακριτική Εξουσία του Δικαστηρίου ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: Ότι ο Αιτητής στην ένορκή του δήλωση δεν αποκαλύπτει ή και δεν αποδεικνύει ικανοποιητικούς ή και επαρκείς λόγους Υπεράσπισης, ότι απέτυχε να αποδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη Υπεράσπιση, ότι οι ισχυρισμοί του στην προβαλλόμενη Υπεράσπιση είναι αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, ότι δεν προβλήθηκε σοβαρός λόγος για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, ότι δεν καταδείχθηκε κανένας σοβαρός λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, ότι ο Αιτητής επέδειξε αδιαφορία στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και ότι η ακύρωση ή ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα γιατί θα την παρεμποδίσει από του να εισπράξει το λαβείν της. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του κύριου Σωφρονίου, υπαλλήλου της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένου στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η υπό κρίση αγωγή είχε καταχωριστεί στις 11/12/2014 και είχε δεόντως επιδοθεί στον Εναγόμενο 1-Αιτητή στις 15/12/
  6. Παρά την παρέλευση των δέκα

(10)ημερών από την επίδοση, ο Αιτητής είχε παραλείψει να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, γι' αυτό και η Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα είχε προχωρήσει, στις 08/01/2015, στην καταχώριση αίτησης για έκδοση απόφασης. Στις 22/01/2015 είχε εκδοθεί απόφαση και στις 10/03/2015 είχε καταχωριστεί αίτηση για την έκδοση ενταλμάτων εκποίησης της κινητής περιουσίας του Εναγομένου 1, με αποτέλεσμα στις 19/03/2015 να καταχωριστεί η υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο Αιτητής - Εναγόμενος 1 δεν επέδειξε εύλογη επιμέλεια στην υπόθεσή του και η απραξία του δεν δικαιολογείται σε βαθμό που να αποστερηθεί η Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα των ευεργετημάτων που της παρείχε η νομότυπη απόφαση. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι δεν επεξηγήθηκε και δεν καταγράφηκε οποιοσδήποτε σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Αντίθετα, είχε παρέλθει ένας και πλέον μήνας από την επίδοση χωρίς να έχει καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης, γεγονός που φανερώνει την αδιαφορία του Αιτητή-Εναγόμενου 1. Παρά τις επιστολές των δικηγόρων του Αιτητή-Εναγόμενου 1, δεν μερίμνησαν να καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης ως όφειλαν και δεν συμμορφώθηκαν με τους δικονομικούς θεσμούς. Ισχυρίζεται ότι η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης συνιστά προσπάθεια του Αιτητή-Εναγόμενου 1 να καθυστερήσει την όλη διαδικασία και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αλλά και να παρεμποδίσει τους Καθ' ων η αίτηση από την είσπραξη του λαβείν τους. Σε σχέση με την Υπεράσπιση του Αιτητή-Εναγόμενου 1, είναι η θέση του ότι αποτελείται από γενικολογίες, αχρείαστους και αβάσιμους ισχυρισμούς και δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση. Οι οποιεσδήποτε χρεώσεις, ανατοκισμοί και κεφαλαιοποιήσεις γίνονταν με βάση την επίδικη συμφωνία και το αξιούμενο υπόλοιπο είναι αποτέλεσμα των νόμιμων χρεώσεων που προέκυψαν από την εφαρμογή των όρων της σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει, κατά την έκδοση της απόφασης η Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσα περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τον τόκο. Καταλήγει, ότι η Αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί γιατί ο επιτυχόν διάδικος δεν πρέπει, χωρίς εύλογο λόγο, να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1Α Α.Α.Δ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα στη σελίδα 652: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) ΑΑΔ 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο, παρόλο που είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη, από τη μια, αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής προβάλλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και παραθέτει, στην παράγραφο 16
(1)μέχρι
(25)γεγονότα που την υποστηρίζουν. Αντίθετα, η Καθ' ης η αίτηση αντικρούοντας τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ανέφερε ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και ότι αποτελούν μια προσπάθεια υπεκφυγής των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Αναφορικά με την μη εμφάνιση του Εναγόμενου- Αιτητή θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 1, στις 15/12/2014, αίτηση για απόφαση είχε καταχωριστεί στις 08/01/2015 και μετά την παρέλευση του χρόνου για καταχώριση εμφάνισης, η υπόθεση προχώρησε αμέσως για απόδειξη, με την έκδοση της απόφασης στις 22/01/2015. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης δια μέσου του δικηγόρου του, ο οποίος είχε αποστείλει και σχετική επιστολή, ημερομηνίας 12/01/2015, προς τον συνήγορο των Εναγόντων με την οποία ενημέρωνε για την πρόθεσή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Η αποστολή των επιστολών δεν αμφισβητείται από την πλευρά των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, Σημείωμα Εμφάνισης είχε καταχωριστεί στις 22/01/2015, δηλαδή την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Απ' όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1-Αιτητής δεν είχε αδρανήσει, αλλά είχε επιλέξει να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία δίνοντας και σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους του. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο αιτητής. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1- Αιτητή, όπως αυτοί μπορούν να συναχθούν από την Ένορκη Δήλωσή του, καταδεικνύουν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση. Έπεται ότι πληρούται η βασική προϋπόθεση για ακύρωση της απόφασης. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, μετά που ο Εναγόμενος 1 έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο 1 να καταχωρίσει υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα εγκρίνω την Αίτηση με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.