← Κύπρος

Τάκη Παπανικολάου ν. Ανδρέα Μοδέστου (ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΑ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 579/2011, 5/6/2015

Τάκη Παπανικολάου ν. Ανδρέα Μοδέστου (ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΑ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 579/2011, 5/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 579/2011 Μεταξύ: Τάκη Παπανικολάου Ενάγοντα -και- Ανδρέα Μοδέστου (ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΑ) ΛΤΔ Εναγόμενου Ημερομηνία: 05 Ιουνίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγοντα: Ο κ. Α. Πλουτάρχου. Για την Eναγόμενη Εταιρεία: Ο κ. Κ. Κουκούνης με κα Χρ. Ζαντή (για ν' ακούσει απόφαση κα Χρ. Ζαντή). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €4.271,50- ως την αξία πωληθέντος και παραδοθέντος οχήματος ή και ως αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ήταν ο ιδιοκτήτης ή δικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιόκτητης μιας μπετονιέρας μάρκας Leyland με αριθμούς εγγραφής HQ
  2. Κατά ή περί τον Ιούνιο 2005 ο Ενάγοντας, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, είχε πωλήσει και παραδώσει τη συγκεκριμένη μπετονιέρα στην Εναγόμενη Εταιρεία για να την αποσυναρμολογήσει ως εξαρτήματα για την συμφωνηθείσα τιμή των £2,500- ή €4.271,50-. Η Εναγόμενη Εταιρεία, ενώ είχε παραλάβει την μπετονιέρα, ουδέν ποσό είχε καταβάλει στον Ενάγοντα, παρά το ότι υπήρχε ρητός όρος για εξόφληση του τιμήματος εντός ευλόγου χρόνου. Γι' αυτό και ο Ενάγοντας αξιώνει το συγκεκριμένο ποσό. Η Εναγόμενη Εταιρεία στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισή της αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα και, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν είχε προβεί στη συγκεκριμένη προφορική συμφωνία με τον Ενάγοντα για την αγορά του συγκεκριμένου οχήματος αφού η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε συσταθεί μέχρι το
  3. Προωθεί τη θέση ότι ο Ενάγοντας είχε αποταθεί στον κ. Ανδρέα Μοδέστου για να τον προμηθεύσει με σκυρόδεμα και αντλία σκυροδέματος σε μια κατοικία στον Άγιο Θεόδωρο. Ο κ. Μοδέστου είχε συμφωνήσει και είχε παραδώσει στον Ενάγοντα ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος και ως μέρος του τιμήματος ο Ενάγοντας του είχε παραδώσει ένα όχημα για εξαρτήματα, ως αντάλλαγμα για δεκαπέντε

(15)κυβικά έτοιμου σκυροδέματος. Λόγω του ότι ο Ενάγοντας συνέχιζε να οφείλει στον κ. Μοδέστου, το 2008, το ποσό των €1.146.01- είχε καταχωριστεί αγωγή για το συγκεκριμένο ποσό και είχε εκδοθεί εναντίον του Ενάγοντα απόφαση στις 27/03/
  1. Σ' εκείνη την Αγ. Αρ. 1267/08, ο Ενάγοντας δεν είχε εγείρει οποιαδήποτε αξίωση ή ανταξίωση. Ακολούθησε, την έκδοση απόφασης, αίτηση μηνιαίων δόσεων στην οποία είχε εκδοθεί διάταγμα αποπληρωμής του συγκεκριμένου ποσού δια μηνιαίων δόσεων εκ €70-. Λόγω του ότι δεν συμμορφωνόταν με το διάταγμα, ο Ενάγοντας, είχαν καταχωριστεί εναντίον του ποινικές υποθέσεις και είχαν εκδοθεί και σχετικά διατάγματα. Η καταχώριση της υπό κρίση αγωγής συνιστά εκ των υστέρων σκέψη και μια προσπάθεια κατάχρησης της διαδικασίας. Καταλήγει, η Εναγόμενη, ότι ουδέποτε είχε συναλλαγεί με τον Ενάγοντα και δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στη γραπτή του δήλωση κατέγραψε τα ακόλουθα: Ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ασχολείται με την κατασκευή σκυροδέματος και διατηρεί εργοτάξιο στις Αγγλισίδες και Διευθυντής της Εναγόμενης είναι ο Ανδρέας Μοδέστου, τον οποίο ο ίδιος γνωρίζει από το
  3. Τον Ιούνιο του 2005 ο ίδιος είχε αναφέρει στον κ. Ανδρέα Μοδέστου ότι διέθετε προς πώληση μια μπετονιέρα μάρκας Leyland, με αρ. εγγραφής ΗQ
  4. Ο κ. Μοδέστου είχε προτείνει όπως η εταιρεία του αγοράσει το συγκεκριμένο όχημα, για να το αποσυναρμολογήσει, για να το διαθέσει ως εξαρτήματα. Συμφωνήθηκε η πώληση του συγκεκριμένου οχήματος στην τιμή των Λ.Κ.2.500- ή €4.271,50-. Το συγκεκριμένο όχημα ήταν σταθμευμένο σ' ένα χωράφι στην Κοφίνου και ο κ. Ανδρέας Μοδέστου το είχε παραλάβει με τον γαμπρό του αφού προηγουμένως είχαν τοποθετήσει σ' αυτό μπαταρία. Για τη συγκεκριμένη μπετονιέρα δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό στον ίδιο, παρά το γεγονός ότι είχε αξιώσει το συγκεκριμένο ποσό επανειλημμένα. Ο δικηγόρος του είχε αποστείλει επιστολή προς την Εναγόμενη Εταιρεία, ημερομηνίας 03/01/2011, στην οποία εκ λάθους αναγράφεται ως ημερομηνία 03/01/
  5. Καταλήγει, ότι ο ισχυρισμός της Εναγομένης Εταιρείας ότι δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, την επιστολή που ο δικηγόρος του είχε αποστείλει στην Εναγομένη Εταιρεία και ως Τεκμήριο 3 την απαντητική επιστολή της Εναγομένης Εταιρείας. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν εγγεγραμμένο πάνω στην Τράπεζα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε πωλήσει το συγκεκριμένο όχημα στην Εναγομένη Εταιρεία, το 2004, γιατί και η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ιδίου τύπου αυτοκίνητα. Σε σχέση με το σκυρόδεμα που είχε πωληθεί στον ίδιο ισχυρίστηκε ότι δεν συνιστούσε, η αξία του σκυροδέματος, μέρος της αξίας του αυτοκινήτου. Το συγκεκριμένο σκυρόδεμα ο ίδιος το είχε πληρώσει μετά που είχε εγερθεί η αγωγή εναντίον του. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος που αφορούσε την αγωγή που είχε εγερθεί σε σχέση με την αξία του συγκεκριμένου σκυροδέματος. Αντεξεταζόμενος, όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, το αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας, παραδέχθηκε ότι στο συγκεκριμένο πιστοποιητικό δεν αναγραφόταν ως ιδιοκτήτης. Εξήγησε το γεγονός αυτό αναφέροντας ότι θα έπρεπε να είχε άδεια κυκλοφορίας, η μπετονιέρα, και να είχε περάσει επιθεώρηση για να μπορεί να γραφτεί στο όνομά του. Ο ίδιος το είχε αγοράσει, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, για εξαρτήματα, οπόταν, δεν μπορούσε να γραφτεί στο όνομά του γιατί δεν είχε άδεια κυκλοφορίας και λόγω του ότι δεν μπορούσαν να του το μεταβιβάσουν, όταν το αγόρασε, ο ίδιος δεν μπορούσε στη συνέχεια να το μεταβιβάσει στην Εναγόμενη. Δεν είχε ούτε και οποιαδήποτε απόδειξη αγοράς του συγκεκριμένου οχήματος. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι όταν το αυτοκίνητο διαγραφεί δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή επανεγγραφεί. Όσον αφορά το σκυρόδεμα το οποίο είχε αγοράσει, ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε καταβάλει το αντίτιμο για την ποσότητα του σκυροδέματος που είχε αγοράσει. Υποστήριξε ότι ο λόγος που περίμενε, μέχρι το 2011, για να εγείρει την αξίωσή του ήταν γιατί θεωρούσε τον κ. Μοδέστου συνεργάτη του. Όταν του υποβλήθηκε ότι το όχημα είχε πωληθεί στον κ. Μοδέστου και όχι στην Εναγομένη Εταιρεία, υποστήριξε εμφαντικά ότι ο ίδιος το είχε πωλήσει στην Εταιρεία και, περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να το είχε παραχωρήσει ο ίδιος για παλιοσίδερα και θα έπαιρνε περισσότερα λεφτά. Όταν του υποβλήθηκε ότι είχε παραχωρηθεί, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ως μέρος του τιμήματος για δεκαπέντε
(15)κυβικά μπετόν, υποστήριξε ότι είχε εγερθεί εναντίον του αγωγή για ολόκληρο το ποσό που αφορούσε το μπετόν, οπόταν, δεν θα μπορούσε να είχε παραχωρήσει το αυτοκίνητο για μια οφειλή ύψους Λ.Κ.600-, ήτοι παλιοσίδερα αξίας Λ.Κ.2.000-. Εξήγησε, ότι κατά τον επίδικο χρόνο η αξία του σιδήρου ήταν Λ.Κ.140- τον τόνο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μπορούσε να μετακινηθεί εξ ου και το είχε μετακινήσει ο κ. Μοδέστου από την Κοφίνου στις Αγγλισίδες. Του το είχε αναφέρει του ιδίου ο άνθρωπος που είχε υποδείξει το αυτοκίνητο στον κ. Μοδέστου. Επέμενε στη θέση του ότι μπορούσε να πωλήσει το συγκεκριμένο όχημα, ως παλιοσίδερα, στην τιμή των Λ.Κ.2.000-. Οπόταν, δεν τίθετο θέμα να το παραχωρήσει για Λ.Κ.650-. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Ανδρέα Μοδέστου, διευθυντή και μέτοχο της Εναγομένης Εταιρείας, η οποία ασχολείται με έτοιμο μπετόν. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Ενάγοντας ήταν πελάτης του ιδίου ακόμα και πριν δημιουργηθεί η εταιρεία έτοιμου μπετόν, όταν ασχολείτο και με τη μεταφορά αμμοχάλικα με φορτηγά. Με μπετόν είχε προμηθεύσει τον Ενάγοντα το
  1. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 7, αριθμό τιμολογίων τα οποία αφορούσαν την αποστολή μπετόν στον Ενάγοντα. Εξήγησε ότι τα συγκεκριμένα τιμολόγια αφορούσαν την Αγ. Αρ. 1267/
  2. Όμως, τα συγκεκριμένα τιμολόγια δεν είχαν εξοφληθεί γι' αυτό και είχε εγερθεί η αγωγή. Ήταν η θέση του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε δραστηριοποιηθεί το 2006 γιατί υπήρχε κάποια διαδικασία η οποία αφορούσε την αλλαγή της άδειας λειτουργίας από Σκυρόδεμα Ανδρέας Μοδέστου σε Α. Μοδέστου (Σκυροδέματα) Λτδ. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, Έκθεση του λογιστή του. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι η συγκεκριμένη Εταιρεία δεν είχε κάμει καμιά συναλλαγή από την εγγραφή της και η λειτουργία της είχε παγοποιηθεί μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία που απαιτείτο από το Υπουργείο Εμπορίου. Είχε λειτουργήσει για πρώτη φορά την 01/01/
  3. Κατέθεσε σχετική Έκθεση του λογιστή ως Τεκμήριο
  4. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα γεγονότα, το 2003 είχε προμηθεύσει τον Ενάγοντα με μπετόν για μια οικοδομή. Τότε ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι διέθετε προς πώληση μια μπετονιέρα την οποία θα του παραχωρούσε έναντι της αξίας του μπετόν που είχε παραλάβει. Η συγκεκριμένη μπετονιέρα ήταν πεταμένη σ' ένα χωράφι στην Κοφίνου. Είχαν συμφωνήσει να την παραλάβει ο ίδιος έναντι δεκαπέντε
(15)κυβικών μέτρων μπετόν και ν' αφαιρέσει την συμφωνηθείσα αξία από το υπόλοιπο του λογαριασμού του Ενάγοντα, δηλαδή την αξία δεκαπέντε
(15)κυβικών μέτρων μπετόν. Τη συγκεκριμένη μπετονιέρα την είχε μεταφέρει τραβώντας την στις εγκαταστάσεις του γιατί δεν είχε ούτε άδεια κυκλοφορίας, ούτε ασφάλεια και ήταν ερείπιο. Δεν υπήρχαν ούτε πινακίδες κυκλοφορίας στη συγκεκριμένη μπετονιέρα. Δεν υπήρξε καμιά άλλη συμφωνία μεταξύ του και του Ενάγοντα και ποτέ δεν είχε αξιωθεί, από τον Ενάγοντα, οποιοδήποτε ποσό για τα συγκεκριμένα παλιοσίδερα. Για πρώτη φορά ο ίδιος είχε ακούσει για τις θέσεις του Ενάγοντα το 2011 όταν είχε παραλάβει επιστολή από τον δικηγόρο του Ενάγοντα, η οποία επιστολή απαντήθηκε από τον δικηγόρο του. Όσον αφορά την αξία παλιοσίδερων, ήταν η θέση του ότι αυτή ανερχόταν στις Λ.Κ.75-Λ.Κ.80- τον τόνο τότε. Υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο έχει βάρος περί τους τέσσερις
(4)τόνους όταν αφαιρέσεις την μπετονιέρα, η οποία λόγω του ότι είναι γεμάτη με μπετόν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παλιοσίδερα. Ισχυρίστηκε ότι τα δεκαπέντε
(15)κυβικά μπετόν τότε ήταν προς Λ.Κ.26- το κυβικό μέτρο το C25 και προς Λ.Κ.27,50- το κυβικό μέτρο το C30. Οπόταν, η αξία των δεκαπέντε
(15)κυβικών μέτρων ανερχόταν στις Λ.Κ.530-. Παραδέχθηκε ότι αρχικά ο ίδιος είχε παραλάβει το συγκεκριμένο όχημα για εξαρτήματα, αλλά λόγω του ότι δεν ταίριαζαν τα εξαρτήματα στα δικά του οχήματα το είχε πωλήσει στους παλιατζήδες και είχε εισπράξει το ποσό των Λ.Κ.240-. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο όχημα μπορεί να ήταν μπετονιέρα, όμως, ήταν πεταμένο μέσα σ' ένα χωράφι και άξιζε μόνο ως παλιοσίδερα. Ο ίδιος το είχε αγοράσει με αντάλλαγμα δεκαπέντε
(15)κυβικά μέτρα μπετόν προς Λ.Κ.26- το κυβικό μέτρο. Λόγω του ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά η συγκεκριμένη συναλλαγή δεν είχαν τιμολογηθεί τα συγκεκριμένα δεκαπέντε
(15)κυβικά μέτρα. Η αγωγή είχε κινηθεί σε σχέση με υπόλοιπο που είχε παραμείνει από το σύνολο των τιμολογίων που συνιστούν το Τεκμήριο
  1. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Ενάγοντας είχε συναλλαχθεί με την Εναγόμενη Εταιρεία και υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη Εταιρεία δεν λειτουργούσε το
  2. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος γνωριζόταν με τον Ενάγοντα, λόγω του ότι ήταν πελάτης του, αλλά ουδέποτε είχαν ξαναβρεθεί από το
  3. Όσον αφορά το αυτοκίνητο, ήταν ο ισχυρισμός του ότι όταν το μετέφερε στο χώρο του είχε προσέξει ότι ήταν διαφορετικό μοντέλο από τα δικά του, γι' αυτό και τελικά είχε αποφασίσει να το κόψει ως παλιοσίδερα. Επέμενε στη θέση του ότι δεν μπορούσε να ξεκινήσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο γιατί δεν είχε άδεια κυκλοφορίας ή Μ.Ο.Τ. και κατέληξε ότι ο Ενάγοντας είχε θυμηθεί, το 2011, να ζητήσει το συγκεκριμένο ποσό λόγω του ότι είχε αξιωθεί η καταβολή του υπολοίπου του ποσού για το μπετόν. Επέμενε στη θέση του ότι η Εταιρεία είχε εγγραφεί το 2005 και είχε λειτουργήσει το
  4. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας ο κ. Κουκούνης υποστήριξε τις θέσεις του καταθέτοντας γραπτή αγόρευση και ο κ. Πλουτάρχου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θ' αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θ' αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Ενάγοντας δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή του. Κατέθεσε ένα αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας χωρίς να αναφέρει πού βρίσκεται το πρωτότυπο. Ισχυρίστηκε αρχικά ότι το αυτοκίνητο δεν μπορούσε να εγγραφεί επ' ονόματι του γιατί ήταν πάνω στην Τράπεζα. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι λόγω του ότι δεν είχε κυκλοφορία δεν μπορούσε να εγγραφεί, όμως ο ίδιος το είχε αγοράσει, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του, για εξαρτήματα από τον Πετρίδη το 2004. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί επ' ονόματί του γιατί είχε διαγραφεί. Έδωσε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Η θέση του αντιβαίνει της λογικής αφού δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε απόδειξη για την αγορά του αυτοκινήτου και δεν απέδειξε με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιοκτησία του επίδικου οχήματος. Το Τεκμήριο 4, το αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας, αναφέρει ως ιδιοκτήτες τη Λαϊκή Τράπεζα και την εταιρεία «Πετρίδης Νεόφυτος Λτδ». Το μοναδικό έγγραφο που είχε προσκομιστεί από τον Ενάγοντα για ν' αποδείξει την ιδιοκτησία του οχήματος απεδείκνυε ακριβώς το αντίθετο, ότι δεν μπορούσε να είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του λόγω του ότι κατά κύριο λόγο ανήκε στην Τράπεζα. Οπόταν, δεν θα μπορούσε να προβεί και στην κατ' ισχυρισμό πώλησή του. Δεύτερον, υποστήριξε ότι παρά το γεγονός ότι το αυτοκίνητο το οποίο είχε πωλήσει δεν είχε άδεια κυκλοφορίας, γιατί δεν είχε περάσει επιθεώρηση, ο κ. Μοδέστου το είχε μετακινήσει από την Κοφίνου στις Αγγλισίδες οδηγώντας το ενώ προφανώς ήταν και διαγραμμένο. Η θέση του αυτή αντιβαίνει της λογικής και δεν μπορεί να ευσταθίσει. Πώς να διανυθεί η συγκεκριμένη απόσταση από ένα όχημα πέραν των τριάντα
(30)χρόνων, είχε εγγραφεί το 1975, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και ασφάλεια; Η συγκεκριμένη θέση είναι εκτός πραγματικότητας. Όσον αφορά την ημερομηνία πώλησης του συγκεκριμένου οχήματος, υποστήριξε αρχικά ότι το είχε πωλήσει στην Εναγόμενη Εταιρεία το 2004 και ενίοτε στη μαρτυρία του άλλαζε την ημερομηνία αυτή. Υπενθυμίζεται ότι στην αρχικά καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησής του είχε υποστηρίξει ότι η πώληση είχε γίνει το 2003 και ακολούθως, στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής του, είχε ισχυριστεί ότι η πώληση είχε γίνει το 2005. Δηλαδή είχε παραθέσει τρείς διαφορετικές ημερομηνίες πώλησης. Παράλληλα, η ενώπιον του Δικαστηρίου θέση του, ότι το είχε πωλήσει το 2004, έρχεται σε αντίφαση με τις δικογραφημένες θέσεις του. Η αξία του επίσης δεν έχει αποδειχθεί αφού φαίνεται να είχε εγγραφεί, το επίδικο αυτοκίνητο, το 1975, δηλαδή το 2005 ήταν τριάντα
(30)ετών. Όσον αφορά την αξία του, όπως καθορίστηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ήταν πραγματικά εξωπραγματική αφού επρόκειτο για ένα αυτοκίνητο περίπου τριάντα
(30)χρονών κατά τον ισχυριζόμενο χρόνο πώλησής του, οπόταν, εκφεύγει της λογικής η αξία του ν' ανέρχεται στις Λ.Κ.2.500-, ήτοι €4.271,50-. Επίσης, η θέση του ότι άξιζε περί τις €2.000- ως παλιοσίδερα καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι η αξία του πωληθέντος αυτοκινήτου ήταν €4.271,50-. Ερωτηματικά εγείρονται και από την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. Αφού το όχημα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, είχε πωληθεί το 2004 γιατί περίμενε μέχρι το 2011 για να κινήσει την αγωγή και γιατί δεν προώθησε την αξίωσή του όταν είχε καταχωριστεί εναντίον του η Αγ. Αρ. 1267/08, το 2008, αφού του οφειλόταν το συγκεκριμένο ποσό; Ο λόγος που παρέθεσε για την αργοπορία στην έγερση της αγωγής ήταν γιατί «Θεωρούσε τον κ. Μοδέστου φίλο του.» Αυτό αποκαλύπτει δύο πράγματα, πρώτον, ότι είχε συναλλαχθεί με τον κ. Μοδέστου και όχι με την Εναγομένη Εταιρεία, η οποία είναι απρόσωπη και, δεύτερον, ότι δεν υπήρχε σ' εκκρεμότητα οφειλή γιατί αν υπήρχε θα την αποκάλυπτε το 2008 που είχε εγερθεί αγωγή από τον φίλο του κ. Μοδέστου για το υπόλοιπο ποσό του μπετόν και πλέον είχε εκλείψει το κώλυμα της φιλίας. Υπήρχαν πολλά ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα και τα οποία, συνεπακόλουθα, ρίπτουν σκιά στη μαρτυρία του Ενάγοντα, ενώ παράλληλα του προσδίδουν αλλότρια κίνητρα για την έγερση της υπό κρίση αγωγής. Από την άλλη, η μαρτυρία του διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας συνάδει, κατά τη δική μου άποψη, με την πραγματικότητα. Υποστηρίχθηκε και από πραγματική μαρτυρία. Δεν αρνήθηκε την πώληση της μπετονιέρας στον ίδιο παρόλο που δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο για να την αποδεικνύει. Επίσης, δεν αρνήθηκε ότι αρχικά την είχε αγοράσει για εξαρτήματα, αλλά τελικά δεν μπορούσε να την χρησιμοποιήσει για τον συγκεκριμένο σκοπό. Αυτό που υποστήριξε και απέδειξε ήταν ότι είχε αγοραστεί από τον ίδιο πριν την σύσταση της Εναγομένης Εταιρείας και η αντιπαροχή είχε ολοκληρωθεί με την παροχή μπετόν το οποίο δεν είχε χρεωθεί αφού η Αγ. Αρ. 1267/08 αφορούσε υπόλοιπο το οποίο δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πώληση της μπετονιέρας γιατί δεν είχε συμπεριληφθεί η συγκεκριμένη ποσότητα στα τιμολόγια αφού είχε γίνει η ανταλλαγή. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, ν' αναφέρω ότι η εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα αυτό, τον κ. Μοδέστου, είναι ότι όντως επρόκειτο για μάρτυρα της αλήθειας. Απάντησε ευθέως κάθε ερώτηση που του υπεβλήθη, χωρίς υπεκφυγές και ασάφειες και δεν διέκρινα καμία πρόθεση από μέρους του να παραπλανήσει ή ν' αποκρύψει γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις θέσεις του. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, η μαρτυρία του επί των επίδικων γεγονότων είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από αυτήν του Ενάγοντα. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας γνωριζόταν από παλιά και συνεργαζόταν με τον κ. Μοδέστου. Ο κ. Μοδέστου του παρείχε μπετόν. Ο Ενάγοντας είχε προσφέρει στον κ. Μοδέστου μια παλαιά μπετονιέρα έναντι του χρέους του που είχε. Ο κ. Μοδέστου συμφώνησε να την αγοράσει έναντι της παροχής δεκαπέντε
(15)κυβικών μπετόν, δηλαδή για το ποσό των Λ.Κ.530-. Η συνεργασία τελικά δεν εξελίχθηκε ομαλά και ο Ενάγοντας είχε αφήσει ένα υπόλοιπο από τις αγορές του μπετόν που διενεργούσε από τον κ. Μοδέστου. Όταν ο κ. Μοδέστου είχε διεκδικήσει με αγωγή το οφειλόμενο υπόλοιπο και είχε καταχωρίσει και αίτηση καταδολίευσης, λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν πλήρωνε το εξ αποφάσεως χρέος του με τις μηνιαίες δόσεις όπως τις είχε αποδεχθεί, ο Ενάγοντας θυμήθηκε ότι είχε αδικηθεί από την πώληση του συγκεκριμένου παλαιού αυτοκινήτου και αποφάσισε να εκδικηθεί τον κ. Μοδέστου καταχωρώντας αγωγή εναντίον της Εταιρείας, η οποία είχε συσταθεί το 2005 και είχε λειτουργήσει το 2006. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, στη σελ. 1305, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).». Ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ.
  1. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του εναγόμενου η αντίκρουση τους («evidencial burden of proof») βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ. σελ. 451 κ.ε.. Η προφορική συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και του κ. Μοδέστου, για αγορά του ηλικιωμένου αυτοκινήτου, είναι αποδεκτή από τον κ. Μοδέστου. Αυτό που δεν είναι αποδεκτό είναι ότι η συμφωνία είχε γίνει με την Εναγομένη Εταιρεία. Το θέμα αυτό είναι συνυφασμένο σε μεγάλο βαθμό με την επιτυχία ή αποτυχία της αγωγής. Ο Ενάγοντας όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν υπαρκτή νομική οντότητα το 2004 που σύμφωνα με τον δικό του ισχυρισμό είχαν συναλλαχθεί μαζί της. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 η Εναγόμενη Εταιρεία είχε εγγραφεί το 2005 και συγκεκριμένα στις 02/06/
  2. Οπόταν δεν θα μπορούσε να είχε συναλλαχθεί μαζί της. Αυτό σφραγίζει και την τύχη της αγωγής χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση. Η αγωγή στρέφεται κατά λανθασμένου διαδίκου και θα πρέπει να απορριφθεί. Φυσικά στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι η συμφωνία είχε επιτυχθεί τον Ιούνιο
  3. Στην υπόθεση Queen ν. Langton [1876] 2 QBD 296, το Αγγλικό Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ομόφωνα αποφάσισε ότι μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η προβαλλόμενη ως Εταιρεία διεξήγαγε εργασίες ως τέτοια, ήταν αρκετή προς απόδειξη της ύπαρξής της (βλ. K.N.G. Autoparts Ltd. ν. Μιχάλη Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 689). Ενώ αμφισβητήθηκε η ύπαρξη της Εναγομένης Εταιρείας ο Ενάγοντας επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία για την λειτουργία της ως εταιρεία ενώ ο Εναγόμενος έχει προσκομίσει μαρτυρία ότι το 2003, 2004 και 2005 συναλλασσόταν ως Ανδρέας Μοδέστου, Τεκμήριο 7 και όχι ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Αυτή η προσέγγιση είναι μοιραία για την αξίωσή του Ενάγοντα. Όμως, ακόμη και αν γίνει αποδεκτή η εκδοχή του Ενάγοντα, κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι είχε πωλήσει το συγκεκριμένο όχημα στην Εναγόμενη Εταιρεία το 2004 και πάλι δεν μπορεί να πετύχει αφού η Εναγόμενη Εταιρεία ενεγράφη το 2005 και κατά τον χρόνο της συναλλαγής ήταν ανύπαρκτη οπόταν ανίκανη να συναλλαχθεί. Των πιο πάνω καταγραφέντων η αγωγή στρέφεται κατά λανθασμένου διάδικου και θα πρέπει ν' απορριφθεί. Η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε συσταθεί το 2003 ή το 2004 ή και δεν λειτουργούσε το 2005 και η οποιαδήποτε συμφωνία είχε γίνει με τον Ανδρέα Μοδέστου ως φυσικό πρόσωπο και όχι ως Εταιρεία. Επίσης, δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την αξία του συγκεκριμένου οχήματος. Από τι στιγμή που η αξία αμφισβητείτο ο Ενάγοντας έφερε το βάρος απόδειξης ν' αποδείξει ότι η αξία του αυτοκινήτου ήταν Λ.Κ.2.500- και όχι Λ.Κ. 530- όπως επικαλείτο ο Εναγόμενος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και για το γεγονός ότι ο Ενάγοντας κρίθηκε αναξιόπιστος, η αγωγή του θα πρέπει ν' απορριφθεί. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.