ΑΝΝΑΣ ΚΟΥΔΕΛΗ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΗΛΑΚΟΥΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αριθμός αγωγής: 1967/2010, 6/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1967/2010 Μεταξύ: ΑΝΝΑΣ ΚΟΥΔΕΛΗ Ενάγουσας και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΗΛΑΚΟΥΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι 6 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ζίκκου δια Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Πανάγος δια Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους €108 ειδικές αποζημιώσεις καθώς και γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμούς που υπέστη, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες της θέσεις, περί τον Απρίλιο 2008 αγόρασε από τους Εναγόμενους ένα όχημα μάρκας BMW τύπου 116i. Ισχυρίζεται ότι ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας αγοράς του οχήματος ότι «α) το αυτοκίνητο θα ήταν κατάλληλο προς το σκοπό του, β) το αυτοκίνητο θα είχε έξι
(6)αερόσακους, γ) οι αερόσακοι θα άνοιγαν σε περίπτωση ατυχήματος ή και θα λειτουργούσαν προστατευτικά για την ενάγουσα». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στις 14.9.2008 «αλλά οι αερόσακοι δεν άνοιξαν με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες και ζημιές». Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι συνεπεία του ατυχήματος παρουσίαζε «άλγος στην αυχενική μοίρα» που αντιμετωπίστηκε με φαρμακευτική αγωγή και τοποθέτηση αυχενικού περιλαίμιου για 10 ημέρες. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπέστη κάταγμα βάσης 3ου μετακαρπίου δεξιά για την αντιμετώπιση του οποίου τοποθετήθηκε νάρθηκας για 3 εβδομάδες. Η Ενάγουσα δεν διεκδικεί αποζημιώσεις για τις ζημιές στο επίδικο όχημα διότι «αυτές αποκαταστάθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία». Σε σχέση δε με τις σωματικές βλάβες, η δικογραφημένη της θέση είναι ότι «δεν θα προκαλούνταν στην ενάγουσα αν άνοιγαν δεόντως οι αερόσακοι του αυτοκινήτου. Δυστυχώς, αυτοί δεν άνοιξαν με αποτέλεσμα την πρόκληση των ρηθεισών σωματικών βλαβών». Για τις βλάβες αυτές καθώς και για ποσά που αφορούσαν ιατρικά έξοδα και ακτινογραφίες διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις αντίστοιχα. Οι Εναγόμενοι, στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι οι αερόσακοι ενός οχήματος δεν ενεργοποιούνται σε κάθε ατύχημα «αλλά υπάρχει σωρεία και/ή πληθώρα παραγόντων που προσδιορίζουν και/ή συμβάλλουν στο κατά πόσο οι αερόσακοι ενός αυτοκινήτου θα ενεργοποιηθούν ή όχι». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι περί τον Απρίλιο 2008 προέβηκαν σε συντήρηση του επίδικου οχήματος και διαπίστωσαν ότι το σύστημα των αερόσακων λειτουργούσε κανονικά, χωρίς ένδειξη προβλήματος. Τέλος, αρνούνται τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές της Ενάγουσας. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η Δρ. Μαρία Ανδρονίκου Ζουβάνη, ειδική ακτινολόγος (ΜΕ1), ο Δρ. Κώστας Κωνσταντίνου, ορθοπεδικός χειρούργος (ΜΕ2), ο κ. Κώστας Αυξεντίου, μηχανολόγος (ΜΕ3) και η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ4). Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο κ. Ανδρέας Ανδρέου, μηχανικός και τεχνικός διευθυντής των Εναγομένων (ΜΥ1). Σημειώνω επίσης ότι έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα και που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και διαμόρφωσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα. Η πρώτη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η Δρ. Μαρία Ζουβάνη, ακτινολόγος και υπεύθυνη του ακτινολογικού κέντρου Δημόκριτος. Η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν τυπική αφού περιορίστηκε στο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ακτινογραφίες που έλαβε του αυχένα και δεξιού χεριού της Ενάγουσας στις 15.9.2008 (Τεκμήρια 1), στις 26.9.2008 (Τεκμήριο 2) και στις 24.10.2008 (Τεκμήριο 3) καθώς και τρία τιμολόγια σε σχέση με τις εν λόγω ακτινογραφίες με συνημμένες αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήρια 4, 5 και 6) για €45, €33 και €35 αντίστοιχα. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο Δρ. Κώστας Κωνσταντίνου, χειρούργος ορθοπεδικός στην κλινική Λητώ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είδε την Ενάγουσα για πρώτη φορά στις 14.9.2008 και του παραπονέθηκε για αυχενικό άλγος μετά από τροχαίο ατύχημα. Της χορήγησε αντιφλεγμονώδη φάρμακα για αντιμετώπιση του πόνου και τοποθετήθηκε μαλακό περιλαίμιο στην Ενάγουσα για 10 μέρες. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα τον επισκέφθηκε εκ νέου στις 15.9.2008 οπόταν και διενεργήθηκε ακτινολογικός έλεγχος αυχένα (Τεκμήριο 1) «χωρίς εμφανή ευρήματα κατάγματος». Για την εν λόγω επίσκεψη είχε πληρωθεί το ποσό των €30 και παρουσίασε σχετική απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΕ2, η Ενάγουσα προσήλθε ξανά στο ιατρείο του στις 26.9.2008 «με έντονο οίδημα στον δεξιό καρπό». Διενεργήθηκε εκ νέου ακτινολογικός έλεγχος στον δεξιό καρπό αυτή τη φορά (Τεκμήριο 2) ο οποίος κατέδειξε «κάταγμα βάσης 3ου μετακαρπίου δεξιά» και το δεξί χέρι της Ενάγουσας τοποθετήθηκε σε νάρθηκα για 3 βδομάδες. Είπε επίσης ότι σε σχέση με τα ευρήματα του και την εξέλιξη της κατάστασης της Ενάγουσας ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 18.1.2010, Τεκμήριο
- Στο ιατρικό αυτό πιστοποιητικό, πέραν των πιο πάνω, ο ΜΕ2 καταγράφει και ότι μέχρι και την ημέρα έκδοσης του η Ενάγουσα παρουσιάζει άλγος στον αυχένα με τις αλλαγές του καιρού και μικρή παραμόρφωση στη βάση του 3ου μετακαρπίου. Ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης και την κάρτα ασθενούς της Ενάγουσας, Τεκμήριο
- Κατά την κυρίως εξέταση του, και επεξηγώντας με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τα όσα αποτύπωσε στο Τεκμήριο 7, εξήγησε ότι ο πόνος στον αυχένα για τον οποίο παραπονείτο η Ενάγουσα οφειλόταν στην απότομη κάμψη και έκταση του αυχένα κατά το ατύχημα και ότι είχε συστήσει τη χρήση μαλακού περιλαίμιου «λόγω της μη σοβαρής κατάστασης της ασθενούς». Ανέφερε ότι, σύμφωνα με την ακτινογραφία αυχένα, Τεκμήριο 1, ο αυχένας της Ενάγουσας ήταν «σχεδόν σε φυσιολογικά επίπεδα, χωρίς ιδιαίτερους ευθειασμούς». Εξήγησε επίσης ότι η χρήση μαλακού περιλαίμιου περιορίζει τον αυχένα επιτρέποντας μόνο μικρο-κινήσεις, όπως τις χαρακτήρισε, με αποτέλεσμα ο ασθενής να μην μπορεί να οδηγήσει, να μην μπορεί να σκύψει κ.ο.κ. Ανέφερε δε ότι μετά από ένα τέτοιο τραυματισμό ένας ασθενής μπορεί να παρουσιάσει στο μέλλον κεφαλαλγίες και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να δημιουργηθούν «στο μακρύ μέλλον» οστεόφυτα. Σε σχέση με τον καρπό της Ενάγουσας εξήγησε ότι το οίδημα το οποίο παρουσίαζε στις 26.9.2008 οφειλόταν σε φούσκωμα των μαλακών μορίων. Μετά από σχετικό ακτινολογικό έλεγχο (Τεκμήριο 2) διαπιστώθηκε το κάταγμα ήταν απαρεκτρόπιστο. Για την αντιμετώπιση του, είπε ότι τοποθετήθηκε νάρθηκας για 3 εβδομάδες διότι, σύμφωνα με την Ενάγουσα, ο τραυματισμός αυτός προϋπήρχε από την ημέρα του ατυχήματος. Εξήγησε επίσης ότι με την τοποθέτηση του νάρθηκα ένας ασθενής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το χέρι του. Σε σχέση με την πορεία επούλωσης του κατάγματος, κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι έχει αποκατασταθεί η λειτουργικότητα του καρπού ο οποίος παρουσιάζει πλήρη κάμψη και έκταση. Κατά την ψηλάφηση όμως, ανέφερε ότι είναι αισθητός «οστικός πόρος» τον οποίο περιέγραψε ως δευτερογενές οστό που δημιουργείται γύρω από το κάταγμα. Είπε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει μεγαλύτερη πάχυνση του οστού από το φυσιολογικό. Εξήγησε ότι αυτό δεν προκαλεί στην Ενάγουσα λειτουργικά προβλήματα και είναι μόνο πρόβλημα αισθητικό αφού κατά την ψηλάφηση είναι αισθητό «ότι υπάρχει κάτι». Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, και ερωτώμενος σχετικά, είπε ότι η διάγνωση του για τον πόνο που αισθανόταν η Ενάγουσα είναι «έμμεση» αφού δεν υπάρχει τρόπος για να μετρηθεί ο πόνος που αισθάνεται ένας ασθενής. Ο ίδιος είπε ότι ήταν σε θέση να διαγνώσει ενδείξεις πόνου κατά την κλινική του εξέταση όμως η ένταση του πόνου είναι κάτι υποκειμενικό που εξαρτάται από τον κάθε ασθενή. Σε σχέση με το κάταγμα στον καρπό, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η πρώτη φορά που η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο στον καρπό ήταν στις 26.9.
- Είπε επίσης ότι από την ακτινογραφία, Τεκμήριο 2, φάνηκε ότι το κάταγμα παρουσίαζε εκχυμώσεις και ότι αυτό ήταν ένδειξη ότι είχαν ήδη περάσει κάποιες μέρες από την ημερομηνία που αυτό προκλήθηκε. Είπε ότι η Ενάγουσα είχε υποστεί το κάταγμα «τουλάχιστον πριν τις 20.9.008». Αναφορικά με την πορεία αποκατάστασης της Ενάγουσας, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι «η ασθενής δεν είχε επιπλοκές σε σχέση με τον αυχένα» και ότι σε σχέση με τον καρπό «υπάρχει πλήρης επούλωση. Μόνο μικρή παραμόρφωση στην περιοχή», την οποία παραμόρφωση περιέγραψε ξανά ως θέμα αισθητικό και αντιληπτό κατά την ψηλάφηση. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. Κώστας Αυξεντίου (ΜΕ3), ο οποίος εξήγησε ότι είναι πτυχιούχος μηχανολόγος. Είπε ότι φοίτησε για 4 χρόνια στο πανεπιστήμιο του Frederik και ότι συνέχισε τις σπουδές του στην Αμερική. Ανέφερε επίσης ότι μετά το πέρας των σπουδών του, από το 1993 μέχρι το 1995 εργάστηκε σε συνεργείο της αντιπροσωπείας των αυτοκινήτων Volvo και Νissan στην Κύπρο, με εξειδίκευση στα Volvo και ότι από το 1995 μέχρι σήμερα διατηρεί δικό του συνεργείο αυτοκινήτων. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, κατόπιν οδηγιών του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα επιθεώρησε το επίδικο όχημα στις 27.11.2014 στην οικία της Ενάγουσας όπου αυτό είχε μεταφερθεί μετά το επίδικο ατύχημα που συνέβηκε στις 14.9.
- Σε σχέση με το συγκεκριμένο όχημα ανέφερε ότι αυτό κατασκευάστηκε το 2007 και ότι διέθετε σύστημα αερόσακων. Εξηγώντας τη λειτουργία του συστήματος αερόσακων ενός οχήματος, είπε ότι το σύστημα αποτελείται από 7 μέρη, τον κεντρικό επεξεργαστή (airbag control unit), τους αερόσακους, δύο προτενταντήρες (pretensioners), τον αγωγό προστασίας του συσσωρευτή (safety battery terminal), τον αισθητήρα αναγνώρισης κατάληψης θέσης (seat occupancy sensor), τους αισθητήρες κρούσης (crash sensors) και από την καλωδίωση. Ειδικότερα σε σχέση με τους αισθητήρες κρούσης, εξήγησε ότι «είναι οι αισθητήρες που μετρούν τη δύναμη και τη φορά της κρούσης σε Newton metre (Nm) και στέλνουν το ανάλογο σήμα στον κεντρικό επεξεργαστή (airbag control unit)». Ανέφερε ότι για να ενεργοποιηθεί ένα σύστημα αερόσακων «όλα τα ως άνω μέρη πρέπει να βρίσκονται σε λειτουργήσιμη κατάσταση, το όχημα να κινείται με ταχύτητα μεγαλύτερη των 25 km/h, να υπάρχει δύναμη πρόσκρουσης και αρνητική επιτάχυνση ή επιβράδυνση (negative acceleration)». Για την μελέτη που διενήργησε, είπε ότι βασίστηκε στους ελέγχους και μετρήσεις που έκανε στο σύστημα αερόσακων του επίδικου οχήματος καθώς, σε φωτογραφίες που του δόθηκαν από την Ενάγουσα και οι οποίες παρουσιάζουν τη σημερινή εικόνα του οχήματος και οι οποίες κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο 10, καθώς και σε όσα του είχε αναφέρει η Ενάγουσα για το ατύχημα. Συνέχισε λέγοντας ότι «από οπτικής άποψης» διαπίστωσε ότι το όχημα ενεπλάκη σε ατύχημα το οποίο «πρέπει να ήταν μεγάλο και σοβαρό» και ορθά το όχημα είχε κριθεί ολοσχερώς κατεστραμμένο. Πρόσθεσε ότι «από οπτικής άποψης φαίνεται ότι κανένα από τα μέρη του συστήματος αερόσακων δεν ενεργοποιήθηκε στο συγκεκριμένο όχημα, παρά τη σφοδρότητα της σύγκρουσης». Με τη βοήθεια συγκεκριμένου ηλεκτρονικού εργαλείου, είπε ότι έλαβε «ικανοποιητικές» ηλεκτρονικές πληροφορίες από το όχημα «παρά τη δυσκολία που αντιμετώπισα ένεκα του ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν ακινητοποιημένο για έξι και πλέον χρόνια». Με βάση τις μετρήσεις του κατέληξε ότι «το σύστημα αερόσακων του συγκεκριμένου οχήματος πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του επίδικου ατυχήματος βρισκόταν σε πλήρως λειτουργήσιμη κατάσταση. Ως εκ της συγκεκριμένης άποψης πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν ενεργοποιήθηκε το σύστημα των αερόσακων κατά το συγκεκριμένο ατύχημα ήταν γιατί δεν είχε καταγραφεί αρκετά ικανοποιητική δύναμη κρούσης από τους αισθητήρες κρούσης (crash sensor) ούτε ικανοποιητική αρνητική επιτάχυνση (negative acceleration). Αυτό πρέπει να θεωρείται μεγάλο σφάλμα, διότι τα κτυπήματα που διαπίστωσα στο αυτοκίνητο όταν το επιθεώρησα, προήλθαν από μια σύγκρουση τόσο βίαιη και δυνατή, που είναι απαράδεκτο να μην καταγραφεί η σύγκρουση και να ανοίξουν οι αερόσακοι. Το ό,τι συνέβη είναι απαράδεκτο και δημιούργησε τεράστιο κίνδυνο στον οδηγό. Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε με βάση αυτά τα δεδομένα είναι ό,τι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είχε κατασκευαστικό ελάττωμα στο σύστημα αερόσακων». Κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ3 διευκρίνισε ότι οι γνώσεις του δεν επεκτείνονται σε ισιώματα αυτοκινήτων αλλά μόνο σε μηχανικά και ηλεκτρολογικά θέματα όμως, πρόσθεσε, ένεκα της πολύχρονης πείρας του είναι σε θέση να αντιληφθεί επιθεωρώντας ένα όχημα, το μέγεθος ενός ατυχήματος και τα σημεία που χρειάζονται επιδιόρθωση. Είπε επίσης ότι με συστήματα αερόσακων έχει ασχοληθεί πολλές φορές στην καριέρα του αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκε με περίπτωση ατυχήματος κατά το οποίο δεν ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι. Ανέφερε επίσης ότι οι οδηγίες που είχε κατά τη διενέργεια της μελέτης του ήταν να διαπιστώσει γιατί το σύστημα αερόσακων δεν ενεργοποιήθηκε κατά το επίδικο ατύχημα. Ερωτήθηκε κατά πόσο ήταν σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, με δεδομένο το ότι επιθεώρησε το όχημα 6 και πλέον χρόνια μετά που συνέβηκε το επίδικο ατύχημα. Απάντησε ότι κατά τη διεξαγωγή της έρευνας του αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες στην προσπάθεια του να λάβει ηλεκτρονικές μετρήσεις. Για να καταλήξει, είπε, στα συμπεράσματα του βασίστηκε στις μετρήσεις που διενήργησε, στη φυσική κατάσταση του οχήματος όπως την είδε ο ίδιος κατά την επιθεώρηση του καθώς και σε πληροφορίες που πήρε από την οδηγό του οχήματος. Ανέφερε ερωτώμενος σχετικά ότι όταν ένα μέρος του συστήματος ασφαλείας του οχήματος παρουσιάζει βλάβη, τότε εμφανίζεται σχετική προειδοποιητική ένδειξη προς τον οδηγό και ο «εγκέφαλος» του οχήματος καταγράφει τη συγκεκριμένη βλάβη. Εξήγησε ότι στο ηλεκτρονικό σύστημα του επίδικου οχήματος δεν είχε καταγραφεί οποιοσδήποτε κωδικός βλάβης στο σύστημα αερόσακων και ότι δεν είχε δώσει στον οδηγό οποιαδήποτε ένδειξη για βλάβη. Συμφώνησε επίσης με τον συνήγορο των Εναγομένων ότι εάν οι αισθητήρες κρούσης (crash sensors) του οχήματος είχαν βλάβη, τότε ο «εγκέφαλος» του οχήματος θα είχε δώσει την κατάλληλη ένδειξη για τη βλάβη αυτή στον οδηγό και θα την είχε εντοπίσει και ο ίδιος με τις ηλεκτρονικές μετρήσεις και ελέγχους που είχε κάνει. Συμφώνησε επίσης με σχετική υποβολή που του έγινε ότι, σύμφωνα και πάλιν με τις μετρήσεις του, οι ηλεκτρονικές ενδείξεις του επίδικου οχήματος λειτουργούσαν «μια χαρά». Του τέθηκε επίσης ότι σε οχήματα όπως το επίδικο, μέρος του σχεδιασμού ασφαλείας του οχήματος είναι η πρόκληση παραμόρφωσης των εξωτερικών επιφανειών σε περίπτωση ατυχήματος. Συμφώνησε αναφέροντας ότι τα οχήματα είναι σχεδιασμένα να παραμορφώνονται ώστε, με την παραμόρφωση, να απορροφάται ενέργεια κατά την σύγκρουση και να προστατεύεται ο επιβάτης του οχήματος. Του τέθηκε τότε ότι η όποια παραμόρφωση προκλήθηκε στο όχημα συνεπεία του ατυχήματος δεν είναι ενδεικτική της σφοδρότητας ή της βιαιότητας του ατυχήματος αλλά προκλήθηκε διότι το ίδιο το όχημα είναι σχεδιασμένο για προστασία του επιβάτη να παραμορφώνεται με αυτό τον τρόπο. Του τέθηκε επίσης ότι οι ζημιές στο όχημα δεν είναι ενδεικτικές μετωπικής σύγκρουσης αλλά «τριψίματος» στο κιγκλίδωμα του δρόμου και ότι ο λόγος που οι αερόσακοι δεν ενεργοποιήθηκαν ήταν γιατί ο «εγκέφαλος» του οχήματος έκρινε ορθά ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο για την προστασία του επιβάτη. Αρνήθηκε λέγοντας ότι «από τη στιγμή που το όχημα κρίθηκε ολοσχερώς κατεστραμμένο [από την εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην Ενάγουσα] και από τη στιγμή που έχουμε τραυματισμούς τότε το σύστημα αερόσακων και όλο το όχημα έπρεπε να προστατέψει τον επιβάτη». Ο ΜΕ3 συμφώνησε με τον συνήγορο των Εναγομένων ότι οι αερόσακοι είναι το τελευταίο μέτρο ασφαλείας του οχήματος σε περίπτωση ατυχήματος. Συμφώνησε επίσης ότι με βάση τις δικές του μετρήσεις ο «εγκέφαλος» του οχήματος λειτουργούσε πλήρως τόσο πριν όσο και μετά το ατύχημα. Του υποβλήθηκε τότε ξανά ότι ο μόνος λόγος που δεν ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι του οχήματος κατά το ατύχημα ήταν γιατί δεν υπήρχε λόγος για να ενεργοποιηθούν. Ο ΜΕ3 διαφώνησε επιμένοντας ότι ο λόγος που δεν είχαν ενεργοποιηθεί οι αερόσακοι ήταν διότι «δεν είχε καταγραφεί αρκετά ικανοποιητική δύναμη κρούσης από τους αισθητήρες κρούσης (crash sensor) ούτε ικανοποιητική αρνητική επιτάχυνση (negative acceleration)». Του υποβλήθηκε από το συνήγορο του Εναγόμενου ότι παρά το ότι οι αερόσακοι είναι μέρος του συστήματος ασφαλείας ενός οχήματος, αυτοί είναι επίσης επικίνδυνοι και ότι αν ενεργοποιηθούν μπορεί να προκαλέσουν τραυματισμό στον επιβάτη του οχήματος. Ο ΜΕ3 αρνήθηκε λέγοντας ότι «οι αερόσακοι θα κάνουν ζημιά μόνο αν δεν φορεί ζώνη ο επιβάτης. Οι αερόσακοι σαν ξεχωριστό εξάρτημα είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι. Σαν μέρος του συστήματος ασφαλείας είναι ασφαλείς». Ακολούθησαν οι εξής ερωταπαντήσεις, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες, παρά το ότι είναι μακροσκελείς, γιατί κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικές: «Ε: -Ισχυρίζεστε ότι έπρεπε να ανοίξουν οι αερόσακοι με αυτά που είδατε; Α: Μάλιστα. Ε: -Παρά το ότι το σύστημα λειτουργούσε μια χαρά και οι ενδείξεις ήταν εντός προδιαγραφών; Α: Ναι. .Ε: -Συμφωνείται ότι ο κατάλληλος κριτής για το αν έπρεπε να ανοίξουν οι αερόσακοι είναι ο εγκέφαλος του οχήματος; Α: Διαφωνώ. Ούτε ο εγκέφαλος είναι ο κατάλληλος κριτής αλλά ο εγκέφαλος αυτού που τον σχεδίασε και τον προγραμμάτισε που έχει παραλείψει να τον προγραμματίσει για σενάριο παρόμοιο με το ατύχημα που έγινε στο όχημα. Γι' αυτό το λόγο το όχημα κρίνεται ελλιπώς σχεδιασμένο και ελαττωματικό γιατί ο κατασκευαστής δεν έχει προνοήσει για τέτοιου είδους ατυχήματα με απώτερο σκοπό να προστατεύσει τον επιβάτη. .Ε: -[Άρα υποστηρίζεται ότι] δεν υπάρχει ελάττωμα στο σύστημα αερόσακων αλλά στον προγραμματισμό του; Α: Από την αρχή της υπόθεσης υποστήριζα ότι το σύστημα αερόσακων στο συγκεκριμένο όχημα ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Στο σημείο που υπάρχει το πρόβλημα είναι κατασκευαστικό λάθος γιατί δεν προνόησε η BMW να ασφαλίσει τον επιβάτη σε τέτοιας μορφής ατύχημα. Ε: -Όλα αυτά τα στηρίζεται στις φωτογραφίες που είδατε και στα όσα σας είπε η Ενάγουσα; Α: Στηρίζονται στο ότι το όχημα έχει κριθεί total loss και ότι είχαμε τραυματισμό στο όχημα. Ε: -Το πόρισμα σας στηρίζεται στο ότι το όχημα κρίθηκε total loss, στο ότι υπήρχε τραυματισμός, στα όσα σας είπε η Ενάγουσα, όσα είδατε από φωτογραφίες και από όσα είδατε εσείς στο όχημα; Α: Στηρίζεται πάνω στη δική μου εκτίμηση η οποία είναι σφαιρική και αρκετά λεπτομερής. .Ε: -Έχετε κάνει οποιαδήποτε τεστ για να καταλήξετε στο συμπέρασμα σας περί κατασκευαστικού ελαττώματος; Αναπαράσταση της σύγκρουσης; Μελέτη για τη δύναμη που χρειάζεται για να γίνει η συγκεκριμένη ζημιά, force analysis, ανάλυση διαφόρων τρόπων κτυπήματος; Α: Όλα αυτά τα τεστ είναι γι' αυτό που παρουσιάζει αδυναμίες η κατασκευαστική εταιρεία. Αν τα είχε κάνει αυτή τα τεστ τότε δεν θα είχε τραυματία. Εγώ δεν έκανα τεστ γιατί δεν υπάρχουν ανάλογες εγκαταστάσεις στην Κύπρο για έτσι τεστ. Ε: -Σας υποβάλλω ότι χωρίς οποιαδήποτε τεστ και μετρήσεις δεν μπορείτε να οδηγηθείτε στο συμπέρασμα σας. Είναι παράλογο να λέτε ότι όλα λειτουργούσαν μια χαρά αλλά έπρεπε να ανοίξουν οι αερόσακοι; Α: Για μένα είναι παράλογο να υπόσχεσαι σαν κατασκευάστρια εταιρεία ότι έκανες μελέτες ασφαλείας για τους επιβάτες και να πληρώνει ο κάθε ιδιοκτήτης ακριβά τις υποσχέσεις ασφαλείας και μετά από τέτοιο ατύχημα να διαπιστώνει ότι το όχημα μας απογοητεύει πλήρως. .Ε: -Αν δεν έβλεπες τις φωτογραφίες και αν δεν μιλούσες με την Ενάγουσα και έκαμνες μετρήσεις μόνο στο όχημα; Ποιο θα ήταν το πόρισμα σου για τους συγκεκριμένους αερόσακους; Α: Ότι το σύστημα ήταν σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση.» Η ίδια η Ενάγουσα κατέθεσε τελευταία προς απόδειξη της απαίτησης της (ΜΕ4). Η Ενάγουσα είπε ότι αγόρασε το επίδικο όχημα από τους Εναγόμενους περί τον Απρίλιο 2007 και όχι Απρίλιο 2008 όπως λανθασμένα αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Είπε επίσης ότι πριν την αγορά του είχε ζητήσει διαβεβαιώσεις «γενικά για το επίπεδο ασφάλειας του συγκεκριμένου αυτοκινήτου αλλά και ειδικότερα για τον αριθμό των αερόσακων και την καλή λειτουργία του συστήματος αερόσακων του συγκεκριμένου μοντέλου αυτοκινήτου». Εξήγησε ότι ο λόγος που ζήτησε αυτές τις διαβεβαιώσεις ήταν διότι ταξίδευε καθημερινά από τη Λάρνακα στην Ξυλοφάγου και αντίστροφα και «ένεκα της επικινδυνότητας που εμπεριέχει η συνεχής χρήση αυτοκινήτου, ήθελα το αυτοκίνητο που θα αγόραζα να διασφάλιζε τη σωματική μου ακεραιότητα στο μέγιστο δυνατό βαθμό». Συνέχισε λέγοντας ότι οι πωλητές των Εναγομένων «με διαβεβαίωσαν ότι το συγκεκριμένο μοντέλο αυτοκινήτου φέρει έξι αερόσακους και ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν από τα πιο ασφαλή στην κλάση του. Όπως μου ανέφεραν, η αυτοκινητοβιομηχανία BMW είναι η πρώτη εταιρεία στον κόσμο που εγκατέστησε στα οχήματα της αερόσακους ενώ ως ισχυρίστηκαν η BMW αναβαθμίζει συνεχώς το σύστημα αερόσακων με απώτερο στόχο την παροχή της μεγαλύτερης δυνατής ασφάλειας και προστασίας στους πελάτες της». Σύμφωνα με την Ενάγουσα, αγόρασε το συγκεκριμένο όχημα βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις αυτές. Κατέθεσε λέγοντας ότι στις 14.9.2008 ξεκίνησε από το σπίτι της στην Ξυλοφάγου για να μεταβεί στη Λάρνακα για νυχτερινή έξοδο «πλην όμως επειδή είχα καθυστερήσει αρκετά αύξησα την ταχύτητα μου για να προλάβω. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσα ήταν 140km/h.» Σε κάποιο σημείο του δρόμου, και ενώ κινείτο στην δεξιά λωρίδα αντιλήφθηκε μπροστά της άλλο αυτοκίνητο το οποίο επίσης κινείτο στη δεξιά λωρίδα, αλλά με μικρότερη ταχύτητα από την ίδια και το οποίο είχε αρχίσει να κινείται αριστερότερα για να πάει στην αριστερή λωρίδα. Πριν όμως το προπορευόμενο όχημα μετακινηθεί πλήρως στην αριστερή λωρίδα «ενώ αυτό βρισκόταν στο μέσο των δύο λωρίδων [πλησίασα] σε ανησυχητικό πλέον βαθμό για να συγκρουστούμε. Αμέσως αντιλήφθηκα ότι ένεκα της μεγάλης διαφοράς στην ταχύτητα με την οποία κινούνταν τα δύο οχήματα θα προκαλείτο μεταξύ μας σύγκρουση και ως εκ τούτου, ένεκα του γεγονότος ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος στα δεξιά γιατί το προπορευόμενο μου αυτοκίνητο βρισκόταν ακόμα στο κέντρο των δύο λωρίδων, έκανα απότομο ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγω το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ένεκα της μεγάλης ταχύτητας με την οποία οδηγούσα αλλά και της αγωνίας μου να αποφύγω το προπορευόμενο όχημα έχασα τον έλεγχο του οχήματος μου με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο μου να κινείται ζικ ζακ στο δρόμο και τελικά το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μου να κτυπήσει στο μεσαίο κιγκλίδωμα, το αυτοκίνητο να γυρίσει να κτυπήσει και στο πίσω μέρος κάπου και να καταλήξει αρκετά μέτρα μακριά στην άκρη του δρόμου στα αριστερά.» Η Ενάγουσα είπε επίσης ότι η ασφαλιστική της εταιρεία έκρινε το όχημα ολοσχερώς καταστραφέν και την αποζημίωσε σχετικά. Ανέφερε ότι κανένας από τους έξι αερόσακους του οχήματος δεν άνοιξε και υποστήριξε ότι «ένεκα του γεγονότος ότι οι αερόσακοι του οχήματος μου δεν άνοιξαν παρά τη σφοδρότητα του ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκηκα εγώ υπέστηκα σοβαρούς τραυματισμούς οι οποίοι μου προκάλεσαν αφόρητους πόνους, τρομερή δυσχέρεια και ταλαιπωρία και έξοδα ενώ μέχρι σήμερα εξακολουθώ να ταλαιπωρούμαι από πόνο και δυσχέρεια.» Αισθάνθηκε είπε ότι ξεγελάστηκε από τους Εναγόμενους και τις διαβεβαιώσεις που της έδωσαν για την ασφάλεια του οχήματος. Το ίδιο βράδυ πήγε στην κλινική Λητώ, καθώς και το επόμενο πρωί όπου είδε τον ΜΕ2 σχετικά με τον πόνο που αισθανόταν στον αυχένα. Είπε ότι κατά την περίοδο που φορούσε το μαλακό περιλαίμιο αδυνατούσε να κάνει οποιεσδήποτε κινήσεις, ή να ξεκουραστεί τα βράδια, δεν μπορούσε να σκύψει ή να φορέσει τα ρούχα και τα παπούτσια της χωρίς βοήθεια αλλά ούτε και να οδηγήσει. Η Ενάγουσα ανέφερε επίσης ότι «από την ώρα του ατυχήματος ένιωθα πόνο και στο δεξιό καρπό όμως δεν ήταν έντονος πόνος όσο ο πόνος που ένιωθα στον αυχένα και ως εκ τούτου θεώρησα ότι ήταν ένας απλός μώλωπας». Το χέρι της τελικά άρχισε να φουσκώνει και το ανέφερε στον ΜΕ2 κατά την επόμενη επίσκεψη της οπόταν και διαγνώστηκε το κάταγμα στον καρπό για το οποίο τοποθετήθηκε νάρθηκας για 3 βδομάδες. Κατά τη διάρκεια των τριών εκείνων βδομάδων δεν μπορούσε να κουνήσει τον καρπό της, ούτε και να χρησιμοποιήσει το χέρι της για να κρατήσει κάτι. Συνέχισε λέγοντας ότι δεν αντιμετωπίζει σήμερα ιδιαίτερα προβλήματα με τον καρπό της εκτός από το ότι «στο σημείο του καρπού που υπήρχε το κάταγμα υπάρχει τώρα μια παραμόρφωση ήτοι ο καρπός μου είναι πιο χοντρός και εξογκωμένος κάτι που με κάνει να αισθάνομαι κάπως άβολα για την εμφάνιση μου». Ανέφερε ότι φορούσε τελικά το μαλακό περιλαίμιο για 20 ημέρες και ότι σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει «επεισόδια πόνου» με τις αλλαγές του καιρού τα οποία την «ταλαιπωρούν αρκετά καθότι από τον αυχένα επηρεάζονται αρκετές κινήσεις του ανθρώπινου σώματος». Τέλος είπε ότι όταν ο ΜΕ3 θα επιθεωρούσε το επίδικο όχημα για σκοπούς της μαρτυρίας του, αυτή εκτύπωσε κάποιες φωτογραφίες του οχήματος που είχε βγάλει σε προγενέστερο στάδιο που έκρινε ότι θα ήταν βοηθητικές και του τις έδωσε. Κατά την αντεξέταση της, η Ενάγουσα εξήγησε ότι κατά την αγορά του επίδικου οχήματος είχε ερωτήσει γενικά για το σύστημα αερόσακων «αν ήταν καλοί, αν λειτουργούν» και «αν θα ήταν εντάξει σε πιθανό ατύχημα». Ανέφερε επίσης ότι πριν το επίδικο ατύχημα δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε ένδειξη ή προειδοποιητικό σήμα για βλάβη στο όχημα. Σε σχέση με το επίδικο ατύχημα είπε ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας σε τέτοιο βαθμό. Όταν δε της τέθηκε ότι η βλάβη στον αυχένα προκλήθηκε διότι δεν είχε το κάθισμα του οχήματος της στην ορθή θέση αρνήθηκε λέγοντας ότι το κάθισμα ήταν σχεδόν σε ορθή γωνία. Ερωτώμενη αναφορικά με τη σύγκρουση του οχήματος στο κιγκλίδωμα, υποστήριξε ότι το όχημα είχε κτυπήσει αρχικά στην μπροστινή δεξιά πλευρά. Της τέθηκε τότε ότι η σύγκρουση δεν ήταν μετωπική και κατέληξε ότι ήταν «κάπως μετωπική» Της τέθηκε περαιτέρω ότι το σύστημα αερόσακων του οχήματος «δούλεψε μια χαρά». Αρνήθηκε λέγοντας ότι εάν άνοιγαν οι αερόσακοι του οχήματος δεν θα είχε υποστεί το κτύπημα στο χέρι και στον αυχένα και ότι εάν οι αερόσακοι άνοιγαν «θα έδιν[ε] κάπου μαλακά και δεν θα είχε τα κτυπήματα». Αμφισβητήθηκε επίσης, κατά την αντεξέταση, η ένταση του πόνου που αισθάνθηκε από τα τραύματα της για να απαντήσει ότι «με βάση τα δικά μου δεδομένα ήταν αφόρητοι». Επανέλαβε ότι ακόμα αισθάνεται πόνους στον αυχένα με τις αλλαγές του καιρού, ειδικά στο κρύο και ότι έχει υποστεί παραμόρφωση στο χέρι η οποία την «ενοχλεί» ενώ έδειξε στο Δικαστήριο συγκεκριμένο σημείο στον δεξιό καρπό. Για την πλευρά της Υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. Ανδρέας Ανδρέου, μηχανολόγος μηχανικός, τεχνικός διευθυντής των Εναγομένων από το 2003 ενώ από το 2009 κατέχει επίσης τη θέση του διευθυντή του service των Εναγομένων (ΜΥ1). Ο ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στα συστήματα παθητικής ασφαλείας που διαθέτει το επίδικο όχημα, μεταξύ των οποίων είναι και το σύστημα αερόσακων. Εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι με τον όρο «παθητική ασφάλεια» εννοεί ότι μέρη του οχήματος είναι κατασκευασμένα με τέτοιο τρόπο «ώστε σε περίπτωση ατυχήματος να λειτουργούν συγκεκριμένα για να μειώνουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις πιθανότητες τραυματισμού ή ακόμα και θανάτου στους επιβαίνοντες». Σε σχέση με το επίδικο ατύχημα είπε ότι έχει μελετήσει τη δέσμη φωτογραφιών, Τεκμήριο 10, από τις οποίες έχει συμπεράνει ότι το ατύχημα «δεν ήταν τόσο σοβαρό» και ότι η περισσότερη ζημιά οφείλεται σε τρίψιμο του οχήματος στο κιγκλίδωμα και όχι σε μετωπική σύγκρουση. Υποστήριξε επίσης ότι το γεγονός ότι το όχημα είχε κριθεί total loss δεν είναι ενδεικτικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης αλλά σημαίνει απλώς ότι το κόστος επιδιόρθωσης του είναι μεγαλύτερο από την τρέχουσα αξία του. Ανέφερε ότι από τις μετρήσεις του ΜΕ2 φαίνεται ότι τα συστήματα του επίδικου οχήματος λειτουργούσαν κανονικά μέχρι και τον Νοέμβριο 2014 και ο λόγος που δεν ενεργοποιήθηκαν κατά το ατύχημα οι αερόσακοι είναι διότι «δεν έπρεπε». Συνέχισε λέγοντας ότι η ενεργοποίηση των αερόσακων είναι το τελευταίο προστατευτικό μέτρο που λαμβάνει ένα όχημα σε περίπτωση ατυχήματος διότι η ενεργοποίηση των αερόσακων μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς. «Η εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος στο μυαλό του όταν γίνεται αναφορά σε αερόσακους, ότι δηλαδή πρόκειται για ένα μαξιλαράκι το οποίο προστατεύει τους επιβαίνοντες ενός οχήματος, είναι παντελώς λανθασμένη. Η πραγματικότητα είναι ότι ο αερόσακος μοιάζει με μπαλόνι από ανθεκτικό υλικό, το οποίο φουσκώνει σε κλάσματα δευτερολέπτων και γίνεται τόσο σκληρό που μπορεί να οδηγήσει σε πολύ σοβαρούς τραυματισμούς». Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν έχει εξετάσει πολλά ατυχήματα αλλά κάθε μήνα έρχονται 100 περίπου κτυπημένα οχήματα BMW στην εταιρεία του. Σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος υποστήριξε ότι από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 10, φαίνεται ότι το αυτοκίνητο δεν είχε συγκρουστεί μετωπικά αλλά σύρθηκε στον αυτοκινητόδρομο. Του τέθηκε ότι το σύστημα αερόσακων το οχήματος δεν λειτούργησε κανονικά. Αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στο σύστημα το οποίο είχε ελεγχθεί λίγους μήνες πριν το ατύχημα σε service που έγινε στο όχημα. Οι αερόσακοι είπε δεν ενεργοποιήθηκαν γιατί δεν έπρεπε αν ενεργοποιηθούν. Παρέπεμψε στις φωτογραφίες, Τεκμήριο 10, για να υποστηρίξει ότι από αυτές φαίνεται ότι το κουβούκλιο των επιβατών ήταν άθικτο από τη σύγκρουση που σημαίνει ότι η ενέργεια που είχε δεχτεί ήταν μικρή και γι' αυτό δεν ενεργοποιήθηκε το σύστημα και δεν άνοιξαν οι αερόσακοι. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και έχω μελετήσει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ΜΕ1 αυτή ήταν, όπως έχω αναφέρει, τυπική αφού περιορίστηκε στο να παρουσιάσει τις ακτινογραφίες αυχένα και δεξιάς χειρός της Ενάγουσας και αντίστοιχων τιμολογίων και αποδείξεων πληρωμής. Με δεδομένο το περιορισμένο αυτό εύρος της μαρτυρίας της, δεν τέθηκε θέμα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της ούτε από τον συνήγορο των Εναγομένων. Από την πλευρά μου, θεωρώ ότι κατέθεσε την αλήθεια και αποδέχομαι την μαρτυρίας της. Ο χειρούργος ορθοπεδικός Δρ. Κώστας Κωνσταντίνου, ΜΕ2, ήταν θεωρώ μάρτυρας αντικειμενικός και αξιόπιστος. Κατέθεσε με σαφήνεια εξηγώντας τα ευρήματα του από τις εξετάσεις που διενήργησε στην Ενάγουσα καθώς και την εξέλιξη της πορείας της υγείας της. Ήταν σαφής και κατατοπιστικός σε σχέση με τα κλινικά του ευρήματα και δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την αντεξέταση. Αντίθετα παρέμεινε σταθερός σε όσα είπε και έθεσε με τις απαντήσεις του όλες τις πληροφορίες και απόψεις του, με βάση τις ειδικές του γνώσεις, που του ζητήθηκαν. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Στρέφομαι στη μαρτυρία του ΜΕ3, του πτυχιούχου μηχανολόγου που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας. Όπως είναι καλά γνωστό, ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[3]. Όπως επεξηγείται σχετικά στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013: «.οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία.» Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί[4]. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς». Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[5], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στη περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα[6]. Με βάση την πιο πάνω καθοδήγηση, και εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ3, καταλήγω ότι μπορώ να δεχτώ την ορθότητα των μετρήσεων του - οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από το συνήγορο των Εναγομένων - αλλά δεν μπορώ να αποδεχτώ τα συμπεράσματα του. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, η θέση του ήταν ότι το σύστημα αερόσακων του επίδικου οχήματος ήταν σε πλήρως λειτουργήσιμη κατάσταση αλλά έχει εντοπίσει κατασκευαστικό πρόβλημα στο συγκεκριμένο όχημα. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι κατά τον προγραμματισμό του «εγκεφάλου» του οχήματος και, γενικότερα, κατά τον προγραμματισμό του συστήματος ασφαλείας του οχήματος, η κατασκευάστρια εταιρεία δεν προνόησε για την ασφάλεια του επιβάτη σε περιπτώσεις ατυχημάτων όπως το επίδικο. Ως αποτέλεσμα, το σύστημα ασφαλείας δεν αναγνώρισε τον κίνδυνο και δεν ενήργησε προστατευτικά για τον επιβάτη με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της Ενάγουσας. Έχω παραθέσει πιο πάνω ένα εκτενές απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΕ
- Διαφαίνεται, κατά την κρίση μου, από το απόσπασμα εκείνο ότι ο ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει επιστημονική τεκμηρίωση για το συμπέρασμα του αυτό. Επέμενε ότι το σύστημα αερόσακων του οχήματος ήταν σε πλήρως λειτουργήσιμη κατάσταση αλλά εντόπισε ελάττωμα στον γενικότερο προγραμματισμό του συστήματος ασφαλείας του οχήματος. Κατέληξε σε αυτή τη θέση χωρίς να διενεργήσει οποιαδήποτε ειδική μελέτη ή προσομοίωση ή αναπαράσταση του ατυχήματος. Βασίστηκε γενικά σε πληροφορίες που έλαβε από την Ενάγουσα για τον τρόπο με τον οποίο συνέβη το ατύχημα - χωρίς να έχει καταθέσει στο Δικαστήριο ποια ήταν ακριβώς η ενημέρωση που έλαβε από την Ενάγουσα - και κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που ο ίδιος περιγράφει ως την «εκτίμηση του η οποία είναι σφαιρική και αρκετά λεπτομερείς». Χωρίς όμως να έχει καταθέσει κανένα μετρήσιμο ή αντικειμενικό στοιχείο στο οποίο βασίστηκε για την εκτίμηση του αυτή, θεωρώ ότι το συμπέρασμα του παραμένει μετέωρο. Δεν έχει εφοδιάσει το Δικαστήριο με κανένα τρόπο ελέγχου της ορθότητας του συμπεράσματος του. Για το λόγο αυτό δεν μπορώ να το αποδεχτώ. Όπως είναι γνωστό η μαρτυρία ενός προσώπου μπορεί να γίνει δεχτή εν όλω ή εν μέρει[7] και έχω ήδη εξηγήσει γιατί αποδέχτηκα μόνο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ
- Σε σχέση με τη μαρτυρία της Ενάγουσας ισχύει το ίδιο. Θεωρώ δηλαδή ότι σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια κατά τη μαρτυρία της αλλά σε κάποια σημεία εντόπισα διάθεση υπεκφυγής ή υπερβολής. Πιστεύω ότι κατά την αγορά του επίδικου οχήματος είχε ερωτήσει γενικά για θέματα ασφαλείας και έλαβε τις πληροφορίες που ανέφερε στην κυρίως εξέταση της, ειδικότερα ότι το όχημα είχε έξι αερόσακους και ότι το συγκεκριμένο όχημα ήταν από τα πιο ασφαλή στην κλάση του. Στην απουσία επίσης άλλης μαρτυρίας σχετικά με τον τρόπο που συνέβη το ατύχημα, αλλά και με δεδομένο ότι το ζήτημα της ευθύνης για το ατύχημα δεν είναι επίδικο, αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία της επί αυτού. Το ίδιο ισχύει και για το ιστορικό των επισκέψεων της στον ΜΕ2 και οι αναφορές της στα τραύματα που υπέστη, ήτοι στο άλγος αυχένα και στο κάταγμα 3ου μετακάρπιου δεξιού καρπού. Όταν όμως της τέθηκε κατά την αντεξέταση η θέση των Εναγομένων ότι η σύγκρουση του οχήματος της με το κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου δεν ήταν μετωπική και ότι οι ζημιές στο όχημα προκλήθηκαν γιατί αυτό «τρίφτηκε» στο κιγκλίδωμα απέφυγε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση. Όταν ο συνήγορος των Εναγομένων επέμενε, υποστήριξε ότι το κτύπημα ήταν «μπροστά δεξιά» για να καταλήξει να περιγράψει τη σύγκρουση ως «κάπως μετωπική». Σημειώνω ότι από τις φωτογραφίες που έλαβε η ίδια, Τεκμήριο 10, φαίνεται ότι όντως το κτύπημα ήταν στην μπροστινή δεξιά πλευρά όπως ήταν η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων και όχι μετωπικό ενώ στη δεξιά πλευρά του οχήματος υπάρχουν εμφανή σημάδια τριβής του οχήματος. Εντόπισα σημεία υπερβολής στον τρόπο που περιέγραψε τις επιπτώσεις των τραυμάτων της. Σε σχέση με τον αυχένα της αναφέρθηκε επανειλημμένα σε «αφόρητους πόνους» και «μεγάλα προβλήματα» καθώς και ότι φορούσε το μαλακό περιλαίμιο για 20 ημέρες περίπου. Σαφώς και η αντίληψη του πόνου είναι κάτι υποκειμενικό όμως πρέπει να πω ότι οι περιγραφές της για την ένταση του πόνου δεν συνάδουν με τη μαρτυρία του ΜΕ2, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, ότι δηλαδή τα ευρήματα από την ακτινολογική εξέταση του αυχένα ήταν σχεδόν φυσιολογικά, ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός του αυχένα εκτιμήθηκε ως μη σοβαρός και ότι ο ίδιος είχε συστήσει τη χρήση του μαλακού περιλαίμιου για 10 ημέρες. Το ίδιο ισχύει και για τον τραυματισμό στον καρπό, σε σχέση με τον οποίο η Ενάγουσα υποστήριξε ότι ακόμα της προκαλεί δυσφορία καθώς και σε «παραμόρφωση» στον καρπό τον οποίο περιέγραψε ως πιο χοντρό και εξογκωμένο. Και πάλιν οι αναφορές αυτές δεν συνάδουν με την αναφορά του ΜΕ2 ότι υπάρχει ένα μικρό εξόγκωμα στο συγκεκριμένο σημείο και όχι σε ολόκληρο τον καρπό το οποίο είναι αισθητό με την αφή, ενώ όταν η Ενάγουσα υπέδειξε στο Δικαστήριο τον καρπό της κατά την αντεξέταση πρέπει να πω ότι το εξόγκωμα είναι τόσο μικρό που σχεδόν δεν διακρίνεται. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία της Ενάγουσας μόνο ως τα σημεία που έχω προαναφέρει. Θεωρώ ότι σε σχέση με τα σημεία για τα οποία έχω εγείρει επιφυλάξεις αλλά και σε σχέση με τους τραυματισμούς της, η Ενάγουσα προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα που θεωρούσε βοηθητική για την υπόθεση της και επιδίωξε να διογκώσει τις επιπτώσεις των τραυμάτων της σε μια προσπάθεια να επαυξήσει τις αποζημιώσεις που ενδεχομένως να δικαιούται εάν πετύχει η απαίτηση της. Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Τα σημαντικά σημεία της μαρτυρίας του ήταν η θέση του ότι το σύστημα αερόσακων του οχήματος λειτουργούσε κανονικά, με βάση service που είχε διενεργηθεί στο επίδικο όχημα λίγους μήνες πριν το ατύχημα, θέση που συμπίπτει και με τις αντίστοιχες αναφορές του ΜΕ
- Σημαντική επίσης η θέση του, ότι με βάση το φωτογραφικό υλικό, το σύστημα αερόσακων ορθώς δεν ενεργοποιήθηκε. Σημειώνω ότι ο ΜΥ1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την αναφορά του ότι η ενεργοποίηση των αερόσακων μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς στον επιβάτη ενός οχήματος. Επίσης δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με το ότι το κουβούκλιο των επιβατών του επίδικου οχήματος ήταν άθικτο και γι' αυτό ορθά δεν είχε ενεργοποιηθεί το σύστημα αερόσακων. Η μαρτυρία η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή οδηγεί στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Τον Απρίλιο 2007 η Ενάγουσα αγόρασε από τους Εναγόμενους το επίδικο όχημα. (β) Στις 14.9.2008, το βράδυ, η Ενάγουσα οδηγούσε το επίδικο όχημα από Ξυλοφάγου προς Λάρνακα με ταχύτητα περί τα 140 χιλιόμετρα ανά ώρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, για να αποφύγει σύγκρουση με προπορευόμενο όχημα, η Ενάγουσα προέβη σε απότομο ελιγμό με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος. (γ) Το όχημα συγκρούστηκε με το κιγκλίδωμα στην δεξιά μπροστινή πλευρά και «γδάρθηκε» στο δεξί πλαϊνό μέρος. (δ) Κατά το επίδικο ατύχημα κανένας από τους αερόσακους του οχήματος δεν ενεργοποιήθηκε. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος το σύστημα αερόσακων λειτουργούσε κανονικά. (ε) Από το ατύχημα στην Ενάγουσα προκλήθηκε άλγος στον αυχένα και υπέστη κάταγμα 3ου μετακαρπίου δεξιού καρπού. (στ) Τα όσα έλαβαν χώρα σε σχέση με τη διάγνωση των τραυμάτων, τη θεραπεία που της συστήθηκε και την πορεία αποθεραπείας της αποτυπώνονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ2, Τεκμήριο 7 και στην κάρτα ασθενούς, Τεκμήριο
- (ζ) Για τις ακτινογραφίες, Τεκμήρια 1, 2 και 3, η Ενάγουσα πλήρωσε ποσά €40, €33 και €35 αντίστοιχα, όπως αναγράφονται στα Τεκμήρια 4, 5 και 6 ενώ προς τον ΜΕ2 έχει πληρώσει ποσό €30 ως το Τεκμήριο
- Όπως είναι καλά γνωστό, ο γενικός κανόνας σε αστικές υποθέσεις είναι ότι το νομικό ή γενικό βάρος απόδειξης (legal or general burden of proof) βρίσκεται και παραμένει στους ώμους του Ενάγοντα[8]. Η Ενάγουσα, με την παρούσα αγωγή, διεκδικεί από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις. Στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός για οποιαδήποτε αμέλεια των Εναγομένων αλλά ούτε και λεπτομέρειες τέτοιας αμέλειας. Ούτε και δικογραφείται ότι η Ενάγουσα βασίστηκε σε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις από τους Εναγόμενους για να συμφωνήσει την αγορά του οχήματος. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, εδράζεται στη συμφωνία δυνάμει της οποίας αγόρασε το επίδικο όχημα από τους Εναγόμενους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη δικογραφημένη της θέση, η συμφωνία αυτή περιελάμβανε τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους, ότι το όχημα «θα ήταν κατάλληλο προς το σκοπό του», ότι θα είχε έξι αερόσακους και ότι «οι αερόσακοι θα άνοιγαν σε περίπτωση ατυχήματος ή και θα λειτουργούσαν προστατευτικά για την ενάγουσα». Η καταλληλότητα του οχήματος για τον σκοπό του δεν έχει αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα και το γεγονός ότι το όχημα είχε έξι αερόσακους επιβεβαιώθηκε τόσο από τον ΜΕ3 όσο και από τον ΜΥ
- Επομένως θεωρώ ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι οι δύο προαναφερόμενοι όροι περιλαμβάνονταν στη συμφωνία αγοράς του επίδικου οχήματος. Στρέφομαι στην τρίτη πιο πάνω κατ' ισχυρισμό πρόνοια της συμφωνίας, ότι δηλαδή οι αερόσακοι θα άνοιγαν σε περίπτωση ατυχήματος ή και θα λειτουργούσαν προστατευτικά για την Ενάγουσα. Υπενθυμίζω ότι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι κατά το επίδικο ατύχημα οι αερόσακοι δεν ενεργοποιήθηκαν με αποτέλεσμα την πρόκληση των τραυμάτων της. Επί των ισχυρισμών αυτών ως κατέθεσε η Ενάγουσα αλλά και ως επιβεβαιώθηκε από τους ΜΕ3 και ΜΥ1, τα συστήματα ασφαλείας του συγκεκριμένου οχήματος περιλαμβάνουν και το σύστημα αερόσακων. Στη βάση της μαρτυρίας των ΜΕ2 (στο βαθμό που έγινε αποδεκτή) και του ΜΥ1, προκύπτει ότι το σύστημα αερόσακων είναι μέρος των συστημάτων ασφαλείας του οχήματος. Επομένως η συμφωνία αγοράς του οχήματος περιελάμβανε αντίστοιχη πρόνοια, ότι δηλαδή στο σύστημα ασφάλειας του οχήματος περιλαμβάνεται και σύστημα αερόσακων. Μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το σύστημα αερόσακων θα προστάτευε την Ενάγουσα σε κάθε ατύχημα δεν υπάρχει. Επίσης, η δικογραφημένη θέση ότι «οι αερόσακοι θα άνοιγαν σε περίπτωση ατυχήματος» θεωρώ ότι δεν αποδεικνύεται από τη μαρτυρία. Η μαρτυρία του ΜΕ3 και του ΜΥ1 είναι ότι οι αερόσακοι ενός οχήματος δεν ενεργοποιούνται σε κάθε ατύχημα. Ειδικότερα, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι οι αερόσακοι ενεργοποιούνται εάν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Σε αυτές συμπεριέλαβε ότι η ταχύτητα του οχήματος πρέπει να υπερβαίνει τα 25 χιλιόμετρα ανά ώρα και ότι στα συστήματα του οχήματος πρέπει να καταγράφεται επαρκής δύναμη κρούσης ή επιβράδυνσης. Επιπρόσθετα, πρέπει επίσης να αναφέρω ότι η Ενάγουσα, κατά την μαρτυρία της δεν ανέφερε ότι έλαβε ρητή διαβεβαίωση ότι οι αερόσακοι θα άνοιγαν σε περίπτωση ατυχήματος. Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί ότι το επίδικο όχημα διέθετε έξι αερόσακους και έλαβε διαβεβαιώσεις για την ποιότητα του συστήματος ασφαλείας του οχήματος. Η αξίωση της Ενάγουσας όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης είναι ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις διότι, κατά παράβαση των προνοιών της συμφωνίας αγοράς του επίδικου οχήματος, οι αερόσακοι του οχήματος δεν ενήργησαν προστατευτικά για την ίδια κατά το επίδικο ατύχημα. Η μαρτυρία όμως δεν αποδεικνύει ότι τέτοια πρόνοια περιλαμβανόταν στη συμφωνία αγοράς του επίδικου οχήματος. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΕ3 υποστηρίζει ότι το σύστημα αερόσακων του οχήματος λειτουργούσε κανονικά κατά τον χρόνο του ατυχήματος ενώ το συμπέρασμα του περί κατασκευαστικού ελαττώματος στο όχημα δεν έγινε αποδεκτό για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Επιπρόσθετα, ακόμα και στην περίπτωση που η Ενάγουσα είχε αποδείξει τη δικογραφημένη αυτή θέση της, θεωρώ ότι η απαίτηση της δεν θα μπορούσε να επιτύχει για ένα ακόμα λόγο. Για να δικαιούται η Ενάγουσα σε αποζημιώσεις, είχε την υποχρέωση και το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι τα τραύματα της οφείλονται στην παράβαση συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων και ότι εάν δεν υπήρχε η παράβαση αυτή και οι αερόσακοι του οχήματος ενεργοποιούνταν κατά το ατύχημα, αυτή δεν θα είχε τραυματιστεί. Μαρτυρία προς απόδειξη της θέση αυτής δεν δόθηκε. Δεν υπάρχει καμία ιατρική ή άλλη επιστημονική μαρτυρία που να υποστηρίζει ή έστω να εισηγείται ότι εάν οι αερόσακοι ενεργοποιούνταν η Ενάγουσα δεν θα υφίστατο το κάταγμα του 3ου μετακαρπίου και δεν θα υπέφερε από πόνους στον αυχένα. Το κενό αυτό στη μαρτυρία δεν μπορεί να καλυφθεί με οποιαδήποτε εικασία από μέρους του Δικαστηρίου. Εξαιτίας δε του συγκεκριμένου κενού, δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω ότι τα τραύματα της Ενάγουσας οφείλονται στο ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι του οχήματος. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το γενικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της βρισκόταν και παραμένει στους ώμους της ίδιας της Ενάγουσας. Με τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποσείσει το νομικό βάρος απόδειξης και δεν έχει αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τις δικογραφημένες της θέσεις. Επιπρόσθετα, δεν απέδειξε ότι το σύστημα αερόσακων του επίδικου οχήματος ήταν ελαττωματικό ή δεν λειτουργούσε κανονικά αλλά ούτε ότι τα τραύματα που υπέστη συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος στις 14.9.2008 οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν ενεργοποιήθηκαν οι αερόσακοι του οχήματος κατά το ατύχημα. Αυτή η κατάληξη είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα. Η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό αυτούς τους βασικούς ισχυρισμούς και επομένως οι λοιποί ισχυρισμοί της παραμένουν μετέωροι και οι αξιώσεις της έκθετες σε απόρριψη. Μόνο εάν είχαν αποδειχθεί τα στοιχεία αυτά θα υπήρχε έδαφος για να εξεταστεί το ποσό των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων που ενδεχομένως να δικαιούτο. Παρά την κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου προχωρώ να εξετάσω το θέμα των αποζημιώσεων (γενικών και ειδικών) που θα επιδίκαζα εάν το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό. Αναφορικά με τις αξιούμενες γενικές αποζημιώσεις, έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[9]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο[10], «κοινωνικά αποδεκτό»[11] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[12]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις[13]. Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και δεν υπάρχει απόλυτη φόρμουλα ή κανόνας αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας. Όμως, νομολογία σε σχέση με ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες υποθέσεις για αντίστοιχους τραυματισμούς είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, μέχρι ενός βαθμού, σε σχέση με τα πλαίσια στα οποία μπορεί να κυμαίνεται το επιδικασθέν ποσό. Υπάρχουν προηγούμενες αποφάσεις στις οποίες διαπιστώνω κάποια συνάφεια με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και τα τραύματα της Ενάγουσας[14]. Με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα τραύματα της, την θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε, την εξέλιξη της υγείας της και τα κατάλοιπα που αντιμετωπίζει σήμερα, θα επιδίκαζα γενικές αποζημιώσεις ύψους €6.000, πλέον νόμιμο τόκο από τις 14.9.
- Αναφορικά με τις αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις, αποτελεί βασικό κανόνα ότι αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[15]. Με την Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα αξιώνει ποσό €30 που αφορά ιατρικά έξοδα πλέον ποσό €78 που αφορά ακτινογραφίες. Σε σχέση με τα έξοδα ακτινογραφιών η πλευρά της Ενάγουσας έχει παρουσιάσει τις αποδείξεις, Τεκμήρια 4, 5 και 6 που συμποσούνται στο ποσό των €
- Σαφώς και δεν θα μπορούσε να αποδοθεί μεγαλύτερο ποσό από αυτό που αξιώνεται με την αγωγή, επομένως σε σχέση με έξοδα ακτινογραφιών το ποσό που θα επιδίκαζα θα ήταν €78 ως η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας. Σε σχέση με την αξίωση για ποσό €30 που αφορά ιατρικά έξοδα, αυτά αποδεικνύονται από την απόδειξη Τεκμήριο
- Θα επιδίκαζα επομένως συνολικό ποσό €108 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Σχετικές οι Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1. [4] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25 [5] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [6] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47. [7] Χάρης Χρίστου v Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 [8] Ενδεικτικά Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [9] Χαριλάου ν Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416 [10] Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [11] Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [12] Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [13] Παναγή ν Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669 [14] Ανδρέας Νεοκλέους ν Simon John Worley
(2001)1 A.A.Δ. 652, L.P. Transbeton Ltd v Κώστα Στάυρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 304, Χαράλαμπου Χαραλάμπους ν Γεωργίας Ξυλά
(2007)1 Α.Α.Δ. [15] Ελισάβετ Ηρακλέους ν Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15, Keo Plc v Χριστάκης Χριστοφή, ECLI:CY:AD:2015:A363, Πολιτική Έφεση 138/2010, ημερομηνίας 5.5.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο