A. AKATHIOTIS DEVELOPERS LTD ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΛΛΑΪΔΗ, Αρ. Αγωγής: 728/12, 5/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 728/12 Μεταξύ: A. AKATHIOTIS DEVELOPERS LTD Ενάγουσας -και- ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΛΛΑΪΔΗ Εναγόμενου --------- Αίτηση ημερομηνίας 08/04/2015 για καταχώριση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 5 Ιουνίου, 2015. Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο: κα Ρούσου για κ. Αριστοφάνη Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγουσα: κα Σιακού για Ν. Νικηφόρου (για ν' ακούσει απόφαση κος Χριστοδουλίδης). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής-Εναγόμενος με την αίτησή του ζήτησε από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να του επιτρέπεται να καταχωρίσει ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων μετά την έναρξη της ακρόασης. Η αίτησή του βασίστηκε στη Δ.28, στη Δ.48 και στη Δ.57 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 34, 35 και 36 του περί Αποδείξεως Νόμου και στις εξουσίες του Δικαστηρίου και τη νομολογία. Όσον αφορά τα γεγονότα η Αίτηση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του κου Κτωρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του κου Αριστοφάνη Γεωργίου, οι οποίοι είναι δικηγόροι του Εναγόμενου-Αιτητή. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, στις 21/10/2013 είχαν δοθεί οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων και από τους δύο διαδίκους και η Ενάγουσα είχε συμμορφωθεί στις 21/11/2013, αλλά όχι ο Εναγόμενος. Σε σχέση με τον Εναγόμενο, το συγκεκριμένο διάταγμα ανανεωνόταν μέχρι τις 10/03/2014, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο είχε δώσει δικαίωμα για αποκάλυψη εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών. Είχε ετοιμαστεί από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο, ένορκη δήλωση η οποία συνοδευόταν και από πίνακα εγγράφων. Η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση είχε αποσταλεί στο γραφείο επιδόσεως για καταχώρηση και επίδοση στον αντίδικο. Στις 03/12/2014 είχαν ενημερωθεί, οι δικηγόροι του Εναγόμενου, ότι η ακρόαση θ' αναβάλλετο και το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο θεώρησε ως δεδομένο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης είχε καταχωριστεί. Κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, στις 11/03/2015, όταν υποδείχθηκε ένα έγγραφο προς τον μάρτυρα των Εναγόντων αντιμετωπίστηκε με ένσταση από πλευράς της Ενάγουσας Εταιρείας. Η Ένσταση είχε βασιστεί στο γεγονός ότι ποτέ δεν είχε γίνει οποιαδήποτε αποκάλυψη εκ μέρους του Εναγόμενου. Τότε διαφάνηκε ότι δεν είχε καταχωριστεί οποιαδήποτε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους του Αιτητή-Εναγόμενου καθώς επίσης και ότι η δικηγόρος που είχε εμφανιστεί στις 03/12/2014 είχε δηλώσει ότι ο Εναγόμενος δεν προτίθετο να προχωρήσει σε αποκάλυψη. Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι από λάθος ή και γιατί είχε απολεσθεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν είχε κατατεθεί εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση, την οποία προτίθεντο να καταχωρίσουν, περιλαμβανόταν και το έγγραφο στο οποίο είχε αναφερθεί ο συνήγορος του Αιτητή-Εναγόμενου και είχε υποδείξει στον μάρτυρα. Καταλήγει, ο ομνύοντας, ότι όλα τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Η συγκεκριμένη Αίτηση αντιμετωπίστηκε από την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση με την καταχώριση ένστασης, στην οποία καταγράφονται δεκαέξι
(16)λόγοι ένστασης. Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση θα βρεθεί σε δυσμενή θέση γιατί έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του διευθυντή της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος επιχειρεί να παρουσιάσει έγγραφα τα οποία ουδέποτε ήταν σε γνώση της Ενάγουσας Εταιρείας, ότι πλήττεται το δικαίωμα της Ενάγουσας για δίκαιη δίκη, ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη και κατάφορη αδικία στην Ενάγουσα, ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, ότι είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη, ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας γιατί επιχειρείται η παράκαμψη των οδηγιών του Δικαστηρίου ημερομηνιών 21/10/2013, 09/12/2013, 28/01/2014, 28/02/2014 και 10/03/2014, στις οποίες ημερομηνίες το Δικαστήριο παράτεινε τον χρόνο καταχώρισης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης για τον Αιτητή-Εναγόμενο. Επιπρόσθετα, προβάλλεται ως λόγος ενστάσεως η καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και η έλλειψη αιτιολόγησης της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.28 θ. 1-6 και θ. 8-15, Δ.39, Δ.48, θ. 1-9, στη Δ.57 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 34, 35 και 36 του περί Αποδείξεως Νόμου, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση, κου Ανδρέα Ακαθιώτη, ο οποίος υποστήριξε ότι ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί θετικά και αληθινά σε σχέση με τα γεγονότα γιατί δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο είχε παραχωρήσει χρόνο επανειλημμένα στον Αιτητή-Εναγόμενο για αποκάλυψη εγγράφων και στις 10/03/2014 οι δικηγόροι του Αιτητή-Εναγόμενου είχαν δηλώσει ότι δεν προτίθεντο να προβούν σε αποκάλυψη παρόλο που το Δικαστήριο τους είχε παραχωρήσει σαράντα πέντε
(45)ημέρες. Είναι, περαιτέρω, η θέση του ότι ουδέποτε είχαν σταλεί οποιαδήποτε έγγραφα στο γραφείο επιδόσεως του δικηγόρου του Αιτητή-Εναγόμενου για να καταχωριστούν ως ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων γιατί, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα επισυναπτόταν εκείνη η ένορκος δήλωση, υπογεγραμμένη από τον Αιτητή, ως τεκμήριο στην υπό κρίση Αίτηση. Δεν αποκαλύπτεται, είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα, η θέση των δικηγόρων του Αιτητή-Εναγόμενου ότι τελούσε με την εντύπωση ότι είχε κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Αντίθετα, δεν έχει ορκιστεί οποιοσδήποτε δικηγόρος του γραφείου επιδόσεως του δικηγόρου του Αιτητή ότι πράγματι έτσι είχαν γίνει τα γεγονότα. Η οποιαδήποτε αμέλεια ή λάθος του δικηγόρου του Αιτητή-Εναγόμενου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή ιδιαίτερα λόγω του ότι έχει ολοκληρωθεί η δική του κυρίως εξέταση. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ο ομνύοντας ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Ενάγουσα Εταιρεία-Καθ' ης η αίτηση θα βρεθεί σε δυσμενέστατη θέση γιατί στην Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος δεν αποκάλυψε όλα τα έγγραφα ή τη μαρτυρία την οποία προτίθετο να καταθέσει στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να υπάρξει αιφνιδιασμός. Επίσης, η έγκριση της Αίτησης θα δημιουργήσει καθυστέρηση με αποτέλεσμα η αγωγή να παρεκκλίνει της ορθής και νόμιμης διαδικασίας της. Παραθέτει την άποψη ότι η πλευρά του Αιτητή-Εναγόμενου δεν προβάλλει οποιοδήποτε καλό λόγο ή δικαιολογημένο λόγο για τη μη συμμόρφωση του Αιτητή με τις διαταγές του Δικαστηρίου σε πέντε διαφορετικές ημερομηνίες για την καταχώριση της Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης. Καταλήγει, ότι η καθυστέρηση δεκαοκτώ
(18)μηνών από την ημερομηνία που το Δικαστήριο για πρώτη φορά είχε διατάξει όπως οι διάδικοι εκατέρωθεν καταχωρίσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι καθοριστική για την έκβαση της Αίτησης του Αιτητή-Εναγόμενου. Και οι δυο πλευρές είχαν καταχωρίσει εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Η αγωγή είχε καταχωριστεί στις 09/09/2012 και τα δικόγραφα είχαν συμπληρωθεί στις 05/07/
- Στη συνέχεια, στις 21/10/2013, είχαν εκδοθεί διατάγματα αποκάλυψης και για τις δυο πλευρές, οι οποίες έπρεπε ν' αποκαλύψουν τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους εντός ενός μηνός από 21/10/
- Ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας είχε συμμορφωθεί από τις 21/11/2013 αλλά όχι ο Εναγόμενος, ο οποίος στις 09/12/2013 είχε ζητήσει παράταση του χρόνου καταχώρισης ενόρκου δηλώσεως αποκάλυψης. Παρατάθηκε ο χρόνος συμμόρφωσης του Εναγόμενου για ακόμη ένα μήνα, ήτοι μέχρι 24/01/
- Το ίδιο σκηνικό είχε επαναληφθεί στις 28/01/2014, είχε παραταθεί ο χρόνος αποκάλυψης του Εναγόμενου μέχρι 28/02/2012 καθώς και στις 10/03/2014 όπου είχε ζητηθεί περαιτέρω χρόνος αποκάλυψης γιατί ο Ενάγοντας βρισκόταν στο εξωτερικό. Εκείνη την ημέρα είχε παραταθεί για ακόμα μια φορά ο χρόνος αποκάλυψης για περαιτέρω σαράντα πέντε
(45)ημέρες και η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση στις 03/12/2014. Είχαν δοθεί συνολικά στον Εναγόμενο πεντέμισι (5 ½) μήνες για να συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης χωρίς να το πράξει και στις 03/12/2014, ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή, ερωτηθείσα από το Δικαστήριο η κα Γιώρκα, η οποία εμφανιζόταν για τον Εναγόμενο, είχε δηλώσει ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε έγγραφα προς αποκάλυψη και δεν επιθυμούσε ο Ενάγοντας να προβεί σε αποκάλυψη. Η ακρόαση της υπόθεσης είχε ξεκινήσει, στις 11/03/2015 και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Διευθυντή της Ενάγουσας και κατά την αντεξέτασή του ο κ. Γεωργίου, δικηγόρος του Εναγόμενου, αιτήθηκε αναβολής με σκοπό να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, αφού λόγω του ότι προηγουμένως είχε παραλείψει να συμμορφωθεί με τα εκδοθέντα διατάγματα αποκάλυψης, αντιμετώπιζε πρόβλημα καταχώρησης των εγγράφων που είχε στην κατοχή του ο Εναγόμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αυτό που ουσιαστικά ο Εναγόμενος ζητά να του επιτραπεί είναι να προβεί σε αποκάλυψη μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Διευθυντή της Ενάγουσας και ενώ αυτός βρίσκεται κατά την αντεξέτασή του χωρίς να αιτείται παράλληλα παράταση του χρόνου αποκάλυψης. Το θέμα της παράτασης των προθεσμιών διέπεται από τη Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Αντρέα Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 364, στην οποία έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας και τέθηκαν οι αρχές κάτω από τις οποίες ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για παράταση των προθεσμιών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική Έφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8919 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική Έφεση 9112/14.4.98). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέρονται της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική Έφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v.Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σε.
- Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α., Πολιτική Έφεση 10232/11.1.2000 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: «ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέρονται του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χόππης, σελ. 143: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co Ltd, Πολιτική Έφεση 19272/26.2.99). Την έγκριση της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσει αίτημα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εφεσείοντα. Θεωρούμε, επομένως, πως τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα σε παρόμοιες διαδικασίες αναφορικά με την αργοπορία. Η θεμελιακή απόφαση είναι η Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Το θέμα τέθηκε ως εξής στη σελ. 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. . . . . . . . . . . . . . . . . Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή τω δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Έχει επισημανθεί ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση, δεν συνιστά δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (Βλ. και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης ,Πολιτική Έφεση 9686/8.8.97). Στη Μουγής ν. Σπανούδη, Πολιτική Έφεση 8942/25.9.96 ο εφεσείων είχε αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης 38 μήνες μετά την έκδοση της. Το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος από τη Phylactou (πιο πάνω) το Δικαστήριο συνέχισε ως εξής: «Ο παράγοντας της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης που μνημονεύεται στη Phylactou (πιο πάνω) πηγάζει από ρητή συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι 'έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ... δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ...'. Έχει δε νομολογηθεί ότι το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις δικαστικές αρχές (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 203, 222, Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 257, Re Μαγκάκης, Αίτηση 161/90, 6.12.90,Re Παπανικολάου
(1991)1 Α.Α.Δ. 152). Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσιμη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις Stogmuller v. Austria , Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))». Θα συμφωνήσω με τον δικηγόρο της Ενάγουσας Εταιρείας-Καθ' ης η αίτηση ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται, η αναιτιολόγητη αίτηση και η μη ικανοποιητική αιτιολογία που δίδεται για την παράλειψη, είναι σε τέτοιο βαθμό που τείνουν να θεωρηθούν ως πλήρης αδιαφορία του Εναγόμενου, η οποία καταλήγει σε πλήρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί ν' ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προς όφελος του Αιτητή-Εναγόμενου. Ο μοναδικός λόγος που δίδεται για την παράλειψη είναι το λάθος, η αμέλεια και η παράλειψη του δικηγόρου που εμφανίστηκε από το γραφείο επιδόσεως που εκπροσωπεί τον δικηγόρο του Εναγόμενου, χωρίς όμως οποιαδήποτε περαιτέρω υποστήριξη από πραγματική μαρτυρία. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με την Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184, όπου αποφασίστηκε ότι αν αυτή η αιτιολογία ήταν επιτρεπτή θ' αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων και θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, υιοθετήθηκε η πιο πάνω προσέγγιση στην Κυριάκος Α. Πέτρου (ανωτέρω) και επιπλέον, στη σελίδα 797, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση που τώρα εξετάζουμε όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που τάσσουν οι Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο. Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ΄ όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων. Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. Από την άλλη, το κατ΄ ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα ορθά δεν έγινε αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν περιθώρια αποδοχής τέτοιου ισχυρισμού γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο θα δημιουργούσε «επικίνδυνο ρήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλ. επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης».» Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (Νο.2)
(1997)1 All E.R. 614 προτείνεται ένα όριο αναφορικά με τον χρόνο εντός του οποίου οι διάδικοι έχουν τη συνεχή υποχρέωσή τους ν' αποκαλύπτουν τυχόν έγγραφα που περιήλθαν στη κατοχή τους: "These are various practical applications, in my view, of a general principle that the Judge decides the case on the evidence given at the trial. Both parties have the opportunity then to place their evidence before him, and only in special circumstances are they permitted to add to it after the stage of commonly referred as the close of evidence has been reached. A general duty of disclosure continuing after that stage would be inconsistent with that general rule." Στην υπόθεση Σταυρινή Κολλάτου ν. Κυριάκου Παναγιώτου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 895 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται είτε από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε από τη διαταγή του δικαστηρίου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων.» Των πιο πάνω καταγραφέντων δεν έχει αποκαλυφθεί κανένας λόγος που να δικαιολογεί τη μη αποκάλυψη των εγγράφων, των οποίων τώρα επιχειρείται η αποκάλυψη. Τα συγκεκριμένα έγγραφα φαίνεται να ήταν στην κατοχή του Αιτητή-Εναγόμενου από την αρχή και παρά του ότι του είχαν δοθεί πέντε και πλέον μήνες για να τα αποκαλύψει αυτός λόγω αμέλειας δεν τα αποκάλυψε, αλλά αντίθετα δήλωνε μέσω του δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο προς αποκάλυψη. Επιπρόσθετα, ενώ γίνεται ισχυρισμός ότι η παράλειψη οφείλεται σε λάθος του γραφείου επιδόσεως του συνηγόρου του Εναγόμενου και ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση αποκάλυψης είχε υπογραφεί, ούτε η ένορκη δήλωση έχει καταχωριστεί για να υποστηρίξει την αίτηση, αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη ένορκη δήλωση του δικηγόρου του γραφείου επιδόσεως που θα την καταχωρούσε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Αιτητή-Εναγόμενου, δεν έχει καταχωριστεί. Συνεπακόλουθα, ελλείψει στοιχείων και δεδομένων τα οποία θα δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προς όφελος του Αιτητή-Εναγόμενου, η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί. Ιδιαίτερα ενόψει του ότι καταχωρίστηκε μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του Διευθυντή της Ενάγουσας και η Ενάγουσα θα βρεθεί προ εκπλήξεως αφού δεν είχε γνώση των συγκεκριμένων εγγράφων. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το ίδιο το Δικαστήριο είχε ενημερώσει την συνήγορο που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο, στις 03/12/2014, ότι δεν είχαν αποκαλυφθεί έγγραφα και εκείνη είχε αναφέρει ότι δεν είχε η πλευρά του Εναγόμενου οποιαδήποτε έγγραφα για ν' αποκαλύψει. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Αιτητή-Εναγόμενου και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση-Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο