A. & C.K. DEVELOPERS LTD ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Αγωγής: 876/2011, 15/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 876/2011 Μεταξύ: A. & C.K. DEVELOPERS LTD Ενάγοντες και
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
- ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΑΣΟΥ Εναγόμενοι 15 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κα Μ. Παύλου Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Γ. Χ'Κωστής ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση Εναγομένων ημερομηνίας 16.2.2015 για παραμερισμό απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 26.9.2014 που εκδόθηκε εναντίον τους και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση. Παρενθετικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης και όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες πώλησαν στους Εναγόμενους ένα διαμέρισμα. Σε σχέση με μέρος του τιμήματος πώλησης, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν προς όφελος των Εναγόντων γραμμάτιο για ποσό €17.
- Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν το ποσό του γραμματίου το οποίο διεκδίκησαν με την αγωγή, πλέον τόκους και έξοδα. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι εμφανίστηκαν στην αγωγή δια δικηγόρου και καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 31.1.
- Στις 17.6.2014 οπόταν και η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, οι συνήγοροι των Εναγομένων ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση τους και το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι οι Εναγόμενοι είχαν ειδοποιηθεί γραπτώς για τη δικάσιμο, την πρόθεση των δικηγόρων τους να αποσυρθούν και την αναγκαιότητα της παρουσίας τους, έδωσε την αιτούμενη άδεια στους δικηγόρους. Οι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν την ημέρα εκείνη στο Δικαστήριο και, στην πορεία, η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη στις 26.9.2014 οπόταν και εκδόθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, με την υπό κρίση αίτηση, οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.33 θ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, Ιωάννη Νίκου Μιχαήλ. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι Εναγόμενοι έχουν εξοφλήσει πλήρως το ποσό της απαίτησης. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει στην ένορκη του δήλωση κάποια από τα γεγονότα που προηγήθηκαν της έκδοσης της απόφασης και αναφέρει ότι περί τα μέσα Σεπτεμβρίου προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με το δικηγόρο τους αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. Στη συνέχεια επικοινώνησαν με διευθυντή των Εναγόντων ο οποίος τους είπε ότι θα έδινε οδηγίες στους δικηγόρους του για να αποσύρουν την αγωγή. Υποστήριξε ότι «δεν λάβαμε καμία γραπτή ή άλλως πως ειδοποίηση [από τους δικηγόρους μας] με την οποία να μας κοινοποιούσαν την πρόθεση τους να μην μας εκπροσωπούν πλέον στην εν λόγω αγωγή». Συνεχίζει λέγοντας ότι με μεγάλη τους έκπληξη περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2014 έλαβαν ταχυδρομικώς ειδοποίηση από Δικαστικό Επιδότη για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Αναφέρει περαιτέρω ότι προσπάθησαν ξανά να επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους χωρίς ανταπόκριση και διόρισαν τη νυν δικηγόρο τους η οποία επικοινώνησε με το δικηγόρο των Εναγομένων ο οποίος της ανέφερε ότι θα την ενημέρωνε μετά το πέρας των εορτών των Χριστουγέννων για την υπόθεση. Ενόψει, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, της μη ανταπόκρισης του έγινε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Οι Ενάγοντες ήγειραν ένσταση στον αιτούμενο παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιολογούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης τους και ότι δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Στην δε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διευθυντής των Εναγόντων αρνείται ότι εξοφλήθηκε το ποσό της απαίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις και έχω μελετήσει τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Η διακριτική ευχέρεια τους Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, λόγω παράλειψης διάδικου να εμφανιστεί κατά τη δίκη εδράζεται στη Δ.33 θ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοεί ότι: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Όπως καθορίζει ρητά η Δ.33 θ.5, η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης πρέπει να υποβληθεί εντός 15 ημερών από την δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση. Στην παρούσα περίπτωση η καθορισμένη προθεσμία έχει παρέλθει αφού η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε στις 26.9.2014 ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 16.2.
- Σημειώνω δε ότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας προς εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης από τις αρχές Δεκεμβρίου
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Ακόμα και αν το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να παρατείνει την προθεσμία της Δ.33 θ.5, κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε από τους Εναγόμενους. Το εκπρόθεσμο, επομένως, παραμένει και καθιστά την αίτηση έκθετη σε απόρριψη. Πέραν τούτου, επί της ουσίας του αιτήματος, σύμφωνα με την Χρυσάνθου ν Mariala Constructions Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1129, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν θα παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε λόγω μη παρουσίας του εναγόμενου κατά τη δίκη πρέπει να εξετάσει τους λόγους μη εμφάνισης του και το κατά πόσο έχει υπάρξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Στην Ανδρέου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596 η οποία είναι μεταγενέστερη, το Εφετείο όρισε ότι καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου πρέπει να είναι οι λόγοι για τη μη εμφάνιση στη δίκη. Το κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση κρίθηκε ως δευτερεύουσας σημασίας αφού σε αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει της Δ.33 θ.5 υπάρχει ήδη καταχωρημένη Υπεράσπιση στο φάκελο. Επί του κρίσιμου ζητήματος, ήτοι της απουσίας τους κατά τη δίκη, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν εμφανίστηκαν γιατί θεώρησαν ότι εκπροσωπούνταν από τους δικηγόρους τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα «δεν λάβαμε καμία γραπτή ή άλλως πως ειδοποίηση με την οποία να μας κοινοποιούσαν την πρόθεση τους να μην μας εκπροσωπούν πλέον στην εν λόγω αγωγή». Η αναφορά αυτή του ενόρκως δηλούντα έρχεται σε σύγκρουση με τα γεγονότα όπως προκύπτουν από το φάκελο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.6.2014, την ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία οι συνήγοροι των Εναγομένων ζήτησαν και έλαβαν άδεια για να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση τους, οι συνήγοροι των Εναγομένων δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι είχαν ειδοποιήσει γραπτώς τους Εναγόμενους για την πρόθεση τους αυτή. Παρουσίασαν δε στο Δικαστήριο ένορκες δηλώσεις ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με τις οποίες επέδωσε δύο σχετικές επιστολές που απευθύνονταν προς αυτούς, στην Εναγόμενη
- Οι ένορκες αυτές δηλώσεις βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο. Σύμφωνα με αυτές, ο ιδιώτης επιδότης επέδωσε στην Εναγόμενη 2 στις 2.6.2014 έναντι της υπογραφής της, δύο επιστολές ημερομηνίας 28.5.2014 (η μια απευθυνόταν προς αυτήν και η άλλη προς τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο είναι σύζυγοι και συζούν). Με τις εν λόγω επιστολές, οι δικηγόροι των Εναγομένων τους ενημέρωναν ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 17.6.2014, ότι κατά την ημερομηνία εκείνη θα ζητούσαν άδεια να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση τους και ότι εάν δεν παρουσιαστούν την ημερομηνία εκείνη στο Δικαστήριο, ο συνήγορος των Εναγόντων θα προχωρούσε στην απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων και έκδοση απόφασης στην απουσία τους. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι καθόλου δεν ευσταθεί η θέση των Εναγομένων ότι δεν γνώριζαν για την πρόθεση του δικηγόρου τους να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση τους. Αντίθετα, φαίνεται ότι είχαν ενημερωθεί γραπτώς, τόσο γι' αυτό όσο και για την δικάσιμο 17.6.2014, για την αναγκαιότητα της παρουσίας τους και για τις επιπτώσεις από ενδεχόμενη μη εμφάνιση τους. Επιπρόσθετα, κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο 17.6.2014, εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Όπως φαίνεται από το φάκελο, η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 στις 16.7.2014 δια της επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 2, έναντι της υπογραφής της. Υπενθυμίζω ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν τελικά σε απόδειξη[1] της υπόθεσης τους στις 26.9.
- Ενόψει των πιο πάνω, η παράλειψη τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο στις 17.6.2014, ενώ γνώριζαν για την πρόθεση του συνηγόρου τους να αποσυρθεί, αλλά και η παράλειψη τους να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο όταν τους επιδόθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής στις 16.7.2014, καταδεικνύουν την πλήρη αδιαφορία των Εναγομένων για την υπόθεση τους. Αυτή η διαπίστωση είναι επίσης καθοριστική για την τύχη της αίτησης. Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), η αποκάλυψη καλής υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής από την πλευρά του αιτητή είναι εν πολλοίς ζήτημα επικουρικό αφού υπάρχει ήδη καταχωρημένη Υπεράσπιση στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρει ότι το επίδικο χρέος είχε εξοφληθεί. Δεν μπορώ να λάβω υπόψη τις αναφορές αυτές γιατί κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση που βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου, η οποία συνίσταται ουσιαστικά σε μια γενική άρνηση της απαίτησης. Σημειώνω βεβαίως ότι Εναγόμενοι είχαν επιχειρήσει να τροποποιήσουν την Υπεράσπιση τους σε μεταγενέστερο στάδιο, η σχετική αίτηση όμως απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Συγκεφαλαιώνοντας, το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της παρούσας αίτησης αλλά και η αποτυχία των Εναγομένων να δικαιολογήσουν επαρκώς την μη εμφάνιση τους κατά την δίκη, την καταδικάζουν σε αποτυχία. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση περί εξόφλησης του χρέους δεν διαφοροποιούν το αποτέλεσμα αφού αντίστοιχοι ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση που έχουν καταχωρήσει ενώ στην ένσταση τους οι Ενάγοντες αρνούνται τα περί εξόφλησης. Εάν η θέση των Εναγόμενων είναι ότι οι Ενάγοντες εξασφάλισαν την Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 26.9.2014 με δόλο, τότε ενδεχομένως να υπάρχουν άλλα δικονομικά μέτρα που μπορούν να λάβουν. Καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει και δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μαυρομιχάλη κ.ά. ν Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. 530 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο