← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΡΑΗΜΑΝ MIZANUR κ.α., Α

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΡΑΗΜΑΝ MIZANUR κ.α., Αρ. Αγωγής: 2657/ 2011, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A179 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2657/ 2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Ενάγουσας -Καθ΄ης η Αίτηση και ΡΑΗΜΑΝ MIZANUR

  1. A. CHACHOLIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων- της εναγομένης 2 Αιτήτριας ---------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση : Η κα Σ. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κ. Αδάμος Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση απόφαση (Σε αίτηση εκ μέρους της εναγομένης 2 για παροχή άδειας διαγραφής ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Aνταπαίτησης της και αντικατάσταση της με νέα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.) Με αίτηση της με ημερομηνία 13.01.2015 η Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια (στη συνέχεια «η αιτήτρια»), επιζητεί την διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της και την αντικατάσταση της με νέα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, το πολυσέλιδο κείμενο της οποίας παραθέτει στην αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ. 1 και Δ.48 Θ.
  2. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Γιώργος Γεωργίου. Δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στη δήλωση. Δηλώνει ότι η αγωγή επιδόθηκε στην αιτήτρια την 23.09.
  3. Την 27.09.2011 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης και την 10.10.2011 καταχώρησε την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της. Ισχυρίζεται ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της ετοιμάστηκε με βάσει τα γεγονότα που είχαν δώσει στους δικηγόρους τους και τα οποία είχαν υπόψη τους κατά τη χρονική περίοδο που ετοιμάστηκε δηλαδή την 10.10.
  4. Αναφέρει στη συνέχεια ότι οι δικηγόροι τους είχαν την ευκαιρία να χειριστούν μεγάλο αριθμό υποθέσεων μεταξύ της εναγομένης 2 και των εναγόντων και όπως τους ενημέρωσαν είχαν διαμορφωθεί νέοι ισχυρισμοί Υπεράσπισης που απορρέουν από την μελέτη των εγγράφων που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση, κατά την ετοιμασία της Υπεράσπισης, δεν είχαν δώσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή των δικηγόρων της κατά την ετοιμασία της υπόθεσης για την ακρόαση οπότε φάνηκε καθαρά η ύπαρξη εγγράφων που αποδεικνύει την ύπαρξη παράλληλης συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 2 σε σχέση με τον τερματισμό της εγγύησης, ένα έγγραφο που δεν ήταν στην κατοχή της. Η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καθίσταται αναγκαία όπως τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, ώστε με την καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης θα επιτρέπει κατά την ακρόαση της υπόθεσης να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που αφορούν τους διαδίκους. Για αυτό, όπως συμβουλεύονται, για σκοπούς καλύτερης και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να δώσει την άδεια του για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ώστε όλα τα επίδικα θέματα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την προτεινόμενη τροποποίηση του δικογράφου της η αιτήτρια προβαίνει σε εκτεταμένη και λεπτομερή παράθεση των ισχυρισμών που θα προβάλει κατά την εκδίκαση της αγωγής και της ανταπαίτησης της. Θα επιχειρήσω αμέσως στη συνέχεια μια σύνοψη αυτών των ισχυρισμών. Πέραν της αμφισβήτησης της δυνατότητας ή νομιμοποίησης εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση να αξιώνει όσα αξιώνει με την αγωγή της, λόγω της αλλαγής του νομικού της καθεστώτος διατείνεται ότι οι υποχρεώσεις της αιτήτριας αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν και να αποξενωθούν από την Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ με οποιονδήποτε τρόπο χωρίς την συγκατάθεση της αιτήτριας. Η αιτήτρια αμφισβητεί εν γένει την εγκυρότητα και νομιμότητα της διαδικασίας σύναψης της επίδικης συμφωνίας επικαλούμενη τους όρους παροχής του δανείου, του τρόπου χορήγησης του, την μη εξέταση εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση της προσωπικής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου 1 και της αξιολόγησης της ικανότητας του να εξοφλήσει όπως και την επιλογή του νομίσματος σε ελβετικά φράγκα και του κινδύνου που περιλάμβανε και για την ίδια, επικαλείται παραβίαση εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας για παραχώρηση δανείων και ύπαρξη όρων οι οποίοι κρίθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως καταχρηστικοί. Πρόκειται για ζητήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και τα οποία θα προκύψουν στο στάδιο των οδηγιών και κατά την ακροαματική διαδικασία. Προβάλλονται επίσης λόγοι υπεράσπισης σε σχέση με την ενημέρωση που έτυχαν για την παροχή εκ μέρους τους της εγγύησης και του εξαναγκασμού που έτυχαν για την αποδοχή της καθώς διαφορετικά δεν θα προχωρούσε η συμφωνία πώλησης κατά τρόπο που αναιρούσε την ελεύθερη συνείδηση της αιτήτριας κατά την υπογραφή της εγγύησης. Προβάλλεται ακόμη ζήτημα χρέωσης τόκου πέραν του συμφωνημένου. Εκείνο το οποίο ανέλαβε ήταν η υποχρέωση της να εκδώσει χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας και όχι την εξόφληση των υποχρεώσεων του εναγομένου
  5. Περαιτέρω διατείνεται ότι η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε πρόωρα την αγωγή εναντίον της καθώς δεν κατέστησε τον χρόνο έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας ουσιώδη και η αιτήτρια θα ισχυριστεί ότι η Σύμβαση Εγγύησης δεν καθόρισε κατά τρόπο σαφή την χρονική διάρκεια της εγγύησης καθώς παρέπεμπε σε χρόνο που το κτηματολόγιο θα εξέδιδε ξεχωριστό τίτλο. Επικαλείται ότι η υπογραφείσα Σύμβαση Εγγύησης έχει εξασφαλιστεί από την καθ΄ης η αίτηση με πλάνη ή/ και απάτη ή/και ψευδείς παραστάσεις ή/και δόλο εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση και δεν ανταποκρίνεται στη πραγματική βούληση των διαδίκων. Προβάλλει περαιτέρω λεπτομέρειες των πιο πάνω ισχυρισμών της μεταξύ των οποίων και την ύπαρξη παράλληλης συμφωνίας με την οποία η εγγύηση αναστελλόταν μέχρι την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας. Πέραν των πιο πάνω αμφισβητεί ότι το εκχωρητήριο έγγραφο που υπεγράφη μεταξύ της καθ΄ης η αίτηση και του εναγομένου 1 ενεργοποιήθηκε, εφόσον δεν εκπληρώθηκε η προϋπόθεση του για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω ισχυρισμών τους οποίους επιζητεί να της επιτραπεί να προβάλει η αιτήτρια ως Υπεράσπιση της προκύπτουν αξιώσεις της για την έκδοση διαφόρων μορφών δηλώσεων ή διαταγμάτων δεσμευτικών για την καθ΄ης η αίτηση τις οποίες αξιώνει με την τροποποίηση της Ανταπαίτησης της. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση (« η καθ΄ης η αίτηση»), καταχώρησε ειδοποίηση περί της προθέσεως της να ενστεί προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους η αίτηση της αιτήτριας δεν θα πρέπει να εγκριθεί. Προβάλλει συγκεκριμένα ότι : «1.Η αίτηση ημερ. 13.1.2015 είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή κατά παράβαση των σχετικών Θεσμών καθότι στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων του Νόμου και/ή Κανονισμών και/ή Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή δεν αναφέρει τα ορθά άρθρα του Νόμου και/ή Κανονισμούς και/ή Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή παραλείπει τα απαιτούμενα στοιχεία. Περαιτέρω, η Αίτηση αναφέρεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που καμία δικαιοδοσία δεν έχει στην παρούσα υπόθεση, καθότι τη δικαιοδοσία εξέτασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. 2.Η ένορκη δήλωση του Γιώργου Γεωργίου είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή αντινομική και/ή αναληθής. 3.Η αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και στην Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Γεωργίου δεν δικαιολογείται και/ή δεν επεξηγείται και/ή δεν τεκμηριώνεται η εν λόγω καθυστέρηση. Είναι η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση της αιτήτριας είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και/ή υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή σκοπό έχει την πρόκληση περαιτέρω αδικαιολόγητης καθυστέρησης εις βάρος της Εναγούσης και/ή της ορθής και/ή ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης σαν λογική απόρροια των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. 4.Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από την αιτήτρια και/ή τον δικηγόρο της από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και/ή κατά τον ουσιώδη χρόνο ετοιμασίας και καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και/ή σε κάθε περίπτωση σε χρονικό διάστημα κατά πολύ μικρότερο των τριών και πλέον χρόνων. Η αιτήτρια αιτείται διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και αντικατάστασή της με νέα, χωρίς να γίνεται σαφής και/ή επαρκής αναφορά και/ή χωρίς να γίνεται καθόλου αναφορά σε νέα δεδομένα τα οποία δεν υπήρχαν και/ή δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται στην κατοχή της αιτήτριας και/ή του δικηγόρου της κατά τον ουσιώδη χρόνο ετοιμασίας και/ή καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της και/ή σε χρόνο κατά πολύ πιο σύντομο από τις 13.1.2015 και θα έπρεπε η αιτήτρια και/ή οι δικηγόροι της να λάμβαναν όλα τα εύλογα και/ή δέοντα διαβήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα δεδομένα πριν την υποβολή της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της και/ή σε χρόνο κατά πολύ πιο σύντομο από τις 13.1.
  6. 4.Περαιτέρω, η αιτήτρια με την αίτησή της αιτείται τη διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και αντικατάστασή της με νέα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η αίτησή της, επομένως, δεν συνίσταται απλά στην ανάγκη διόρθωσης κάποιου και/ή κάποιων εκ παραδρομής καλόπιστων λαθών. Αντίθετα, πρόκειται για σκέψεις και/ή επινοήσεις εκ των υστέρων που το μόνο που πετυχαίνουν είναι καθυστέρηση της διαδικασίας της Εναγούσης και/ή την αποφυγή και/ή καθυστέρηση εκπλήρωσης των νόμιμων υποχρεώσεων τους και/ή να φέρουν την Ενάγουσα σε δυσμενέστερη θέση. Επιπρόσθετα, είναι νομολογημένο ότι απόρριψη αίτησης τροποποίησης δικογράφου υπό του Δικαστηρίου δύναται να γίνει στην περίπτωση που με την αίτηση δεν επιχειρείται απλώς το να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα, αλλά αντίθετα με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης των ισχυρισμών και/ή της αξίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου η αιτήτρια αιτείται τη διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και αντικατάστασή της με νέα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. 5.Στη νέα Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η αιτήτρια αρνείται παραγράφους που είχε προηγουμένως παραδεχτεί, προβάλλοντας ισχυρισμούς που δεν ευσταθούν και/ή ως σκοπό τους έχουν να δυσχεράνουν το έργο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω, κάνει αναφορά σε παραλείψεις και/ή συζητήσεις και/ή ενέργειες που ήταν εις γνώση της αιτήτριας και/ή των δικηγόρων της και/ή θα έπρεπε να είναι εις γνώση της και/ή των δικηγόρων της και/ή όφειλε εάν θεωρούσε σημαντική την αναφορά της, να περιλάβει αυτές στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της. 6.Η αίτηση τροποποίησης της αιτήτριας έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και/ή με τέτοιο τρόπο που θα προκαλέσει αδικία και/ή δυσμενή επηρεασμό της καθ΄ης η αίτηση, και η αιτούμενη τροποποίηση και/ή αντικατάσταση θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό της καθ΄ης η αίτηση, και η αιτούμενη τροποποίηση και/ή αντικατάσταση θα επιφέρει δυσμενή παρεπόμενα στην Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση που δεν θα μπορούν να θεραπευτούν με την επιδίκαση εξόδων. 7.Τυχόν έγκριση της αίτησης τροποποίησης και/ή αντικατάσταση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης σε αυτό το στάδιο θα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και θα είχε δυσμενή αντίκτυπο στην υπόθεση της καθ΄ης η αίτηση, τόσο από πλευράς χρόνου συμπλήρωσής της όσο και από πλευράς ομαλής παρουσίασης της ενώπιον του Δικαστηρίου. 8.Είναι περαιτέρω η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι η αίτηση της αιτήτριας δεν θα πρέπει να επιτραπεί, καθότι κάτι τέτοιο θα επιβράβευε στην ουσία την αμέλεια και/ή παράλειψη της αιτήριας και/ή των δικηγόρων της να πράξουν τα δέοντα και/ή εύλογα διαβήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν όλα τα απαραίτητα για την υπόθεσή τους δεδομένα κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της, ήτοι στις 10.10.2011 και/ή σε κάθε περίπτωση σε ημερομηνία πολύ πιο σύντομη από την 13.1.
  7. 9.Για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, ζητείται υπό της καθ΄ης η αίτηση η απόρριψη της αιτήσεως ημερ. 13.1.2015.» Η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας: Δ.9, Δ.19, Δ.20 Θ.Θ.1 - 5, Δ.21, Δ.24, Δ.25, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1 - 9, Δ.57, Δ.63 Θ.Θ.1,2 και 3, Δ.64, στο Σύνταγμα Άρθρο 30.2, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Δικαίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Σωφρονίου, υπαλλήλου της ενάγουσας ο οποίος πέραν της ιδιότητας του, της εξουσιοδότησης που έχει να προβεί στην ένορκη δήλωση και τη γνώση των γεγονότων δηλώνει επαναλαμβάνοντας τα όσα προβάλλονται στην αίτηση με κάποιες διαφοροποιήσεις οι οποίες δεν αλλάζουν την ουσία τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, τις οποίες ετοίμασαν κατόπιν άδειας τού Δικαστηρίου, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που εκφράστηκαν στη συνέχεια της απόφασης μου. Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την «πλατιά», όπως χαρακτηρίστηκε, διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd

(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33 όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε κάποιος να πει, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά) (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (βλ. επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος στην υπόθεση μεταξύ άλλων Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα όπως υποβλήθηκαν με την αίτηση της πλευράς της αιτήτριας και την ένσταση, όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας η έγκριση του αιτήματος. Ανατρέχοντας στο κείμενο της αρχικής υπεράσπισης διαπιστώνω ότι σε εκείνη δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε παράλληλη συμφωνία σε σχέση με τον τερματισμό της εγγύησης. Στο κείμενο της προτιθέμενης να εισαχθεί ως νέα Υπεράσπιση διαπιστώνω ότι υπάρχουν ισχυρισμοί περί αυτής όπου και δίδονται σχετικές λεπτομέρειες. Επιχειρείται επ΄θισης η εισαγωγή πλέιστων τόσων ισχυρισμών οι οποίοι δεν προβλήθηκαν στο αρχικό δικόγραφο με τη διακιολογία ότι δεν τέθηκαν υπόψη των δικηγόρων της όταν αυτό συντασσόταν καθώς δεν κατείχαν τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν το περιεχόμενο και τις περιστάσεις σύναψης των επίδικων συμφωνιών (δανείου και εγγύησης). Πριν προχωρήσω στην εξέταση τόσο των λόγων που επέβαλαν το αίτημα εκ μέρους της αιτήτριας όσο και των λόγων ένστασης θα πρέπει να πω ότι ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι είναι η 1η αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ότι αυτή υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ενόψει του σταδίου κατά το οποίο υποβάλλεται η υπό κρίση αίτηση, τα όποια δικαιώματα και συμφέροντα της καθ΄ης η αίτηση να τύχει δίκαιης δίκης κρίνω ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς και/ ή άλλως πως με κανένα τρόπο καθ΄ότι θα της παρασχεθεί στο στάδιο αυτό κατά το οποίο γίνεται η αίτηση και στη συνέχεια η δυνατότητα να απαντήσει στους ισχυρισμούς της αιτήτριας και να προετοιμαστεί κατάλληλα για την αντίκρουση τους όπως και να προβάλει την Υπεράσπιση της στην Ανταπαίτηση και γενικά για να προετοιμαστεί για την ακρόαση της υπόθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω βέβαια λαμβάνοντας υπόψη και το ζήτημα της αναπόφευκτης καθυστέρησης η οποία θα παρατηρηθεί ενόψει του χρόνου που θα χρειαστεί για να συμπληρωθούν εκ νέου τα δικόγραφα. Για το ζήτημα της καθυστέρησης θα γίνει ιδιαίτερη μνεία σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Επομένως δεν διακρίνω ότι θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα η αιτούμενη τροποποίηση (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Οι σχετικοί λόγοι ένστασης που αφορούν την παράβαση δικαιωμάτων της καθ΄ης η αίτηση απορρίπτονται. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης η λανθασμένη αναφορά του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο οποίο είναι καταχωρημένη η αγωγή, αντί δηλαδή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αναγράφηκε Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου . Παρατηρώ ότι πράγματι στο τυπωμένο κείμενο της αίτησης αναγράφεται ¨Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου¨, όμως υπάρχει χειρόγραφη διόρθωση του στο πρωτότυπο που είναι κατατεθειμένο στο φάκελο της υπόθεσης και έτσι δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω ο λόγος αυτός ένστασης εφόσον δεν έχει έρεισμα. Προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι αυτή στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. Μελετώντας όμως την αίτηση διαπιστώνω ότι το κατά πόσο αυτή έχει ουσιαστικό έρεισμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί στη βάσει των προβαλλόμενων γεγονότων. Εκείνο το οποίο επιζητεί η αιτήτρια είναι να προσθέσει ισχυρισμούς σε σχέση με γεγονότα, οι οποίοι αφορούν τις επίδικες συμφωνίες (δανείου και εγγύησης), όπως αυτοί διαπιστώνονται από πρόσφατη, όπως διατείνονται, μελέτη του έγγραφου υλικού των επιδίκων συμφωνιών όπως τους κατέγραψα πιο πάνω στις σελ. 3 και 4. Στη βάση των πιο πάνω δεν βλέπω λόγο γιατί να μη μπορεί να της επιτραπεί η προσθήκη αυτών των ισχυρισμών έστω και σε αυτό το στάδιο εφόσον ισχυρίζεται ότι είναι μόλις πρόσφατα που διαπίστωσε αυτή τη διάσταση στο δικόγραφο της η οποία προέρχεται από έγγραφα τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη των δικηγόρων της και δεν βρίσκονταν στην κατοχή της. Επομένως δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην της επιτραπεί να προβεί σε μια τέτοια διόρθωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά τα οποία επιθυμεί να προβάλει η αιτήτρια έχουν τόσο ουσιαστικό όσο και νομικό έρεισμα εφόσον άπτονται των επιδίκων συμφωνιών και των συνθηκών σύναψης τους. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντινομική και αναληθής. Η αιτήτρια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα της ότι μόλις κατά την ετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διαπίστωσε αυτή τη διάσταση στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Αμέσως δε υπέβαλε την παρούσα αίτηση με σκοπό τη διόρθωση τους. Δεν διακρίνω κακοπιστία σε αυτή την προσπάθεια της. Σε σχέση με το παράτυπο ή ότι αυτή είναι αντινομική διαπιστώνω ότι αυτή στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο με τις ορθές δικονομικές διατάξεις και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δεόντως εξουσιοδοτημένου προσώπου ο οποίος υποστηρίζει τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν σε αυτό το διάβημα. Δεν διαπιστώνω ούτε παρατυπία στην αίτηση ούτε και αντινομικότητα. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία και ότι δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση ή ότι αυτή διαλαμβάνει ολόκληρο το κατατεθειμένο δικόγραφο, παρέμειναν γενικοί και αόριστοι και ως εκ τούτου δεν ενέχουν οποιοδήποτε έρεισμα όπως και ο λόγος περί αναληθούς αίτησης. Σε σχέση με τον λόγο που αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και την βραδυπορία με την οποία ενήργησε η αιτήτρια, θα πρέπει να πω ότι υπάρχει πράγματι καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος εφόσον η αιτήτρια θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε συλλέξει όλα τα απαραίτητα έγγραφα έτσι ώστε να είχε λάβει γνώση όλων των πτυχών των επιδίκων συμφωνιών τις οποίες να έθετε υπόψη των δικηγόρων της. Ο λόγος που παρέχεται προς δικαιολόγηση του αιτήματος σε αυτό το στάδιο, κρίνεται ως πειστικός, παρόλη την εμφανή καθυστέρηση που υπήρξε έτσι ώστε να γίνει αντιληπτή αυτή η διάσταση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, όταν επανειλημμένα είχε οριστεί η υπόθεση για ακρόαση και την αναμενόμενη προετοιμασία για αυτή, η οποία θα έπρεπε να είχε γίνει αρκετά νωρίτερα και όχι μετά από επανειλημμένες αναβολές της ακροαματικής διαδικασίας ανάγκη η οποία εκφράστηκε για πρώτη φορά την 19.11.2014 όπως καταγράφτηκε στο σχετικό πρακτικό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναγνωρίζοντας την ευθύνη που συνεπάγεται το διάβημα σε αυτό το στάδιο, εισηγείται ότι αυτή μετριάζεται με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ της καθ΄ης η αίτηση. Τα συμφέροντα της ενάγουσας δεν επηρεάζονται δυσμενώς παρόλο ότι δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Κρίνω όμως ότι ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα, την οποία η πλευρά της αιτήτριας δεν απορρίπτει όπως προανέφερα και μάλιστα ρητά την εισηγείται θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν οι ενάγοντες ούτε και δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της ούτε και εκτροχιασμός της δίκης από την τυχόν έγκριση της τροποποίησης που αιτείται η αιτήτρια. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 όπου τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Περαιτέρω στην υπόθεση Sait Electronic S.A. v. Dominique κ.ά,
(1992)1 Α Α..Δ. σελ. 14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση.» Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στην καθ΄ης η αίτηση με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αν με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ΄εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί. Θα συμφωνήσω με την πλευρά της αιτήτριας ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί της αιτήτριας οι οποίοι αναφέρονται σε αυτούς που επιχειρείται η εισαγωγή τους με την παρούσα αίτηση δεν συνιστούν και/ή εισάγουν νέο νομικό και πραγματικό πέπλο. Πρόκειται, όπως είναι η εισήγηση, για ουσιώδεις, πάντοτε κατά την άποψη της, αλλά και έτσι εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο, ισχυρισμούς, οι οποίοι μπορούν να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προβαλλόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση χωρίς να μεταβάλλουν και/ή να αλλάζουν τα πραγματικά περιστατικά, την ουσία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως ήδη προβάλλονται και περιγράφονται στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice
(1961)pg 627 γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: « The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.». Η πιο πάνω αρχή έχει υιοθετηθεί και στην υπόθεση Saba & Co T.M.P v.T.M.P.Agents
(1994)1 AAΔ σελ. 426 και στην Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Η αναγκαιότητα της εισαγωγής και προσθήκης των επιδιωκόμενων ισχυρισμών καθίσταται προφανής έτσι ώστε η αιτήτρια να προβάλει τους πραγματικούς ισχυρισμούς της στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της πλήρως, με κάθε λεπτομέρεια και με κάθε σαφήνεια και στην κατ΄ισχυρισμό της ορθή τους διάσταση όπως αυτό συνάγεται από το περιεχόμενο των τροποποιήσεων που επιδιώκει και οι οποίες της δίδουν παράλληλα το δικαίωμα να ανταπαιτεί από την ενάγουσα κατά τον τρόπο που διαμορφώνεται πλέον και η Ανταπαίτηση της. Επομένως και οι υπόλοιποι συναφείς λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση με ημερομηνία 13.01.2015 και να εκδώσω διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης 2 ως το αιτητικό Α
(1)-
(14)της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος. Η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός άλλων 20 ημερών από της επίδοσης της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στους δικηγόρους της ενάγουσας. Παρόλο το πιο πάνω αποτέλεσμα εντούτοις κρίνω ότι τα απολεσθέντα έξοδα συνεπεία της αιτήσεως όπως και της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ της ενάγουσας/ καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 2 αιτήτριας και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή θα οριστεί για προγραμματισμό ξανά της ακρόασης και για έλεγχο της συμπλήρωσης των τροποποιημένων δικογράφων σε ημερομηνία που θα καθοριστεί στη συνέχεια. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφo Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.