ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ ν. ΑΓΑΘΗ Α. ΦΡΑΓΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 435/1990, 12/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 435/1990 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ Εναγόντων και
- ΑΓΑΘΗ Α. ΦΡΑΓΚΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΡΑΓΚΟΥ
- ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΘΗΤΟΣ
- ΣΑΒΒΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγομένων 12 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Θωμά για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των Εναγόντων/ Αιτητών ημερομηνίας 19.3.2015 για άδεια εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 25.1.1991 Στις 25.1.1991 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας απόφαση στην ως άνω αγωγή, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένως, για ποσό Λ.Κ.2.409,30 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.1990, πλέον έξοδα. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου «για ανανέωση και εκτέλεση της απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 25/01/1991 εναντίον των εναγομένων 1 και 2 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή για 10 έτη και/ή για χρόνο τον οποίο ήθελε το Δικαστήριο». Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.3.2015 της Αναστασίας Πούμου, λειτουργού των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτή, μετά την έκδοση της απόφασης και για σκοπούς εκτέλεσης της, είχε καταχωρηθεί αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον της Εναγόμενης 1 στις 17.1.1995 η οποία και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι εναντίον του Εναγόμενου 2 έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης ενώ η αγωγή δεν επιδόθηκε ποτέ στους Εναγόμενους 3 και
- Συνεχίζει λέγοντας «η υπόθεση παρέμεινε στάσιμη για αρκετό καιρό. Πρόσφατα και στο στάδιο της επεξεργασίας όλων των φακέλων προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων και μετά από έρευνα μας στο Κτηματολόγιο Λάρνακας σε παγκύπρια βάση ανευρέθει περιουσία επ' ονόματι της Εναγόμενης
- στη Δρομολαξιά». Τέλος, η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάζει, σύμφωνα με την ίδια το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Σύμφωνα δε με την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, το υπόλοιπο στις 31.12.2014 ανερχόταν σε €33.414,
- Ακολούθως, και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.5.
- Σύμφωνα με τη δεύτερη αυτή ένορκη δήλωση, διαπιστώθηκαν λάθη στην αρχική κατάσταση λογαριασμού και για το λόγο αυτό ετοιμάστηκε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για το εξ αποφάσεως χρέος. Η αναδομημένη αυτή κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζει ως το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους κατά την 31.12.2014 το ποσό των €12.988,96 πλέον €409,89 έξοδα. Στη συμπληρωματική αυτή ένορκη δήλωση, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 στους οποίους η παρούσα αγωγή δεν επιδόθηκε ποτέ, είχε καταχωρηθεί στις 12.8.1996 η αγωγή 3122/1996 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για το ίδιο χρέος στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 4 στις 12.11.
- Προς εκτέλεση δε εκείνης της απόφασης είχε εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του στις 19.3.1999 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Η ουσιαστική δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι η Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σύμφωνα με την οποία «όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση. ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό.» Η Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών δεν καθορίζει τους παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη αποφασίζοντας κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί άδεια για εκτέλεση μιας απόφασης. Μπορεί όμως να αντληθεί σχετική καθοδήγηση από τη νομολογία. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Αντρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.ά, Πολιτική Έφεση 459/2011, ημερομηνίας 17.7.2012, όπου γίνεται αναφορά στους παράγοντες που πρέπει να προσμετρά το Δικαστήριο αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια: «Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T. Lamb & Sons v Rider
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v Metalexportimport SA
(2003)Q.B. 471, Duer v Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v Singh
(2002)EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης.» Όπως δε επισημάνθηκε και στην σχετικά πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γιαννάκη Κτωρίδη ν Alpha Bank Cyprus Limited, Πολιτική Έφεση 290/2010, ημερομηνίας 19.6.2014, καθοριστικός παράγοντας στις πιο πάνω Αγγλικές αποφάσεις ήταν το ότι είχε παρέλθει μεγάλη περίοδος αδράνειας μετά την αρχική περίοδο των 6 ετών που καθόριζαν οι Αγγλικοί θεσμοί από την πλευρά των εξ αποφάσεως πιστωτών πριν ζητηθεί η άδεια για εκτέλεση της απόφασης[1]. Επιστρέφοντας στην υπό κρίση αίτηση, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αιτήματα αυτής της φύσης, πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του μαρτυρία η οποία (α) να αναφέρει την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) να εκφράζει την πεποίθηση ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση στη υποβολή της αίτησης. Σε σχέση με τον πρώτο παράγοντα, η αρχική ένορκη δήλωση αναφέρει την ημερομηνία και αρχικό ποσό της απόφασης. Με τη δε συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταγράφεται το ποσό που σύμφωνα με τους Ενάγοντες είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Αναφορικά με το δεύτερο παράγοντα, διαπιστώνω ότι καμία από τις δύο ένορκες δηλώσεις δεν καταγράφει την πεποίθηση του ενόρκως δηλούντα ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε εκτέλεση της απόφασης. Ο δε τρίτος παράγοντας αφορά το κατά πόσο αιτιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης. Επί αυτού παραπέμπω στο περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων. Από αυτές προκύπτει ότι το μοναδικό μέτρο εκτέλεσης που λήφθηκε αναφορικά με τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 25.1.1991 ήταν η καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον της Εναγόμενης 1 στις 17.1.1995. Έκτοτε, όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις, δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης ενώ δεν έχει ξαναζητηθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Η δε αναφορά στην πρώτη ένορκη δήλωση ότι «πρόσφατα» οι Ενάγοντες «επεξεργάστηκαν» όλους τους φακέλους «για να διερευνηθεί εάν υπάρχει δυνατότητα εκτέλεσης» είναι τόσο αόριστη, γενική και ασαφής που δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για κατάληξη σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Τέλος, παρενθετικά αναφέρω ότι τα όσα περιλαμβάνονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την αγωγή που είχε καταχωρηθεί το 1995 εναντίον των Εναγόμενων 3 και 4, είναι άσχετα με την απόφαση στην παρούσα αγωγή της οποίας επιδιώκεται άδεια προς εκτέλεση. Συγκεφαλαιώνοντας, είναι καλά γνωστή η αρχή ότι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δικαιούται να λάβει όλα τα προσφερόμενα μέτρα εκτέλεσης σε μια προσπάθεια να εισπράξει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους[2]. Όμως, στη βάση των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει καμία εξήγηση για τα 20 και πλέον χρόνια που έχουν παρέλθει από το τελευταίο μέτρο εκτέλεσης που έλαβαν στις 17.1.1995 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η αδράνεια που επέδειξαν παραμένει αναιτιολόγητη και δεν μπορεί παρά να είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα της αίτησης. Χωρίς να έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να εξηγεί τα 20 και πλέον αυτά χρόνια αδράνειας δεν μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος των Εναγόντων. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Το χρονικό αυτό διάστημα ήταν 8 περίπου χρόνια στην Patel v Singh (ανωτέρω) και 15 περίπου χρόνια στην Duer v Frazer (ανωτέρω) [2] Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1983] 2 AC 192, Credit Lyonnais v SK Global Hong Kong Ltd [2003] HKCA 250 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο