← Κύπρος

Προκόπη Χριστοφή ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου, Αρ. Αγωγής: 2494/11, 26/6/2015

Προκόπη Χριστοφή ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου, Αρ. Αγωγής: 2494/11, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2494/11 Μεταξύ: Προκόπη Χριστοφή Ενάγοντα και Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Ιουνίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Αντώνης Παπαλλής για Α. Παπαλλής & Συνεργάτες (για ν' ακούσει απόφαση κα Οικονόμου). ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξίωσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τη βλάβη στην υγεία του, η οποία οφειλόταν σε ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας που του παρείχαν οι Εναγόμενοι. Διαζευκτικά αξίωσε την απώλεια μισθών του από 03/07/1996 μέχρι την καταχώριση της αγωγής. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του καταγράφει ότι είχε προσληφθεί ως φορτωτής-εκφορτωτής κατά ή περί τον Ιούνιο του 1989 στο Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου. Η εργοδότησή του είχε τερματιστεί κατά ή περί την 03/07/1996 και ο λόγος τερματισμού της εργοδότησής του ήταν η, κατά τον ισχυρισμό των εργοδοτών του, μη ανταπόκριση στα καθήκοντά του και η μη εκτέλεση της εργασίας του με ικανοποιητικό τρόπο. Ο Ενάγοντας, λόγω των ανθυγιεινών συνθηκών εργασίας του, είχε υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του. Ως λεπτομέρειες των βλαβών στην υγεία του κατέγραψε: την οσφυαλγία - οσφυοισχιαλγία υποτροπιάζουσας μορφής, η οποία οφειλόταν σε κήλη στους μεσοσπονδύλιους δίσκους Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5, υπερτροφική αρθροπάθεια των μικρών αποφυσιακών αρθρώσεων με πιθανή αιτία την άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή στο Σφαγείο Κοφίνου. Του είχε συστηθεί από κυβερνητικό ιατροσυμβούλιο ότι δεν θα μπορούσε να εκτελεί το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή και μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να πάσχει από νευρογενή διαλείπτουσα χωλότητα, οσφυοισχιαλγία, έντονες αιμωδίες και κράμπες καθώς και σπασμό των μαλακών μορίων οσφύος με αποτέλεσμα να περιορίζεται η κινητικότητά του. Ως λεπτομέρειες της παράβασης των καθηκόντων των Εναγομένων καταγράφει την έλλειψη παροχής εξάρτησης, στολών ή και εξοπλισμών και ιδιαίτερα μονωτικών στολών για την προστασία από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας καθώς και την έλλειψη επίβλεψης ή και τήρησης των κανονισμών. Προβάλλει ότι η εργοδότησή του διεπόταν από τη συλλογική σύμβαση που είχε υπογραφεί μεταξύ των Εναγομένων και των συντεχνιών Σ.Ε.Κ. και Π.Ε.Ο., ημερομηνίας 01/08/
  2. Η πρόνοια του άρθρου 5 της συγκεκριμένης συμφωνίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε παραβιαστεί. Αρχικά οι Εναγόμενοι είχαν καταχωρίσει Υπεράσπιση μέσω δικηγόρου, ο οποίος δικηγόρος είχε ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου ν' αποσυρθεί λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν υφίστανται πλέον ως οντότητα. Η πλευρά του Ενάγοντα ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί για απόδειξη και κατέθεσε, προς προώθηση των ισχυρισμών του, ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Στην κατατεθείσα ένορκη δήλωση ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο ως εργάτης στο Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου εκτελώντας την εργασία του με ζήλο και επιμέλεια και ακολουθώντας πάντοτε τις οδηγίες των προϊσταμένων του. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μετέφερε βάρος, ήτοι κρέατα από 20 κιλά μέχρι 175 κιλά, πάνω και κάτω σε σκάλες και κάποιες φορές χρειαζόταν να σκύψει ή να τεντωθεί φορτωμένος μέχρι να τοποθετήσει τα κρέατα στο ψυγείο. Οι υπηρεσίες του είχαν τερματιστεί στις 03/07/1996 και ο λόγος τερματισμού ήταν η μη ανταπόκρισή του στα καθήκοντά του και η μη εκτέλεση, κατά ικανοποιητικό τρόπο, της εργασίας του ως φορτωτής. Πράγματι, λόγω των ανθυγιεινών συνθηκών εργασίας του είχε υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να είχε προβλέψει ότι η απασχόλησή του στους Εναγόμενους θα προκαλούσε βλάβη στην υγεία του. Ως λεπτομέρειες των βλαβών ο Ενάγοντας καταγράφει την οσφυαλγία-οσφυοισχιαλγία υποτροπιάζουσας μορφής, η οποία οφειλόταν σε κήλη Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5 μεσοσπονδύλιων δίσκων και υπερτροφική αρθροπάθεια των μικρών υποφυσιακών αρθρώσεων. Του είχε συστηθεί από κυβερνητικό γιατρό, και ακολούθως από κυβερνητικό ιατροσυμβούλιο, να μην εκτελεί το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή. Μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να πάσχει από νευρογενή διαλείπουσα χωλότητα, οσφυοϊσχιαλγία, οσφυαλγία άμφω που αντανακλά μέχρι τα δάκτυλα, έντονες αιμωδίες, κράμπες και σπασμό μαλακών μορίων οσφύος με συνέπεια τον περιορισμό της κινητικότητας ΟΜΣΣ. Ένεκα της νευρολογικής ζημιάς που του είχε προκληθεί μέχρι και σήμερα μετά από λίγο περπάτημα αρχίζει να κουτσαίνει και έχει πόνους στη μέση και στα πόδια, σπασμούς στους συνδέσμους και στους τένοντες της μέσης με συνέπεια τον περιορισμό των κινήσεων. Καταλήγει ότι οι Εναγόμενοι δεν του παρείχαν ασφαλές σύστημα εργασίας και δεν τηρούσαν τους κανονισμούς της υγιούς και ασφαλούς απασχόλησης. Ως λεπτομέρειες της παράβασης των καθηκόντων και της αμέλειας των Εναγομένων καταγράφει ότι δεν του παρείχαν ικανοποιητική ή και καθόλου εξάρτηση, στολή ή και εξοπλισμό ή και ειδική μονωτική στολή για την προστασία του από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας, ότι δεν επέβλεπαν επαρκώς τη διεξαγωγή της εργασίας και ότι αδιαφόρησαν για την υγεία των εργατών. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας ήταν μέλος της Σ.Ε.Κ. και η εργοδότησή του διεπόταν από τις πρόνοιες της Συλλογικής Σύμβασης και Πρακτικού Συμφωνίας, η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ των Εναγομένων και των συντεχνιών Σ.Ε.Κ. και Π.Ε.Ο. την 01/08/1997 και ίσχυε για την περίοδο 01/01/1996 μέχρι 31/12/
  3. Ο τελευταίος του μισθός ήταν Λ.Κ.264,93- εβδομαδιαίως. Μετά την απόλυσή του είχε παραμείνει χωρίς εργασία και χωρίς άλλα εισοδήματα και λαμβάνει μια μικρή σύνταξη ανικανότητας, η οποία είχε υπολογιστεί στο ποσό των €471,79- μηνιαίως. Ένεκα της κατάστασης της υγείας του μέχρι και σήμερα είναι ανίκανος ν' ασκεί το επάγγελμα του φορτωτή γι' αυτό και ζητά την επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων για τη βλάβη στην υγεία του καθώς και τα ιατρικά έξοδα για τις επεμβάσεις που τυχόν θα χρειαστεί στο μέλλον. Μετά την κατάθεση της γραπτής αγόρευσης το Δικαστήριο ζήτησε ν' ακούσει τον συνήγορο του Ενάγοντα σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της αγωγής και κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα κατέθεσε γραπτή αγόρευση και πρόσθεσε προφορικά κάποια νομολογία στην οποία επιθυμούσε όπως παραπέμψει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει πρώτα το θέμα της παραγραφής. Όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Α. Χ"Στυλλής ν. Moude C. Papadema κ.ά.

(2000)1 A.A.Δ.: «Εφόσον τίθεται στη δικογραφία, είναι καταλυτικό διότι άπτεται της ίδιας εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει επί τούτου. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται οτιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτο το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση.» Το δικαίωμα προσφυγής σε αρμόδιο Δικαστήριο για διεκδίκηση αστικής φύσεως δικαιωμάτων και απόδοση θεραπειών είναι δεδομένο, αναφαίρετο και κατοχυρωμένο συνταγματικά, τόσο στην Κύπρο όσο και σε κάθε χώρα στην οποία υπάρχει σεβασμός προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της. Προς τον σκοπό, όμως, της πιο εύρυθμης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνεται λογικό να επιβάλλονται περιορισμοί στο δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο, στην Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι׃ «Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς». Στην Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1996)1 Α.Α.Δ. 337, στη σελ. 343 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Ο Νομοθέτης έχει την ευχέρεια, ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα, να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες .. Ας μη λησμονούμε πως είναι επιθυμητό το ζύγιασμα των δικαιωμάτων ενάγοντα και εναγομένου. Ο νομοθέτης μπορεί , μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει πως το χρονικό διάστημα που πέρασε από τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρισης της αγωγής δεν επενεργεί στην εξάλειψη μαρτυρικού υλικού » Στην Γιωργαλλά ν. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 υπογραμμίσθηκε ότι: «Ο καθορισμός προθεσμίας συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησης τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος «laches» (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκηση τους». Στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199 διαβάζονται τα ακόλουθα: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, i.e. there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'. In the Ashingdane case, the applicant instituted civil proceedings challenging the Secretary of State's decision under the Mental Health Act 1959 in effect to continue to detain him in a secure mental hospital. There was no liability under the Act for acts done under it in the absence of bad faith or reasonable care. Moreover, a claim in respect of such an act could not be brought unless the High Court gave leave, which it could do only if it was satisfied that there were 'substantial grounds' for believing that this condition was met. The Court held that these limitations on the right of access to a court as applied to the applicant's case were not in breach of the right. The limitation of liability under the Act had the 'legitimate aim' of preventing those caring for mental patients from being unfairly harassed by litigation and the availability of a claim in a case of bad faith or lack of reasonable care both left intact the essence of the right to institute proceedings and was consistent with the principle of proportionality.» Σύμφωνα με την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας βασίζει το αγώγιμο δικαίωμά του στην αμέλεια των Εναγομένων να του παράσχουν ασφαλές σύστημα εργασίας με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε προνοεί ότι : «
  1. Καµιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκηµα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αµέσως µετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. (β) αν το αστικό αδίκηµα προκαλεί νέα ζηµιά κατά εξακολούθηση από µέρα σε µέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζηµιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αµέσως επόµενων ετών µετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζηµιά, ή..» Η παράγραφος (α) του άρθρου 68, τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2006, (Ν.171(Ι)/2006), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29/12/2006, μετά δηλαδή από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα αγωγή. Με την τροποποίηση αυτή, η αναφορά στο άρθρο 68(α) σε «δύο» χρόνια αντικαταστάθηκε με αναφορά σε «τρία» χρόνια. Όμως, η τροποποίηση αυτή είναι μεταγενέστερη του ουσιώδους χρόνου στην παρούσα αγωγή και δεν εφαρμόζεται. Θέτει, το συγκεκριμένο άρθρο, διετή περίοδο εντός της οποίας κάθε αγωγή πρέπει να εγερθεί. Συνάγεται, λοιπόν, ότι πριν την καταχώριση της αγωγής και μετά τη διάπραξη της αμέλειας ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος της αμέλειας στο οποίο εδράζεται η αγωγή είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Κεφ. 148, δυο έτη από την ημερομηνία της παράλειψης. Προηγουμένως όμως και συγκεκριμένα με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο (Ν.57/64), όπως αυτός είχε τροποποιηθεί από τον Ν.36/82, είχε προβλεφθεί αναστολή όλων των χρόνων παραγραφής με τις εξής συγκεκριμένες πρόνοιες: «
  2. «περίοδος αναστολής» σημαίνει την περίοδον ήτις άρχεται την 21ην Δεκεμβρίου, 1963 και λήγει τρεις μήνας μετά την λήξιν της εκρύθμου καταστάσεως, «χρόνος παραγραφής» σημαίνει οιανδήποτε χρονικήν περίοδον καθοριζομένην εν οιαδήποτε διατάξει, νομοθετικής φύσεως, ισχυούση κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, εν η απαιτείται η έναρξις οιασδήποτε αγωγής εις ην αφορά η διάταξις αύτη.
  3. Η περίοδος αναστολής δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον παραγραφής». Όμως, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Μυλωνάς ν. Μυλωνά (Αρ.2)
(2003)1 Α.Α.Δ. 688 η εμβέλεια της αναστολής, βάσει του Ν.57/64, περιορίζεται, όπως ρητά προβλέπεται, σε δικαιώματα που προκύπτουν ή παρέχονται από τη νομοθεσία η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο θέσπισης του εν λόγω νόμου, δηλαδή στις 30/10/1964. Ο περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμος Κεφ.148 είναι μέρος αυτής της νομοθεσίας. Ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος (Ν.57/64)καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο (Ν.110
(1)/02), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01/06/2005. Το άρθρο 4
(1)προνοεί τα εξής: «4
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.» Χρήσιμη αναφορά, σε σχέση με τις συνέπειες της συγκεκριμένης τροποποίησης, συνιστά η μελέτη του τότε Πρόεδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Κ. Κληρίδη, στη μελέτη του «Το Δίκαιο της Παραγραφής μια Αναδρομή και Πρόσφατες Εξελίξεις», Φεβρουάριος 2009, στην οποία κατέγραψε τα ακόλουθα σε σχέση με τις βασικές πρόνοιες του Ν.110(Ι)/02: "
  1. Η κατάργηση των νόμων του 1964 και 1982, δεν καθιστά παραγεγραμμένο ένα αγώγιμο δικαίωμα το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει των καταργουμένων νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου (1.6.05), νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.
  2. Παρά ταύτα, παραμένει και συνεχίζει να ισχύει αναστολή των προβλεπομένων χρόνων παραγραφής βάσει οποιουδήποτε νόμου σε δυο περιπτώσεις: α. Αναφορικά με αξιώσεις σε σχέση με ακίνητη ή κινητή περιουσία η οποία βρίσκεται ή βρισκόταν οποτεδήποτε πριν από την Τουρκική εισβολή στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και β. Αναφορικά με όλες τις άλλες αγωγές, θα συνεχίζει η αναστολή του χρόνου παραγραφής μόνο όμως εκεί όπου ο δικαιούχος αγώγιμου δικαιώματος αποδεικνύει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο του δικαίωμα." Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο ευπαίδευτος Πρόεδρος είναι ότι: «Το αποτέλεσμα της θέσπισης της προαναφερθείσας νομοθεσίας του 2002 είναι ότι από την 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ αυτός ο νόμος, επανέρχονται στο προσκήνιο και αρχίζουν να τρέχουν εκείνες οι προθεσμίες οι οποίες προβλέπονται σε οποιοδήποτε νόμο, εντός των οποίων θα πρέπει να ασκήσει κάποιος το αγώγιμο δικαίωμα του, άλλως αυτό παραγράφεται. Τερματίζεται δηλαδή έτσι κάθε περίοδος αναστολής εκτός από εκείνες που περισώζονται όπως προβλέπει ο νέος νόμος. Αυτό σημαίνει ότι επανέρχονται όλες οι περίοδοι παραγραφής οι οποίες αναστάληκαν με του προαναφερθέντες νόμους του 1964 και 1982, όπως επίσης και με τον προαναφερθέντα νόμο αρ. 217/
  3. Επανερχόμενα επομένως μεταξύ άλλων, στις πρόνοιες του περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15 οι οποίες περιέπεσαν σε αδράνεια για δεκαετίες». Μια σημαντική πρόνοια του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν.110
(1)/2002 Νόμου είναι ότι όσον αφορά σε αγώγιμα δικαιώματα, τα οποία διατηρήθηκαν εν ζωή λόγω της νομοθεσίας για αναστολή της παραγραφής, η οποία νομοθεσία καταργήθηκε με τον Ν.110
(1)/02, αυτά δεν κατέστησαν παραγεγραμμένα λόγω της κατάργησης της αναστολής. Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, Ν.66(Ι)/2012, δεν λαμβάνεται υπόψη αφού θεσπίστηκε μετά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Παρά το ότι το άρθρο 29 του Ν.66(Ι)/2012 καταργεί το άρθρο 68 του Κεφ. 148, εντούτοις, η κατάργηση εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι κατά ή μετά την 01/07/
  1. Επίσης, το άρθρο 20 του Ν. 66(Ι)/2012 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εφόσον, λοιπόν, το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή προέκυψε την 25/01/1995,Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση και με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 (όπως ήταν τότε σε ισχύ), το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα παραγράφηκε την 01/06/2007, δηλαδή μετά την παρέλευση δυο ετών από την άρση της αναστολής. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31/08/2011, ήτοι τέσσερα χρόνια μετά την εκπνοή της περιόδου παραγραφής που καθοριζόταν από το άρθρο 68(α) του Κεφ.
  2. Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας γνώριζε πολύ καλά την κατάστασή του από το
  3. Θεώρηση των δεδομένων της επίδικης υπόθεσης, υπό το πρίσμα των πιο πάνω, αποκαλύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος που εδράζεται στο άρθρο 68 είναι, από το 2006 και μετά, εκείνος των δυο ετών. Περαιτέρω, αυτός ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει από τότε που τέθηκε σε εφαρμογή ο Ν.110(Ι)/
  4. Ημερομηνία σταθμός είναι, συνεπώς, η 01/06/2005, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο Ν.110(Ι)/
  5. Απλή και μόνο πρόσθεση των δυο ετών, αποκαλύπτει ότι το επίδικο αδίκημα παραγραφόταν την 01/06/
  6. Αναφορά θα πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε κριθεί ανίκανος για την συγκεκριμένη εργασία από Ιατροσυμβούλιο το 1995, Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα, που σημαίνει ότι από τότε γνώριζε την κατάστασή του. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα πρέπει να τύχει εξέτασης ακόμα ένα θέμα. Αυτό της μη εφαρμογής της παραγραφής σε ορισμένες περιπτώσεις. Το ζήτημα της άσκησης της διακριτικής αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου εισήγαγε, με τον τροποποιητικό του περί Παραγραφής Νόμου, ο Ν.108
(1)/02, ημερομηνίας 12/07/2002, ο οποίος πρόσθεσε το άρθρο 8(Α) το οποίο προνοεί τα εξής: «Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεσή του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, εάν η αγωγή αφορά θάνατο, τη συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγομένου σ' αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης». Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη αδυναμίας και ανικανότητας του Ενάγοντα, βαρύνει βέβαια τον ίδιο. Ουδέν στοιχείο υπάρχει που να εξηγεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, ούτε και οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με οποιοδήποτε γεγονός υφίσταται το οποίο ν' αφορά οποιαδήποτε ενδεχόμενη ανικανότητα του Ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεσή του. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 8Α του Ν.108(Ι)/02 και στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί ν' αποφασιστεί ότι είναι δίκαιο και ορθό να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης του Ενάγοντα για αποζημιώσεις. Κατά συνέπεια, έστω και αν δεν υπάρχει πλέον εμφάνιση της πλευράς του Εναγομένου στη διαδικασία, η αξίωση του Ενάγοντα δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματός του ως ανωτέρω αναλύεται. Συνακόλουθα, η παρούσα αγωγή αναστέλλεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.