← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Βαρβάρας Καϊλα, Αρ. Αγωγής: 3019/2012, 26/6/2015

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Βαρβάρας Καϊλα, Αρ. Αγωγής: 3019/2012, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3019/2012 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και Βαρβάρας Καϊλα Εναγόμενης --------- Ημερομηνία: 26 Ιουνίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Παυλήμπεης με κα. Πέτρου (για ν' ακούσει απόφαση κα Πέτρου). Για την Εναγόμενη: κα Α. Ευσταθίου για Ευστάθιο Ευσταθίου (για ν' ακούσει απόφαση κα Πάσιη). Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €3.770,23- ως οφειλόμενο υπόλοιπο για προσφερόμενες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και δραστηριοποιείται στην παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Η Εναγόμενη ήταν συνδρομητής της Ενάγουσας. Κατά ή περί την 22/09/2010, μετά από αίτηση της Εναγόμενης, η Ενάγουσα είχε αναλάβει να παρέχει τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στην Εναγόμενη σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και των περί Τηλεπικοινωνιών Κανονισμών. Στα πλαίσια της συμφωνίας η Ενάγουσα είχε παραχωρήσει στην Εναγόμενη τον αριθμό
  2. Η Εναγόμενη είχε χρησιμοποιήσει τις παραχωρηθείσες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες διενεργώντας κλήσεις, πλην όμως είχε παραλείψει να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των €3.770,23-, το οποίο αντιπροσώπευε τις χρεώσεις για κλήσεις και συνδρομές για τους μήνες Οκτώβριο 2010 μέχρι τον Φεβρουάριο
  3. Λόγω αυτής της παράλειψης η Ενάγουσα είχε διακόψει την παροχή της υπηρεσίας και είχε καλέσει την Εναγόμενη να εξοφλήσει το συγκεκριμένο ποσό χωρίς, όμως, ανταπόκριση. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπισή της, ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν είχε χρησιμοποιήσει τις συγκεκριμένες υπηρεσίες και ότι κατά ή περί τον Αύγουστο 2010 βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου είχε απολέσει το κινητό της. Τη συγκεκριμένη απώλεια την είχε διαπιστώσει τον Σεπτέμβριο
  4. Μόλις το διαπίστωσε είχε ενημερώσει τον σύζυγό της στην Κύπρο και ο σύζυγός της άμεσα είχε αιτηθεί τη διακοπή της σύνδεσης της Εναγόμενης με το δίκτυο της Α.ΤΗ.Κ.. Όμως, παρά τις διαβεβαιώσεις προς τον σύζυγό της, ότι η Ενάγουσα θα διέκοπτε τη σύνδεση, δεν το έπραξε ακόμη και μετά τον Οκτώβριο 2010 που ο λογαριασμός κατέστη ληξιπρόθεσμος και πληρωτέος. Οπόταν, η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στις αξιώσεις της λόγω της συμπεριφοράς της, αλλά και δυνάμει του δόγματος «volenti non fit injuria», αλλά και γιατί δεν είχε γίνει οποιαδήποτε νόμιμη χρήση του τηλεφώνου από την Εναγόμενη. Για την Ενάγουσα δόθηκε μαρτυρία από τον κ. Δημήτρη Καραννίκη, υπάλληλο της Ενάγουσας στο Τμήμα Διαχείρισης Επισφαλών Χρεωστών. Κατατέθηκε γραπτή δήλωσή του σε σχέση με τα γεγονότα, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τη δήλωσή του είναι γνώστης του συστήματος της βάσης δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. καθώς και του κύκλου τιμολόγησης των πελατών της Α.ΤΗ.Κ.. Η Εναγόμενη ήταν πελάτης της Α.ΤΗ.Κ. από το 2010, ήτοι από τις 22/09/2010, δυνάμει σύμβασης την οποία είχε υπογράψει και είχε καταστεί κάτοχος του αριθμού κινητού τηλεφώνου
  6. Μετά την υπογραφή της σύμβασης και μετά την χρήση της υπηρεσίας οι λογαριασμοί της αποστέλλονταν στην οδό Μακαρίου Γ΄52, στην Αθηαίνου,
  7. Η Εναγόμενη είχε χρησιμοποιήσει την υπηρεσία από τον Οκτώβριο 2010 μέχρι τον Φεβρουάριο 2011 και είχε πληρώσει έναντι των συγκεκριμένων υπηρεσιών το ποσό των €76,05- για τον μήνα Σεπτέμβριο
  8. Της είχαν σταλεί οι σχετικές προειδοποιητικές επιστολές για αποσύνδεση και τερματισμό των υπηρεσιών, στην περίπτωση που δεν πληρώνονταν οι λογαριασμοί που εκκρεμούσαν. Λόγω μη ανταπόκρισης της Εναγομένης, στις 14/02/2011, είχαν τερματιστεί οι υπηρεσίες της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη. Στις 16/01/2012 είχε σταλεί, εκ μέρους της Ενάγουσας, στη διεύθυνση της Εναγόμενης, προειδοποιητική επιστολή, με την οποία ζητείτο η πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών εντός τριάντα

(30)ημερών. Η Εναγόμενη ουδέποτε είχε αμφισβητήσει τους λογαριασμούς της εντός της προβλεπομένης από τον όρο 6.6 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, ούτε και είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο για τις χρεώσεις. Δυνάμει της μεταξύ των μερών σύμβασης, η Εναγόμενη όφειλε να διασφαλίζει ότι η χρήση των υπηρεσιών γινόταν μόνο από την ίδια ή από εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα. Στην περίπτωση παράνομης χρήσης της τηλεφωνικής σύνδεσης από τρίτους, η καταβολή των τελών αφορά υποχρέωση της Εναγόμενης. Σύμφωνα με τον καταγραφέντα ισχυρισμό του, πριν τις 22/09/2010 η Εναγόμενη κατείχε τη συγκεκριμένη υπηρεσία με τη μορφή της κάρτας και από τις 22/9/2010, με την υπογραφή της σύμβασης, είχε μετατρέψει τον συγκεκριμένο αριθμό σε πρόγραμμα συμβολαίου. Μετά τη μετατροπή του συγκεκριμένου αριθμού σε πρόγραμμα συμβολαίου φαίνεται να υπάρχουν κλήσεις διεθνούς περιαγωγής από το συγκεκριμένο τηλέφωνο από τον Σεπτέμβριο του
  1. Ζητήθηκε προσωρινή αποσύνδεση της υπηρεσίας στις 26/11/2010 και στις 07/12/2010 ζητήθηκε αναλυτικός λογαριασμός, από την Εναγόμενη, για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του
  2. Όταν ο λογαριασμός είχε αρχίσει να παρουσιάζει απότομη αύξηση είχαν γίνει προσπάθειες τηλεφωνικής προειδοποίησης της Εναγόμενης, στις 22/10/2010, πλην όμως δεν απαντούσε το κινητό της τηλέφωνο. Προκύπτει, από το ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη είχε καταχωρίσει δύο παράπονα, το πρώτο από αυτά στις 09/02/2011 με αρ. 53038 και το δεύτερο στις 06/11/2011 με αρ.
  3. Τόσο στο πρώτο παράπονο, καθώς και στο δεύτερο, είχε διαπιστωθεί ότι τα παράπονα δεν ευσταθούσαν και της είχε επεξηγηθεί ότι είχε υποχρέωση αποπληρωμής των παραχωρηθέντων υπηρεσιών. Δεν προκύπτει, από την υπογραφείσα σύμβαση, υποχρέωση της Ενάγουσας για ενημέρωση των πελατών της στην περίπτωση που παρατηρείται αλόγιστη χρήση των υπηρεσιών. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, τη σύμβαση ημερομηνίας 22/09/2010 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, ως Τεκμήριο 3 την κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης, ως Τεκμήριο 4 τις επιστολές αποσύνδεσης της υπηρεσίας, ως Τεκμήριο 5 τους απλήρωτους λογαριασμούς της Εναγόμενης, ως Τεκμήριο 6 την προειδοποιητική επιστολή για λήψη δικαστικών μέτρων και ως Τεκμήριο 7 τα δύο παράπονα. Εξήγησε ότι μόνο η Εναγόμενη μπορούσε να δώσει οδηγίες για να διακοπεί η παροχή των τηλεφωνικών της υπηρεσιών, λόγω ακριβώς της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και αυτό γίνεται μετά από αίτηση του ίδιου του πελάτη. Συνήθως, όταν υπάρχει απώλεια τηλεφώνου, γίνεται παράπονο στην Αστυνομία και μετά την έκδοση σχετικού εντύπου από την Αστυνομία τότε γίνεται διερεύνηση. Επιπρόσθετα, ήταν ο ισχυρισμός του ότι ακόμα και μετά την επίσκεψη του συζύγου της Εναγομένης, η Ενάγουσα δεν μπορούσε να διακόψει την παροχή της υπηρεσίας ακριβώς λόγω της νομοθεσίας που επιβάλλει όπως η ίδια απευθυνθεί για διακοπή της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, εξήγησε ότι η πρώτη φορά που είχε γίνει παράπονο ήταν στις 09/02/
  4. Δεν είχε προηγηθεί οποιοδήποτε άλλο παράπονο ή οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία της Εναγομένης με την Ενάγουσα. Υποστήριξε ότι υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία τερματισμού της σύμβασης, η οποία δεν είχε ακολουθηθεί. Εξήγησε ότι θα πρέπει να παρέλθουν κάποιοι μήνες μετά τη λήψη του λογαριασμού από τον ίδιο τον πελάτη. Αρχικά παρέχεται ένας μήνας διορία, μετά τη λήξη της προθεσμίας για αποπληρωμή του λογαριασμού, μέχρι ν' αποκοπεί η τηλεφωνική σύνδεση. Οι λογαριασμοί αποστέλλονται στη διεύθυνση επικοινωνίας που ο ίδιος ο πελάτης παραχωρεί στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, η διεύθυνση που η Εναγόμενη είχε παραχωρήσει για την αποστολή των λογαριασμών της ήταν η οδός Μακαρίου του Γ' στην Αθηαίνου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η ίδια η Εναγόμενη δεν είχε παραχωρήσει άλλο στοιχείο επικοινωνίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι λογαριασμοί υπολογίζονται από τη βάση των δεδομένων και ισχυρίστηκε ότι οι πελάτες, οι οποίοι έχουν υπόλοιπα, ειδοποιούνται και τηλεφωνικώς, στο τηλέφωνο επικοινωνίας που οι ίδιοι έχουν παραχωρήσει, έτσι ώστε να προβούν σε εξόφλησή τους. Ερωτηθείς εξήγησε ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης, για την παροχή των υπηρεσιών, ο λειτουργός εξυπηρέτησης ζητά κάποια στοιχεία από το άτομο με το οποίο θα ολοκληρωθεί η σύμβαση, δηλαδή συμπληρώνεται το Τεκμήριο 2 και η διαδικασία ολοκληρώνεται με την υπογραφή των συμβολαίων. Ανέφερε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι στην περίπτωση που κάποιος απολέσει το κινητό του αρχικά αυτό δηλώνεται στην Αστυνομία, ακολούθως επισκέπτεται την Α.Τ.Η.Κ. και το δηλώνει και τότε ο συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου τοποθετείται στη μαύρη λίστα για να παρακολουθείται, σε περίπτωση που γίνουν οποιαδήποτε τηλεφωνήματα, για να εντοπιστεί ο δράστης. Υπάρχει σε λειτουργία συγκεκριμένος αριθμός στον οποίο δηλώνεται η συγκεκριμένη απώλεια. Στην περίπτωση που κάποιος απουσιάζει μπορεί να στείλει επιστολή ή να στείλει κάποιο άλλο πρόσωπο να το δηλώσει στην Αστυνομία. Σε τέτοια περίπτωση η Α.Τ.Η.Κ., έχοντας στα χέρια της το χαρτί της Αστυνομίας, λαμβάνει την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του τηλεφώνου για να διακόψει τη σύνδεση. Ήταν η θέση του ότι ένα παράπονο μπορεί να καταχωρηθεί μέσω τηλεφώνου στον αριθμό 132 ή με μια επίσκεψη στα κατά τόπον καταστήματα της Α.Τ.Η.Κ.. Υποστήριξε ότι υπάρχει καταγραφή των παραπόνων υπό οποιαδήποτε μορφή και αν γίνει το παράπονο. Ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο ένα παράπονο θα μπορούσε να καταχωριστεί με ηλεκτρονικό μήνυμα. Υποστήριξε ότι ο λογαριασμός του Οκτωβρίου είχε σταλεί στην Εναγόμενη τον Νοέμβριο και ο ένας μήνας, που παραχωρείται για την αποπληρωμή του λογαριασμού, ξεκινά από την ημέρα αποστολής του λογαριασμού. Από εκείνη την ημερομηνία χρειάζονται περίπου τρεισήμισι μήνες για να διακοπεί η σύνδεση στην περίπτωση που ο λογαριασμός παραμείνει απλήρωτος. Παραδέχθηκε ότι μπορεί να υπάρξει πρόσβαση στον αναλυτικό λογαριασμό του πελάτη, όμως, ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση. Όσον αφορά το παράπονο με αρ. 58364, δεν γνώριζε ποιος το είχε υποβάλει, όμως, υπέθεσε ότι είχε υποβληθεί από την ίδια την Εναγόμενη. Μαρτυρία δόθηκε από την ίδια την Εναγόμενη, την κα Βαρβάρα Καϊλα, η οποία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με τη δήλωσή της, ήταν πελάτης και συνδρομητής της Α.Τ.Η.Κ. από τις 22/09/2010 με πρόγραμμα συμβολαίου. Είχε υπογράψει και σχετική συμφωνία στις 22/09/2010 και συγκεκριμένα είχε υπογράψει την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου
  6. Δεν είχε υπογράψει οτιδήποτε άλλο και δεν αναγνώριζε τις υπόλοιπες σελίδες της σύμβασης. Της είχε υποδειχθεί, στις 22/09/2010, κάποιο άλλο έγγραφο. Δεν της είχε ζητηθεί, ήταν ο ισχυρισμός της, κάποιο άλλο τηλέφωνο επικοινωνίας ή οποιοδήποτε άλλο άτομο με το οποίο να μπορούσε να επικοινωνήσει η Α.Τ.Η.Κ.. Στις 27/09/2010 είχε αναχωρήσει από την Κύπρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και συγκεκριμένα το Μαϊάμι όπου βρίσκονται οι κόρες της. Εκ παραδρομής και λόγω λάθους στο δικόγραφο, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, είχε καταγραφεί στην Υπεράσπιση ότι είχε αναχωρήσει τον Αύγουστο του
  7. Είχε επιστρέψει από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις 02/12/
  8. Την ημέρα της αναχώρησής της είχε προβεί σε περιορισμένη χρήση του τηλεφώνου της και αυτό γιατί είχε απολέσει το κινητό της περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, ενώ βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν τις Ηνωμένες Πολιτείες, γι' αυτό και ήταν προσεκτική, όμως, παρά την προσοχή της είχε πέσει θύμα κλοπής. Μόλις είχε αντιληφθεί την απώλεια του κινητού της τηλεφώνου είχε ενημερώσει τον σύζυγό της, ο οποίος είχε επισκεφθεί υποκατάστημα της Α.Τ.Η.Κ. και είχε ζητήσει από υπάλληλο να προβεί σε άμεση διακοπή της σύνδεσης. Όπως την είχε ενημερώσει ο σύζυγός της, του είχαν παράσχει διαβεβαιώσεις ότι θα προχωρούσαν σε διακοπή της σύνδεσης αφού είχαν ενημερωθεί ότι η ίδια απουσίαζε στο εξωτερικό και δεν είχε πλέον οποιοδήποτε έλεγχο της συσκευής. Κανένας δεν του είχε αναφέρει ότι θα έπρεπε να καταγγείλει την κλοπή της συσκευής. Περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2010, ενώ η ίδια απουσίαζε, ο σύζυγός της, έχοντας λάβει τον λογαριασμό του Οκτωβρίου του 2010, είχε ζητήσει εκ νέου την αποσύνδεση της υπηρεσίας. Όχι μόνο δεν διακόπηκε η σύνδεση, αλλά η Α.Τ.Η.Κ. δεν είχε καν ασχοληθεί με την απότομη αύξηση των χρεώσεων στον δικό της λογαριασμό. Δεν τους ξένισε η αύξηση από €70- σε €1.471-. Η ίδια δεν είχε ποτέ ειδοποιηθεί για την ασυνήθιστη χρήση της υπηρεσίας. Είχε επιστρέψει στην Κύπρο στις 02/12/2010 και τότε είχε επισκεφθεί την Α.Τ.Η.Κ., μετά από ενημέρωσή της ότι δεν είχε διακοπεί η σύνδεση παρά τις οχλήσεις του συζύγου της. Η ίδια δεν γνώριζε κατά πόσο όντως η Α.Τ.Η.Κ. είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί της τον Οκτώβριο του 2010, όμως, ακόμα και έτσι να ήταν η ίδια δεν είχε στην κατοχή το κινητό της, οπόταν, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να είχε γίνει οποιαδήποτε επικοινωνία. Την ίδια μέρα, στις 07/12/2010, κατά την επίσκεψή της στα υποστατικά της Ενάγουσας, είχε ζητήσει αναλυτικό λογαριασμό και τους είχε αναφέρει ότι η ίδια δεν είχε προβεί στις συγκεκριμένες κλήσεις. Έκτοτε, είχε επισκεφθεί πολλές φορές καταστήματα της Ενάγουσας διαμαρτυρόμενη για τις χρεώσεις και για την παράλειψη της Ενάγουσας να πράξει τα δέοντα έτσι ώστε ν' αποτρέψει την ιλιγγιώδη αύξηση στο ύψος του λογαριασμού της. Είχε μιλήσει και με τον κ. Καρανίκκη, ο οποίος όμως είχε αναβάλει τις συναντήσεις τις οποίες η ίδια είχε ζητήσει. Καταλήγει ότι η ίδια ουδέποτε είχε χρησιμοποιήσει τις συγκεκριμένες υπηρεσίες και μέχρι και σήμερα αναμένει από την Α.Τ.Η.Κ. ενημέρωση ως προς τα πού είχαν γίνει οι συγκεκριμένες κλήσεις. Κατέθεσε αντίγραφο του τιμολογίου του ταξιδιωτικού γραφείου στο οποίο είχε εκδώσει τα εισιτήρια της προς την Αμερική ως Τεκμήριο 9 και ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο του ηλεκτρονικού εισιτηρίου. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν είχε παραλάβει οτιδήποτε γραπτώς, το οποίο να έχει την ευκαιρία να μελετήσει πριν την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης. Απλά είχε υπογράψει μόνο στην πρώτη της σελίδα, της σύμβασης, χωρίς να διαβάσει ή να ενημερωθεί για οτιδήποτε περαιτέρω. Ακολούθως, στις 27/09/2010, είχε αναχωρήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είχε μετατρέψει την υπηρεσία κάρτας σε σύμβαση πέντε
(5)μέρες πριν αναχωρήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες για να μπορεί να προβαίνει σε τηλεφωνήματα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της αφού είχε ανακαλύψει ότι με το καρτοτηλέφωνο δεν θα μπορούσε να προβαίνει σε διεθνείς κλήσεις. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι από τις πρώτες μέρες που είχε φθάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε χάσει το κινητό της. Ακολούθως, είχε διαπιστώσει ότι της το είχαν κλέψει. Η ίδια, λόγω του ότι δεν προέβαινε στη χρήση του κινητού, χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να συνειδητοποιήσει την απώλειά του. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε αναφέρει την κλοπή του κινητού της τηλεφώνου, ισχυρίστηκε ότι δεν θα ενδιαφερόταν οποιοσδήποτε αστυφύλακας στο Μαϊάμι για την κλοπή του συγκεκριμένου τηλεφώνου. Υποστήριξε ότι δεν είχε πληροφορηθεί ποτέ για τον συγκεκριμένο κανονισμό που απαιτεί την καταχώρηση παραπόνου σε σχέση με την απώλεια ή την κλοπή του τηλεφώνου. Η ίδια τότε είχε θεωρήσει ότι δεν μπορούσε να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα από την Αμερική. Όμως, ο άντρας της είχε επισκεφθεί επανειλημμένα κατάστημα της Α.Τ.Η.Κ. υποβάλλοντας παράπονο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το πρώτο παράπονο είχε γίνει στις 09/02/2011 και υποστήριξε ότι ο σύζυγός της, ο οποίος απεβίωσε, είχε επισκεφθεί πάρα πολλές φορές κατάστημα της Α.Τ.Η.Κ. εκφράζοντας τα παράπονά του. Ισχυρίστηκε ότι η πρώτη του επίσκεψη είχε γίνει περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, μόλις η ίδια τον είχε ειδοποιήσει ότι είχε απολέσει το κινητό της τηλέφωνο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια είχε κάμει διαβήματα με συγκεκριμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Τ.Η.Κ σε σχέση με τον λογαριασμό της και υποστήριξε ότι με την επιστροφή της στην Κύπρο είχε υποβάλει παράπονο στην Α.Τ.Η.Κ.. Ισχυρίστηκε ότι ο δικός της λογαριασμός δεν υπερέβαινε τα €70- και το ποσό των €1.470- ήταν υπερβολικό. Κατά τη δική της άποψη η Α.Τ.Η.Κ. όφειλε να έχει δικλίδες ασφαλείας έτσι ώστε να προστατεύει τα συμφέροντά της από χρήστες όπως την ίδια που δεν γνώριζαν τα πάντα σε σχέση με τη χρήση της υπηρεσίας. Υποστήριξε ότι η Α.Τ.Η.Κ. δεν την είχε ενημερώσει γραπτώς όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις, των οποίων το περιεχόμενο είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο μάρτυρες, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Δημήτρη Καραννίκης απαντούσε με ευθύτητα, απλότητα και ήταν θετικός και επεξηγηματικός στις απαντήσεις του. Δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ή να έκανε προσπάθειες υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδινε στην αντεξέτασή του. Θεωρώ ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και όπως αυτός τα γνώριζε από τη θέση που κατείχε στην Ενάγουσα. Δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα. Ο κ. Καραννίκης ήταν σε θέση να εξηγήσει και εξήγησε το ιστορικό της υπόθεσης της Εναγόμενης όπως αυτό προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου που είχε στην κατοχή του, ο οποίος φάκελος του είχε ανατεθεί. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην πορεία παραχώρησης και χρήσης της κινητής τηλεφωνίας μέχρι και τον οριστικό τερματισμό των υπηρεσιών που είχε γίνει στις 14/02/2011, αφού είχαν σταλεί στην Εναγόμενη προηγουμένως προειδοποιητικές επιστολές. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε και σε διαβήματα στα οποία είχε προβεί η Εναγόμενη και αφορούσαν την εμπλοκή μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας σε σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Η θέση του αυτή υποστηρίχθηκε από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη. Εξήγησε, με ποιον τρόπο η Εναγόμενη ενημερωνόταν για τις χρεώσεις κάθε μήνα, αναφέροντας ότι της αποστέλλονταν λογαριασμοί, καθώς και αναλυτικός λογαριασμός εξερχόμενων και εισερχόμενων κλήσεων για το κινητό της τηλέφωνο. Κατάθεσε, μεταξύ άλλων, ως τεκμήριο, το Τεκμήριο 3, την συγκεντρωτική κατάσταση των χρεώσεων της Εναγομένης. Δεν έχω λόγο ν' αμφισβητήσω τη μαρτυρία του. Στην αντίπερα όχθη η μαρτυρία της Εναγομένης βρίθει αντιφάσεων. Παρά το γεγονός ότι είχε αλλάξει την σύνδεση της από καρτοτηλέφωνο σε συνδρομή για να μπορεί να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις οποίες είχε μεταβεί, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν είχε αντιληφθεί άμεσα την απώλεια του κινητού της. Ισχυρίστηκε ότι είχε απολέσει το κινητό της περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010, αλλά παρά το γεγονός αυτό είχε πληρώσει τον λογαριασμό του Σεπτεμβρίου 2010 χωρίς οποιοδήποτε παράπονο. Υποστήριξε ότι είχε ενημερώσει άμεσα τον σύζυγό της για την απώλεια του κινητού της παρά ταύτα όμως ο σύζυγός της είχε πληρώσει τον λογαριασμό του Σεπτεμβρίου τον οποίο είχε παραλάβει τον Οκτώβριο μετά την κατ' ισχυρισμό απώλεια του τηλεφώνου της και προέβηκε σε παράπονο τον Νοέμβριο 2010, προφανώς μετά που είχε λάβει τον λογαριασμό του Οκτωβρίου
  1. Εγείρεται το ερώτημα γιατί χρειάστηκε τόσο πολύ καιρό ο σύζυγός της για να παραπονεθεί. Παράλληλα, ενώ ο σύζυγος της Εναγόμενης ελάμβανε επιστολές που αφορούσαν την καθυστέρηση αποπληρωμής των οφειλομένων ποσών περίμεναν μέχρι τον Φεβρουάριο 2011 για να παραπονεθούν για το ύψος του λογαριασμού και όχι για την κλοπή του τηλεφώνου. Εξ ου και η Εναγόμενη είχε ενεργοποιήσει τη γνωριμία της με μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Τ.Η.Κ για να την βοηθήσει σε σχέση με το ύψος του ποσού. Οι θέσεις της αντιβαίνουν την λογική. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Η Εναγόμενη γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το κινητό της τηλέφωνο στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω του ότι η σύνδεσή της ήταν με κάρτα αποφάσισε, πριν την αναχώρησή της για τις Ηνωμένες Πολιτείες, να καταστεί συνδρομητής της Ενάγουσας δυνάμει σύμβασης, Τεκμήριο 2, για να μπορεί να κάνει διεθνείς κλήσεις. Στις 27/09/2010 είχε αναχωρήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ενώ βρισκόταν εκεί, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 2010, έκανε χρήση του κινητού της τηλεφώνου αλόγιστα με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να είναι ψηλός. Τον Νοέμβριο 2010 είχε πληρωθεί μόνο ο λογαριασμός του Σεπτεμβρίου
  2. Με την επάνοδό της στην Κύπρο, τον Δεκέμβριο 2010, ο λογαριασμό της είχε μειωθεί δραματικά, Τεκμήριο
  3. Ο σύζυγος της Εναγόμενης παρόλο που είχε παραλάβει τους λογαριασμούς, είχε πληρώσει, τον Νοέμβριο 2010, μόνο τον λογαριασμό του Σεπτεμβρίου 2010, τον οποίο είχε παραλάβει μέσα Οκτωβρίου 2010, δεν αντέδρασε με την παραλαβή του λογαριασμού του μηνός Οκτωβρίου 2010, αλλά περίμενε μέχρι Φεβρουάριο 2011 για να παραπονεθεί σε σχέση με το ύψος του λογαριασμού, όχι για το γεγονός ότι είχαν γίνει τηλεφωνήματα μετά από την κλοπή του τηλεφώνου της συζύγου του. Αυτό παρόλο που είχαν σταλεί και σχετικές επιστολές σε σχέση με τις καθυστερημένες οφειλές, Τεκμήριο 4, από τον Νοέμβριο 2010 στην καθορισθείσα από την Εναγόμενη διεύθυνση αποστολής της αλληλογραφίας. Τα παράπονά της Εναγόμενης είχαν εξεταστεί, αλλά διαφάνηκε ότι η Α.Τ.Η.Κ είχε και η ίδια επιβαρυνθεί με το ποσό των €1.340,89-, το οποίο αφορούσε το ποσό που είχε καταβάλει στη ξένη εταιρεία αφού χρησιμοποιείτο το σύστημα της περιαγωγής από την Εναγόμενη, Τεκμήριο
  4. Η σύνδεση είχε διακοπεί τον Φεβρουάριο 2011 χωρίς να έχει καταγγελθεί, από την Εναγόμενη, η κλοπή του τηλεφώνου της. Λόγω του ότι δεν μπορούσε να της χαριστεί το ποσό αξιώθηκε με αγωγή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου από το Πελένδρι και Σταύρος Φραντζή από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χρίστου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή από τη Λεμεσό ανήλικου δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, στη σελ. 1305, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους ν. Γιώτας Κυριάκου, Έφεση αρ. 7/08, ημερ. 18.5.2010).» Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με τη νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από τη στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο Ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του Εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Οπόταν, το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει προσκομιστεί ικανή και θετική μαρτυρία σε σχέση με την χρέωση στην οποία είχε προβεί η Ενάγουσα. Προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε, Τεκμήριο 3, ότι η Εναγόμενη για τους δυο μήνες που βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε προβεί σε τηλεφωνήματα αξίας €3.770,23- και με την επάνοδό της στην Κύπρο είχε και πάλι επανέλθει σε μικρά ποσά μέχρι και ανύπαρκτα. Θεωρώ ότι η ολότητα της πραγματικής μαρτυρίας, ήτοι των κατατεθέντων τεκμηρίων, ενισχυμένη από την προφορική μαρτυρία οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί η οφειλή. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση DEMIL IMPORTS EXPORTS LTD ν. Ζήνων Κωνσταντινίδης ΛΤΔ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, συνεκτιμάται το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746), η Ενάγουσα έφερε το βάρος ν' αποδείξει ότι πράγματι η Εναγόμενη όφειλε το ποσό των €3.770,23-. Βαρυνόταν η Ενάγουσα να αποδείξει, πρώτον, τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η αξίωση αυτή, βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1171, Παντελής κ.α. ν. Savina Enterprises Lt κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827, καθώς και αυτό τούτο το αξιούμενο ποσό αφού αμφισβητείτο. Θεωρώ καθοριστικό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, από το οποίο διαφαίνεται ότι τον Φεβρουάριο 2011 η Εναγόμενη παραπονείτο μόνο για το γεγονός ότι είχε ψηλό λογαριασμό και όχι για το γεγονός ότι είχε απολέσει το τηλέφωνό της στην Αμερική και γίνονταν τηλεφωνήματα χωρίς την άδειά της. Προκύπτει ότι η Εναγόμενη είχε παραπονεθεί για το ύψος του λογαριασμού της τον Φεβρουάριο 2011 και τον Νοέμβριο
  1. Προηγουμένως, ενώ η ίδια απουσίαζε, ο σύζυγός της είχε ζητήσει, στις 26/11/2011, την προσωρινή αποσύνδεση της υπηρεσίας. Μέχρι, όμως, τον Νοέμβριο 2010 ο λογαριασμός της παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €3.770,23-. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι η Ενάγουσα απέδειξε τη σύναψη σύμβασης με την Εναγόμενη στις 22/09/2010 για παροχή τηλεφωνικής σύνδεσης και υπηρεσιών με την χρήση του αριθμού
  2. Το γεγονός παραμένει ότι η Εναγόμενη αναγνώρισε την υπογραφή της στην σύμβαση Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τον όρο 3.13 της σύμβασης ο συνδρομητής έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει την Ενάγουσα στην περίπτωση που απολέσει τον έλεγχο της συσκευής. Ακόμη και να κλάπηκε η συσκευή της, όπως ήταν ο ισχυρισμός της, η Εναγόμενη όφειλε να ενημερώσει άμεσα την Ενάγουσα και όχι να περιμένει πρώτα να λάβει τον λογαριασμό του Νοεμβρίου 2010 και μετά να ζητηθεί η διακοπή της σύνδεσης από τον σύζυγό της. Οπόταν, όσον αφορά το ύψος των χρεώσεων κρίνεται ότι, με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και του Τεκμηρίου 7, η Ενάγουσα έχει αποδείξει την οφειλή της Εναγόμενης και, ως εκ τούτου, δικαιούται σε απόφαση. Ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Εναγόμενης στη γραπτή της αγόρευση ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου Ν.93(I)/1996 γιατί δεν είχε προηγηθεί κάποια διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή της σύμβασης Τεκμήριο
  4. Δεν είναι δυνατό να δημιουργήσει ακυρότητα στην επίδικη συμφωνία ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ο οποίος τέθηκε με γενικότητα στη γραπτή αγόρευση και δεν καταγράφηκε στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση. Η Εναγόμενη είχε αποδεχθεί ένα κείμενο ως συμφωνία, προφανώς τυπωμένο από πριν, ωστόσο ουδείς την είχε εξαναγκάσει ν' αποδεχθεί τους όρους και κανένα στοιχείο ψυχικής πίεσης ή εξαναγκασμού προκύπτει αφού η ίδια είχε αιτηθεί την αλλαγή της μορφής της παροχής από καρτοτηλέφωνο σε συνδρομητικό. Θεωρώ ότι η Εναγόμενη απλά δεν μπόρεσε να ελέγξει τις κλήσεις της, ενώ βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή ακόμα και αν δεχθούμε τον ισχυρισμό της ότι η συσκευή της κλάπηκε, ισχυρισμός ο οποίος έχει απορριφθεί, δεν μπορούσε να διαχειριστεί την συσκευή της. Όμως, ακόμα και αν έτσι είχαν τα πράγματα το ερώτημα παραμένει γιατί ο σύζυγός της ανέμενε από το τέλος Σεπτεμβρίου 2010 μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2010 για να ζητήσει προσωρινή διακοπή της σύμβασης. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €3.770,23- πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.