ΛΟΥΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ κ.α. ν. M. FRANGOS AUTOWORLD LTD, Αρ. Αγωγής: 6/2007, 19/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6/2007 Μεταξύ:
- ΛΟΥΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
- ΛΟΥΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας της Ρίτας Γεωργιάδη Ενάγοντες και M. FRANGOS AUTOWORLD LTD Εναγόμενης 19 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κ. Αγαθοκλέους δια Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σαββίδης δια Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 12.3.2015 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης και/ή διατάγματος ημερομηνίας 13.1.2015 μέχρι την εκδίκαση έφεσης Για την καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 14.5.2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας για ποσό €27.337,62 πλέον τόκους και έξοδα. Στη συνέχεια οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας και, κατόπιν ακρόασης, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του επί της αίτησης έρευνας στις 13.1.
- Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρχε η δυνατότητα από πλευράς της Εναγόμενης για καταβολή ποσού €300 μηνιαίως έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και εξέδωσε αντίστοιχο διάταγμα. Στις 27.1.2015 η Εναγόμενη καταχώρησε έφεση κατά της απόφασης εκείνης η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Ακολούθως η Εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και/ή του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 13.1.2015 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μαίρης Φράγκου, διευθύντριας της Εναγόμενης εταιρείας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, την πεποίθηση της για τις σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Υποστηρίζει επίσης ότι εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων τότε η Εναγόμενη εταιρεία θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει €300 μηνιαίως μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, ποσό που αδυνατεί να πληρώνει. Προσθέτει ότι τα μοναδικά εισοδήματα της Εναγόμενης εταιρείας είναι ενοίκια που εισπράττει από ενοικίαση ακίνητης περιουσίας της, τα οποία έχει εκχωρήσει υπέρ της Alpha Bank. Ως εκ τούτου, συνεχίζει, η Εναγόμενη εταιρεία «δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στα ενοίκια και βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία καταβολής οποιουδήποτε ποσού». Συνεχίζει λέγοντας ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων τότε η Εναγόμενη «θα είναι έκθετη σε ποινικές διαδικασίες για καταδολίευση πιστωτών». Αναφέρει περαιτέρω ότι «αν η Εναγόμενη καταφέρει με οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε βαθμό να συμμορφωθεί με το εκκαλούμενο διάταγμα και η Έφεση επιτύχει, θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να λάβει τα χρήματα που κατέβαλε στους Ενάγοντες αφού δεν υπάρχουν στοιχεία φερεγγυότητας των Εναγόντων». Καταλήγει ότι εάν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα, τα αποτελέσματα για την Εναγόμενη θα είναι «καταστροφικά». Οι Εναγόμενοι έχουν εγείρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και/ή του διατάγματος ημερομηνίας 13.1.2015 και ότι τυχόν αναστολή θα καταστρατηγούσε τα δικαιώματα των Εναγόντων. Υποστηρίζουν ότι η έφεση είναι «παντελώς αβάσιμη και δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας» και ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποσκοπεί στο να εμποδίσει τους Ενάγοντες στην εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου υπέρ τους στις 14.5.
- Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι της κάθε πλευράς είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν υπέρ και κατά του αιτήματος αντίστοιχα. Σημειώνω ότι έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο οι συνήγοροι. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.35 θ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Κατ' αρχάς σημειώνω ότι η πιο πάνω διάταξη παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία να αναστείλει στις κατάλληλες περιπτώσεις κάποια θετική υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από δικαστική απόφαση[1]. Η απόφαση και κατ' επέκταση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.1.2015 δημιουργεί τη θετική υποχρέωση στην Εναγόμενη να πληρώνει κάθε μήνα €300 στους Ενάγοντες έναντι του εξ αποφάσεως χρέους τους. Συνεπώς, η απόφαση και το διάταγμα θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν αντικείμενο αναστολής. Η Δ.33 θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών απασχόλησε εκτεταμένα τη νομολογία. Υπάρχει επομένως, πλούσια καθοδήγηση αναφορικά με τους παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Συνοψίζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, πρέπει να σταθμίσει κατά κύριο λόγο δύο παράγοντες. Εν πρώτοις πρέπει να λάβει υπόψη τη φυσιολογική προσδοκία του ενάγοντα να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Κατά δεύτερο πρέπει να προσμετρήσει τον κίνδυνο η οποιαδήποτε επιτυχία του εναγόμενου κατ' έφεση να καταστεί άνευ αντικρίσματος εάν η απόφαση δεν ανασταλεί στο μεταξύ[2]. Αναφορικά με τον πρώτο παράγοντα, έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι αποτέλεσμα δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 14.5.
- Όπως διαφάνηκε κατά την ακρόαση της αίτησης έρευνας που οδήγησε στην εφεσιβληθείσα δικαστική απόφαση, η Εναγόμενη δεν είχε μέχρι τότε καταβάλει κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αίτηση έρευνας σε μια προσπάθεια εκτέλεσης της απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ τους στην αγωγή. Μετά τη διεκπεραίωση της οικονομικής εξέτασης, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων €300 έκαστη, αρχομένων των δόσεων στην 1.2.
- Η επιτυχής κατάληξη της αίτησης έρευνας αναμφίβολα δημιούργησε στους Ενάγοντες την προσδοκία ότι θα εισέπρατταν, δια των μηνιαίων δόσεων, τη δικαστική απόφαση που εξασφάλισαν εκ συμφώνου. Υπήρχε όμως ήδη η προσδοκία και το απόλυτο δικαίωμα για είσπραξη ολόκληρου του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους που προέκυψε από τελεσίδικη, άμεσα εκτελεστή και εκ συμφώνου εκδοθείσα Δικαστική απόφαση στην αγωγή. Σε σχέση με τον δεύτερο παράγοντα, σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι εφεσίβαλαν την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.1.2015 στην αίτηση έρευνας αμφισβητώντας την ορθότητα της και κατ' επέκταση την ορθότητα έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Εάν η έφεση επιτύχει, τότε το διάταγμα μηνιαίων δόσεων θα συμπαρασυρθεί. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι κατά πόσο η μη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής θα καθιστούσε την επιτυχία στην έφεση άνευ αντικρίσματος. Η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα έχει ως αποτέλεσμα την απάλειψη της υποχρέωσης καταβολής των μηνιαίων δόσεων. Όμως ακόμα και αν η έφεση επιτύχει, το εξ αποφάσεως χρέος θα συνεχίζει να παραμένει άμεσα πληρωτέο καθ' ολοκληρία. Η εκ συμφώνου Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 14.5.2012 από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος θα συνεχίζει να είναι εκτελεστή, η Εναγόμενη θα συνεχίζει να έχει την υποχρέωση άμεσης αποπληρωμής του και οι Ενάγοντες θα συνεχίζουν να έχουν την προσμονή είσπραξης του. Στη βάση αυτών των δεδομένων, δεν θα ήταν ούτε εύλογο ούτε και δίκαιο να ιεραρχήσω τη θέση στην οποία θα βρεθεί η Εναγόμενη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης ως πιο σημαντική από τη θέση στην οποία θα βρεθούν οι Ενάγοντες σε περίπτωση χορήγησης της αναστολής. Πέραν των πιο πάνω, ένας ακόμα σχετικός παράγοντας που το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει όταν καλείται να αποφασίσει αιτήματα αυτής της φύσης, αν και ολιγότερης σημασίας, είναι και οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης[3]. Επί αυτού θα συμφωνήσω με το συνήγορο των Εναγομένων ότι με την έφεση εγείρονται ζητήματα που ενδεχομένως να μην έχουν αποφασιστεί προηγουμένως από το Εφετείο. Το μόνο αρμόδιο σώμα να αποφασίσει για την ορθότητα της εφεσιβληθείσας απόφασης είναι το Εφετείο, την κρίση του οποίου δεν θα υποκαταστήσω. Χωρίς να υποβιβάζω τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, η οποία θεωρώ ότι είναι συζητήσιμη, πρέπει να πω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει εκδώσει την ετυμηγορία του επί των διαφόρων ζητημάτων που εγείρονται, όπως αποτυπώνεται στην εφεσιβληθείσα απόφαση του ημερομηνίας 13.1.
- Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να ανασταλεί γιατί υπάρχει αδυναμία καταβολής των δόσεων. Η θέση της διευθύντριας της Εναγόμενης, όπως εκφράζεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι ότι τα μοναδικά εισοδήματα της Εναγόμενης είναι ενοίκια που εισπράττει τα οποία έχει εκχωρήσει υπέρ της Alpha Bank. Η διευθύντρια της Εναγόμενης, στην ένορκη της δήλωση, καταλήγει ότι η Εναγόμενη «βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία καταβολής οποιουδήποτε ποσού». Παραπονείται περαιτέρω ότι εάν δεν ανασταλεί το εκδοθέν διάταγμα τότε παραμένει «έκθετη σε ποινικές διαδικασίες για καταδολίευση πιστωτή» και ότι η μη αναστολή του διατάγματος θα έχει «καταστροφικά αποτελέσματα». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, σημειώνω ότι σαν γενικός κανόνας, η οικονομική δυσχέρεια εξ αποφάσεως οφειλέτη δεν μπορεί να προβληθεί ως λόγος για τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής[4]. Ειδικότερα δε στην παρούσα περίπτωση όπου η εκχώρηση των εισοδημάτων της Εναγόμενης είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης και έγινε προς εξόφληση όχι μόνο υποχρεώσεων της ίδιας της Εναγόμενης αλλά και υποχρεώσεων άλλων προσώπων. Προσθέτω επίσης και τα εξής. Η Εναγόμενη εταιρεία συμφώνησε με την έκδοση της απόφασης στην αγωγή από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία ήταν και είναι άμεσα εκτελεστή. Το εξ αποφάσεως χρέος είναι πληρωτέο και οι Ενάγοντες, ως εξ αποφάσεως πιστωτές, είχαν και έχουν την προσμονή και το δικαίωμα άμεσης είσπραξης του. Η διευθύντρια της Εναγόμενης εταιρείας, στην ένορκη της δήλωση, ισχυρίζεται ότι υπάρχει αδυναμία καταβολής οποιουδήποτε ποσού έναντι του χρέους από την εταιρεία και η μη αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος θα την εκθέσει σε ποινικές διαδικασίες για καταδολίευση πιστωτών. Εάν οι αναφορές αυτές συνιστούν παραδοχή ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της ή παραδοχή ότι ενώ η Εναγόμενη εταιρεία γνώριζε ότι είχε την υποχρέωση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους προχώρησε και εκχώρησε προς όφελος τρίτου προσώπου τα μοναδικά της εισοδήματα, τότε ενδεχομένως η εταιρεία και οι διευθυντές της προσωπικά να έχουν ήδη εκτεθεί σε αστικές και ποινικές ευθύνες. Τέλος, η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί η αιτούμενη αναστολή διότι εάν καταφέρει «με οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε βαθμό» να πληρώσει τα ποσά των μηνιαίων δόσεων τότε, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, μπορεί να μην είναι σε θέση να ανακτήσει τα ποσά αυτά από τους Ενάγοντες γιατί δεν υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με την φερεγγυότητα τους. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τα πιο πάνω. Με την εφεσιβληθείσα απόφαση ημερομηνίας 13.1.2015 η Εναγόμενη εταιρεία διατάχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της δια μηνιαίων δόσεων. Σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, οι δόσεις που θα έχουν καταβληθεί μέχρι τότε θα έχουν πιστωθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Εφόσον δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της εξ αποφάσεως οφειλής, ακόμα και στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και συνεπακόλουθης ακύρωσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, δεν τίθεται θέμα ανάκτησης των δόσεων που θα έχουν πληρωθεί μέχρι τότε. Έστω και αν η έφεση επιτύχει, η υποχρέωση της Εναγόμενης να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος θα παραμένει. Υπό αυτές τις περιστάσεις, θεωρώ ότι ένας εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν μπορεί να ανακτήσει ποσά που έχει πληρώσει έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον την Εναγόμενης/Αιτήτριας και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. [2] Χαραλάμπους ν Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, The Governor and the Company of the Bank of Scotland v S.S. Suphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, Παπακόκκινου v Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 513 [3] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 [4] Βογαζιανού ν Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 591 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο