ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΡΑΗΜΑΝ MIZANUR κ.α., Αρ. Αγωγής: 2657/ 2011, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A178 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2657/ 2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Ενάγουσας -Καθ΄ης η Αίτηση και ΡΑΗΜΑΝ MIZANUR
- A. CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων- του Εναγομένου 1 Αιτητή ---------------------------------------- Ημερομηνία:28 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση : Η κα Σ. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1 - Αιτητή: κ. Αντώνης Κεφάλας Ενδιάμεση απόφαση (Σε αίτηση με ημερομηνία 30.01.2015 για παραμερισμό ή ακύρωση της απόφασης εναντίον του εναγομένου 1 η οποία εκδόθηκε την 13.01.2012) Με την αίτηση του ο εναγόμενος 1 - αιτητής (στη συνέχεια «ο αιτητής») επιζητεί την έκδοση απόφασης η οποία να παραμερίζει ή και ακυρώνει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του και ερήμην του την 13.01.2012 λόγω του ότι δεν καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως και δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Η απόφαση αφορούσε το ποσό των €182.640,94σ. με τόκο προς 14% ετησίως από 30.04.2011 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1.01.και 1.07.εκάστου έτους. Η απόφαση διαλάμβανε επίσης ότι ο εναγόμενος 1 θα έπρεπε να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των €1.385,00 έξοδα με τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού των €1.326,00 από 14.09.2011 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ και €21,00 έξοδα επίδοσης. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ. 10 και Δ.48 Θ. 1-9 και
- Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο. κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου. Δηλώνει φίλος του εναγομένου 1 ο οποίος κατοικεί στην Αγγλία και από τον οποίο δηλώνει ότι εξουσιοδοτήθηκε να προβεί στην ένορκη δήλωση καθώς δεν μπορούσε ο ίδιος να έρθει στην Κύπρο για να ορκισθεί. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και από πληροφόρηση που είχε από τον αιτητή, για δε τα νομικά επιχειρήματα στα οποία αναφέρεται έτυχε πληροφόρησης και συμβουλής από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Στη συνέχεια της ένορκης του δήλωσης δηλώνει ότι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής επιδόθηκε την 23.09.2011 προσωπικά στον δικηγόρο κ. Χρυσόστομο Τσίσσιο ως υπεύθυνο παραλαβής εγγράφων όπως αναγράφεται στην ένορκο δήλωση του επιδότη που εκτέλεσε την επίδοση. Ως διεύθυνση επίδοσης του εναγόμενου αναγράφεται επί του κλητηρίου η οδός Σωτήρας 5 στο Παραλίμνι η οποία προφανώς είναι η διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου του κ. Τσίσσιου. Η διεύθυνση διαμονής του αιτητή ήταν και είναι στην Αγγλία, διεύθυνση που ήταν γνωστή στους ενάγοντες και στην υπηρεσία τους (αναγράφεται στο τεκμήριο Γ). Όμως, όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, την αγνόησαν και επέλεξαν να γίνει η επίδοση σε αναρμόδιο πρόσωπο και έτσι επέτυχαν απόφαση εν αγνοία και παρανόμως σε βάρος του αιτητή. Όπως δε τον συμβουλεύει ο δικηγόρος, οι κανονισμοί επίδοσης δε προβλέπουν την επίδοση αγωγής σε αντιπρόσωπο παρά μόνο με άδεια του δικαστηρίου. Δηλώνει περαιτέρω ότι ο αιτητής έλαβε γνώση της απόφασης μόλις πρόσφατα και περί το τέλος Νοεμβρίου 2014 και αφού οι ενάγοντες έκαμαν διάβημα προς εκτέλεση της επίδικης απόφασης στην Αγγλία. Αμέσως προσέτρεξε σε νομική βοήθεια σε δικηγόρους της Αγγλίας και τούτοι ανέθεσαν την υπόθεση στον δικηγόρο που τον εκπροσωπεί στην Κύπρο. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση αφού: « (α) ουδέποτε τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία δανείου σύμφωνα με τη νομοθεσία αφού είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη δικαστικών μέτρων όταν πρόκειται για στεγαστικό δάνειο. Ούτε και άλλη νόμιμη προειδοποίηση για πρόθεση της ενάγουσας για λήψη δικαστικών μέτρων. (β) η απαίτηση της ενάγουσας βασίζεται σε συμφωνία δανείου σε ξένο συνάλλαγμα, ελβετικά φράγκα, και καμία ενημέρωση ή και προειδοποίηση έτυχε ο εναγόμενος από τους ενάγοντες για τους κινδύνους τέτοιου δανείου ένεκα της πιθανής αυξομείωσης της ισοτιμίας του ευρώ μετά του ελβετικού φράγκου. (γ) το επίδικο ποσό είναι προϊόν παράνομου επιτοκίου/ανατοκισμού ή και παράνομων χρεώσεων και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το επιτόκιο υπολογιζόταν σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία σε 360 ημέρες αντί 365 με αποτέλεσμα περαιτέρω ζημιά για τον εναγόμενο. (δ) αυθαίρετα και μονομερώς η ενάγουσα μετέτρεψε το ελβετικό φράγκο σε ευρώ και με το εξωφρενικό επιτόκιο των 14%. Πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναγράφεται ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα μετατροπής του ελβετικού φράγκου σε ευρώ. (ε) σύμφωνα δε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το επιτόκιο που μπορεί να απαιτηθεί σε τέτοια δάνεια ξένου συναλλάγματος είναι αυτό της αρχικής σύμβασης. (στ) όλα τα έγγραφα της υπόθεσης υπεγράφησαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου του εναγόμενου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ) παρουσία του προξένου της Κύπρου στο Μπέρμιγχαμ κατά παράβαση της νομοθεσίας μας που απαιτεί και πρόσθετο μάρτυρα σε περίπτωση αγνώστου προσώπου στον πιστοποιούντα.» Για τους πιο πάνω λόγους, όπως συμβουλεύεται από δικηγόρο, πιστεύει τόσο ό ίδιος όσο και ο αιτητής ότι έχει καλούς και γνήσιους λόγους για την υπεράσπιση του πέραν του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι ουδέποτε του επιδόθηκε νόμιμα η αγωγή. Μόλις έλαβε γνώση ύπαρξης της απόφασης, αμέσως ενδιαφέρθηκε για διορισμό δικηγόρου για χειρισμό της ενώπιον του δικαστηρίου, αποτείνοντας πρώτα σε νομικούς στην χώρα του και μετά στην Κύπρο. Ένεκα δε του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 είναι στην Αγγλία απαιτείτο και κάποιος εύλογος χρόνος για επικοινωνία μεταξύ τους προς καθορισμό της πορείας της υπόθεσης. Καμία σοβαρή καθυστέρηση δεν παρατηρήθηκε από την ημέρα που ο αιτητής έλαβε γνώση της απόφασης εναντίον του (τέλος Νοεμβρίου 2014), μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης εκτός του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για εξουσιοδότηση δικηγόρου για εμφάνιση, συλλογή στοιχείων και έρευνας του σχετικού φακέλου του δικαστηρίου, οπόταν και διαπιστώθηκε και ύπαρξη της επίδικης απόφασης, ως και για μελέτη και προετοιμασία της υπόθεσης. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ΄ης η αίτηση»), καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως της να ενστεί προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους η αίτηση του αιτητή, είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών και/ή Θεσμών και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων του Νόμου και/ή Κανονισμών και/ή Θεσμών και/ή νομολογιακών αρχών. Ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Δημήτρη Παπαδημητρίου, η οποία συνοδεύει την αίτησή του, και οι ισχυρισμοί οι οποίοι περιέχονται σ΄ αυτήν, τους οποίους η καθ΄ης η αίτηση αρνείται, δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για καλή υπεράσπιση, διέπονται δε από ασάφεια και είναι σκέψεις και/ή επινοήσεις εκ των υστέρων. Ότι περαιτέρω οι ισχυρισμοί οι οποίοι περιέχονται σ΄ αυτήν, τους οποίους η καθ΄ης η αίτηση αρνείται, δεν δικαιολογούν και/ή δεν δικαιολογούν επαρκώς και/ή πειστικά την ανεξήγητη αργοπορία για την καταχώρηση της αιτήσεως, με βάση και την αρχή ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων για χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα του να ξανανοίξει την υπόθεσή του και υποδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο αιτητής καθυστερημένα έχει υποβάλει την αίτηση, χωρίς δικαιολογία και/ή επαρκή δικαιολογία και/ή άνευ δικαιολογίας που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα: « Α. Ο ισχυρισμός ότι έλαβε γνώση περί της απόφασης ημερ. 13.01.2015 στα τέλη Νοεμβρίου 2014 είναι σκέψεις και/ή επινοήσεις εκ των υστέρων και/ή καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα και/ή αποτελούν προσπάθεια αποφυγής εκ μέρους του αιτητή των νομίμων υποχρεώσεών του απέναντι στην καθ΄ης η αίτηση. Β. Στην ένορκη δήλωση του Δημήτρη Παπαδημητρίου που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 30.01.2015 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ, επιστολή της καθ΄ης η Αίτηση προς τον αιτητή, ημερ. 29.04.2011, με την οποία η Ενάγουσα προειδοποιεί, μεταξύ άλλων, τον αιτητή, στη μητρική του γλώσσα την αγγλική , για τη μετατροπή του δανείου σε Ευρώ και/ή τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας δανείου και/ή το ότι εάν δεν αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό εντός 10 ημερών, η Ενάγουσα θα λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του αιτητή, χωρίς άλλη προειδοποίηση. Ως εκ τούτου, τα ανωτέρω ήταν εις γνώση του αιτητή και/ ή όφειλαν να είναι εις γνώση του ήδη από τις 29.04.2011 και/ή σε άλλη κοντινή ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε την επιστολή. Γ. Ουδέποτε ο αιτητής απέστειλε προς την καθ΄ης η αίτηση επιστολή και/ή ουδέποτε ήρθε σε επικοινωνία με την καθ΄ης η Αίτηση με ένδειξη ενδιαφέροντος για το χρέος και/ή τα οφειλόμενα ποσά προς την καθ΄ης η Αίτηση. Δ. Το γεγονός ότι ενώ έλαβε την εν λόγω επιστολή και επομένως το περιεχόμενο της ήταν εις γνώση του και/ή όφειλε να είναι εις γνώση του, εντούτοις αγνόησε την επιστολή και/ή το περιεχόμενο αυτής και/ή ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την εξέλιξη και την πορεία της υπόθεσης και/ή ουδέποτε έλαβε διαβήματα αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών, δεικνύει εκ μέρους του προσπάθεια αποφυγής εκτέλεσης των νόμιμων υποχρεώσεών του προς την καθ΄ης η αίτηση καθώς και καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδημητρίου, τους οποίους η καθ΄ης η αίτηση αρνείται, και ειδικότερα τους ισχυρισμούς περί μη νόμιμης επίδοσης της αγωγής ημερ. 14.09.2011, είναι αβάσιμοι και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς, καθότι η επίδοση της αγωγής και/ή του κλητηρίου εντάλματος είναι καθόλα νομότυπη και/ή έγκυρη. Η καθ΄ης η αίτηση ουδέποτε αγνόησε τη διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου
- Ο λόγος για τον οποίο έγινε επίδοση στον δικηγόρο Χρυσόστομο Τσίσσιο είναι καθότι ο αιτητής είχε υπογράψει από το 2008 και/ή σε άλλη ημερομηνία Πληρεξούσιο Έγγραφο (Power of Attorney) με το οποίο διόριζε τον κ. Τσίσσιο ως δικηγόρο του και/ή ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να δρα και/ή να ενεργεί εκ μέρους του. Επίσης, στη συμφωνία δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 31.10.2008, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου που συνοδεύει την παρούσα, βρίσκεται επισυνημμένη Δήλωση σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση έναρξης δικαστικής διαδικασίας εναντίον του Εναγομένου 1 - Αιτητή, επίδοση αγωγής και/ή κλητηρίου εντάλματος μπορεί να γίνει και στον κ. Χρυσόστομο Τσίσσιο, δυνάμει του Πληρεξουσίου Εγγράφου, και/ή τέτοια επίδοση θα θεωρείται καλή και/ή νόμιμη επίδοση. Η Δήλωση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας. Ο κ. Τσίσσιος δε ουδέποτε επικοινώνησε με την καθ΄ης η αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους αυτής, ώστε να επισημάνει και/ή να καταστήσει γνωστό και/ή να αναφέρει κατά πόσο δεν έχει και/ή δεν έχει πλέον επαφή και/ή επικοινωνία με τον αιτητή και/ή τον πελάτη του και/ή κατά πόσο δεν μπορεί να μεταβιβάσει και/ή γνωστοποιήσει και/ή αποστείλει και/ή δεν έχει μεταβιβάσει και/ή γνωστοποιήσει και/ή αποστείλει την αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα στον αιτητή και/ή πελάτη του. Η όλη συμπεριφορά του αιτητή απέναντι στο Δικαστήριο και στη δικαστική διαδικασία και την πορεία της υπόθεσής του ήταν καταχρηστική και/ή καταφρονητική, καθότι ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρά τη δέουσα επίδοση της σχετικής με την παρούσα αγωγή δικογραφίας. Περαιτέρω ο αιτητής οφείλει προς την Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση το ποσό των €182.640,94.- με τόκο προς 14% ετησίως από 30.04.2011 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1.
- και 1.
- εκάστου έτους, ως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 13.01.
- Ο αιτητής ουδέν ποσό έχει καταβάλει προς την Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση μέχρι σήμερα, ως εμφαίνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού που επισυνάπτεται στην Ένορκο Δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου ως Τεκμήριο
- Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.5, Δ.6, Δ.14, Δ.16, Δ.17 Θ. 10, Δ.26, Δ.30, Δ.33, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-4 και 9, Δ.50, Δ.57, Δ.59 και Δ.64 στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Νομολογία και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου, υπαλλήλου της ενάγουσας ο οποίος πέραν της ιδιότητας του, της εξουσιοδότησης που έχει να προβεί στην ένορκη δήλωση και τη γνώση των γεγονότων δηλώνει τα ακόλουθα στις παραγράφους 2 - 14 : «
- Όπου αναφέρομαι στην παρούσα Ένορκη Δήλωσή μου σε γεγονότα τα οποία έθεσαν εις γνώση μου τρίτα πρόσωπα αναφέρω την πηγή της πληροφόρησής μου, όπου δε αναφέρομαι σε νομικές έννοιες έπραξα τούτο κατόπιν συμβουλής από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση της Εναγούσης-Καθ΄ης η Αίτηση.
- Έχω διαβάσει την Έκθεση Απαίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η οποία είναι ορθή και αληθής και υιοθετώ το περιεχόμενό της.
- Έχω μελετήσει προσεκτικά την αίτηση ημερ. 30.01.2015 υπό του Εναγομένου 1-Αιτητή με την οποία εξαιτείται παραμερισμό της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 13.01.2012 ως επίσης και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει.
- Εκτός όπου ρητά προβαίνω σε παραδοχή, αρνούμαι όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς τους περιεχόμενους εις την Ένορκη Δήλωση του Δημήτρη Παπαδημητρίου που επισυνάπτεται στην Αίτηση ημερ. 30.01.
- Έχω επίσης διαβάσει την παρούσα Ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, το περιεχόμενο της οποίας θεωρώ ορθό και αληθές.
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου, η αίτηση του Εναγομένου 1-Αιτητή είναι αντικανονική, παράτυπη, άκυρη και κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και Κανονισμών και Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παραλείπει τα απαιτούμενα από το Νόμο και Κανονισμούς και Θεσμούς και Νομολογία στοιχεία και είναι βασισμένη σε λανθασμένη και ελλειπή νομική βάση.
- Η ένορκη δήλωση του Δημήτρη Παπαδημητρίου, εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Εναγομένου 1-Αιτητή, η οποία συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 30.01.2015 είναι παράτυπη, άκυρη, αντινομική και αναληθής. Επίσης, οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ΄ αυτήν, τους οποίους αρνούμαι, δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για καλή υπεράσπιση, διέπονται δε από ασάφειες και αντιφάσεις και αποτελούν σκέψεις και επινοήσεις εκ των υστέρων.
- Σχετικά με την παράγραφο 1 της Ενόρκου Δηλώσεως του Δημήτρη Παπαδημητρίου αγνοώ και συνεπώς δεν παραδέχομαι το περιεχόμενό της.
- Από τις παραγράφους 2, 3 και 6 πέραν του γεγονότος ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής επιδόθηκε την 23.09.2011 στο δικηγόρο Χρυσόστομο Τσίσσιο, αρνούμαι το λοιπό περιεχόμενο των παραγράφων. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι καθόλα νομότυπη και έγκυρη. Η Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση ουδέποτε αγνόησε τη διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου
- Ο λόγος για τον οποίο έγινε επίδοση στον δικηγόρο Χρυσόστομο Τσίσσιο είναι καθότι ο Εναγόμενος 1-Αιτητής είχε υπογράψει από το 2008 ή σε άλλη ημερομηνία Πληρεξούσιο Έγγραφο (Power of Attorney), με το οποίο διόριζε τον κ. Τσίσσιο ως δικηγόρο του και ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να δρα και να ενεργεί εκ μέρους του. Επίσης, στη συμφωνία δανείου ή πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 31.10.2008, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, βρίσκεται επισυνημμένη Δήλωση σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση έναρξης δικαστικής διαδικασίας εναντίον του αιτητή, επίδοση κλητηρίου εντάλματος μπορεί να γίνει και στον κ. Χρυσόστομο Τσίσσιο, δυνάμει του Διοριστήριου Εγγράφου, και τέτοια επίδοση θα θεωρείται καλή επίδοση. Η Δήλωση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας. Να σημειώσω ότι ο λόγος που επισυνάπτω αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας είναι καθότι η πρωτότυπη έχει ήδη κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση εναντίον του αιτητή, ημερομηνίας 27.10.2011.Ο κ. Τσίσσιος δε ουδέποτε επικοινώνησε με την καθ΄ης η αίτηση ή αντιπροσώπους ή αξιωματούχους ή υπαλλήλους αυτής, ώστε να επισημάνει ή να καταστήσει γνωστό ή να αναφέρει το κατά πόσο δεν έχει ή δεν έχει πλέον επαφή και επικοινωνία με τον πελάτη του, αιτητή, και το κατά πόσο δεν μπορεί να γνωστοποιήσει ή να αποστείλει ή να μεταβιβάσει ή ότι δεν έχει μεταβιβάσει ή γνωστοποιήσει ή αποστείλει το κλητήριο ένταλμα στον πελάτη του, Εναγόμενο 1-Αιτητή.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 4 και 7 της Ενόρκου Δηλώσεως. Ο ισχυρισμός του Ενόρκως Δηλούντα ότι έλαβε γνώση περί της απόφασης ημερ. 13.01.2012 στα τέλη Νοεμβρίου 2014 είναι σκέψεις και επινοήσεις εκ των υστέρων και καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα και αποτελούν προσπάθεια αποφυγής εκ μέρους του αιτητή των νομίμων υποχρεώσεων του απέναντι στην καθ΄ης η αίτηση. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι περιέχονται στην Ένορκο Δήλωση και τους οποίους αρνούμαι, δεν δικαιολογούν ή δεν δικαιολογούν επαρκώς και πειστικά την ανεξήγητη αργοπορία για την καταχώρηση της αιτήσεως, με βάση και την αρχή ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία να διεκδικήσει το δικαίωμα του να ξανανοίξει την υπόθεσή του και υποδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο Εναγόμενος 1-Αιτητής καθυστερημένα έχει υποβάλει την αίτηση, χωρίς δικαιολογία ή επαρκή και άνευ δικαιολογίας που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.Επιπλέον, στην ίδια την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 30.01.2015 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ, επιστολή της Εναγούσης-Καθ΄ης η Αίτηση προς τον Εναγόμενο 1-Αιτητή, ημερ. 29.04.2011, με την οποία η Ενάγουσα προειδοποιεί, μεταξύ άλλων, τον Εναγόμενο 1, στη μητρική του γλώσσα την αγγλική, για τη μετατροπή του δανείου σε Ευρώ, τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας δανείου καθώς και το ότι εάν δεν αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό εντός 10 ημερών, η καθ΄ης η αίτηση θα λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του αιτητή, χωρίς άλλη προειδοποίηση. Ως εκ τούτου, τα ανωτέρω ήταν εις γνώση του Εναγομένου 1 - Αιτητή ή όφειλαν να είναι εις γνώση του ήδη από τις 29.04.2011 ή σε άλλη κοντινή ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε την επιστολή. Ουδέποτε ο αιτητής απέστειλε προς την καθ΄ης η αίτηση επιστολή και ουδέποτε ήρθε σε επικοινωνία με την καθ΄ης η αίτηση με ένδειξη ενδιαφέροντος για το χρέος ή τα οφειλόμενα ποσά προς την καθ΄ης η αίτηση. Το γεγονός ότι έλαβε την εν λόγω επιστολή και το περιεχόμενό της ήταν εις γνώση του ή όφειλε να είναι εις γνώση του, αλλά εντούτοις αγνόησε την επιστολή και το περιεχόμενο αυτής και ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την εξέλιξη και την πορεία της υπόθεσης και ουδέποτε έλαβε διαβήματα αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών δεικνύει εκ μέρους του προσπάθεια αποφυγής εκτέλεσης των νόμιμων υποχρεώσεων του προς την καθ΄ης η αίτηση καθώς και καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Αρνούμαι, περαιτέρω, το περιεχόμενο της παραγράφου 5 υπό τα εδάφια (α)-(στ). Ως προς τούτο αναφέρω τα ακόλουθα: Α. Όπως αναφέρω και ανωτέρω, η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε δεόντως, νόμιμα και σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και Κανονισμούς, μέσω επιστολής της καθ΄ης η αίτηση με την οποία πληροφορεί τον αιτητή αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και καλεί αυτόν προς άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που οφείλεται στην καθ΄ης η αίτηση. Β. Όσον αφορά στη συμφωνία δανείου σε ξένο συνάλλαγμα, η σύναψη της συμφωνίας έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του αιτητή, με σκοπό να επωφεληθεί της ισοτιμίας και του χαμηλού επιτοκίου, και έγινε αφότου του επεξηγήθηκαν πλήρως οι κίνδυνοι που πιθανόν να ενέχοντο και ο ίδιος ο αιτητής δήλωσε ότι αναγνωρίζει και κατανοεί πλήρως τους πιθανούς κινδύνους και τους αποδέχεται. Γ. Οι οποιεσδήποτε χρεώσεις και τόκοι έγιναν νόμιμα και δικαιωματικά και σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία δανείου και εγγυήσεως και η Ενάγουσα ενημέρωσε και επεξήγησε το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου και εγγυήσεως και οι Εναγόμενοι ρητώς ή σιωπηρώς αποδέχτηκαν τις εν λόγω χρεώσεις και εμποδίζονται από το να προβάλλουν ισχυρισμούς περί του αντιθέτου. Δ. Οι ισχυρισμοί του αιτητή, που περιέχονται στην Ένορκο Δήλωση εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, ήτοι του Δημήτρη Παπαδημητρίου, είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και είναι απλά σκέψεις εκ των υστέρων προκειμένου να καθυστερήσει να εκπληρώσει τις αναληφθείσες και νόμιμες υποχρεώσεις του ως αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως της Εναγούσης.
- Ο αιτητής οφείλει προς την καθ΄ης η αίτηση το ποσό των €182.640,94.- με τόκο προς 14% ετησίως από 30.04.2011 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1.
- και 1.
- εκάστου έτους, ως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 13.01.
- Ο αιτητής ουδέν ποσό έχει καταβάλει προς την καθ΄ης η αίτηση μέχρι σήμερα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 κατάσταση λογαριασμού του Εναγομένου 1-Αιτητή.
- Δια όλους τους πιο πάνω λόγους και γεγονότα αρνούμαι την παράγραφο 8 της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 30.01.2015, καθώς και τις αιτούμενες θεραπείες της αίτησης υπό τα εδάφια Α και Β και αξιώνω απόρριψη της αίτησης μετ΄ εξόδων.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, τις οποίες ετοίμασαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που εκφράστηκαν στη συνέχεια της απόφασης μου. Κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει πρωταρχικά το ζήτημα του κατά πόσο η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος που έγινε στον αντιπρόσωπο του αιτητή, τον κ. Τσίσσιο, έγινε νομότυπα. Προβλήθηκε ότι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί μας (Δ.5 Θ.Θ.1,2 και 8) δεν προνοούν επίδοση σε αντιπρόσωπο εκτός μετά από διαταγή ή άδεια του Δικαστηρίου και εφόσον, όπως είναι παραδεκτό, επιδόθηκε σε ένα τέτοιο αντιπρόσωπο, χωρίς τέτοια άδεια, η επίδοση που έγινε δεν ήταν νόμιμη και έτσι θα πρέπει η απόφαση να παραμεριστεί. Από την άλλη πλευρά προβάλλεται ότι από το 2008 ο αιτητής υπέγραψε Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο στον δικηγόρο κ. Χρυσόστομο Τσίσσιο το οποίο είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα που ήταν κατανοητή στον αιτητή. Η επίδοση που έγινε στον πιο πάνω αντιπρόσωπο του αιτητή ήταν καθόλα νομότυπη και έγκυρη καθώς στην ίδια τη συμφωνία δανείου ή πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 31.10.2008 βρίσκεται επισυνημμένη δήλωση σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση έναρξης δικαστικής διαδικασίας εναντίον του αιτητή, επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μπορεί να γίνει και στον ως άνω δικηγόρο και τέτοια επίδοση θα θεωρείται ως καλή επίδοση. Πρόκειται για δήλωση που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας. Προβάλλεται επίσης από την καθ΄ης η αίτηση ότι ο αιτητής ουδέποτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου, ούτε ζήτησε την παύση του ως άνω δικηγόρου από αντιπρόσωπο του ούτε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος επεσήμανε κατά πόσο δεν επιθυμεί ο ως άνω δικηγόρος να ενεργεί και πράττει εκ μέρους του, στη βάση του πληρεξουσίου εγγράφου. Ούτε και ο πιο πάνω δικηγόρος επικοινώνησε με την καθ΄ης η αίτηση ή αντιπροσώπους ή αξιωματούχους ή υπαλλήλους ενημερώνοντας τους ότι δεν έχει επαφή και επικοινωνία με τον πελάτη του και ότι δεν τον ενημέρωσε για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος του οποίου επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία περί μη ενημέρωσης του πελάτη του. Ο αιτητής επομένως απέτυχε να προσκομίσει με πειστικό τρόπο τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία που θα έπειθαν περί της αλήθειας του ισχυρισμού του ότι μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκε περί της έγερσης της αγωγής και έκδοσης απόφασης εναντίον του. Από την άλλη ο αιτητής δεν εξηγεί πως περιέπεσε στα χέρια του το αντίγραφο της επίδοσης που έγινε στον αντιπρόσωπο του (τεκμήριο Β) στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδημητρίου, και ουσιαστικά με το Τεκμήριο Γ στην ίδια ένορκη δήλωση παραδέχεται ότι είχε προειδοποιηθεί για τον τερματισμό της συμφωνίας του με την καθ΄ης η αίτηση στις 29.04.2011 με επιστολή που έλαβε στην γνωστή του διεύθυνση στην Αγγλία. Έκτοτε δε ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με το δάνειο του ούτε και κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό επιδεικνύοντας παντελή αδιαφορία. Το ζήτημα κατά την άποψη μου είναι απλό, όπως ξεκάθαρη είναι και η σχετική δικονομική διάταξη (Δ.5 Θ.8)*, η οποία θα συμφωνήσω με την πλευρά του αιτητή ότι εφαρμόζεται στη βάσει των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και κρίνω ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν έχει τηρήσει τις πρόνοιες της με αποτέλεσμα η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον κ. Τσίσσιο που ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του να πάσχει καθώς δεν έγινε νομότυπα. Η πιο πάνω κρίση μου σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι καταλυτική ως προς την επιτυχή κατάληξη της αίτησης χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το κατά πόσο τα πληρεξούσια έγγραφα (γενικό και ειδικό) που είχε παραχωρήσει ο εναγόμενος 1 στον κ. Τσίσσιο είναι έγκυρα ή όχι καθώς δεν υπογράφτηκαν ενώπιον επιβεβαιωτή μάρτυρα καθώς αυτή η πτυχή των αιτιάσεων του αιτητή δεν έτυχε ειδικότερης ανάλυσης ή υποστήριξης ή και οποιαδήποτε παραπομπή σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται ούτε και σχολιασμού από την άλλη πλευρά και ως αόριστη δεν θα την εξετάσω περαιτέρω. Το γεγονός ότι υπογράφτηκε από τον πληρεξούσιο *«¨
- Where a contract has been entered into in Cyprus by or through an agent residing or carrying on business in Cyprus on behalf of a principal residing or carrying on business outside Cyprus, a writ of summons in an action relating to or arising out of such contract may, by leave of the Court or a judge given before the determination of such agent's authority or of his business relations with the principal, be served on such agent. Notice of the Order giving such leave and an office copy thereof and of the writ of summons shall forthwith be sent by prepaid double - registered post letter to the defendant or defendants at his or their address out of the jurisdiction: provided that nothing in this Rule shall invalidate or affect any other mode of service provided by these Rules.» Μετάφραση στην ελληνική γλώσσα: «
- Όταν ένα συμβόλαιο συναφθέν στην Κύπρο από ή μέσω αντιπροσώπου που διαμένει ή διεξάγει επιχειρήσεις στην Κύπρο εκ μέρους του εντολέα που διαμένει ή διεξάγει επιχειρήσεις εκτός Κύπρου, ένα κλητήριο ένταλμα σε αγωγή που σχετίζεται με ή προκύπτει από τέτοια σύμβαση μπορεί, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή Δικαστού που δίδεται πριν την λήξη τέτοιας αντιπροσώπευσης ή την λήξη των επιχειρηματικών του σχέσεων με τον εντολέα να επιδοθεί στον αντιπρόσωπο. Ειδοποίηση του Διατάγματος, που δίδει άδεια για τέτοια επίδοση στον αντιπρόσωπο και επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος πρέπει αμέσως να αποστέλλεται με προπληρωμένη διπλοασφαλισμένη επιστολή μέσω ταχυδρομείου στον Εναγόμενο ή Εναγόμενους στην ή στις διευθύνσεις εκτός δικαιοδοσίας: νοουμένου ότι τίποτε στην παρούσα Διάταξη δεν θα αχρηστεύσει ή θα επηρεάσει οποιονδήποτε άλλο τρόπο επίδοσης που προνοείται σ΄αυτούς τους Θεσμούς.» αντιπρόσωπο του εναγομένου 1 δήλωση που είναι αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας περί της επίδοσης τυχόν αγωγής στον ίδιο, δεν διαφοροποιεί καθόλου την κατάσταση, εφόσον αυτή δεν θα μπορούσε να παρακάμψει τα διαλαμβανόμενα στη σχετική δικονομική διαταγή. Δεν μου διαφεύγει περαιτέρω ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφει ο ίδιος ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και όχι ο εντολέας. Είναι φανερό δε σε τι αποσκοπούσε η υπό αναφορά δικονομική διάταξη, στην διασφάλιση της προσωπικής γνώσης ενός εναγομένου περί της έγερσης αγωγής εναντίον του. Παρόλη όμως την πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με το μη νομότυπο της επίδοσης στον εναγόμενο 1 - αιτητή, κάτι που συνιστά από μόνο του λόγο για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του, εντούτοις για την περίπτωση που η πιο πάνω άποψη μου κριθεί ως λανθασμένη, θα προχωρήσω στη συνέχεια να αποφασίσω και στο κατά πόσο συντρέχουν οι άλλες προϋποθέσεις που εξετάζονται σε τέτοιας φύσης αιτήματα και έτσι η αίτηση θα είχε επιτυχή κατάληξη και στη βάσει αυτών. Μια τέτοια αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανούν δίκαιοι.» Ενδεικτικά και μόνο παραθέτω σε αυτό το σημείο γνωστή νομολογία που διέπει το ζήτημα και όπου καθορίστηκαν οι βασικές αρχές που ακολουθούνται κατά την εξέταση αυτής της φύσης αιτήσεις και στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο, όπου κριθεί αναγκαίο, θα γίνεται επίσης παραπομπή σε τέτοιες αποφάσεις ή αυθεντίες για τα ειδικότερα θέματα που θα εξετασθούν. Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646, καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736, η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου, με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας), ο Χρυσοστομής, Δ., καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4: «
(1). Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2). Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3). Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν ποιες άλλες παράμετροι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) AAΔ 2118, στη σελ. 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα των αποφάσεων που παρέθεσα, το Δικαστήριο, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει ή όχι ένα τέτοιο αίτημα, λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη ή μη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, την επαρκή αιτιολόγηση για την μη έγκαιρη εμφάνιση, τον χρόνο που μεσολαβεί από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και την αιτιολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση, στην προώθηση ενός τέτοιου αιτήματος. Λαμβάνεται δε υπόψη πάντοτε το θεμελιώδες δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν από το Δικαστήριο χωρίς όμως να παραγνωρίζεται από την άλλη η ανάγκη εξασφάλισης ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω βασικές νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης γίνεται από τον διάδικο εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση στην απουσία του και αυτή θα πρέπει να φέρει τον τύπο που προνοούν οι Θεσμοί σύμφωνα με την Διαταγή 48, Θ. 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών. Αυτή θα πρέπει να είναι διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία να εκτίθενται τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν τον αιτητή να προβεί σε αυτό δικονομικό διάβημα. Ο αιτητής καταχωρώντας την παρούσα αίτηση κρίνω ότι καταχώρησε το ορθό δικονομικό μέτρο για τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας εναντίον του δικαστικής απόφασης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Άντρης Θεμιστοκλέους (Αίτηση Certiorari και Prohibition
(1999)1 ΑΑΔ σελ.40). Η αίτηση παρουσιάζει όλα τα πιο πάνω στοιχεία και οποιοσδήποτε λόγος ένστασης που σχετίζεται με τον τύπο της αίτησης και τη νομική της τεκμηρίωση δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των δύο θεμάτων όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία μας και είναι αφενός μεν αυτό της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης και αφετέρου δε αυτό της καθυστέρησης που τυχόν επιδεικνύεται στην προώθηση του αιτήματος. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Η νομολογία μας σε σχέση με το ειδικότερο αυτό ζήτημα καθορίζει ότι για την ικανοποίηση της προϋπόθεσης περί της ύπαρξης «καλής» υπεράσπισης εκείνο το οποίο απαιτείται κάθε φορά, δεν είναι πλήρης απόδειξη από τον αιτητή σε σημείο που θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε κατάληξη υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά απλώς η ένδειξη στο Δικαστήριο ότι υφίσταται καλή υπεράσπιση, δηλαδή υφίστανται τέτοιες συνθήκες που υποδεικνύουν ότι ο αιτητής έχει εύλογες δυνατότητες να προβάλει υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε σχέση δε με το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής από τον Lord Wright: « The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits.» (βλ επίσης Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Comapany
(1961)C.L.R 37). Πέραν των αποφάσεων τις οποίες παράθεσα στο κεφάλαιο για τη νομική πτυχή της αίτησης στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) AAΔ σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Ο κ. Παπαδημητρίου στην ένορκη δήλωση του με την οποία υποστηρίζει την αίτηση προβάλλει ως λόγους υπεράσπισης της αιτήτριας αυτούς που έχω καταγράψει πιο πάνω στις σελ. 3 και 4 της απόφασης μου. Εξετάζοντας τους κατά σειρά όπως προβλήθηκαν διαπιστώνω: (α) σε σχέση με το πρόωρο της έγερσης της αγωγής εφόσον δεν τερματίστηκε η συμφωνία, απάντηση δίδεται με παραπομπή στην επιστολή ημερομηνίας 29.04.2011 την οποία επισυνάπτει εκ μέρους του στην ένορκη δήλωση του ο ίδιος ο κ. Παπαδημητρίου. Επομένως υπήρξε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας με την πιο πάνω επιστολή που αποστάληκε σε αυτόν στην γνωστή του διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο, (β) σε σχέση με τον λόγο περί της συμφωνίας σε ξένο νόμισμα κρίνω ότι όσα διαλαμβάνονται στην συμφωνία δανείου καλύπτουν το ζήτημα και ότι αυτή η συμφωνία έγινε με ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (δεν προβάλλεται το αντίθετο), συμφωνία η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα που είναι η γλώσσα που γνωρίζει ο αιτητής και σε αυτή εξηγούνται πλήρως οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σύναψης μιας συμφωνίας σε ξένο νόμισμα, (γ) οι τόκοι με τους οποίους χρεώθηκε ο εναγόμενος 1 προνοούνταν στην επίδικη συμφωνία και επιβαρύνθηκε με αυτούς λόγω της μη τήρησης εκ μέρους του των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από την εν λόγω συμφωνία. Καταλήγω ότι οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο αιτητής ότι συνιστούν υπεράσπιση δεν αποκαλύπτουν ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης κατά τρόπο που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν στο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματός, παρέχοντας έτσι στον εναγόμενο το δικαίωμα να προβάλει την ισχυριζόμενη υπεράσπιση του. Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου όλη την νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από πλευράς ενάγουσας για το πώς αντικρίζεται σήμερα τόσο νομοθετικά όσο και νομολογιακά η υπεράσπιση την οποία θα προβάλει η πλευρά του εναγόμενου 1. Κρίνεται επομένως ότι ο αιτητής δεν έχει δείξει λόγους που να στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στις αξιώσεις της ενάγουσας. Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή, ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύμηνης διάρκειας ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν και πολύ μικρότερο. Για παράδειγμα στην υπόθεση Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Το ζήτημα της καθυστέρησης εξετάζεται τόσο ως προς το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από της επίδοσης μέχρι και της έκδοσης της απόφασης για να διαφανούν οι συνθήκες της μη έγκαιρης εμφάνιση κάτι που καταδεικνύει το σεβασμό προς τις δικαστικές διαδικασίες, όσο και αυτό μετά την έκδοση της απόφασης μέχρι και της καταχώρησης της αίτησης. Εάν λοιπόν ήθελε κριθεί ότι έγινε νομότυπα η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο 1, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 1 άφησε τον χρόνο να περάσει χωρίς να λάβει μέρος στη διαδικασία περιφρονώντας τη δικαστική διαδικασία που άρχισε εναντίον του αλλά και στη συνέχεια χωρίς πάντοτε να ενδιαφερθεί καθόλου για τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία άφησε τον χρόνο να περνά μέχρι που ενοχλήθηκε με μέτρο εκτέλεσης. Επισημαίνω, και έχει δίκαιο η πλευρά της ενάγουσας να το προβάλλει ότι δεν παρουσίασε, ως όφειλε πιστεύω, οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του κ. Τσίσσιου με την οποία να υποστηρίζεται ότι δεν τον ενημέρωσε για την εναντίον του εγερθείσα αγωγή. Από την άλλη, ο αιτητής είναι φανερό ότι έλαβε γνώση της επιστολής τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και της ανάλογης αύξησης του τόκου με τον οποίο θα βαρυνόταν το υπόλοιπο του χρέους του με ημερομηνία
- 2011 (Τεκμ. Γ), στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδημητρίου και όμως δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ή να διαμαρτυρηθεί για οτιδήποτε είχε προειδοποιηθεί με την εν λόγω επιστολή. Έχοντας υπόψη τις αρχές σε σχέση με αυτό το ειδικότερο ζήτημα της καθυστέρησης καταλήγω ότι υπήρξε τέτοια στη προκείμενη περίπτωση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι τέτοια σε σχέση με την μη εκπλήρωση των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων, που θα με οδηγούσαν στο συμπέρασμα και στην κατάληξη να μην ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος αν ασφαλώς συνέτρεχε η προϋπόθεση της νομότυπης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος η οποία όπως ανέφερα πιο πάνω είναι καταλυτική ως προς την τύχη της. Η αίτηση επομένως εγκρίνεται με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το τέλος της δικαστικής διαδικασίας οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο