ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1212/2014, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1212/2014 Μεταξύ: ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση και ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Εναγόμενος/Αιτητής 3 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Καλλένος για Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αιτητή: κ. Λοΐζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην μονομερή αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 22.4.2015 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των υπό εξέταση ζητημάτων, παραθέτω σε συντομία το ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.5.2014 και, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, αυτοί είχαν παραχωρήσει στον Εναγόμενο δικαίωμα χρήσης μέρους του υποστατικού στο οποίο στεγάζεται ο Ναυτικός Όμιλος Λάρνακας στο οποίο ο Εναγόμενος χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, ως χώρο δεξιώσεων. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος αμελεί να καταβάλει τα συμφωνημένα δικαιώματα άδειας χρήσης παρά το ότι έχουν καταστεί απαιτητά. Ισχυρίζονται δε ότι παρά την ανάκληση της άδειας χρήσης που του παρείχαν αυτός αρνείται να εγκαταλείψει το υποστατικό. Στη βάση αυτών, αξιώνουν με την αγωγή αποζημιώσεις σε σχέση με τα μη καταβληθέντα δικαιώματα άδειας, χρήσης και για ενδιάμεσα οφέλη καθώς και διατάγματα άρσης της παράνομης επέμβασης. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στην αγωγή στις 27.11.2014 στην οποία αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό ενώ αρνείται ότι η άδεια χρήσης που του είχε παραχωρηθεί έχει τερματιστεί ή ανακληθεί. Αποδίδει περαιτέρω αλλότρια κίνητρα στους Ενάγοντες υποστηρίζοντας ότι ενεργούν καταχρηστικά με απώτερο σκοπό να τον εκδιώξουν από το υποστατικό και να αναλάβουν οι ίδιοι τη λειτουργία της επιχείρησης του. Για τους λόγους αυτούς αξιώνει απόρριψη της αγωγής. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς στις 22.4.2015 και με αυτή ο Εναγόμενος επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους Ενάγοντες να εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο του στον χώρο του υποστατικού, να τους απαγορεύει να μετακινούν ή να επεμβαίνουν σε περιουσιακά του στοιχεία που βρίσκονται στον χώρο και να επεμβαίνουν στην ηλεκτροδότηση και υδροδότηση του υποστατικού. Τέλος επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να διατάζει τους Εναγόμενους να επιτρέψουν τη διενέργεια ελέγχου της ηλεκτρικής εγκατάστασης του υποστατικού από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων, ανέλαβε κατοχή δυνάμει γραπτής συμφωνίας άδειας χρήσης από τους Ενάγοντες οι οποίοι είχαν μισθώσει το ακίνητο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε κάποιο στάδιο, η συμφωνία αυτή αντικαταστάθηκε με νέα η οποία ήταν «ουσιαστικά το ίδιο συμβόλαιο», όπως αναφέρει. Υποστηρίζει δε ότι παρά τον χαρακτηρισμό της συμφωνίας ως άδεια χρήσης, στην ουσία της ήταν συμφωνία ενοικίασης. Είπε ότι λειτουργεί τον χώρο ως εστιατόριο/εντευκτήριο και για τη διαμόρφωση του έχει δαπανήσει πέραν των €200.000 και έχει λάβει όλες τις απαραίτητες άδειες λειτουργίας. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες επιδιώκουν να τον εκδιώξουν από το υποστατικό και αναφέρθηκε σε περιστατικό στις 17.2.2015 οπόταν προσπάθησαν, όπως ισχυρίζεται, να φράξουν την είσοδο του εστιατορίου. Είχαν προηγηθεί στις 11.2.2015 «βανδαλισμοί» στις εγκαταστάσεις του. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ένεκα αλλαγών στην ηλεκτρική εγκατάσταση στις οποίες προέβη κατέστη αναγκαίος ο επανέλεγχος της εγκατάστασης από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κάτι που οι Ενάγοντες εμποδίζουν με αποτέλεσμα να υφίσταται οικονομική ζημιά. Ο Εναγόμενος αναφέρεται επίσης σε περιστατικό στις 17.4.2015 όταν οι Ενάγοντες προσέγγισαν με μπουλντόζα το χώρο και κατεδάφισαν μέρος του εξωτερικού χώρου που χρησιμοποιεί για την επιχείρηση του. Προσθέτει ότι μετά το διορισμό νέων δικηγόρων για την εκπροσώπηση του στην αγωγή, τον συμβούλεψαν ότι «μάλλον θα χρειαστεί να προβούμε σε αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης και σε προσθήκη ανταπαίτησης οπότε και τους έδωσα την συγκατάθεση μου να το πράξουν αφού αυτός ήταν ουσιαστικά ο λόγος που αποφάσισα να αλλάξω δικηγόρους». Συνεχίζει λέγοντας ότι «εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υπάρχει δυσχέρεια ή αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η δικαστική απόφαση δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνο εάν εκδοθεί το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα». Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης αυθημερόν, δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Οι Ενάγοντες ήγειραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και την νομολογίας για την έκδοση τους και ότι δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από τον Εναγόμενο. Στην ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Κρασσά, Προέδρου του συμβουλίου των Εναγόντων, αυτός αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι οι Ενάγοντες είχαν παραχωρήσει άδεια χρήσης στον Εναγόμενο έναντι της υποχρέωσης που ανέλαβε για καταβολή μηνιαίου δικαιώματος χρήσης. Υποστηρίζει επίσης ότι το υποστατικό χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους είχε παραχωρηθεί η άδεια χρήσης, ότι ο Εναγόμενος άνευ της συγκατάθεσης τους ανήγειρε παράνομα υποστατικά και ότι ο Εναγόμενος καθυστερούσε στην καταβολή των δικαιωμάτων χρήσης. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι η ανέγερση των παράνομων υποστατικών είχε εκθέσει σε ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τους Ενάγοντες και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκαν να προχωρήσουν με την κατεδάφιση τους. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι έθεσαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους στις γραπτές αγορεύσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή. Η αίτηση του Εναγόμενου εδράζεται, μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Από αυτή τη διάταξη, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, εκπηγάζει και η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα. Από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Επιπρόσθετα, σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν πρέπει να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι η έκδοση του θα ήταν δίκαια ή πρόσφορη. Υπάρχει σε πλούσια νομολογία σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων[1]. Το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης θα κριθεί από ένα παράγοντα ο οποίος δεν εγείρεται ως λόγος ένστασης από τους Ενάγοντες, όμως είναι καθοριστικός αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αφορά το ότι αιτητής στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος δεν εγείρει ανταπαίτηση στην αγωγή. Μετά την τροποποίηση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 με τον νόμο 17(Ι)/2004, δόθηκε το δικαίωμα και σε εναγόμενο να διεκδικήσει την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος στα πλαίσια αγωγής. Πριν την τροποποίηση το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 ήταν διατυπωμένο ως εξής: «Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι o εvάγωv δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Μετά την τροποποίηση με το Ν.17(Ι)/2004, η διατύπωση έχει ως ακολούθως: Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Επομένως, δυνητικά ένας εναγόμενος έχει την ευκαιρία και το δικαίωμα να διεκδικήσει την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εάν ικανοποιήσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν/ 14/
- Όπως έχω ήδη επισημάνει, καθοριστικό για την έκβαση της υπό κρίση αίτησης, είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν εγείρει ανταπαίτηση στην αγωγή. Έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω σε σύνοψη το περιεχόμενο της Υπεράσπισης του. Παρά την αναφορά του στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του ότι έχει δώσει οδηγίες στους νέους δικηγόρους που τον εκπροσωπούν να προχωρήσουν με αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης, μέχρι σήμερα καμία τέτοια αίτηση δεν έχει καταχωρηθεί και καμία τροποποίηση δεν έχει διενεργηθεί. Το κατά πόσο ένας εναγόμενος δικαιούται στην έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων χωρίς να εγείρει ανταπαίτηση στην αγωγή έχει αποφασιστεί διασαφηνιστεί με τρόπο που δεν επιτρέπει καμία αμφισβήτηση από τον Έντιμο Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση του IgorZhigachov κ. α., Πολιτική έφεση 115/2012 ημερομηνίας 18.1.
- Αντικείμενο της αίτησης εκείνης ήταν η νομιμότητα απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα στα πλαίσια αίτησης που υπέβαλε εναγόμενος ο οποίος δεν είχε εγείρει ανταπαίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση, το οποίο είναι μακροσκελές αλλά απόλυτα σχετικό: «Εξέτασα με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και θεωρώ ότι τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 29.6.12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αγωγή 2473/12, και των οποίων ζητείται η ακύρωση με την παρούσα διαδικασία, εκδόθηκαν καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας και είναι ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν. Κατέληξα σ΄ αυτό το συμπέρασμα για τους εξής δύο βασικούς λόγους: (α) Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν 14/60, όπως τροποποιήθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 17(Ι)/2004, κάθε δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, έχει εξουσία να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο. Η προαναφερόμενη ευρεία εξουσία των δικαστηρίων να εκδίδουν, μεταξύ άλλων, παρεμπίπτοντα διατάγματα τίθεται υπό την επιφύλαξη ότι, παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, δεν εκδίδονται εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν και ότι, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερο στάδιο. Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν 17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff΄s cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v Read
(1876)1 Ch.D. 600, Carter v Frey
(1894)2 Ch. 541 και Collison v Warren
(1901)1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.5 Θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v Le Roux
(2007)1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina
(1979)AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα. Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι-αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.6.12, στην Αγωγή 2473/12, δεν είχαν καταχωρήσει και παραδώσει, μέχρι τότε, οποιανδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και δεδομένου επίσης ότι τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα (απαγορευτικά και άλλα) διατάγματα που ζήτησαν δεν πηγάζουν, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σ΄ εκείνη την υπόθεση, ούτε και συνδέονται με αυτό, θεωρώ ότι δεν δικαιούντο, υπό τις περιστάσεις, και δεν νομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν και τους δόθηκαν, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στις 29.6.12. Δεν πληρούνταν δηλαδή οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32
(1)του Ν 14/60 θέτει, στην επιφύλαξη του, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποίο, το πρωτόδικο δικαστήριο, να μπορεί να ασκήσει την εξουσία του και να εκδώσει τα ζητηθέντα διατάγματα. Επομένως τα διατάγματα που δόθηκαν στις 29.6.12 εκδόθηκαν καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Προς επίρρωση των προαναφερομένων παραπέμπω στην ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Αριστοτέλους, ημερ. 27.6.12, η οποία αναφέρει τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η αίτηση των εναγομένων ημερ. 27.6.12 για παρεμπίπτοντα διατάγματα. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 67 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης αναγράφονται τα εξής: «Εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως οι δικηγόροι των αιτητών με συμβουλεύουν οι αιτήτριες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα και καλή βάση αγωγής με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στα δικαστικά μέτρα που επιθυμούν να αρχίσουν (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) και πολύ καλή υπεράσπιση στην εν τω τίτλω αγωγή». Είναι προφανές από το περιεχόμενο της παραγράφου 67 της ένορκης δήλωσης ότι το καλό αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται ο ενόρκως δηλών δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, με ανταπαίτηση ή ανταγωγή, όπως θα έπρεπε, και επομένως δεν ικανοποιείται η αναγκαία προϋπόθεση ότι αιτητής, για παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να έχει, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα που του επιτρέπει να ζητήσει ουσιαστική θεραπεία και όχι απλά και μόνο δικαίωμα στη θεραπεία του παρεμπίπτοντος διατάγματος.» Τα πιο πάνω καθορίζουν και το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν εγείρει ανταπαίτηση σημαίνει ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συγκεφαλαιώνοντας, αναπόφευκτη συνέπεια του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος δεν έχει εγείρει ανταπαίτηση στην αγωγή είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί καλό αγώγιμο δικαίωμα και συνακόλουθα, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ανεπανόρθωτη ζημιά. Συνεπώς το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει υπέρ του οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Η πρόθεση που εκφράζει ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του για τροποποίηση της Υπεράσπισης και καταχώρηση Ανταπαίτησης δεν επαρκεί για να θεραπεύσει το δικαιοδοτικό κενό. Το μοναδικό δικόγραφο του Εναγόμενου που μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι η ήδη καταχωρημένη Υπεράσπιση. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο υπολογισμός να γίνει στο τέλος της αγωγής οπόταν και τα έξοδα θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο