ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΙΠΗΣ ΦΑΡΜ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΝΩΝΟΣ ΑΛΛΩΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΖΗΝΩΝΟΣ κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό: 2188/2011, 9/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό: 2188/2011 Μεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ ΠΙΠΗΣ ΦΑΡΜ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΝΩΝΟΣ ΑΛΛΩΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΖΗΝΩΝΟΣ
- ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΘΑΡΤΩΝ ΖΟΥΡΚΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι 9 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Μικελλίδου Για Εναγόμενο 1: κ. Δ. Κακουλλής ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ποσό €4.638,18, νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες ήταν έμποροι και διανομείς πουλερικών και συναφών προϊόντων. Ισχυρίζονται δε ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 2 εταιρείας, η οποία αγόραζε και μεταπωλούσε προϊόντα των Εναγόντων. Για λόγους που θα διαφανούν στην πορεία, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω κάποια αποσπάσματα από την Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα λοιπόν με την Έκθεση Απαίτησης «ο Εναγόμενος αρ. 1 ευθύνεται για τις επίδικες συναλλαγές επειδή αυτός ούτος ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε προσωπική ανάμειξη για αυτές και οι Ενάγοντες προέβαιναν στις πωλήσεις των ειδών του εμπορίου τους στον Εναγόμενο αρ. 1 προσωπικά. Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελεν αποδεχθεί ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2 είχαν σχέσεις πελατών των Εναγόντων, σε τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι αμφότεροι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την πληρωμή του χρέους των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες για τις επίδικες συναλλαγές. [Ο] 1ος Εναγόμενος ενεργούσε ο ίδιος προσωπικά δια την προσωπική του ιδιότητα και ευθύνη και/ή αμφότεροι οι Εναγόμενοι ενεργούσαν δια του Εναγόμενου αρ. 1 και/ή των διευθυντών και/ή αξιωματούχων και/ή συνεργατών και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή εργατών και/ή αντιπροσώπων αυτών». Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι από το 2005 παρέδιδαν επί πιστώσει εμπορεύματα για τα οποία εξέδιδαν τιμολόγια επί πιστώσει και διατηρούσαν «ειδικό» λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων
- Ισχυρίζονται επίσης ότι «ο Εναγόμενος αρ. 1 δια στάσεως και των ενεργειών του έπεισε τους Ενάγοντες και έδωσαν στους Εναγόμενους την επίδικη πίστωση την οποίαν οι Ενάγοντες δεν θα παρείχαν εάν οι ενέργειες και η στάση του Εναγόμενου αρ. 1 ήταν διαφορετική και για τον λόγο αυτό ο Εναγόμενος αρ. 1 κατέστη και είναι υπεύθυνος έναντι των Εναγόντων δια την πληρωμή της απαίτησης τους. Επιπρόσθετα προς τα ανωτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται [ότι] ο Εναγόμενος αρ. 1 δια του τρόπου διευθύνσεως των εργασιών των Εναγομένων αρ. 2, αυτός κατέστη και είναι υπεύθυνος έναντι των Εναγόντων δια την πληρωμή της απαίτησης τους». Αναφέρουν επίσης ότι έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγόμενης αρ. 2, ο Εναγόμενος 1 είχε εκδώσει προσωπική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, υπ' αριθμό 82826909, ημερομηνίας 1.9.2009, για ποσό €936,07, η οποία κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή δεν τιμήθηκε. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι οφείλουν το αξιούμενο ποσό και ότι τους κάλεσαν να το πληρώσουν αλλά αυτοί αμελούν ή αρνούνται. Στην Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει προσωπική ευθύνη για το ισχυριζόμενο χρέος και ότι ενεργούσε πάντα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Εναγόμενης
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι μέρος και/ή ολόκληρο το ποσό της επιταγής έχει πληρωθεί. Σημειώνω ότι σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης αρ. 2, ένεκα της παράλειψης της να εμφανιστεί στην αγωγή, για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν ο κ. Σταύρος Σταυρινίδης (ΜΕ1). Η πλευρά του Εναγόμενου 1 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής πωλήσεων των Εναγόντων. Είπε ότι οι Ενάγοντες προσεγγίστηκαν από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ζήτησε την έναρξη συνεργασίας μεταξύ της Εναγόμενης 2 εταιρείας και των Εναγόντων. Συνέχισε λέγοντας ότι η πολιτική των Εναγόντων κατά τη σύναψη εμπορικών σχέσεων με νέους πελάτες ήταν να ζητούν, ως εξασφάλιση, προσωπική εγγύηση. Γι' αυτό, συνέχισε, είχε ζητήσει από τον Εναγόμενο 1 να εγγυηθεί γραπτώς τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με τον ΜΕ1, «ο Εναγόμενος 1 δεν αποδέχτηκε να παρέχει γραπτή εγγύηση και μου είπε προφορικά ότι έχω την προσωπική του εγγύηση ότι θα πληρώσει». Στη βάση, είπε, της προσωπικής αυτής δέσμευσης οι Ενάγοντες ξεκίνησαν να προμηθεύουν με εμπορεύματα τους Εναγόμενους 2 και, σε σχέση με τις συναλλαγές τους, τηρούσαν λογαριασμό. Σημειώνω παρενθετικά ότι ο λογαριασμός τηρείτο στο όνομα FROYTARIA ZOYRKAS LTD γιατί, σύμφωνα με τον ΜΕ1, αυτό τους είχε αναφέρει ο Εναγόμενος 1 ότι ήταν το όνομα της Εναγόμενης
- Σε κατοπινό στάδιο, σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι Ενάγοντες διενήργησαν έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και αντιλήφθηκαν ότι το ορθό όνομα της Εναγόμενης 2 ήταν αυτό που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και αυτό με το οποίο εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της Εναγόμενης
- Ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης δέσμη τιμολογίων (Τεκμήριο 3) που εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες στο όνομα της Εναγόμενης 2 και υπογράφονταν από τον Εναγόμενο αρ. 1, καθώς και κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι Ενάγοντες (Τεκμήριο 4). Είπε ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4, οι Εναγόμενοι οφείλουν ποσό €4.638,
- Είπε επίσης ότι γίνονταν πληρωμές έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού κατά καιρούς και παρουσίασε αντίγραφο της τελευταίας επιταγής η οποία είχε δοθεί έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σημειώνω παρενθετικά ότι η επιταγή, Τεκμήριο 2, αφορά ποσό €936,07 και εκδότης είναι ο Εναγόμενος αρ.
- Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στο πίσω μέρος της επιταγής αναγράφονται διάφορες ημερομηνίες και ποσά. Εξήγησε ότι όταν η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη ο Εναγόμενος 1 πλήρωνε κατά καιρούς διάφορα ποσά έναντι του ποσού της επιταγής και ότι για κάθε τέτοια πληρωμή ο ίδιος κατέγραφε την ημερομηνία, το ποσό της πληρωμής και η καταγραφή υπεγράφετο από τον Εναγόμενο αρ.
- Σύμφωνα με τις καταγραφές στο πίσω μέρος της επιταγής ο Εναγόμενος 1 είχε πληρώσει έναντι του ποσού της συνολικό ποσό €
- Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την κυρίως εξέταση, ο ΜΕ1, είπε ότι δεν γνωρίζει εάν έχουν πληρωθεί άλλα ποσά πέραν αυτών γιατί ο ίδιος δεν εργάζεται στους Ενάγοντες εδώ και 2 χρόνια. Σε σχέση με το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 9, ο ΜΕ1 είπε ότι από το ποσό των €4.638,18 πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €830 που πληρώθηκε έναντι της επιταγής, Τεκμήριο 2, από τον Εναγόμενο 1 και ότι παραμένει υπόλοιπο €3.808,
- Μετά την αναφορά αυτή του ΜΕ1, η συνήγορος των Εναγόντων, με δήλωση της περιόρισε το ποσό της αξίωσης σε €3.808,
- Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 ερωτήθηκε κατά πόσο οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει να ξεκινήσουν συνεργασία με την Εναγόμενη 2 εταιρεία και αν ο Εναγόμενος 1 την εγγυήθηκε προσωπικά. Επέμενε ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν και παρέδιδαν προϊόντα στην Εναγόμενη 2 και ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε προσωπικά να εγγυηθεί την Εναγόμενη
- Αντεξετάστηκε σε σχέση με τα όσα ανέφερε ότι είχαν συμβεί κατά την έναρξη της συνεργασίας των Εναγόντων με την Εναγόμενη
- Επανέλαβε αυτά που είχε πει και κατά την κυρίως εξέταση, δηλαδή ότι υπήρχε γραπτό εγγυητήριο που υπογραφόταν σε περιπτώσεις νέων συνεργασιών αλλά ο Εναγόμενος 1 δεν ήθελε να το υπογράψει. Του τέθηκε ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε την Εναγόμενη
- Απάντησε ότι, κατ' εκείνον, ο Εναγόμενος 1 ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 εταιρείας έχει προσωπική ευθύνη για τις υποχρεώσεις της. Αντεξεταζόμενος, τέλος, σε σχέση με την επιταγή, Τεκμήριο 2, είπε ότι από το ποσό των €4.638,18 που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή είχε ήδη γίνει η αφαίρεση των ποσών που πληρώνονταν έναντι της επιταγής, Τεκμήριο 2, και ότι ολόκληρο το ποσό της οφειλής ήταν €4.638,
- Η δε προηγούμενη αναφορά του σε οφειλή €3.808,18, είπε ότι ήταν λανθασμένη. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο ΜΕ1 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων και η πλευρά των Εναγομένων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΕ1, στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι κατά την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των μερών ο Εναγόμενος 1 δεν είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για το ορθό όνομα της Εναγόμενης 2, γεγονός που δείχνει ότι είχε πρόθεση να εξαπατήσει τους Ενάγοντες. Πρόσθεσε ότι η προσωπική επιταγή του Εναγόμενου 1, Τεκμήριο 2, δείχνει ότι ο Εναγόμενος 1 είχε δεσμευτεί έναντι των Εναγόντων και είχε αναλάβει την ευθύνη να πληρώνει για τα προϊόντα που παραδίδονταν στην Εναγόμενη
- Ανέφερε επίσης ότι εκ παραδρομής είχε περιορίσει την αξίωση των Εναγόντων σε €3.808,18 και ανέφερε ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν από τον Εναγόμενο 1 συνολικό ποσό €4.638,18 της αρχικής αξίωσης, λόγω της προσωπικής του δέσμευσης προς τον ΜΕ1 ότι θα πληρώνει προσωπικά για τις συναλλαγές της Εναγόμενης
- Ο συνήγορος του Εναγόμενου 1, στη δική του αγόρευση, απάντησε λέγοντας ότι σε σχέση με το ύψος της αξίωσης έγινε ήδη περιορισμός της απαίτησης με δήλωση της συνηγόρου των Εναγόντων, η οποία συνεχίζει να δεσμεύει τους Ενάγοντες. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη για τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 αναφέροντας ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Έχω ήδη σημειώσει ότι η πλευρά του Εναγόμενου 1 δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία. Σε περιπτώσεις δε όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη μαρτυρία και την αξιοπιστία της, αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο τα γεγονότα για τα οποία υπάρχει μαρτυρία είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό[1]. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1 με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία[2] και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1, από αυτήν προκύπτει ότι υπήρχε εμπορική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 2 την οποία προμήθευαν με προϊόντα, ότι οι Ενάγοντες τηρούσαν σε σχέση με τη συνεργασία αυτή χρεωπιστωτικό λογαριασμό, Τεκμήριο 4, και ότι σε κάποιο στάδιο και έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγόμενης 2, ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε προσωπική επιταγή, Τεκμήριο
- Έναντι του ποσού της επιταγής, ο ΜΕ1 είπε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε πληρώσει €830 ενώ ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν έγιναν και άλλες πληρωμές μετά την αποχώρηση του από την εταιρεία των Εναγόντων. Αναφορικά δε με το ύψος του αξιούμενου ποσού, κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι από το ποσό της αξίωσης έπρεπε να αφαιρεθούν τα €830 που είχαν πληρωθεί έναντι της επιταγής ενώ κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι τα €830 είχαν ήδη αφαιρεθεί και το πραγματικό οφειλόμενο είναι ως η αρχική αξίωση. Αποτελεί βασική αρχή της δικονομίας και του δικαίου ότι σε υποθέσεις αστικής φύσεως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται η δίκη και ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων[3]. Η δε έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη βάση αγωγής[4]. Σε περιπτώσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα αφορά ευθύνη προσώπου συνεπεία εγγύησης υποχρεώσεων άλλου προσώπου, ο ενάγοντας πρέπει να περιλάβει στην έκθεση απαίτησης, ισχυρισμούς για το κατά πόσο η συμφωνία εγγύησης ήταν γραπτή ή προφορική, πότε έγινε η συμφωνία και μια σύνοψη του τι διαλάμβανε. Αναμένεται επίσης ότι η έκθεση απαίτησης θα περιλάμβανε τις αναγκαίες λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο η συμφωνία διαρρήχθηκε[5]. Στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής δεν περιλαμβάνεται κανένας ισχυρισμός για παροχή εγγύησης, γραπτής ή προφορικής από τον Εναγόμενο 1 για τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Έχω παραθέσει πιο πάνω κάποια σχετικά αποσπάσματα από την Έκθεση Απαίτησης από τα οποία, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να συναχθεί ισχυρισμός για παροχή τέτοιας εγγύησης. Ο ΜΕ1, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, επέμενε ότι οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει να παρέχουν στους Εναγόμενους 2 προϊόντα και ότι ο Εναγόμενος 1 εγγυήθηκε προσωπικά τις πληρωμές των προϊόντων αυτών. Εφόσον η παροχή εγγύησης δεν δικογραφείται από τους Ενάγοντες ως βάση αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 1, και με δεδομένες τις αρχές που έχω παραθέσει πιο πάνω, οι αναφορές του ΜΕ1 είναι εκτός δικογράφων και δεν μπορεί να επιτύχει η αξίωση των Εναγόντων στη βάση αυτή. Ακόμα όμως και αν δικογραφείτο ισχυρισμός για παροχή εγγύησης από τον Εναγόμενο 1, στη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ1, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι είχε ζητήσει από τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει εγγύηση αλλά αυτός αρνήθηκε και ανέλαβε προφορικά να εγγυηθεί την πληρωμή των τιμολογίων της Εναγόμενης
- Η αναφορά αυτή του ΜΕ1 στερείται λογικής. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να εγγυηθεί γραπτώς τις υποχρεώσεις της Εναγόμενος 1, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι δεν είχε πρόθεση να παρέχει τέτοια εγγύηση. Επιστρέφοντας στη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, αυτοί ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 1 είχε «προσωπική ανάμειξη» στις συναλλαγές των Εναγόντων με την Εναγόμενη 2, ως διευθυντής και ως εκ τούτου, «αμφότεροι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για την πληρωμή του χρέους των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες για τις επίδικες συναλλαγές». Οι ισχυρισμοί αυτοί για προσωπική ευθύνη του Εναγόμενου 1 συνεπεία της ιδιότητας του ως διευθυντής της εταιρείας, προσκρούει στην καλά γνωστή αρχή της αυτοτέλειας ενός νομικού προσώπου[6]. Η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης από διευθυντή μιας εταιρείας εκ μέρους της εταιρείας δεν δημιουργεί προσωπική ευθύνη στον διευθυντή αυτό. Πέραν των πιο πάνω, και σε σχέση με το ακριβές ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής της Εναγόμενης 2, σε υποθέσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα εδράζεται σε οφειλή, ως την προκειμένη περίπτωση, η πλευρά των Εναγόντων έχει τουλάχιστον υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία που να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, επιβεβαιώνοντας το ποσό της οφειλής και εξηγώντας πώς αυτό προέκυψε. Έχω ήδη σημειώσει πιο πάνω ότι ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του, είχε αναφέρει ότι από το αξιούμενο ποσό έπρεπε να αφαιρεθούν πληρωμές €830 που έγιναν έναντι του ποσού της επιταγής, Τεκμήριο
- Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της αξίωσης με δήλωση της συνηγόρου των Εναγόντων. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ1 μετέβαλε τη θέση του αναφέροντας ότι στο ποσό της αξίωσης έχουν ήδη ληφθεί υπόψη οι πληρωμές ύψους €830 που έγιναν έναντι της εν λόγω επιταγής και ότι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό είναι ως η αρχική αξίωση. Η δε συνήγορος των Εναγόντων, κατά την τελική της αγόρευση επιχείρησε να αναιρέσει τον περιορισμό της απαίτησης στον οποίο προέβη ενωρίτερα. Στην παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 βρίσκεται σε τέτοια διάσταση με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων και ήταν τόσο αντιφατική σε σχέση με το ύψος του αξιούμενου ποσού ώστε να στερείται αξιοπιστίας και να μην μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα σε σχέση με τα γεγονότα[7]. Τέλος, στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος των Εναγόντων αναφέρθηκε σε απάτη που διενήργησε εις βάρος των Εναγόντων ο Εναγόμενος 1, διότι είχε δώσει λανθασμένο όνομα για την Εναγόμενη 2 εταιρεία κατά την έναρξη της συνεργασίας τους. Σημειώνω ότι και αυτή η θέση είναι εκτός δικογράφων αφού η Έκθεση Απαίτησης δεν περιλαμβάνει καθόλου λεπτομέρειες σε σχέση με τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απάτη αυτή[8]. Το νομικό βάρος απόδειξης στην παρούσα υπόθεση βρισκόταν στους ώμους των Εναγόντων, οι οποίοι όφειλαν με αποδεχτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία να αποσείσουν το βάρος αυτό, αποδεικνύοντας τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν τη βάση αγωγής τους. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, δεν το έχουν επιτύχει. Με αυτά τα δεδομένα, η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1 και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, Barry White v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας τους Κωστάκη Δαβίδ Μαυρονικόλα
(2009)1 Β Α.Α.Δ. 1138 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009, C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [3] Federal Bank of Lebanon v Σιακόλα
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1422, Ιωάννη Ευανθή ν Νικόλαου Νεοφύτου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A935, Πολιτική Έφεση 38/2010, ημερομηνίας 8.12.2014, Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014, Παναγιώτης Παναγιώτη Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Ltd , Πολιτική έφεση 188/2010, ημερ. 4.6.2015 [4] Δ.19 Θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών [5] Eurogoal Surveys Ltd v D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση 110/2012, ημερομηνίας 14.10.2014 [6][6] Salomon v Salomon
(1897)AC 22 [7] Keo Plc v Χριστάκης Χριστοφή, ECLI:CY:AD:2015:A363, Πολιτική Έφεση 138/2010, ημερομηνίας 22.5.2015 [8] Δ.19 Θ.5, περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο