ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. Αντώνη Κυριάκου, Αγωγή Αρ.: 1905/96, 9/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 1905/96 Μεταξύ: ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας-Αιτήτριας και
- Αντώνη Κυριάκου
- Αυξέντη Νικολάου
- Μαρίας Πέτρου κ.ά. Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19/03/2015 για ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 16/09/1996 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 09 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Χαραλάμπους για Φώτος Θ. Χαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Αιτήτρια αιτήθηκε την 19/03/2015 διάταγμα που να επιτρέπει την ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 16/09/1996 και παράλληλα αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Η Αίτηση για ανανέωση της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση της κας Πούμου, η οποία είναι υπάλληλος της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι στις 16/09/1996 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίων των Εναγομένων 1, 2, 3, 5 και 6, η οποία είχε ανανεωθεί για τελευταία φορά στις 12/06/
- Οι δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με την υπόθεση, σύμφωνα με την ομνύουσα, δεν έχουν σταματήσει. Στις 26/09/1996 είχε καταχωριστεί αίτηση μηνιαίων δόσεων και είχαν εκδοθεί διατάγματα μηνιαίων δόσεων για τον Εναγόμενο 2 στις 24/06/1997, για τον Εναγόμενο 5 στις 03/10/1997, για τον Εναγόμενο 6 στις 24/02/1999 και εναντίον του Εναγόμενου 1 στις 21/09/
- Λόγω του ότι δεν είχαν ανταποκριθεί είχαν καταχωριστεί αιτήσεις φυλακίσεως και είχαν εκδοθεί εντάλματα φυλακίσεως. Το 2003 είχε ανανεωθεί η απόφαση και είχε καταχωριστεί ΜΕΜΟ, στις 25/02/2004, σε περιουσία του Εναγόμενου
- Οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν μέχρι το 2004 κάποια ποσά, αλλά υπήρχαν πολλά προβλήματα εξαιτίας των οποίων οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέος. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 τελούν υπό πτώχευση από 27/11/2001, η Εναγόμενη 3 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και ο Εναγόμενος 4 ήταν κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές, γι' αυτό και δεν είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Το 2010 είχε καταχωριστεί ΜΕΜΟ σε περιουσία της Εναγομένης 3, ενώ καταχωρίστηκε και αίτηση εκποίησης του ΜΕΜΟ το
- Ο Εναγόμενος 5, στις 17/01/2013, μετά από διακανονισμό, απαλλάχτηκε από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής με την καταβολή του ποσού των €6.000-. Στις 03/03/2011 και στις 07/05/2011 είχε καταβληθεί επίσης το συνολικό ποσό των €512,58-. Το ποσό των €43.421,04- πλέον τα δικηγορικά παραμένει ως υπόλοιπο. Η Εναγόμενη 3 έχει υποβάλει αίτημα για απαλλαγή της από το δάνειο και το θέμα εξετάζεται από τους Ενάγοντες. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.8
(1)(κκ) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν είχε ικανοποιηθεί από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης το οποίο συνόδευε την αίτηση έδωσε οδηγίες για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με την ομνύουσα, κα Πούμου, οι Ενάγοντες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα εκτέλεσης της απόφασης γιατί οι Εναγόμενοι είτε είναι πτωχεύσαντες, είτε είναι συνταξιούχοι ή βρίσκονται στις φυλακές. Όμως, βρίσκονται «πάντα σε διαβούλευση με τους Εναγόμενους». Οι Ενάγοντες αναθεώρησαν το ποσό που οφείλεται, το οποίο είναι σήμερα €20.148,92- πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Καταλήγει ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί άδεια για ανανέωση της απόφασης γιατί η μη εκτέλεσή της δεν οφείλεται σε αδιαφορία των Εναγόντων, αλλά σε πραγματικές δυσκολίες που είχαν ν' αντιμετωπίσουν κατά σειρά ετών ενώ βρίσκονταν σε συνεχή διαβούλευση με τους Εναγόμενους σε μια προσπάθεια αποφυγής περαιτέρω δικαστικών ενεργειών. Σημειώνεται ότι ούτε στην πρώτη, αλλά ούτε και στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση δεν αναφέρθηκε τί μέτρα εκτέλεσης προτίθενται να λάβουν οι Ενάγοντες-Αιτητές. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της Αίτησης θ' αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Μετά την έκδοση της απόφασης στις 16/09/1996 ακολούθησε, μετά από περίπου δέκα μέρες, η καταχώριση αίτησης για αποπληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και
- Είχαν εκδοθεί διατάγματα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 5 από το 1998 και
- Ακολούθησαν αιτήσεις φυλακίσεως και από το 2003 και μετά κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης δεν έχει ληφθεί, έκτος από τα φυλακιστήρια. Έκτοτε ανανεωνόταν η απόφαση χωρίς την λήψη οποιονδήποτε άλλων μέτρων, εκτός του ΜΕΜΟ που είχε καταχωριστεί στην περιουσία του Εναγομένου 5, ο οποίος έχει απαλλαγεί από την υποχρέωσή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Η συγκεκριμένη διαταγή τροποποιήθηκε και η απόφαση ισχύει για δέκα
(10)έτη. Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός των δέκα
(10)ετών, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για ανανέωση ή εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ.7). Στο The Annual Practice 1958, την Αγγλική Πρακτική, από την οποία μπορεί ν' αντληθεί καθοδήγηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue». Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω) καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας ανανέωσης και εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο δέκα
(10)ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των δέκα
(10)ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η ανανέωση της δικαστικής απόφασης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Στην Duer v. Frazer [1991] 1 All ER 438, διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι
(6)χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των δέκα
(10)ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του οφειλέτη από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι
(6)ετών. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι
(6)ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Ενάγοντες-Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η ανανέωση της απόφασης και η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Οι Ένορκες Δηλώσεις της κας Πούμου δεν δικαιολογούν την αδράνεια των Εναγόντων-Αιτητών για δώδεκα
(12)χρόνια, από το 2003 που είχαν καταχωρίσει ΜΕΜΟ στην περιουσία του Εναγόμενου
- Καταγράφουν απλώς ότι λήφθηκαν κάποια μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή αιτήσεις αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις το 1998 και το 1999 και καταχωρίστηκαν αιτήσεις φυλακίσεως από τότε μέχρι και το
- Έκτοτε, δηλαδή από το 2003, δεν έγινε οτιδήποτε άλλο, κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ληφθεί εδώ και δώδεκα χρόνια
(12)χρόνια. Όμως, οι Ενάγοντες, από το 2003, δεν φαίνεται να έκαμαν καμιά έρευνα για να διαπιστώσουν κατά πόσο οι συνθήκες των Εναγομένων 1, 2, 3, 5 και 6 είχαν αλλάξει ή κατά πόσο είχαν οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτηση. Αναφορικά δε με το σημερινό οφειλόμενο ποσό, ενώ στις 19/03/2015 ανερχόταν στις €43.421,04- τρείς βδομάδες αργότερα μειώθηκε στο ποσό των €19.104,62-. Πραγματικά είναι τόσο αντιφατικές οι θέσεις της κας Πούμου που δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές. Πώς είναι δυνατόν να ήταν πολύ δύσκολη η εκτέλεση της απόφασης αλλά παράλληλα οι Ενάγοντες να βρίσκονται «πάντα σε διαβούλευση με τους Εναγόμενους»; Επιπρόσθετα, ποια είναι τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία προτίθενται να λάβουν αφού ο Εναγόμενος 5 έχει απαλλαχτεί και η Εναγόμενη 3 θα απαλλαχθεί; Αυτό το ερώτημα, καθώς και η ασάφεια σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθιστούν την αίτηση έκθετη σε απόρριψη. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το θέμα της καθυστέρησης, η αιτιολόγηση και η μαρτυρία που απαιτείται να δίδεται προς τον σκοπό αυτό από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, ως έχοντα το βάρος απόδειξης και κατάδειξης των συνθηκών αυτών, και κατ' επέκταση το κατά πόσο θα χορηγηθεί άδεια για ανανέωση της απόφασης και εκτέλεσης της ή όχι, θα εξαρτάται από και θα εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων και γεγονότων κάθε υπόθεσης ώστε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου να είναι δίκαιη, επωφελής και να γίνεται με γνώμονα την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Αυτό είναι το ζητούμενο. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιοδήποτε ουσιαστικών μέτρων εκτέλεσης. Αντίθετα, παρέμειναν αδρανής για δώδεκα
(12)και πλέον χρόνια, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν. Τόσο στην αρχική ένορκη δήλωση της κας Πούμου, καθώς και στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή της, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, δεκαεννέα
(19)χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Δεκαεννέα
(19)χρόνια αδράνειας δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι είναι λογικό ν' ανανεωθεί η απόφαση για να καταστεί ευχερής η εκτέλεσή της. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός και όφειλαν να λάβουν τα προς αυτούς διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης, πράγμα που δεν έπραξαν. Όπως προανέφερα, τα διατάγματα του Δικαστηρίου, και δη ένα διάταγμα για ανανέωση δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση δεκαεννέα
(19)ετών από την έκδοση της απόφασης, δεν εκδίδεται in abstracto και επί ματαίω. Αν τα περιουσιακά δεδομένα των Εναγομένων 1, 2, και 6 άλλαξαν στο μεταξύ ώστε να δικαιολογείται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης, οι Αιτητές όφειλαν, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου την αλλαγή αυτή και τα μέτρα εκτέλεσης που σκοπεύεται να ληφθούν, ώστε να μπορεί ν' αποφασιστεί κατά πόσον δικαιολογείται, απαιτείται και θα είναι επωφελής η χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Δεν αναφέρουν οι Αιτητές τί μέτρα προτίθενται να λάβουν. Καταλήγω, λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο ν' ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο