← Κύπρος

Orlando Developments Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα Κύπρου, Αρ.αγωγής: 3684/2010, 18/6/2015

Orlando Developments Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα Κύπρου, Αρ.αγωγής: 3684/2010, 18/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 3684/2010 Μεταξύ: Orlando Developments Ltd Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα Κύπρου Εναγόμενου Ημερ.: 18.6.2015 Για την Ενάγουσα: κ.Α.Σ.Αγγελίδης μαζί με κ.Π.Νικολάου για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ και Παναγιώτης Νικολάου Για τον Εναγόμενο: κα Δ.Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα ήταν και είναι η ιδιοκτήτρια των περιουσιών με Αρ. Εγγραφής 0/11320 και 0/11321, τεμάχια 424 και 425 αντίστοιχα, του Φ/Σχ. 41/33, στην τοποθεσία Λισιήνες, στη Βορόκλινη Λάρνακας (Πιστοποιητικά Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας - Τεκμ. 6 και 7, αντίστοιχα). Τα τεμάχια απαλλοτριώθηκαν με το διάταγμα απαλλοτρίωσης αρ. 843 που δημοσιεύτηκε την 28.8.2003 (Τεκμ.8). Ο σκοπός της απαλλοτρίωσης δεν επιτεύχθηκε παρά την πάροδο των χρόνων, όμως, η απαλλοτριούσα αρχή δεν πρόσφερε τα τεμάχια πίσω στην Ενάγουσα. Το Άρθρο 23.5 του Συντάγματος προνοεί ότι εάν μέσα σε τρία χρόνια από την απαλλοτρίωση δεν καταστεί εφικτός ο σκοπός της απαλλοτρίωσης, η απαλλοτριούσα αρχή υποχρεούται αμέσως με την εκπνοή της προθεσμίας των τριών χρόνων να προσφέρει την περιουσία στον προηγούμενο ιδιοκτήτη της με την επιστροφή του ποσού της απαλλοτρίωσης. Προς το σκοπό προάσπισης των δικαιωμάτων της η Ενάγουσα καταχώρησε την Προσφυγή 168/2009 στην οποία εκδόθηκε την 18.12.2009 απόφαση (Τεκμ.9) ότι δεν υπήρξε πραγμάτωση του σκοπού για τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση και διάταγμα που να διατάσσει τους καθ΄ ων η αίτηση, που ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, να πράξουν ότι παρέλειψαν να πράξουν. Ακόμα, ότι η παράλειψη τους να απαντήσουν στα νόμιμα διαβήματα και παραστάσεις της Ενάγουσας ήταν άκυρη και επομένως ό,τι παραλήφθηκε να γίνει διατασσόταν να γίνει. Το Αρθρο 146.1 του Συντάγματος προνοεί ότι: «Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ΄ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αύτη είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ΄ υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτον.» Το Αρθρο 146.4 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο όπως, μεταξύ άλλων: «(γ) να κηρύξει την παράλειψιν εν όλω ή εν μέρει άκυρον και ό,τι παν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεστή.» Όπως γίνεται κατανοητό, και επί τούτου δεν υπήρξε αμφισβήτηση, η ουσία της απόφασης της 18.12.2009 είναι ότι η παράλειψη της αποζημιούσας αρχής να προσφέρει τα τεμάχια πίσω στην Ενάγουσα ήταν άκυρη και ότι αυτό που παραλήφθηκε να γίνει έπρεπε να γίνει. Όπως αναφέρεται στη μεταγενέστερη απόφαση στην Προσφυγή 712/2011 (στην οποία αναφορά γίνεται πιο κάτω), στην Προσφυγή 168/2009 το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την επιστροφή των τεμαχίων στην Ενάγουσα. Είναι την παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής να της επιστρέψει τα τεμάχια που πρόσβαλε η Ενάγουσα με την Προσφυγή 168/2009 και είναι αυτή η παράλειψη που κρίθηκε εκτελεστή πράξη και κηρύχθηκε άκυρη με διαταγή ότι αυτό που παραλήφθηκε έπρεπε να είχε εκτελεστεί. Δεν είναι το διάταγμα απαλλοτρίωσης που ακυρώθηκε. Γι΄ αυτό και η ακυρωθείσα παράλειψη δεν ανάγεται στο χρόνο της δημοσίευσης του διατάγματος απαλλοτρίωσης στις 28.8.2003, αλλά στο χρόνο που, σύμφωνα με τη Συνταγματική διάταξη, η απαλλοτριούσα αρχή υποχρεούτο να προσφέρει την περιουσία στην Ενάγουσα, δηλαδή κατά την εκπνοή της προθεσμίας των τριών χρόνων από την απαλλοτρίωση, στις 29.8.2006 Σύμφωνα με το Αρθρο 146.5 του Συντάγματος η δικαστική απόφαση που λήφθηκε δυνάμει του Αρθρου 146.1 δεσμεύει κάθε «όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς αυτήν». Σύμφωνα με το Αρθρο 146.6 του Συντάγματος: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ού πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Σύμφωνα με τη νομολογία τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Η αξίωση για αποζημίωση ή άλλη θεραπεία δυνάμει του Αρθρου 146.6 του Συντάγματος πρέπει να απευθύνεται, πρώτα, προς τη Διοίκηση και, εφόσον αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε, πλέον να καταχωρείται πολιτική αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Διαφορετικά δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Αποφάσεις πλειοψηφιών στην Νικόλας ν. Δημοκρατίας

(2001)1 Α.Α.Δ. 983, 1001 και 1002). Στην Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, 425, αναφέρεται ότι: «Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη.» Δικογραφείται στην Εκθεση Απαίτησης ότι η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 29.10.2010 κάλεσε τον Εναγόμενο «...σε ενεργώ συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με το Αρθρο 146
(5)και/ή σε παροχή θεραπείας κατά το 146
(6)του Συντάγματος». Στην Εκθεση Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα «...παρέλειψε να αποστείλει προς τη Διοίκηση επιστολή καλώντας την να συμμορφωθεί με [την] το αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης στην Αίτηση Ακυρώσεως υπ΄ αριθμό 168/2010 ή και το περιεχόμενο αυτής απάδει από το αιτητικό της υπό εκδίκαση Αγωγής». Δικογραφεί ακόμα ο Εναγόμενος πως καμιά επιστολή ημερ. 29.10.2010 έλαβε από την Ενάγουσα ή το δικηγόρο της. Η επιστολή ημερ. 29.10.2010 (Τεκμ.11) του εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας Παναγιώτη Νικολάου, απευθύνεται προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως. Πληροφορείται ο παραλήπτης ότι η Ενάγουσα απαιτεί το ποσό του €1.380.865,44 για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης 168/2009, υπό τον όρο ότι η πληρωμή θα γινόταν «...υπό το καθεστώς νέας Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως». Δεν ζητήθηκε η παράδοση κατοχής των τεμαχίων. Αναφέρεται στην επιστολή ότι «...οι πελάτες μας επιφυλάττουν όλα τα νόμιμα δικαιώματα τους συμπεριλαμβανομένης της άμεσης παράδοσης των οικοπέδων αρ. τεμ. 424 και 425 στο χωριό Ορόκλινη σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Καταλήγει η επιστολή ως ακολούθως: «Ως εκ τούτου σας καλούμε όπως εντός ενός
(1)μηνός από σήμερα διευθετήσετε νέα συνάντηση στο γραφείο σας με ολοκληρωμένες προτάσεις με σκοπό την επίτευξη τελικού συμβιβασμού. Διαφορετικά θα ληφθούν τα δέοντα δικαστικά μέτρα χωρίς άλλη ειδοποίηση και οι πελάτες μας θα προχωρήσουν στην έκδοση Τελικής Αδειας Οικοδομής για αξιοποίηση των οικοπέδων των.». Εχει παρουσιαστεί και επιστολή ημερ. 18.3.2010 (Τεκμ.10) του εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας Ανδρέα Σ. Αγγελίδη, η οποία επίσης απευθύνεται προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως και με την οποία ζητείται η επιστροφή στην Ενάγουσα των τεμαχίων σε συμμόρφωση προς το δικαστικό δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης. Η επιστολή αυτή δεν δικογραφείται στην Εκθεση Απαίτησης και δεν γίνεται αναφορά σε αυτή ούτε στην Εκθεση Υπεράσπισης. Η επιστολή αυτή καταχωρίστηκε χωρίς ένσταση από τον Παναγιώτη Παναγή (Μ.Ε.3), διευθυντή της Ενάγουσας, του οποίου η μαρτυρία ότι με αυτή η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο όπως διενεργήσει τα δέοντα ώστε να της επιστραφούν τα τεμάχια, δεν αμφισβητήθηκε. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα, πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την επιστολή ημερ. 18.3.2010 ζήτησε την επιστροφή των τεμαχίων σε αυτήν, ενώ με την επιστολή ημερ. 29.10.2010 προέβαλε τη χρηματική της αξίωση. Είναι περαιτέρω πρόδηλο πως της καταχώρησης της αγωγής προηγήθηκαν διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών προς το σκοπό επίτευξης φιλικής διευθέτησης χωρίς να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της Ενάγουσας. Επομένως είχε η Ενάγουσα πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής απευθυνθεί προς τη διοίκηση ζητώντας τις θεραπείες που αξιώνει. Η Ενάγουσα κάλεσε τρεις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Ο Γιώργος Καϊμακλιώτης (Μ.Ε.1) είναι λογιστής ο οποίος, κατ΄ εντολή και για λογαριασμό της Ενάγουσας, ετοίμασε Κατάσταση (Τεκμ.1) με λεπτομέρειες των εξόδων και ζημιών της Ενάγουσας, «χρεώσεις», που συμποσούνται σε €430.865,44 και αφορούν την περίοδο από 29.10.2002 μέχρι 31.12.
  1. Τα ποσά που αναφέρονται για κάθε χρέωση κατέγραψε ο Καϊμακλιώτης κατόπιν προφορικών διαβεβαιώσεων του Παναγή. Σε σχέση με τα ετήσια ενοίκια ο τελευταίος τον είχε διαβεβαιώσει ότι είχε στα χέρια του εκτίμηση με το συγκεκριμένο ετήσιο ενοίκιο. Επιβεβαίωσε ο μάρτυρας ότι προέβηκε σε απλή καταγραφή χωρίς να ελέγξει ή επαληθεύσει, είτε το ύψος των ενοικίων, είτε τα άλλα έξοδα. Συνεπώς, η επί του προκειμένου μαρτυρία του δεν έχει, μετά και τη μαρτυρία του Παναγή, ουσιαστική αξία. Ο,τι άλλο περιλαμβάνεται στην Κατάσταση Καϊμακλιώτη είναι τόκοι επί των χρεώσεων, τους οποίους ο Καϊμακλιώτης υπολογίζει και κεφαλαιοποιεί στο τέλος κάθε έτους. Ο Καϊμακλιώτης μαρτύρησε ότι για να αγοράσει τα δύο τεμάχια η Ενάγουσα είχε συνάψει δάνεια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και κατέβαλλε τόκο 9% ετησίως ο οποίος κεφαλαιοποιείτο κάθε χρόνο. Διαφάνηκε πως δεν είχε συγκεκριμένη πληροφόρηση, αφού όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα κατά πόσο η Ενάγουσα είχε δάνεια με τόκο 9% απάντησε ότι 9% ήταν το επιτόκιο που χρέωνε ο Φόρος Εισοδήματος και ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου 2002 - 2010, το ισχύον για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κύπρου επιτόκιο. Η θέση για δανεισμό της Ενάγουσας και ότι αυτή υπόκειτο σε τόκο προς 9% ετησίως δεν υποστηρίχτηκε από τον Παναγή κατά την παρουσία του τελευταίου στο εδώλιο του μάρτυρα. Καταλήγω πως ο Καϊμακλιώτης απλά πρόσθεσε τόκους τους οποίους και κεφαλαιοποιούσε για να παρουσιάσει επαυξημένες τις αξιώσεις της Ενάγουσας χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο. Στο τέλος της Κατάστασης αναφέρεται: «Αμοιβή ελεγκτών για την εκπόνηση και σύνταξη της πιο πάνω μελέτης και έκθεσης €1.500 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ». Απορρίπτω τη θέση ότι υπήρξε πραγματική χρέωση €1.500 για την εργασία που ο Καϊμακλιώτης διεκπεραίωσε. Είμαι πεπεισμένος ότι και αυτή η χρέωση ήταν μέρος της προσπάθειας να διογκωθούν οι απαιτήσεις της Ενάγουσας. Παρατηρώ ακόμα ότι κανένα ποσό δεν διεκδικείται με την Εκθεση Απαίτησης σε σχέση με την αμοιβή του Καϊμακλιώτη. Ο Αντώνης Λοϊζου (Μ.Ε.2) είναι εκτιμητής και σύμβουλος ακινήτων, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και μέλος του Βασιλικού Ινστιτούτου Επιμετρητών της Αγγλίας ως επίσης και του ΕΤΕΚ. Διατηρεί γραφεία σε όλες τις ελεύθερες πόλεις της Κύπρου. Είναι ο συντάκτης της έκθεσης ημερ. 2.3.2015 (Τεκμ.2). Σε αυτή καταγράφει την εκτίμηση του για την ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων για την περίοδο από 4.4.2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2010, ως η εντολή που είχε. Η προσέγγιση του, όπως την ανέπτυξε και κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν πως εφόσον η απαλλοτρίωση «έπεσε» επρόκειτο για μια παράνομη κατοχή η οποία ισοδυναμούσε με στέρηση ιδιοκτησίας και όχι κανονική ενοικίαση. Σε μια κανονική ενοικίαση, ανάφερε, ο ιδιοκτήτης γνωρίζει την αρχή και το τέλος και είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση από εκείνη όπου κάποιος θέλει να κατέχει ή να ενοικιάσει ένα ακίνητο χωρίς χρονικό τέλος. Την ενοικιαστική αξία των τεμαχίων, την οποία ο ίδιος θέτει σε εισαγωγικά, καθορίζει ως ποσοστό επί της αγοραίας τους αξίας. Ο Λοϊζου εκτίμησε την αγοραία αξία των τεμαχίων τον Απρίλιο του 2003 σε €290 το τ.μ., το όλο €501.410, και τον Αύγουστο του 2010 σε €550 το τ.μ., το όλο €950.
  2. Με μαθηματικούς υπολογισμούς καθόρισε την αξία των τεμαχίων στα ενδιάμεσα χρόνια. Υιοθέτησε ως την ετήσια ενοικιαστική τους αξία ποσοστό 3% επί της αγοραίας τους αξίας για το συγκεκριμένο έτος. Κατέληξε στο ποσό των €163.460,29 για το σύνολο της περιόδου (βλ. Πίνακα Α του Τεκμ.2). Επικαλέστηκε ο Λοϊζου τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμούς του 1989 (Κ.Δ.Π. 173/89), όπου καθορίζονται ως επί τοις εκατόν ποσοστό επί της αξίας της γης τα ενοίκια με τα οποία η Κυβέρνηση ενοικιάζει κρατική γη. Προκύπτει πως αυτοί ήταν ο βασικός πυλώνας επί του οποίου στήριξε την εκτίμηση του. Φαντάζεται, ανάφερε, ότι το Κράτος έκαμε αναλύσεις και μελέτες για να καταλήξει στο 3% για οικιστικούς σκοπούς. Πρόκειται, ανάφερε, για ένα προηγούμενο «market evidence». Επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν προέβηκε σε αντιπαραβολή συγκριτικών πωλήσεων και ενοικιάσεων για να καταλήξει στο ποσοστό του 3%. Επικαλέστηκε ακόμα τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του επί τοις εκατόν ποσοστού της αξίας της περιουσίας για να καθοριστούν οι αποζημιώσεις του ιδιοκτήτη για στέρηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Παρουσίασε και αποσπάσματα από αγγλική βιβλιογραφία (Τεκμ. 3 και 4) για να υποδείξει ότι στην Αγγλία εφαρμόζεται η μέθοδος που ο ίδιος ακολούθησε. Αναφέρθηκε, ακόμα, στις ενοικιάσεις σταθμών πετρελαιοειδών στην Κύπρο λέγοντας ότι επειδή πρόκειται για ενοικιάσεις για περιόδους 5 με 10 χρόνια το ενοίκιο καθορίζεται με βάση την αγοραία αξία της γης. Επικαλέστηκε τέλος ο Λοϊζου ότι ο πληθωρισμός στην Κύπρο από το 2003 μέχρι και το 2010 ήταν κατά μέσο όρο 2,7% και θεωρεί αυτό ως μια ένδειξη για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας ενός ακινήτου. Ο Βάσος Σταύρου (Μ.Υ.1) είναι κτηματολογικός λειτουργός Β΄ στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Κτηματολογίου. Σήμερα είναι ο υπεύθυνος του Κλάδου Εκτιμήσεων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Έχει πείρα από το
  3. Παρουσίασε έκθεση εκτίμησης του ημερομηνίας 5.9.2012 (Τεκμ.16). Η εκτίμηση του αφορά στην ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων από τον Απρίλιο του 2003 μέχρι την 10.12.2010 που, όπως ανάφερε, δημοσιεύτηκε νέα απαλλοτρίωση των τεμαχίων. Ο Σταύρου χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης με βάση τα συγκριτικά ενοίκια της περιοχής. Επειδή δεν υπάρχει αρχείο με τις ενοικιαστικές αξίες ο Σταύρου περιδιάβηκε την ευρύτερη περιοχή που βρίσκονται τα τεμάχια για να περισυλλέξει πληροφορίες. Γενικά, δεν υφίστανται ενοικιάσεις οικιστικών τεμαχίων για οικιστικούς σκοπούς. Εξασφάλισε τέσσερα συγκριτικά ενοίκια (βλ. Παράρτημα Ε του Τεκμ.16). Επρόκειτο για οικόπεδα τα οποία ενοικιάζονται ως μάντρες αυτοκινήτων. Παραθέτει στην έκθεση του τα αντίγραφα των σχετικών ενοικιαστηρίων εγγράφων και φωτογραφίες των χώρων. Τα συγκεκριμένα ακίνητα βρίσκονταν σε εμπορικούς δρόμους και ο Σταύρου έκανε τις ανάλογες προσαρμογές. Ο Σταύρου χαρακτηρίζει τη μέθοδο που χρησιμοποίησε ως την πιο ασφαλή καθώς συγκρίνει άμεσα τα ακίνητα όσον αφορά τα φυσικά και τα νομικά τους χαρακτηριστικά. Κατέληξε στα ποσά που καταγράφονται αναλυτικά για κάθε έτος στην εκτίμηση του και που συμποσούνται στο ποσό των €38.550 για το σύνολο της περιόδου. Ο Σταύρου διαφωνεί κάθετα με τη μέθοδο εκτίμησης που υιοθέτησε ο Λοϊζου. Κατά πρώτο, το ποσοστό του 3% θα έπρεπε να υποστηρίζεται από αντιπαραβολή συγκριτικών ενοικίων και συγκριτικών πωλήσεων, διαφορετικά είναι αυθαίρετο. Κατά δεύτερο, η παρουσιασθείσα από το Λοϊζου βιβλιογραφία αφορά στην αγγλική πραγματικότητα, ενώ η κατάσταση στην Κύπρο είναι πολύ διαφορετική. Στην Αγγλία τα τεμάχια για οικιστική ανάπτυξη είναι πολύ περιορισμένα και συνηθίζεται η ενοικιαγορά της γης για 99 χρόνια, να γίνεται ανάπτυξη και να πωλούνται οικιστικές μονάδες. Σε κάθε περίπτωση, η κατάληξη στην αγγλική βιβλιογραφία σε ποσοστά επί της αγοραίας αξίας είναι απότοκο σύγκρισης πραγματικών αξιών, δηλαδή το αποτέλεσμα μελετών. Πέραν της διαφωνίας του σε σχέση με τη μεθοδολογία του Λοϊζου, ο Σταύρου διαφωνεί και με τις αγοραίες αξίες που ο Λοϊζου υιοθετεί για τα τεμάχια. Ο Λοϊζου καθόρισε την αγοραία αξία των τεμαχίων κατά τον Απρίλιο του 2003 σε €290 (£170) το τ.μ., στο σύνολο €501.
  4. Τα δύο τεμάχια είχε αγοράσει η Ενάγουσα το Μάρτιο του 2003 από κάποιο Χασίτοφ ο οποίος είχε διαχωρίσει σε οικόπεδα μεγαλύτερο τεμάχιο. Δηλώθηκε τιμή αγοράς £47,45 το τ.μ., αλλά το Κτηματολόγιο χρέωσε δικαιώματα στην τιμή των £63,64 το τ.μ., δηλαδή €108,73 το τ.μ.. Ο Λοϊζου ανάφερε ότι πιθανόν ο πωλητής να μην είχε γνώση των τιμών. Ακόμα πως ο ίδιος υιοθέτησε και άλλα συγκριτικά πέραν του συγκεκριμένου διαχωρισμού. Αυτές οι πωλήσεις καταγράφονται στις σελ. 4 - 6 της Εκτίμησης του. Τα συγκριτικά πωλήθηκαν το 2004 και 2005 σε πιο ψηλές τιμές από τα επίδικα. Κάποιες πράξεις έγιναν δεκτές από το Κτηματολόγιο σε τιμές μεταξύ £100 - £130 το τ.μ.. Συγκεκριμένα άλλα τέσσερα εφαπτόμενα οικόπεδα, που δημιουργούν ένα τετράγωνο με δρόμους στις τρεις πλευρές του, πωλήθηκαν, πρόδηλα ως μια περιουσία, ένα χρόνο μετά τα επίδικα στην τιμή των £170,25 και £176,25 το τ.μ.. Ακόμα και αν δοθεί βαρύτητα στα άλλα συγκριτικά και δεν ληφθεί καθόλου υπόψη η τιμή στην οποία η Ενάγουσα αγόρασε τα επίδικα ή η τιμή στην οποία χρέωσε δικαιώματα το Κτηματολόγιο, και πάλιν η αξία που καθόρισε ο Λοϊζου για τον Απρίλιο του 2003 είναι ψηλή. Για την αγοραία αξία το 2010 ο Λοϊζου είχε τέσσερεις συγκριτικές πωλήσεις, αλλά τις θεώρησε λίγες για να βασιστεί σε αυτές. Αξιοποίησε, ανάφερε, πληροφορίες που είχε για τις τιμές πώλησης που η εταιρεία Lefteris Livadhiotis & Sons ζητούσε για τα οικόπεδα της που βρίσκονται στην ίδια περιοχή, καταλήγοντας σε αγοραία αξία ψηλότερη από αυτή στην οποία οδηγούσαν τα συγκριτικά. Kατόπιν έρευνας, o Σταύρου διαπίστωσε πως δεν υπάρχουν πωλήσεις των οικοπέδων της συγκεκριμένης εταιρείας, ούτε καταχωρήσεις πωλητηρίων εγγράφων, παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει πέντε χρόνια. Δεν έχω πεισθεί από τη μαρτυρία και τις εξηγήσεις του Λοϊζου για την ορθότητα του αποτελέσματος της εκτίμησης του. Απεκόμισα τη σαφή εντύπωση ότι ο μάρτυρας, στον οποίο η Ενάγουσα ανέθεσε την εκτίμηση της ενοικιαστικής αξίας των επίδικων τεμαχίων, προσπάθησε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της υιοθετώντας μια μέθοδο που κατέληγε σε πολύ ψηλότερη ενοικιαστική αξία από την πραγματική. Πέραν τούτου στα πλαίσια της μεθόδου που ακολούθησε προσπάθησε να παρουσιάσει την αγοραία αξία των τεμαχίων καθ΄ όλη την ουσιώδη χρονική περίοδο ψηλότερη από την πραγματική, ώστε κατ΄ αναλογία ψηλότερη να καταλήγει και η ενοικιαστική τους αξία. Τα τεμάχια πωλήθηκαν ένα μήνα πριν στη συγκεκριμένη τιμή και δεν μπορεί μέσα σε ένα μήνα η αξία τους σχεδόν να τριπλασιάστηκε. Ο Παναγή, ο διευθυντής της αγοράστριας Ενάγουσας, δεν επικαλέστηκε ότι η τιμή που τα τεμάχια αγοράστηκαν ήταν χαριστική ή ότι η τιμή που δηλώθηκε ή που καθόρισε το Κτηματολόγιο δεν ήταν η πραγματική τιμή αγοράς. 'Αλλα συγκριτικά μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, όμως η τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα συγκεκριμένα ή εκτιμήθηκαν από το Κτηματολόγιο θα έπρεπε, στην απουσία ισχυρής μαρτυρίας ότι η τιμή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, να ήταν αν όχι κυρίαρχο τουλάχιστον σημαντικό στοιχείο στον καθορισμό της πραγματικής αγοραίας τους αξίας τον Απρίλιο του
  5. Καταλήγω ότι η μέθοδος την οποία ακολούθησε ο Λοϊζου και με τον τρόπο που εφαρμόστηκε, δεν οδηγεί στη διακρίβωση της πραγματικής ενοικιαστικής αξίας των επίδικων τεμαχίων. Απορρίπτω τα αποτελέσματα της έκθεσης Λοϊζου ως προς την αγοραία αξία των επίδικων τεμαχίων κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Επομένως έχει εκλείψει και η βάση πάνω στην οποία στηριζόταν η συγκεκριμένη μέθοδος. Είναι γεγονός ότι στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν, το Δικαστήριο θα μπορούσε, με κάποιες επιφυλάξεις, να προβεί σε εύρημα ως προς την αγοραία αξία, όπως στις περιπτώσεις της διαδικασίας παραπομπών. Υπογραμμίζω τις επιφυλάξεις, γιατί δεν έχουν επεξηγηθεί πλήρως τα φυσικά χαρακτηριστικά των συγκριτικών τεμαχίων. Όμως και έτσι, οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν ανεκμετάλλευτες αφού ούτε σε σχέση με την ορθότητα της υιοθέτησης του ποσοστού του 3% επί της αγοραίας αξίας ή άλλου ποσοστού έχω ικανοποιηθεί. Ένα τέτοιο ποσοστό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εάν ήταν το αποτέλεσμα πραγματικών μελετών που θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στην υπόψη περίπτωση. Τα ποσοστά στα οποία γίνεται αναφορά στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμούς του 1989 (Κ.Δ.Π. 173/89) δεν θα υποβοηθούσαν στην ανεύρεση της πραγματικής ενοικιαστικής αξίας των επίδικων τεμαχίων. Η πραγματική ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων θα μπορούσε να είναι ποσοστιαία μεγαλύτερη ή μικρότερη. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bahchecioglou
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 426, εξετάστηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες επιδικάζονται αποζημιώσεις σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία και σχολιάστηκε η επίκληση των πιο πάνω Κανονισμών. Αναφέρθηκε ότι (σελ.438): «Aναφορικά με τις αποζημιώσεις που δόθηκαν για το τεμάχιο 101 κρίνουμε ότι αυτές δόθηκαν σε εσφαλμένη βάση. Τα κριτήρια με τα οποία η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να χρεώνει 2% επί της αξίας για εκμισθώσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα περίπτωση όπου θα έπρεπε οι αποζημιώσεις να αντανακλούν την αγοραία ενοικιαστική αξία. Σε περιπτώσεις εκμίσθωσης από τη Δημοκρατία, παρατηρούμε ότι, στον καθορισμό του ποσοστού του 2% υπεισέρχονται προφανώς πολλά άλλα κριτήρια, άσχετα με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης.» Η πραγματική ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων μπορεί να διακριβωθεί με τη συγκριτική μέθοδο, αυτή δηλαδή που χρησιμοποίησε ο Σταύρου. Είμαι ικανοποιημένος ότι η συγκριτική μέθοδος, όπου υπάρχουν στοιχεία που να καθιστούν δυνατή τη χρήση της, αποδίδει το ορθό αποτέλεσμα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Σταύρου στην ολότητα της. Η μεθοδολογία του, κάθε παράμετρος που έλαβε υπόψη και οι υπολογισμοί του παρατίθενται στην έκθεση του. Αποδέχομαι ότι χρησιμοποίησε αληθινά στοιχεία και έλαβε υπόψη όλες τις παραμέτρους που όφειλε να συνυπολογίσει. Κρίνω ότι κατέληξε σε ορθό και δίκαιο αποτέλεσμα. Σε πολλά σημεία της γραπτής τους αγόρευσης οι δικηγόροι της Ενάγουσας μέμφονται τον Σταύρου γιατί κατά την ετοιμασία της έκθεσης του δεν έλαβε υπόψη και παραγνώρισε ότι η Ενάγουσα είχε ετοιμάσει σχέδια για την ανάπτυξη των οικοπέδων και είχε μάλιστα εξασφαλίσει και πολεοδομική άδεια. Ακόμη, ότι αυτός αγνοούσε ότι τα οικόπεδα είχαν επιταχθεί και ότι δεν υπήρξε προσφορά αποζημίωσης για την επίταξη. Αυτή η αντιμετώπιση προς τον Σταύρου διαφάνηκε από το στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρα. Η εμπλοκή του Σταύρου στην υπόθεση ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα προς το Κτηματολόγιο, ώστε να ετοιμαστεί έκθεση για την ενοικιαστική αξία των επίδικων οικοπέδων για την περίοδο από 4.4.2003 μέχρι 10.12.
  1. Η εργασία ανατέθηκε στον Σταύρου από τον υπεύθυνο του Κλάδου Εκτιμήσεων. Ο Σταύρου ενήργησε βάσει οδηγιών και δεν ήταν στην ευχέρεια ή και την αρμοδιότητα του να επεκταθεί σε άλλα ζητήματα. Σημειώνεται πως ούτε ο εκτιμητής που παρουσίασε η Ενάγουσα ασχολήθηκε με τα ζητήματα αυτά. Φαίνεται πως και οι δικές του οδηγίες από την Ενάγουσα ήταν ανάλογες, αφού αναφέρει στην έκθεση του ότι ο σκοπός της ήταν η εξακρίβωση της αγοραίας αξίας των οικοπέδων για τον υπολογισμό του χρονιαίου ενοικίου τους για σκοπούς αποζημίωσης. Η Ενάγουσα, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της, δεν επεδίωξε να προωθήσει την αξίωση της για αποζημιώσεις σε πραγματική βάση άλλη από την ενοικιαστική αξία των επίδικων οικοπέδων. Ότι η Ενάγουσα ήταν εταιρεία ανάπτυξης γης και είχε ετοιμάσει σχέδια και εξασφάλισε πολεοδομική άδεια για την ανάπτυξη των επίδικων οικοπέδων δεν αμφισβητήθηκε, είναι όμως παράμετρος που δεν χρησιμοποιήθηκε ως εφαλτήριο για την στοιχειοθέτηση επιμέρους πραγματικής ζημιάς. Δεν επιχειρήθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας ώστε να δοθούν, έστω ενδείξεις, για τα κόστη ανάπτυξης των τεμαχίων και τα κέρδη που η πώληση ή ενοικίαση μονάδων θα μπορούσε να αποφέρει στην Ενάγουσα. Ούτε τα αρχιτεκτονικά σχέδια για τα οποία πληρώθησαν τόσα χρήματα ή η πολεοδομική άδεια παρουσιάστηκαν για να έχει εικόνα το Δικαστήριο. Η μόνη αναφορά που διαπιστώνεται είναι στην επιστολή του αρχιτεκτονικού γραφείου Μηνά & Δημητρίου Λίμιτεδ, ημερ. 30.8.2010 (μέρος του Τεκμ.12) ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια θα αφορούσαν στην κατασκευή τεσσάρων κατοικιών. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα σκοπούσε στην ανάπτυξη των τεμαχίων είναι παράμετρος που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, πλην όμως, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να συνυπολογιστούν και αυτά στον καθορισμό της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης που θα πρέπει να αποδοθεί στην Ενάγουσα. Αποδέχομαι τις θέσεις του Σταύρου ως προς την ενοικιαστική αξία των επιδίκων τεμαχίων και καταλήγω ότι η ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων είναι η αναφερόμενη στην έκθεση του Σταύρου. Ο Παναγή (γραπτή δήλωση - Τεκμ.5) αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και παρουσίασε δέσμη εγγράφων (Τεκμ.12) για να τεκμηριώσει τις χρηματικές απαιτήσεις της Ενάγουσας. Όπως ανέφερε, η Ενάγουσα αγόρασε τα τεμάχια με σκοπό την ανάπτυξη τους και την πώληση. Ετοίμασε σχέδια και έλαβε πολεοδομική άδεια που της κόστισαν €26.
  2. Εάν δεν μεσολαβούσε η παράνομη απαλλοτρίωση, αναφέρει, η Ενάγουσα θα είχε προφανώς σημαντικά κέρδη από την πώληση του όλου έργου που προέβλεπε η ανάπτυξη. Η απαλλοτρίωση δεν ήταν παράνομη. Ακυρη κρίθηκε η παράλειψη της αποζημιούσας αρχής να προσφέρει τα τεμάχια πίσω στην Ενάγουσα τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της απαλλοτρίωσης. Αναφορικά με τα αρχιτεκτονικά σχέδια παρουσιάζονται στην Κατάσταση Καϊμακλιώτη δύο χρεώσεις. Η πρώτη με ημερομηνία 29.10.2002 για £6.000 (€10.251,60) και η δεύτερη με ημερομηνία 30.8.2010 για €14.
  3. Η πρώτη χρέωση προέρχεται από τους Μιχάλης Φωτίου & Συνεργάτες, Αρχιτέκτονες - Μηχανικοί Λτδ., που με δύο χειρόγραφες μεταγενέστερες σημειώσεις του Μιχάλη Φωτίου αναφέρουν ότι τους οφείλεται το συγκεκριμένο ποσό. Ο Παναγή μαρτύρησε πως η χρέωση δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Η δεύτερη χρέωση προέρχεται από το αρχιτεκτονικό γραφείο Μηνά & Δημητρίου Λίμιτεδ. Παρουσιάστηκε επιστολή του αρχιτεκτονικού γραφείου ημερ. 30.8.2010, που αναφέρει ότι για την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης και έκδοσης πολεοδομικής άδειας θα απαιτηθεί το ποσό των €13.
  4. Το σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη πληρωμής για το ποσό των €13.000 εκδόθηκαν την 28.12.
  5. Ανέφερε ο Παναγή ότι μετά την απόφαση της 18.12.2009 η Ενάγουσα προχώρησε στην ετοιμασία άλλων σχεδίων ανάπτυξης των τεμαχίων. Τα νέα σχέδια κατατέθηκαν και εκδόθηκε σχετική πολεοδομική άδεια, όμως, ακολούθως εκδόθηκε νέο διάταγμα απαλλοτρίωσης των τεμαχίων. Για την πρώτη περίπτωση έχουν παρουσιαστεί αποδείξεις για την έκδοση δύο αδειών με συνολική χρέωση €136,69 (£80). Δεν παρουσιάστηκε απόδειξη αναφορικά με τη χρέωση για €273,36 στη δεύτερη περίπτωση που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκδόθηκε νέα πολεοδομική άδεια. Η ανάπτυξη που προγραμματιζόταν να γίνει στη βάση των αρχιτεκτονικών σχεδίων του γραφείου Μιχάλης Φωτίου & Συνεργάτες, Αρχιτέκτονες - Μηχανικοί Λτδ, ανατράπηκε από το γεγονός της ιδίας της απαλλοτρίωσης. Εάν τα τεμάχια επιστρέφονταν στην Ενάγουσα το 2006 τα αρχιτεκτονικά σχέδια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη. Όταν η Ενάγουσα πέτυχε στην Προσφυγή της στο Ανώτατο Δικαστήριο ήταν δικαίωμα της και εύλογος επιχειρηματικός σχεδιασμός να τροχιοδρομήσει εκ νέου την ανάπτυξη των τεμαχίων και ακόμα να προχωρήσει στην εκπόνηση νέων σχεδίων ανάλογα και με τους σχεδιασμούς της. Δεν έχω όμως ικανοποιηθεί πως τούτο έγινε. Προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 29.10.2010 ότι εγίνονταν διαπραγματεύσεις ώστε η απαλλοτριούσα αρχή να αποκτήσει τα τεμάχια. Ούτε έχω ικανοποιηθεί για τη γνησιότητα του σχετικού τιμολογίου και απόδειξης που εκδόθηκε. Σε αυτά δεν αναφέρεται το λογότυπο του αρχιτεκτονικού γραφείου, ούτε υπάρχει η σχετική χρέωση του ΦΠΑ. Η σαφής εντύπωση που απεκόμισα ήταν ότι η επιμέρους αξίωση προβλήθηκε και τα σχετικά τεκμήρια καταρτίστηκαν ώστε να διογκωθούν οι απαιτήσεις της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα δικαιούται στα αρχιτεκτονικά έξοδα που πραγματικά δαπάνησε και που με το κόστος έκδοσης της σχετικής πλεοδομικής άδειας ανέρχονται σε €10.386,
  6. Στην Κατάσταση Καϊμακλιώτη υπάρχουν τέσσερεις χρεώσεις δικηγορικών εξόδων. Όλα τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις του δικηγορικού γραφείου Ανδρέα Σίμου Αγγελίδη που οι χρεώσεις αφορούν, παραπέμπουν στην Προσφυγή 168/
  7. Πρόκειται δηλαδή για δικηγορικά έξοδα στην υπόθεση εκείνη. Υποβλήθηκε στον Παναγή ότι τα έξοδα στην 168/2009 που επιδικάστηκαν υπέρ της Ενάγουσας πληρώθηκαν στο δικηγόρο της από τη Δημοκρατία. Ο Παναγή δεν ήταν ενήμερος. Στην περίπτωση που δεν έχουν καταβληθεί θα πρέπει να διεκδικηθούν στη δικαστική διαδικασία όπου επιδικάστηκαν. Στην αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας αναφέρεται ότι η Ενάγουσα επιβαρύνθηκε δικηγορικά έξοδα πέραν των επιδικασθέντων στην Προσφυγή 168/
  8. Η θέση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, αλλά ακόμα και έτσι, εφόσον όλα τα τιμολόγια αναφέρονται στα έξοδα της Προσφυγής, η ρύθμιση στην υπόθεση εκείνη επιλύει το ζήτημα. Υπάρχουν και τρεις χρεώσεις εκτιμητικών που αφορούν τον Αντώνη Λοϊζου, η πρώτη ημερ. 3.3.2006 για £517,50, η δεύτερη ημερ. 2.2.2008 για €294,73 και η τρίτη ημερ. 6.9.2010 για €2.
  9. Η πρώτη χρέωση, σύμφωνα με τιμολόγιο του γραφείου Antony Loizou & Associates Ltd, αφορά στην εκτίμηση των τεμαχίων για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης. Για τη δεύτερη χρέωση δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε. Για την τρίτη χρέωση παρουσιάστηκε τιμολόγιο ημερ. 31.8.2010 που αναφέρεται σε έκθεση ημερ. 12.8.2010 και με το οποίο χρεώνεται ποσό €4.
  10. Ποσό €2.300 πληρώθηκε από την Ενάγουσα στις 6.9.
  11. Όπως ανέφερε ο Παναγή το υπόλοιπο εκκρεμεί. Εξήγησε ο Παναγή ότι η εκτίμηση του 2010 αφορούσε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για να βρεθεί λύση και του είχε ζητηθεί από το Κτηματολόγιο να ορίσει και η Ενάγουσα εκτιμητή. Υποβλήθηκε στον Καϊμακλιώτη, όχι όμως στον Παναγή, ότι και οι τρεις χρεώσεις Λοϊζου σχετίζονται με εκτιμητικά έξοδα που επιδικάστηκαν σε διαδικασία παραπομπής και καταβλήθηκαν από τη Δημοκρατία. Η υπεράσπιση δεν προσκόμισε σχετική μαρτυρία. Η πρώτη χρέωση αφορά στη διαδικασία της Παραπομπής που προδήλως έγινε για τον καθορισμό της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση. Εάν τα επιδικασθέντα στην Παραπομπή εκτιμητικά δεν έχουν καταβληθεί θα πρέπει να διεκδικηθούν στη διαδικασία εκείνη. Η δεύτερη χρέωση δεν τεκμηριώθηκε. Παραμένει η τρίτη χρέωση που αφορά σε έκθεση ημερ. 12.8.
  12. Η έκθεση αυτή δεν παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της αγωγής. Είχε αποκαλυφθεί στην υπεράσπιση κατά το στάδιο της προδικασίας, όμως, κατά την ακρόαση παρουσιάστηκε νέα εκτίμηση ημερ. 2.3.
  13. Καταλήγω ότι τα διεκδικούμενα εκτιμητικά έξοδα εκ €2.300, το ύψος των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστούν προς όφελος της Ενάγουσας αφού δαπανήθηκαν ώστε η Ενάγουσα να έχει την κατάλληλη συμβουλή εμπειρογνώμονα όταν, ακόμη και μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα τεμάχια δεν της επιστράφηκαν και ούτε αποζημίωση της προσφέρθηκε για τη χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατοχή τους. Στην Κατάσταση Καϊμακλιώτη υπάρχει μια χρέωση ημερ. 28.12.2002 για ποσό £550 που αναφέρεται στην καθαριότητα των τεμαχίων. Παρουσιάστηκε τιμολόγιο ημερ. 19.2.2008 για το ποσό των £575 (€982.45) και ακόμη ένα τιμολόγιο για το ίδιο ποσό και με την ίδια περιγραφή εργασίας, ημερ. 28.11.
  14. Το πιο πρόσφατο παραπέμπει στο προηγούμενο. Το ποσό είναι υπερβολικό για τον καθαρισμό δύο οικοπέδων και δεν έχει δοθεί καμιά εξήγηση για την εξωπραγματική χρέωση, η δε έκδοση δύο τιμολογίων δημιουργεί ερωτηματικά, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ότι η χρέωση ΦΠΑ στο πρώτο δεν συνάδει με το ποσοστό του ΦΠΑ που ίσχυε εκείνη την εποχή. Δεν αποδέχομαι τη χρέωση ως υπαρκτή και την πληρωμή του ποσού ως πραγματική. Σημειώνω ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου η Ενάγουσα κατέστηκε ιδιοκτήτρια των τεμαχίων τον Μάρτιο του
  15. Επομένως, τον Νοέμβριο του 2002 δεν της ανήκαν. Περαιτέρω, δεν πρόκειται για έξοδο που μπορεί να ανακτηθεί ως ζημιά στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η πληρωμή κάποιου ποσού για τον καθαρισμό των τεμαχίων το 2002 δεν μπορεί να είναι ζημιά που προέκυψε γιατί τα τεμάχια δεν προσφέρθηκαν πίσω στην Ενάγουσα το
  16. Στην Κατάσταση Καϊμακλιώτη υπάρχουν οκτώ χρεώσεις για αποχετευτικά τέλη. Υποδείχτηκε κατά την αντεξέταση του Παναγή ότι υπάρχουν δύο χρεώσεις για τα αποχετευτικά τέλη του
  17. Αυτό που διαπιστώνεται είναι πως αναγράφεται δύο φορές το έτος 2005 αλλά δεν αναγράφεται καθόλου το έτος
  18. Πρόδηλα, πρόκειται για γραμματικό λάθος. Οι οκτώ χρεώσεις καλύπτουν τα έτη 2003 - 2010 περιλαμβανομένων, που οι διεκδικήσεις της Ενάγουσας αφορούν και συμποσούνται σε €1.600,
  19. Όμως, ούτε τα πληρωθέντα αποχετευτικά τέλη μπορούν να ανακτηθούν ως ζημιά στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ακόμα και στην έκταση που αναφέρονται στα έτη 2006 μέχρι
  20. Η βάση του επιδικασμού των αποζημιώσεων στην παρούσα αγωγή είναι η μη προσφορά πίσω στην Ενάγουσα των τεμαχίων. Εάν τα τεμάχια επιστρέφονταν η Ενάγουσα θα μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί με οικονομικό όφελος. Οι υποχρεώσεις της ως ιδιοκτήτριας θα συνεχίζονταν. Τα αποχετευτικά τέλη θα όφειλε να τα καταβάλλει. Εφόσον θα της αποδοθεί η δίκαια και εύλογη αποζημίωση εάν και επιπροσθέτως της επιδικαστούν και τα αποχετευτικά τέλη που έχουν καταβληθεί για τη σχετική περίοδο, τότε θα έχει στην έκταση αυτή αποζημιωθεί διπλά. Τα μεγαλύτερα ποσά στην Κατάσταση Καϊμακλιώτη αφορούν τα διεκδικούμενα ενοίκια από τις 4.4.2003 μέχρι και την 31.12.
  21. Αφορούν συνολικό ποσό €281.
  22. Ο Παναγή ανάφερε κατά τη μαρτυρία του ότι το ποσό περιορίζεται σε €163.460,29 ως η εκτίμηση Λοϊζου. Εχω ήδη καταλήξει ότι η ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων είναι αυτή που έχει υπολογιστεί στην έκθεση Σταύρου. Η απαίτηση της Ενάγουσας εδράζεται στο Αρθρο 146.6 του Συντάγματος αλλά και στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, που αφορά στην παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία. Γίνεται, ακόμα, επίκληση παραβίασης του Αρθρου 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Η πραγματική βάση της απαίτησης είναι μία. Είναι η χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατακράτηση των επίδικων τεμαχίων ιδιοκτησίας της Ενάγουσας από την Απαλλοτριούσα Αρχή και η κατ΄ ακολουθία στέρηση της κατοχής, απόλαυσης και εκμετάλλευσης τους από την Ενάγουσα. Δεν μπορεί να επιδικαστούν διπλές ή τριπλές αποζημιώσεις γιατί τέτοιες μπορεί να δικαιολογούνται κάτω από διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις. Εάν, όμως, σε συγκεκριμένη βάση δικαιολογούνται περισσότερες ή επαυξημένες αποζημιώσεις, τότε αυτές θα πρέπει να αποδοθούν. Η περίοδος για την οποία οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις θα αφορούν αρχίζει από την 29.8.
  23. Εάν προ ή κατά την 29.8.2006 η απαλλοτριούσα αρχή επέστρεφε στην Ενάγουσα τα τεμάχια, με την ταυτόχρονη επιστροφή του ποσού που η Ενάγουσα είχε εισπράξει γι΄ αυτά, το ζήτημα θα είχε πλήρως διευθετηθεί σύμφωνα και με τη Συνταγματική ρύθμιση. Η αποζημίωση της Ενάγουσας για το γεγονός πως για την περίοδο από την απαλλοτρίωση μέχρι την επιστροφή στερήθηκε της απόλαυσης της περιουσίας της, θα ήταν ο τόκος που καρπώθηκε στο μεσοδιάστημα. Όμως, η απαλλοτριούσα αρχή δεν ενήργησε με βάση τις Συνταγματικές διατάξεις και μετά την ακύρωση της παράλειψης της να επιστρέψει την περιουσία επιβεβαιώθηκε ότι από το 29.8.2006 κατέχει ή και χρησιμοποιεί την περιουσία χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι η παρούσα αγωγή είναι ιδιόμορφη γιατί «...η πρώτη περίοδος με την Επίταξη (ενός χρόνου) και μέχρι τα τρία χρόνια που μπορούσε να ισχύει η Απαλλοτρίωση, δεν θα ήτο παράνομη επέμβαση, μόνο εάν τελικά καταβάλλετο αποζημίωση (α) για την Επίταξη και (β) για την απαλλοτρίωση». Το άρθρο 6
(1)των περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμων του 1962 μέχρι 2014 προνοεί ότι εφόσον εκδοθεί διάταγμα επίταξης ιδιοκτησίας η επιτάσσουσα αρχή μπορεί να αναλάβει την κατοχή της και να την κατέχει μέχρι τον τερματισμό της ισχύος του διατάγματος επίταξης. Το ζήτημα της κατοχής της ιδιοκτησίας που επιτάχθηκε δεν φαίνεται να συνδέεται με τη διευθέτηση της καταβολής ή την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης. Σε σχέση με την απαλλοτρίωση σχετικό είναι το Μέρος IV των περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμων του 1962 έως 2014 που τιτλοφορείται «Μεταβίβασις, Χρήσις και Διάθεσις της Απαλλοτριωθείσης Ιδιοκτησίας». Το άρθρο 13 συνδέει την καταβολή της συμφωνηθείσης ή επιδικασθείσης αποζημίωσης με την εγγραφή της ιδιοκτησίας στο όνομα της απαλλοτριούσας αρχής. Στο άρθρο 14 αναφέρεται ότι «Ιδιοκτησία απαλλοτριωθείσα δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται να χρησιμοποιηθή μόνον διά τον σκοπόν δι΄ ον εγένετο η απαλλοτρίωσις». Εφόσον απαλλοτριωθείσα περιουσία δεν έχει εγγραφεί στο όνομα της Απαλλοτριούσας Αρχής, ώστε η τελευταία ως ιδιοκτήτρια να δικαιούται στην κατοχή της, η κατοχή μπορεί νόμιμα να επιτευχθεί μόνο με την επίταξη. Επομένως, μετά την εκπνοή της επίταξης, εάν δεν έχει καταβληθεί αποζημίωση για την απαλλοτρίωση ώστε η απαλλοτριωθείσα περιουσία να περιέλθει στην κυριότητα της Απαλλοτριούσας Αρχής που να την κατέχει νόμιμα, τυχόν κατοχή της θα είναι παράνομη. Δεν αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης πότε η Απαλλοτριούσα Αρχή έλαβε την κατοχή των επίδικων τεμαχίων. Ούτε αναφέρεται κατά πόσο καταβλήθηκε αποζημίωση για την απαλλοτρίωση. Ούτε η Εκθεση Υπεράσπισης διαφωτίζει, πέραν της αναφοράς ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε εγγράφησαν στο όνομα της Απαλλοτριούσας Αρχής. Ούτε και προσφέρθηκε οιαδήποτε μαρτυρία. Στην αγόρευση των δικηγόρων της Αιτήτριας γίνεται κατ΄ επανάληψη αναφορά σε διάταγμα επίταξης αρ. 847, ημερ. 28.8.2003 και αναφέρεται ότι δεν υπήρξε προσφορά προς την Ενάγουσα για αποζημίωση για την επίταξη και κανένα ποσό της καταβλήθηκε. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην Εκθεση Απαίτησης σε διάταγμα επίταξης. Αναφορά γίνεται στην Εκθεση Υπεράσπισης (παραγρ. 6) όπου αναφέρεται ότι η δημοσίευση του Διατάγματος Επίταξης ΑΔΠ847/28.8.2003 έγινε την 12.9.
  1. Τον ισχυρισμό αρνείται η Ενάγουσα στην Απάντηση της (παραγρ. 8). Το ζήτημα είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του Σταύρου, χωρίς όμως να δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Απλά υποβλήθηκε στο Σταύρου η πιο πάνω θέση για την οποία ο μάρτυρας δεν γνώριζε οτιδήποτε. Εφόσον αναφέρεται στην Εκθεση Υπεράσπισης ότι τα τεμάχια ουδέποτε εγγράφηκαν στο όνομα της Απαλλοτριούσας Αρχής, τότε, μόνο κατά την περίοδο ισχύος του διατάγματος επίταξης η κατοχή τους από την Απαλλοτριούσα Αρχή ήταν νομιμη. Αυτό εξέπνευσε την 13.9.
  2. Η κατοχή των τεμαχίων, που δεν αμφισβητείται, ήταν έκτοτε παράνομη. Μετά την απόφαση στην Προσφυγή 168/2009 την 18.12.2009 υπήρξε νέα εξέλιξη. Τα τεμάχια απαλλοτριώθηκαν εκ νέου με το διάταγμα απαλλοτρίωσης αρ. 4412 που δημοσιεύτηκε την 8.4.2011 (το ως σχετικό παρουσιασθέν Τεκμ.14 αφορά σε κάτι άλλο). Το γεγονός δικογραφείται στην Εκθεση Υπεράσπισης, καμιά όμως αναφορά δεν γίνεται στην Εκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε την 19.4.
  3. Είχε προηγηθεί την 30.11.2010 διάταγμα επίταξης των τεμαχίων (Τεκμ.13). Η Ενάγουσα προσέφυγε και πάλι στη δικαιοσύνη καταχωρώντας την Προσφυγή 712/2011 αμφισβητώντας τη νομιμότητα του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Την 27.2.2015 εκδόθηκε απόφαση (Τεκμ.15) με την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε. Με το διάταγμα επίταξης αρ.1066 που δημοσιεύτηκε την 30.11.2010, η κατοχή των τεμαχίων από την Απαλλοτριούσα Αρχή κατέστηκε νόμιμη. Ακολούθησε το νέο διάταγμα απαλλοτρίωσης. Με την απόφαση ημερ. 27.2.2015 στην Προσφυγή 712/2011 ακυρώθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Το διάταγμα επίταξης ημερ. 30.11.2010 αφορούσε περίοδο ενός έτους από την ημερομηνία της δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και συνεπώς εξέπνευσε την 1.12.
  4. Φαίνεται να συνιστά κοινό έδαφος ότι το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή έχει περιοριστεί στις αποζημιώσεις που δικαιούται η Ενάγουσα για την περίοδο μέχρι 30.11.
  5. Γι΄ αυτό και οι μαρτυρίες των δύο εκτιμητών περιορίστηκαν μέχρι περίπου αυτό το χρονικό σημείο. Οι περαιτέρω αξιώσεις της Ενάγουσας, που πρόδηλα προκύπτουν για μεταγενέστερες περιόδους επιφυλάχθηκαν. Αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας (σελ.18) ότι: «Η όποια ζημιά μετά την 8.4.2011 είναι διαφορετικό ζήτημα και η Ενάγουσα επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για μια μελλοντική πιθανή νέα διαδικασία». Επομένως, ο Εναγόμενος είναι υπόλογος και θα πρέπει να αποζημιώσει την Ενάγουσα για τις ζημιές που αυτή υπέστηκε λόγω μη επιστροφής των τεμαχίων σε αυτή για την περίοδο από 29.8.2006 μέχρι 30.11.2010, αλλά και για την προγενέστερη περίοδο από 13.9.2004.. Η ενοικιαστική αξία των επίδικων τεμαχίων για την περίοδο από 13.9.2004 μέχρι 30.11.2010 ήταν, σύμφωνα με την έκθεση Σταύρου, €33.881,
  6. Στην Bahchecioglou εξετάστηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες επιδικάζονται αποζημιώσεις σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Αναφέρθηκε ότι (436-438): «Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).» Στην Θεοδωρίδη αναφέρεται ότι (σελ. 425): «Το μέτρο της αποζημίωσης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 146.6, είναι η "... δικαία και εύλογος αποζημίωσις". Το μέσο για την αποζημίωση είναι "η δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει". Το μέτρο της αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restitutio ab integrum). Ο όρος "δικαία και εύλογος αποζημίωσις" στο πλαίσιο του άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης. [Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 CLR. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 CLR. 550, Christophides v. Attorney - General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, και Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697]». Η αποζημίωση για να είναι δίκαια και εύλογη δεν πρέπει να καθοριστεί αυθαίρετα αλλά με βάση κάποιες παραμέτρους που είναι δίκαιο και λογικό να ληφθούν υπόψη. Πέραν αυτού δεν υπάρχει εφαρμόσιμος μαθηματικός τύπος. Θα ήταν λάθος να μη συναρτάται η αποζημίωση με τη φύση και έκταση της περιουσίας που η Ενάγουσα αποστερήθηκε και το χρονικό διάστημα που υφίστατο τη στέρηση της χρήσης και απόλαυσης της περιουσίας. Επίσης θα ήταν λάθος να μη ληφθεί υπόψη η φύση της χρήσης και απόλαυσης της υπόψη περιουσίας που η Ενάγουσα θα μπορούσε να έχει. Οι πιο πάνω παράμετροι είναι σχετικοί με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας, επομένως η αξία αυτή είναι υποβοηθητική και πρόσφορη για τον καθορισμό της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης. Όμως, η δίκαια και εύλογη αποζημίωση δεν ταυτίζεται με τη συσσωρευμένη ενοικιαστική αξία. Η δίκαια και εύλογη αποζημίωση μπορεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη από τη συσσωρευμένη ενοικιαστική αξία, ανάλογα με τις περιστάσεις. Εάν η ενοικιαστική αξία είναι ψηλή σε σχέση με την αξία του ακινήτου ίσως η δίκαια και εύλογη αποζημίωση να πρέπει να είναι μικρότερη. Εάν η ενοικιαστική αξία είναι χαμηλή σε σχέση με την αξία του ακινήτου ενδέχεται να πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό ως δίκαια και εύλογη αποζημίωση. Προκύπτει πως η οικιστική γη πολύ δύσκολα αν καθόλου μπορεί να αξιοποιηθεί με μίσθωση με δικαιώματα ανάπτυξης για σκοπούς οικιστικούς. Δεν αναμένεται κάποιος να μισθώσει τέτοια γη για να ανεγείρει κατοικίες ή διαμερίσματα και να τα ενοικιάζει ως επιχειρηματική δραστηριότητα. Τέτοιοι επιχειρηματίες αγοράζουν την γη που θα αναπτύξουν. Ούτε και αναμένεται κάποιος να μισθώσει τέτοια γη για να ανεγείρει την κατοικία του. Τα στοιχεία αυτά είναι γενικά και αντικειμενικά. Δεν αφορούν μόνο την Ενάγουσα και τις επίδικες περιουσίες αλλά ίσως όλη την οικιστική γη στην Κύπρο. Η πραγματικότητα ότι οικιστική γη, όχι κατοικίες ή διαμερίσματα, έχει αντικειμενικά μικρή ενοικιαστική αξία σε σχέση με την αγοραία της αξία, δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η έννοια του «just satisfaction», που το Αρθρο 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών προνοεί για παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτόκολλων της, κάθε άλλο παρά απόμακρη είναι της δίκαιας και εύλογης θεραπείας κατά το Αρθρο 146.6 του Συντάγματος. Στον καθορισμό αποζημιώσεων κάτω από το Αρθρο 41 της Σύμβασης, το ΕΔΑΔ συνυπολογίζει δύο παραμέτρους: Τις χρηματικές ζημιές («pecuniary damage») που αφορούν τη χρηματική ζημιά που ο αιτητής υπέστηκε και τη μη χρηματική ζημιά («non-pecuniary damage») που αφορά την αποζημίωση για τα συναισθήματα αδικίας, πικρίας, άγχους κλπ. που ο αιτητής υπέφερε. Όταν το Δικαστήριο αδυνατεί να υπολογίσει τις χρηματικές ζημιές τότε καταφεύγει στον επιδικασμό πάνω σε δίκαια βάση («on an equitable basis») με την απόδοση εφάπαξ ποσού. Η αποζημίωση για μη χρηματική ζημιά εφόσον αποδοθεί μπορεί να καταστήσει την αποζημίωση δίκαια και εύλογη εκεί όπου η χρηματική ζημιά ήταν ανεπαρκής και υπολειπόταν της δίκαιας και εύλογης θεραπείας. Η Ενάγουσα αποστερήθηκε τα τεμάχια τα οποία η Διοίκηση κατείχε παράνομα για 4 χρόνια και 2 μήνες. Σε όλα αυτά τα χρόνια δικαιολογείτο να έχει αισθήματα αδικίας και πικρίας για την αντιμετώπιση της οποίας ετύγχανε από την Πολιτεία και αγωνίας και άγχους κατά πόσο θα ανακτούσε τις περιουσίες της. Η περίπτωση της δεν είναι βέβαια ανάλογη με τις περιπτώσεις ελληνοκυπρίων που αποστερήθηκαν περιουσίες τους λόγω της Τουρκικής κατοχής, ιδιαίτερα αναφορικά με τις περιπτώσεις κατοικιών. Ζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, το αίσθημα δικαίου του Δικαστηρίου υπαγορεύει ότι το ποσό της ενοικιαστικής αξίας των τεμαχίων για την επίδικη περίοδο υπολείπεται της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης και θα πρέπει να αυξηθεί. Καθορίζω τη δίκαια και εύλογη αποζημίωση στο ποσό των €50.000. Στην παραγρ. Δ του Παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης αξιώνονται πρόσθετες ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, 1846, αναφέρεται πως επιτρέπεται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην Κωνσταντίνου ν. Γ & Κ Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952, αναφέρθηκε ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων, είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση. 'Οπου επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού και είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός των παραδειγματικών αποζημιώσεων από τις συνήθεις αποζημιώσεις. ΄Ο,τι πρέπει να γίνεται είναι μια επιδίκαση βασισμένη επί της συνολικής θεώρησης των γεγονότων της υπόθεσης. Το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων επηρεάζεται από το ύψος των συνήθων αποζημιώσεων. Όταν το ποσό των αποζημιώσεων είναι ανεπαρκές για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, τότε μπορεί να επιδικαστεί κάποιο μεγαλύτερο ποσό ώστε το Δικαστήριο να σημειώσει την απαρέσκεια του και για να τον αποτρέψει από του να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά. Η διαφορά των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων εξετάζεται πόσα έπρεπε να λάβει ο ενάγοντας ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων εξετάζεται πόσα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. Αντιμετωπίζοντας σφαιρικά την υπόθεση , όχι για το τι δικαιούται η Ενάγουσα αλλά για το τι πρέπει να πληρώσει η Δημοκρατία, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες του διατάγματος για επιστροφή των τεμαχίων στην Ενάγουσα. Στην Εκθεση Λοϊζου εμπεριέχεται φωτογραφικό υλικό που καταδεικνύει ότι η Δημοκρατία έχει ήδη προβεί σε δαπάνες για τη διαμόρφωση του χώρου σε χώρο στάθμευσης οχημάτων, που θα απωλέσει με την επιστροφή των τεμαχίων στην Ενάγουσα. Καταλήγω πως υπό τις περιστάσεις δεν θα ενδεικνυόταν ο επιδικασμός τιμωρητικών αποζημιώσεων. Οι συνολικές οικονομικές απώλειες για τη Δημοκρατία είναι επαρκείς στο να υποδηλώσουν πως στο τέλος της ημέρας η Κρατική αυθαιρεσία δεν αποβαίνει προς όφελος των δημόσιων οικονομικών. Είναι περαιτέρω αμφίβολο κατά πόσο σε επιδικασμό δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης μπορεί να προστεθεί οιοδήποτε ποσό που, εξ αντικειμένου, θα διατάρασσε το δίκαιο και εύλογο της αποζημίωσης. Όπως προειπώθηκε, «Το μέτρο της [δίκαιας και εύλογης] αποζημίωσης είναι διάφορο από εκείνο του αγγλικού κοινού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα». Μπορεί να ειπωθεί πως οι παράμετροι που μπορεί να τεκμηριώσουν τον επιδικασμό τιμωρητικών αποζημιώσεων λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της δίκαιας και εύλογης αποζημίωσης, όπου «η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημιάς καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης» (Βλ. Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη). Ως προς τον διεκδικούμενο τόκο επί των αποζημιώσεων κατέληξα πως η ορθή προσέγγιση θα ήταν να επιδικαστεί νόμιμος τόκος από το μέσο της περιόδου της υπόψη παράνομης κατοχής (2.10.2007) που ο κύριος όγκος των αποζημιώσεων αφορά. Για την κατάληξη μου να επιδικάσω τον πιο πάνω τόκο έλαβα υπόψη τη σχετική νομολογία και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 496 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 893). Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €62.686,29 με τόκο 8% από 2.10.2007 και 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παραγρ. Ε του Παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................ /ΚΣ Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.