ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1773/2012, 6/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1773/2012 Μεταξύ: ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ Εναγόντων και
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ
- ΛΟΙΖΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΩΤΗΣ Εναγόμενοι 6 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2/Αιτητή: κα Πάτσαλου Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρυσάφη ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση του Εναγόμενου 2/Αιτητή ημερομηνίας 17.3.2015 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 2/Αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης του και την προσθήκη Ανταπαίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου 2, σύμφωνα με τον οποίο η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του προηγούμενου δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε και το διορισμένο της νυν δικηγόρου του. Όπως αναφέρει, στο στάδιο εκείνο και κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης εναντίον των Εναγόντων. Αναφέρει επίσης ότι αυτό είναι αναγκαίο για την «πληρέστερη διατύπωση των θέσεων μου ως εναγόμενος και για την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση και αποπεράτωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα ή εγείρονται μεταξύ των διαδίκων». Ο Εναγόμενος 2 προσθέτει ότι οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εάν η αίτηση εγκριθεί η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Η πλευρά των Εναγόντων ήγειρε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης είναι αδικαιολόγητη, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν συνιστά λόγο έγκρισης αιτήματος τροποποίησης και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι έχουν παρέλθει περί τα 2 και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 καθώς και ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο έγκρισης της αίτησης. Αναφέρει επίσης ότι η υπέρμετρη, όπως τη χαρακτηρίζει, καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και το γεγονός ότι με αυτή επιχειρείται η προσθήκη Ανταπαίτησης, είναι ενδεικτικά της κακοπιστίας του Εναγόμενου
- Η δε προσθήκη Ανταπαίτησης θα «περιπλέξει» τα επίδικα θέματα και θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγόντων κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και επομένως σχετική καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία, η οποία είναι ιδιαίτερα πλούσια. Πολύ διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Συνοπτικά σημειώνω ότι η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως, είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω -πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία εισηγείται ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω αυτής να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[2]. Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Από εκείνη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[3]. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών και με δεδομένες τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ να εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πρέπει ή όχι να εγκριθεί το αίτημα του Εναγόμενου
- Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι υπάρχει όντως καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Η αρχική Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 καταχωρήθηκε στις 17.1.2013 και η παρούσα αίτηση στις 17.3.
- Δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή, ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι στις 27.2.2015 διόρισε τη νυν δικηγόρο του και ότι η ανάγκη για τροποποίηση κατέστη εμφανής κατά τη μελέτη της υπόθεσης από τη νέα του δικηγόρο. Το ζήτημα της αιτιολόγησης ή μη της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Η αλλαγή στην νομική εκπροσώπηση ενός διάδικου δεν μπορεί αφ εαυτής να αποτελέσει λόγο έγκρισης αιτήματος τροποποίησης. Όμως, συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, θεωρώ ότι η καθυστέρηση που έχει επιδείξει ο Εναγόμενος 2 δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να αποτελέσει από μόνη της λόγο απόρριψης της αίτησης του. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα που παρέθεσα πιο πάνω από την Saba & Co (ανωτέρω), η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Στρέφομαι στη θέση των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 2 ενήργησε κακόπιστα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η κακοπιστία προκύπτει από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 επιχειρεί την καταχώρηση Ανταπαίτησης «πράγμα το οποίο δείχνει την κακοπιστία του» αλλά και από το γεγονός ότι με καθυστέρηση ο Εναγόμενος 2 προσπαθεί να εισαγάγει ισχυρισμούς για απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις από τους Ενάγοντες. Από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και μελετώντας τους νέους ισχυρισμούς που ο Εναγόμενος 2 επιχειρεί να προβάλλει μέσω της αιτούμενης τροποποίησης, δεν διαπιστώνω στοιχεία ότι αυτός ενεργεί με κακή πίστη. Επομένως, κατά την άποψη μου, το επιχείρημα αυτό των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι εάν η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, η οποία ζημία των Εναγόντων μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αιτήσεις αυτής της φύσεως, ζημία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανεπανόρθωτη εφόσον μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[4]. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγόντων υπάρχει μια αναφορά στο ότι η έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα τους με τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Όμως, πέραν από αυτή τη γενική αναφορά, δεν παρέχονται οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία για τη ζημία που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι θα υποστούν και γιατί αυτή δεν μπορεί να επανορθωθεί με χρήμα. Επομένως, δεν συμμερίζομαι τη θέση τους αυτή. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Ι της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[5]. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες δεν ευθύνονται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους ο Εναγόμενος 2. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, παρά το ότι αυτή έχει επιτύχει, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον των Εναγόντων τα έξοδα αυτά αφού η καταχώρηση της αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής τους δικονομικής συμπεριφοράς. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον του Εναγόμενου 2. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα βαρύνουν τον Εναγόμενο 2. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Ο υπολογισμός των εξόδων να γίνει στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [3] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 [4] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). [5] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο