ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΩΝ Α/ΦΟΙ ΜΑΡΣΕΛΛΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 2707/2014, 22/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 2707/2014 Μεταξύ: ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΩΝ Α/ΦΟΙ ΜΑΡΣΕΛΛΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και
- ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΙΟΤΑΤΗ
- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγόμενων 22 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κος Θεοδούλου δια Χ. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κος Ι. Ροκόπος ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 11.12.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 12.11.2014 ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ποσό €76.700 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου, πλέον τόκο προς 3% από 9.12.2013 πλέον έξοδα. Σύμφωνα δε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι στις 9.12.2013 υπέγραψαν προς όφελος των Εναγόντων γραμμάτιο συνήθους τύπου για ποσό €76.700 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 3% ετησίως από 9.12.
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το γραμμάτιο κατέστη ληξιπρόθεσμο όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή αμελούν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό, το οποίο και διεκδικούν με την αγωγή. Μετά την επίδοση προς αυτούς του κλητηρίου εντάλματος, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή δια του δικηγόρου τους. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης από τους Ενάγοντες με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.18 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στα άρθρα 78 και 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Νικόλα Μαρσελλή, εκ των διευθυντών των Εναγόντων, ο οποίος αναφέρει ότι «γνωρίζει πλήρως και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση». Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν ως χρεώστες το επίδικο γραμμάτιο, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει. Η υπογραφή του γραμματίου έγινε, λέει, στην παρουσία του και στην παρουσία δύο άλλων μαρτύρων. Καταλήγει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει κανένα ποσό έναντι του γραμματίου και εκφράζει την πεποίθηση του ότι στερούνται υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι έχουν εγείρει ένσταση στην αίτηση και οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, καθώς και ότι το επίδικο γραμμάτιο υπεγράφη ως εγγύηση για την πληρωμή εργασιών που θα εκτελούσαν οι Ενάγοντες σε ξενοδοχείο των Εναγομένων, οι οποίες εργασίες δεν εκτελέστηκαν από τους Ενάγοντες. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, που αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τους Εναγόμενους 1 και
- Σύμφωνα με αυτόν οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν ποτέ κανένα νόμιμο αντάλλαγμα για το ποσό του γραμματίου. Υποστηρίζει επίσης ότι το ποσό του γραμματίου δεν καταβλήθηκε σε μετρητά. Συνεχίζει λέγοντας ότι πριν τον χρόνο υπογραφής του επίδικου γραμματίου, οι Εναγόμενοι κατακύρωσαν προσφορά που τους είχαν δώσει οι Ενάγοντες για τοποθέτηση αλουμινίων σε υπό ανακαίνιση ξενοδοχείο των Εναγομένων. Σε σχέση με την πληρωμή για τις εργασίες αυτές, είχε συμφωνηθεί ότι θα γινόταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Υποστήριξε ότι ο ίδιος υπέγραψε επιταγή προς τους Ενάγοντες για το συνολικό ποσό της προσφοράς και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 υπέγραψαν το επίδικο γραμμάτιο ως εγγύηση για την πληρωμή των εργασιών. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, οι Ενάγοντες δεν εκτέλεσαν καμία από τις συμφωνηθείσες εργασίες και έτσι δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους. Αυτό, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, καθιστά την αίτηση καταχρηστική και την απαίτηση των Εναγόντων παράνομη και αντισυμβατική. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης εκπηγάζει από τη Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Επομένως, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά ώστε το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά είναι οι ακόλουθες: (α) το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, και (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[1]. Εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή[2]. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και έχω ήδη αναφέρει, το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις στην Δ.18 θ.1(α) πληρούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, βρίσκω ότι και αυτή ικανοποιείται αφού η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι διευθυντής των Εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένος καθώς και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Επιπρόσθετα, αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ήταν παρών στην υπογραφή του επίδικου γραμματίου ενώ επιβεβαιώνει ότι ολόκληρο το ποσό του γραμματίου παραμένει οφειλόμενο. Με αυτά τα δεδομένα, το βάρος έχει μετατοπιστεί στους ώμους των Εναγόμενων οι οποίοι όφειλαν να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν την αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς για ύπαρξη καλής υπεράσπισης[3]. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817: «.[Ό]που η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση.» Επιστρέφοντας στην υπό κρίση περίπτωση, όπως έχω επισημάνει πιο πάνω, η βάση αγωγής των Εναγόντων είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σύμφωνα με το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Το επίδικο γραμμάτιο πληροί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και συνεπώς, όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σημειώνω περαιτέρω ότι ούτε οι Εναγόμενοι αμφισβητούν το γεγονός αυτό. Επομένως, και εφόσον πρόκειται για γραμμάτιο συνήθους τύπου, οι μόνες υπερασπίσεις που μπορούν να προβάλλουν οι Εναγόμενοι προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 80 του Κεφ. 149[4] το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Οι Εναγόμενοι, στην ένσταση τους δεν προωθούν καμία από τις υπερασπίσεις του άρθρου 80 του Κεφ. 149. Δεν αμφισβητούν την υπογραφή τους επί του γραμματίου ή την υπογραφή των μαρτύρων και δεν παραθέτουν γεγονότα τα οποία να δεικνύουν ότι η υπογραφή του γραμματίου από αυτούς ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή απάτης. Στην απουσία γεγονότων που να στοιχειοθετούν μια από τις αποδεκτές υπερασπίσεις που προνοούνται ρητά στο άρθρο 80 του Κεφ. 149, το περιεχόμενο του επίδικου γραμματίου αποτελεί αμάχητο τεκμήριο αλήθειας των όσων αναφέρονται σε αυτό. Στο επίδικο γραμμάτιο αναγράφεται ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν το ποσό των €76.700 σε μετρητά. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 149 το οποίο έχω παραθέσει πιο πάνω, το περιεχόμενο του γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των όσων αναγράφονται σε αυτό. Εφόσον πρόκειται για αμάχητο τεκμήριο αλήθειας, οι αναφορές του Εναγόμενου 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν το ποσό του γραμματίου σε μετρητά, ότι δεν υπήρχε αντιπαροχή για το ποσό αυτό και ότι το γραμμάτιο είχε υπογραφεί ως εγγύηση για άλλη υποχρέωση, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν το τεκμήριο αλήθειας. Επαναλαμβάνω ότι εκτός από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται εξαντλητικά από το άρθρο 80 του Κεφ. 149, το τεκμήριο αλήθειας είναι αμάχητο. Πέραν τούτου, οι πιο πάνω αναφορές στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 δεν θα ήταν αποδεκτές ως μαρτυρία κατά τη δίκη. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την Keziban Raif v Enver Dervish (ανωτέρω): «...the fact that no cash passed from the plaintiff to the [defendant] at the time - a fact never disputed by the plaintiff in this case - is, we think, inadmissible in law (in view of the provisions of section 80) against a bond in customary form, duly signed and delivered.» Τα πιο πάνω προκρίνουν το αποτέλεσμα της αίτησης. Επαναλαμβάνω ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όχι μόνο δεν συνιστούν ικανή υπεράσπιση σε αγωγή όπου το αγώγιμο δικαίωμα εδράζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου αλλά δεν θα συνιστούσαν καν αποδεκτή μαρτυρία κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ομού και κεχωρισμένως για ποσό €76.700 πλέον τόκο προς 3% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.6.2014 πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος, έχω διαπιστώσει ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν είναι χαρτοσημασμένο. Δίδονται οδηγίες όπως η παρούσα απόφαση μη συνταχθεί εκτός εάν χαρτοσημανθεί δεόντως το εν λόγω γραμμάτιο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Spyros Stavrinides v Ceskoslavenska Obchondi Banka S.A
(1972)1 C.L.R. 130 [2] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Kyprianides v Ioannou
(1996)1 C.L.R. 265, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 204, CYEMS Co Ltd v The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 [3] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος (ανωτέρω), Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239 [4] Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158, Χριστοφόρου κ.α. ν Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1644 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο