← Κύπρος

Ιωάννη Πεδουλίδη ν. Ανδρέα Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 3219/ 2010, 23/6/2015

Ιωάννη Πεδουλίδη ν. Ανδρέα Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 3219/ 2010, 23/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A156 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3219/ 2010 Μεταξύ: Ιωάννη Πεδουλίδη Ενάγοντος -Αιτητή και Ανδρέα Κυριάκου Εναγομένου-Καθ΄ου η αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή : Ο κ. Α. Ζ. Μυλωνάς για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση : Η κα Μ. Λαζαρή Ταλιαδώρου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση εκθέσεως απαιτήσεως με ημερομηνία 20.11.2014) Με την αίτηση του ο ενάγων - αιτητής (στη συνέχεια ο αιτητής), επιζητεί την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του και συγκεκριμένα αιτείται: «Την προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου μεταξύ των υφιστάμενων παραγράφων 2 και 3 ως παράγραφος 2Α: «Ο Ενάγοντας μεταξύ των ετών 2005 έως 2009 σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε στον Εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά και/ή κατέβαλε εκ μέρους και/ή προς όφελος του Εναγομένου σε τρίτα πρόσωπα χρηματικά ποσά. Τα συνολικά ποσά που καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο και/ή προς όφελος του Εναγόμενου ανέρχεται στο ποσό των €77.899,00. Τα πιο πάνω ποσά καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα με την ρητή και/ή εξυπακουόμενη δέσμευση και/ή υπόσχεση του Εναγόμενου ότι θα κατέβαλε πίσω στον Ενάγοντα εντός εύλογου χρόνου και/ή σε πρώτη ζήτηση το ισόποσο ποσό πλέον τόκο προς 8%». Αιτείται επίσης την αντικατάσταση της φράσης «νόμιμο αντάλλαγμα» στο τέλος της τρίτης γραμμής της 3ης παραγράφου με την φράση «των μέχρι τότε πληρωμών και/ή του συμφωνημένου τόκου ως αναφέρονται ανωτέρω» και την προσθήκης της ακόλουθης πρότασης στο τέλος της παραγράφου 6 ως ακολούθως: «Συνεπεία των πιο πάνω ο Εναγόμενος κατέστη αδίκως πλουσιότερος για το ποσό των €100.000.00 σε βάρος του Ενάγοντα» και τέλος την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου Α του Παρακλητικού, της ακόλουθης φράσης: «και/ή δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή δυνάμει χρημάτων πληρωθέντων χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ. 10,11 και Δ.12 Θ. 1,2,3,4 και 5 Δ.25 και Δ.48 Θ.1,2,3,4 και 8 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται σε ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος κας Δέσποινας Χριστοδούλου στην οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτητή. Εξηγεί ότι η ανάγκη για την τροποποίηση προέκυψε από μελέτη της εν λόγω υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης κατά την προηγούμενη δικάσιμο όπου διαπιστώθηκε ότι δεν εκτίθεται λεπτομερώς το αντάλλαγμα για το οποίο υπογράφηκε το επίδικο γραμμάτιο και/ή η ανάληψη χρέους από τον Εναγόμενο. Έτσι παρατηρήθηκε η ανάγκη όπως γίνουν οι αιτούμενες τροποποιήσεις καθώς θα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την σφαιρική εικόνα των γεγονότων και/ή θα δώσουν το δικαίωμα στον Ενάγοντα να εκθέσει ολόκληρο το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Εξηγεί περαιτέρω ότι από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ο εναγόμενος δεν θα υποστεί οιανδήποτε ζημιά η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα καθώς δεν τίθενται νέοι ισχυρισμοί από πλευράς του αιτητή και δεν επηρεάζουν δυσμενώς την υπεράσπισή του. Ότι η αίτηση γιά τροποποίηση καταχωρήθηκε έγκαιρα και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν προσθέτει οιανδήποτε νέα αιτία αγωγής ή νέα γεγονότα αλλά γίνονται κάποιες διευκρινίσεις για περαιτέρω βοήθεια του Δικαστηρίου για καλύτερη κατανόηση των πραγματικών γεγονότων. Τέλος, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, ως η επισυνημμένη αίτηση. Ο εναγόμενος - καθ΄ου η αίτηση (στη συνέχεια ο καθ΄ου η αίτηση), καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως του να ενστεί, προβάλλοντας γι΄αυτό σειρά από λόγους. Διατείνεται ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται, ανεπίτρεπτα, η αλλαγή της φύσης της υφιστάμενης αγωγής, η οποία βασίζεται αποκλειστικά σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή τροποποίηση της αιτίας αγωγής και/ή εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής και/ή νέων γεγονότων και/ή ισχυρισμών και/ή νέων λόγων θεραπείας ή αξίωσης και/ή οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα μετατρέψουν την υφιστάμενη αγωγή σε μια άλλη αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα. Ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή καταχωρήθηκε κακόπιστα από τον αιτητή, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος ότι το έγγραφο από το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται ότι προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα του είναι άκυρο και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου ώστε να θεωρείται «γραμμάτιο συνήθους τύπου», προσπαθεί, σ΄ αυτό το καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, να εισάξει νέους, εν πάση περιπτώσει αναληθείς και/ή ανυπόστατους, ισχυρισμούς και/ή λόγους θεραπείας και/ή αξίωσης. Ανεξάρτητα δε και/ή άνευ βλάβης των όσων πιο πάνω ισχυρίζεται για να καταδείξει το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα κάνει αναφορά στο ιστορικό της αγωγής ότι δηλαδή η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2010 και η υπεράσπιση στις 25.5.2011, η απάντηση στην υπεράσπιση στις 9.6.2011 και έκτοτε η αγωγή ορίστηκε οκτώ φορές για ακρόαση, κάνει αναφορά στους λόγους αναβολής της κάθε φορά χωρίς να επιδειχθεί ένα τέτοιο ενδιαφέρον. Υπήρξε επομένως αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Ισχυρίζεται ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος, με τον οποίο να δικαιολογείται η εν λόγω καθυστέρηση και/ή είναι αβάσιμα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ως δικαιολογία για την καθυστέρηση και/ή για τους λόγους για τους οποίους αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή επαρκής λόγος γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις σκοπούμενες τροποποιήσεις δεν είχαν περιληφθεί από την αρχή στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής, αφού, όπως φαίνεται, όλα τα γεγονότα και περιστατικά ήσαν πάντοτε γνωστά, τόσον στον ενάγοντα όσο και στους δικηγόρους του, ακόμη και πριν την καταχώρηση της αγωγής. Πέραν δε των πιο πάνω, σε περίπτωση συμπερίληψης στην έκθεση απαίτησης των προτεινόμενων τροποποιήσεων θα πληγούν άμεσα και ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα του καθ΄ου η αίτηση ο οποίος θα τεθεί σε δυσχερέστερη θέση από αυτή που βρισκόταν προηγουμένως και/ή, κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα εμποδιστεί η κανονική διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας και/ή θα εκτροχιαστεί η δίκη από την προσδιορισθείσα πορεία και/ή παρεμποδίζεται και/ή θα καθυστερήσει η μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα απονομή της δικαιοσύνης. Επιχειρείται να εισαχθούν εντελώς αόριστοι ισχυρισμοί και/ή ασαφείς και/ή απουσιάζουν από αυτούς ουσιώδη γεγονότα και/ή οι απαραίτητες λεπτομέρειες και/ή με τον τρόπο που προβάλλονται καταστρατηγούνται οι κανόνες σύνταξης των εγγράφων προτάσεων (pleadings) και/ή παραβιάζονται οι πρόνοιες της Δ.19 και της Δ.20 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, δεδομένου ότι στους εν λόγω ισχυρισμούς δεν περιέχονται οι ημερομηνίες καταβολής στον καθ΄ου η αίτηση των κατ΄ ισχυρισμό ποσών, τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό καταβλήθηκαν σε κάθε μια ημερομηνία, ποια ποσά ο αιτητής κατέβαλε στον ίδιο τον καθ΄ού η αίτηση, ποια ποσά κατέβαλε εκ μέρους και/ή προς όφελος του Εναγομένου σε τρίτα πρόσωπα, ποια είναι αυτά τα τρίτα πρόσωπα στους οποίους ο αιτητής ισχυρίζεται κατέβαλε ποσά προς όφελος του καθ΄ου η αίτηση, για ποιους λόγους κατέβαλε τα εν λόγω ποσά στα τρίτα πρόσωπα και με ποιο τρόπο υπολογίστηκαν τόκοι επί των ποσών αυτών. Για τους πιο πάνω λόγους και για τον λόγο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, τις οποίες θέτει ο νόμος, οι κανονισμοί και η νομολογία, για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.4, Δ.25, Θ.1, 2, 3 & 4, Δ.19 Θ.1, 2 & 4, Δ.20 Θ.4, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη σχετική επί του θέματος νομολογία και/ή στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ΄ου η αίτηση κας Μαρίας Λαζαρή Ταλιαδώρου η οποία δηλώνει ότι κάνει η ίδια την ένορκη δήλωση και όχι ο καθ΄ου η αίτηση καθότι αυτή είναι γνώστης των δικαστικών διαδικασιών στην παρούσα υπόθεση στις οποίες κάνει ειδικότερη και λεπτομερή αναφορά εξηγώντας και για πιο λόγο η ακρόαση της υπόθεσης αναβαλλόταν κάθε φορά φτάνοντας στις 29.10.2014 οπότε για πρώτη φορά εκφράστηκε η πρόθεση καταχώρησης αίτησης τροποποίησης. Δηλώνει ότι έχει μελετήσει το περιεχόμενο των δικογράφων όπως και της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Ουσιαστικά στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης με κάποια επιπρόσθετη επεξήγηση. Εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: «(Α) Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται, ανεπίτρεπτα, η αλλαγή της φύσης της υφιστάμενης αγωγής, η οποία βασίζεται αποκλειστικά σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή η τροποποίηση της αιτίας αγωγής και/ή εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής και/ή νέων γεγονότων και/ή ισχυρισμών και/ή νέων λόγων θεραπείας ή αξίωσης και/ή οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα μετατρέψουν την υφιστάμενη αγωγή σε μια άλλη αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα. (Β) Η επίδικη ενδιάμεση αίτηση ημερ. 20.11.2014 συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή καταχωρήθηκε κακόπιστα από τον αιτητή, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος ότι το έγγραφο από το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται ότι προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα του είναι άκυρο και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου ώστε να θεωρείται «γραμμάτιο συνήθους τύπου», προσπαθεί, σ΄ αυτό το καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, να εισάξει νέους, εν πάση περιπτώσει αναληθείς και/ή ανυπόστατους, ισχυρισμούς και/ή λόγους θεραπείας και/ή αξίωσης. (Γ) Ανεξάρτητα και/ή άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους (Α) και (Β) και δεδομένου ότι: (
  2. i)η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2010, η Υπεράσπιση στις 25.5.2011, η Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 9.6.2011 και (
  3. ii)η αγωγή ορίστηκε οκτώ

(8)φορές για Ακρόαση, η οποία αναβλήθηκε είτε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου είτε κατόπιν αιτήματος του αιτητή , υπήρξε αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος, με τον οποίο να δικαιολογείται η εν λόγω καθυστέρηση και/ή είναι αβάσιμα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ως δικαιολογία για την καθυστέρηση και/ή για τους λόγους για τους οποίους απαιτείται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής. (Δ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή επαρκής λόγος γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις σκοπούμενες τροποποιήσεις δεν είχαν περιληφθεί από την αρχή στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, αφού, όπως φαίνεται, όλα τα γεγονότα και περιστατικά ήσαν πάντοτε γνωστά, τόσον στον αιτητή όσον και στους δικηγόρους του, ακόμη και πριν την καταχώρηση της Αγωγής. (Ε) Σε περίπτωση συμπερίληψης στην Έκθεση Απαίτησης των προτεινόμενων τροποποιήσεων θα πληγούν άμεσα και ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα του καθ΄ου η αίτηση και τεθεί σε δυσχερέστερη θέση από αυτή που βρισκόταν προηγουμένως και/ή, κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα εμποδιστεί η κανονική διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας και/ή θα εκτροχιαστεί η δίκη από την προσδιορισθείσα πορεία και/ή παρεμποδίζεται και/ή θα καθυστερήσει η μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα απονομή της δικαιοσύνης. (ΣΤ) Εν πάση περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να απορριφθεί η επίδικη αίτηση τροποποίησης, διότι οι ισχυρισμοί, τους οποίους επιδιώκει να εισάξει ο αιτητής στην Έκθεση Απαίτησης, είναι εντελώς αόριστοι και/ή ασαφείς και/ή απουσιάζουν από αυτούς ουσιώδη γεγονότα και/ή οι απαραίτητες λεπτομέρειες και/ή με τον τρόπο που προβάλλονται καταστρατηγούνται οι κανόνες σύνταξης των εγγράφων προτάσεων (pleadings) και/ή παραβιάζονται οι πρόνοιες της Δ.19 και της Δ.20 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, δεδομένου ότι στους εν λόγω ισχυρισμούς (
  1. i)δεν περιέχονται οι ημερομηνίες καταβολής στον καθ΄ου η αίτηση των κατ΄ ισχυρισμό ποσών, (
  2. ii)τα συγκεκριμένα ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό καταβλήθηκαν σε κάθε μια ημερομηνία, (iii) ποια ποσά ο αιτητής κατέβαλε στον ίδιο τον καθ΄ου η αίτηση, (
  3. iv)ποια ποσά κατέβαλε εκ μέρους και/ή προς όφελος του καθ΄ου η αίτηση σε τρίτα πρόσωπα, (
  4. v)ποια είναι αυτά τα τρίτα πρόσωπα στους οποίους ο αιτητής ισχυρίζεται κατέβαλε ποσά προς όφελος του καθ΄ου η αίτηση, (
  5. iv)για ποιους λόγους κατέβαλε τα εν λόγω ποσά στα τρίτα πρόσωπα και (vii) με ποιο τρόπο υπολογίστηκαν τόκοι επί των ποσών αυτών. (Ζ) Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, τις οποίες θέτει ο νόμος, οι κανονισμοί και η νομολογία, για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους τις οποίες ετοίμασαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που καταγράφηκαν στην ένορκη δήλωση και εκφράστηκαν κατά τις αγορεύσεις στη συνέχεια της απόφασης μου. Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται και αναλύεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Σε θέματα τροποποίησης δικογράφων στο Annual Practice 1958, στη σελ. 622 καθορίζεται η ακόλουθη γενική αρχή: « In Tildeslev v. Harper 100 Ch.D.pp.396,397,Bramwell,L.J.said: ¨My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs¨ (per Brett, M.R. Clasapede v. Commercial Union Association,32 W.R. p. 263, Weldon v. Neal, 19 Q.B.D, p.396 and others). An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties, and multiplicity of legal proceedings avoided¨». Στην υπόθεση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « The pleadings in an action are the foundation of the litigation they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19,r.4) are clear on the point and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation, to run their case, so to speak, on the new rails». Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33 όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα περαιτέρω με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι φανερόν ότι διαφοροποιούνται από την πιο πάνω απόφαση εφόσον στην προκείμενη περίπτωση το αντίθετο συνέβηκε. Μόλις έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα τροποποίησης και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου αμέσως καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). Πριν προχωρήσω στην εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης θα προβώ σε μια γενική παρατήρηση. Ο ενάγοντας αξιώνει επί διαζευκτικής βάσης αγωγής και έτσι παραμένει και μετά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, κάτι που δεν είναι μεμπτό σύμφωνα με τη νομολογία μας ανεξάρτητα του πως θα χειριστεί το όλο ζήτημα κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά του ενάγοντος. Είναι σαφές ότι δεν αξιώνεται το ποσό των €100.000,00 μόνο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου αλλά διαζευκτικά και δυνάμει συμφωνίας ανάληψης χρέους. Εκείνο το οποίο επιχειρείται με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις από ό,τι αντιλήφθηκα είναι η παροχή λεπτομερειών ως προς τις δοσοληψίες που είχαν οι διάδικοι από τις οποίες προέκυψαν οι διεκδικούμενες αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον του εναγομένου. Η αξίωση δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και άλλως πως, όπως επιχειρείται να εισαχθεί δεν διαφοροποιεί ποσώς την βάση της αγωγής εφόσον αυτή απορρέει από την αθέτηση συμφωνίας ανάληψης χρέους. Ούτε και η εισαγωγή τους θα θέσουν σε δυσμενέστερη θέση την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση ούτε και μπορεί αυτή η προσπάθεια του αιτητή να συνιστά κακοπιστία. Ως εκ τούτου κρίνονται ως ανεδαφικοί και απορρίπτονται. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος στην υπόθεση μεταξύ άλλων Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως δε αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Εξετάζοντας επομένως τους λόγους ένστασης που προτάσσονται δεν μπορώ να αντιληφθώ πως θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα τυχόν έγκριση της αίτησης τροποποίησης. (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ακόμα παρά τις τόσες αναβολές που δόθηκαν μέχρι σήμερα. Κρίθηκε από τον αιτητή ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση για να παρουσιαστεί η υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου απρόσκοπτα και δίκαια και αποσκοπεί στην καλύτερη κατανόηση των πραγματικών γεγονότων. Κρίνω ότι είναι πράγματι αναγκαία και όχι αχρείαστη η τροποποίηση καθώς αν δεν γίνει θα είναι εμπόδιο και δεν θα μπορεί να παρουσιαστεί στο κατάλληλο στάδιο η κατάλληλη, ορθή και πραγματική μαρτυρία που αφορά τα επίδικα θέματα διαφορετικά είναι σε τέτοια περίπτωση που θα υπάρξει εκτροχιασμός της υπόθεσης με απρόβλεπτες συνέπειες ως προς την απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης όπως καταγράφηκαν πιο πάνω απορρίπτονται. Η έγκριση της αίτησης δεν επηρεάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του καθ΄ου η αίτηση για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου καθώς η επιχειρούμενη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα αποτρέψει τυχόν τέτοιο διάβημα κατά την ακροαματική διαδικασία οπότε σε μια τέτοια περίπτωση οπωσδήποτε και θα υπήρχε εκτροχιασμός της υπόθεσης. Ο παράγοντας της καθυστέρησης, όπως επιτάσσει η νομολογία μας, είναι σχετικός σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Σε κάθε περίπτωση είναι η διαπίστωση μου ότι υπάρχει καθυστέρηση στο διάβημα που αποσκοπεί η παρούσα αίτηση. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία μας ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστεί ο εναγόμενος πλην της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης ούτε και διαπιστώνω δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του ούτε και εκτροχιασμό της δίκης με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Η εξήγηση που δόθηκε εν προκειμένω ότι δηλαδή η αναγκαιότητα προέκυψε ¨μετά από την μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς της προετοιμασίας της ακρόασης κατά την προηγούμενη δικάσιμο¨ κρίνω ότι είναι ικανοποιητικός και δίδεται κάποια εξήγηση σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση και γι΄αυτό απορρίπτονται οι σχετικοί λόγοι ένστασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που συνεπάγεται το διάβημα αυτό σε αυτό το στάδιο, εισηγείται ότι αυτές μετριάζονται με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ του καθ΄ου η αίτηση τα συμφέροντα του οποίου δεν επηρεάζονται δυσμενώς. Δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα κρίνω θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στον εναγόμενο με την υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Είναι λοιπόν η κατάληξη μου για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω να εγκρίνω την αίτηση επιτρέποντας τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στην έκθεση απαιτήσεως όπως αυτές καταγράφονται στην αίτηση και επομένως θα εκδώσω διάταγμα ως τα αιτητικά Α,Β Γ και Δ της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να κατατεθεί εντός 10 ημερών από της σύνταξης του παρόντος διατάγματος, ακολούθως εντός 20 ημερών από της επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στους δικηγόρους του καθ΄ου η αίτηση να κατατεθεί εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση τροποποιημένη υπεράσπιση και ακολούθως εντός 10 ημερών από της επίδοσης της τροποποιημένης υπερασπίσεως στους δικηγόρους του αιτητή να καταχωρηθεί η απάντηση. Παρόλη την επιτυχία της αίτησης τα έξοδα της όπως και όσα προκύπτουν συνεπεία αυτής θα είναι σε βάρος του αιτητή και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής λόγω της καθυστερημένης, όπως αποφάνθηκα πιο πάνω, υποβολής του αιτήματος. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή θα παραμείνει για οδηγίες για να ελεγχθεί η συμμόρφωση των διαδίκων με τις πιο πάνω οδηγίες και για να προγραμματισθεί ξανά για ακρόαση όταν θα συμπληρωθούν ξανά τα δικόγραφα. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.