← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΙΜΟΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5259/1997, 30/6/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΙΜΟΣ ΣΥΜΕΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5259/1997, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5259/1997 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΣΙΜΟΣ ΣΥΜΕΟΥ
  2. ΚΥΠΡΟΣ ΣΥΜΕΟΥ
  3. ΑΝΤΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛ
  4. ΤΑΣΟΣ ΠΑΞΙΟΛΑ Εναγομένων 30 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Βασιλείου δια Γιώργος Α. Βασιλείου & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των Εναγόντων/ Αιτητών ημερομηνίας 2.6.2015 για άδεια εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 4.3.1998 Στις 4.3.1998 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας απόφαση στην ως άνω αγωγή, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ομού και κεχωρισμένως, για ποσό Λ.Κ.3.795,35 πλέον τόκο προς 9% ετησίως, πλέον έξοδα. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου «για εκτέλεση της αποφάσεως στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή λόγω παρελεύσεως έξη

(6)ετών από της ημερομηνίας που εκδόθηκε η απόφαση». Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.6.2015 του Μάριου Σοφρωνίου, υπαλλήλου των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτή, μετά την έκδοση της απόφασης και για σκοπούς εκτέλεσης της, είχε εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον των Εναγόντων 1, 2, 3 και 4 στις 3.9.1998 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ακολούθησε η έκδοση νέου εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 στις 5.3.2004, το οποίο αποσύρθηκε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων στις 19.3.2004. Στις 26.5.2004, κατόπιν σχετικής αίτησης, εκδόθηκε διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης και στις 23.9.2004 εκδόθηκε τρίτο ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο «αποσύρθηκε καθ' ότι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν τις διευθύνσεις που δόθηκαν ή/και στερούνταν κινητής περιουσίας». Στη συνέχεια, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την ειδοποίηση πτώχευσης υπ' αριθμό 1002/2008 εναντίον του Εναγόμενου 1 και την ειδοποίηση πτώχευσης υπ' αριθμό 1003/2008 εναντίον του Εναγόμενου 2, οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να επιδοθούν. Καταλήγει ότι «επειδή το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί οι ενάγοντες δυνατόν να μην εισπράξουν την απαίτηση τους. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες θα λάβουν όλα τα αναγκαία δικαστικά μέτρα προς πλήρη εξόφληση». Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες καταχώρησαν και δεύτερη ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου. Σε αυτήν επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους ανέρχεται σε €13.789,63 πλέον τόκους από 23.6.2015 πλέον έξοδα. Αναφέρει επίσης ότι «είναι η θέση των εναγόντων ότι δεν υπήρξαν αδρανείς ή/και δεν επέδειξαν οιανδήποτε καθυστέρηση αφού οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους οφείλεται στο ότι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν τις διευθύνσεις που είχαν δοθεί καθώς επίσης και για το λόγο ότι στερούνται κινητής περιουσίας. Είναι η θέση των εναγόντων ότι δεν βαρύνονται οι ίδιοι με παράλειψη ή/και αδράνεια για λήψη μέτρων διότι αν και προωθούσαν μέτρα εκτέλεσης, εντούτοις αυτά δεν εκτελούντο για λόγους που αναφέρονται ως άνω». Η ουσιαστική δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι η Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σύμφωνα με την οποία «όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση. ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό.» Η Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών δεν καθορίζει τους παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη αποφασίζοντας κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί άδεια για εκτέλεση μιας απόφασης. Μπορεί όμως να αντληθεί σχετική καθοδήγηση από τη νομολογία. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Αντρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.ά, Πολιτική Έφεση 459/2011, ημερομηνίας 17.7.2012, όπου γίνεται αναφορά στους παράγοντες που πρέπει να προσμετρά το Δικαστήριο αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια: «Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T. Lamb & Sons v Rider
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v Metalexportimport SA
(2003)Q.B. 471, Duer v Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v Singh
(2002)EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης.» Όπως δε επισημάνθηκε και στην σχετικά πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γιαννάκη Κτωρίδη ν Alpha Bank Cyprus Limited, Πολιτική Έφεση 290/2010, ημερομηνίας 19.6.2014, καθοριστικός παράγοντας στις πιο πάνω Αγγλικές αποφάσεις ήταν το ότι είχε παρέλθει μεγάλη περίοδος αδράνειας μετά την αρχική περίοδο των 6 ετών που καθόριζαν οι Αγγλικοί θεσμοί από την πλευρά των εξ αποφάσεως πιστωτών πριν ζητηθεί η άδεια για εκτέλεση της απόφασης[1]. Επιστρέφοντας στην υπό κρίση αίτηση, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αιτήματα αυτής της φύσης, πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του μαρτυρία η οποία (α) να αναφέρει την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) να εκφράζει την πεποίθηση ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση στη υποβολή της αίτησης. Σε σχέση με τον πρώτο παράγοντα, σημειώνω ότι έχει προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους. Αναφορικά με τον δεύτερο παράγοντα, διαπιστώνω πως παρά το ότι καμία από τις δύο ένορκες δηλώσεις δεν καταγράφει συγκεκριμένα την πεποίθηση του ενόρκως δηλούντα ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε εκτέλεση της απόφασης, αυτό ενδεχομένως να μπορεί να εξαχθεί από το περιεχόμενο τους. Ο δε τρίτος παράγοντας αφορά το κατά πόσο αιτιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης. Επί αυτού παραπέμπω στα όσα αναφέρονται στις δύο ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος. Από αυτές προκύπτει ότι το τελευταίο μέτρο εκτέλεσης που έλαβαν οι Ενάγοντες ήταν η καταχώρηση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας στις 23.9.2004 το οποίο τελικά απέσυραν γιατί, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι Εναγόμενοι «είχαν εγκαταλείψει τις διευθύνσεις που δόθηκαν ή/και στερούνταν κινητής περιουσίας». Η καταχώρηση ειδοποιήσεων πτώχευσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διάβημα ή μέτρο μέσω του οποίου οι Ενάγοντες επεδίωξαν την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους αφού, όπως είναι καλά γνωστό, η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι μέτρο εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης. Οι σκοποί της πτωχευτικής διαδικασίας είναι διαφορετικοί. Από τη μαρτυρία διαφαίνεται ότι το τελευταίο μέτρο που λήφθηκε από τους Ενάγοντες προς εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης ήταν η έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας στις 23.9.2004. Έκτοτε δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης παρά το ότι έχουν παρέλθει 11 σχεδόν χρόνια. Οι αναφορές του ενόρκως δηλούντα ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν επιδείξει αδράνεια, είναι αόριστες και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα τα οποία να τους προσδίδουν κάποια έστω βαρύτητα. Οι Ενάγοντες δεν έχουν δικαιολογήσει με κανένα τρόπο τα 11 αυτά χρόνια που έχουν παρέλθει από το τελευταίο μέτρο εκτέλεσης αλλά ούτε και τα 11 χρόνια που παρήλθαν από το τελευταίο διάταγμα που είχε εκδοθεί στις 26.5.2004 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία προτίθενται να λάβουν οι Ενάγοντες εάν δοθεί η αιτούμενη άδεια για εκτέλεση και γι' αυτό, κατά την ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο ρώτησε σχετικά το συνήγορο των αιτητών ο οποίος απάντησε ότι δεν γνώριζε ποια μέτρα εκτέλεσης θα λαμβάνονταν και ότι δεν είχε σχετική ενημέρωση από τους αιτητές. Συγκεφαλαιώνοντας, είναι καλά γνωστή η αρχή ότι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δικαιούται να λάβει όλα τα προσφερόμενα μέτρα εκτέλεσης σε μια προσπάθεια αν εισπράξει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους[2]. Όμως, στη βάση των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει καμία εξήγηση για τα 11 περίπου χρόνια που έχουν παρέλθει από το τελευταίο μέτρο εκτέλεσης που έλαβαν μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η αδράνεια που επέδειξαν παραμένει αναιτιολόγητη και δεν μπορεί παρά να είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα της αίτησης. Χωρίς να έχω ενώπιον μου βάσιμη αιτιολογία για μια τόσο μεγάλη περίοδο αδράνειας δεν μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκριση του αιτήματος. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το χρονικό αυτό διάστημα ήταν 8 περίπου χρόνια στην Patel v Singh (ανωτέρω) και 15 περίπου χρόνια στην Duer v Frazer (ανωτέρω) [2] Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1983] 2 AC 192, Credit Lyonnais v SK Global Hong Kong Ltd [2003] HKCA 250 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.