ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. FIORDALISO TRADING LTD κ.α., Αρ.αγωγής: 1480/2013, 28/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 1480/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- FIORDALISO TRADING LTD
- ΘΕΜΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
- ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΛΟΙΖΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ Εναγομένων Ημερ. 28.8.2015 Για την Ενάγουσα: κ.Μ.Κυριακίδης μαζί με κ.Α.Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 4: κ.Α.Μαθηκολώνης μαζί με κ.Γ.Πέτρου για Ανδρέας Θ.Μαθηκολώνης ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €1.246.227,45 με τόκο προς 8,398% ετησίως επί του ποσού των €1.217.263,47 από 12.4.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, η Fiordaliso, ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 7.8.2007 για το ποσό των €1.080.000 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως οι εγγυητές της δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.3). Προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας πέντε υποθήκες, τρεις από τις οποίες αφορούν ακίνητες ιδιοκτησίες της Εναγόμενης 1 (Τεκμ.6-8), μία ακίνητη ιδιοκτησία του Εναγόμενου 3 (Τεκμ.9) και άλλη μία ακίνητη ιδιοκτησία του Εναγόμενου 4 (Τεκμ.10). Αξιώνονται συνεπώς και διατάγματα για την εκποίηση των υποθηκών. Την 29.11.2010 συνάφθηκε Τροποποιητική Συμφωνία (Τεκμ.5). Δόθηκε παράταση στην αποπληρωμή του δανείου και το συνολικό αρχικό επιτόκιο μειώθηκε σε 5,904% σε σχέση με 6,144% που ήταν στη Συμφωνία Δανείου. Η Fiordaliso παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις για αποπληρωμή του δανείου οπόταν η Τράπεζα με επιστολή της προς αυτή ημερ. 8.11.2012 (Τεκμ.11Α) την κάλεσε όπως μέσα σε 21 ημέρες από τη λήψη της επιστολής εξοφλήσει το υπόλοιπο που εκκρεμούσε και ήταν €1.202.540,38, διαφορετικά η Τράπεζα θα ετερμάτιζε τη Συμφωνία και θα ζητούσε την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Αναφερόταν ακόμα στην επιστολή πως μέχρι την εξόφληση το υπόλοιπο θα επιβαρύνετο με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 3%. Ανάλογου περιεχομένου επιστολές απεστάλησαν προς τους Εναγόμενους 2-4 (Τεκμ.11Γ, 11Δ και 11Β αντίστοιχα). Δεν υπήρξε ανταπόκριση οπόταν η Τράπεζα με επιστολή της προς την Fiordaliso ημερ. 30.11.2012 (Τεκμ.12Α) τερμάτισε τη λειτουργία του δανείου απαιτώντας ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που είχε ανέλθει στο ποσό των €1.208.548,62 πλέον τόκους. Ανάλογου περιεχομένου επιστολές απεστάλησαν προς τους Εναγόμενους 2-4 (Τεκμ.12Β, 12Γ και 12Δ αντίστοιχα). Η Fiordaliso και ο Εναγόμενος 3 καταχώρισαν κοινή Έκθεση Υπεράσπισης, ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο ο Εναγόμενος 3 αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του. Έκθεση Υπεράσπισης από κοινού καταχώρισαν και οι Εναγόμενοι 2 και
- Η Fiordaliso αρνείται τη Συμφωνία Δανείου και, διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι αυτή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη γιατί καταρτίστηκε χωρίς η Τράπεζα να την προειδοποιήσει για τη σημασία και τους κινδύνους που διέτρεχε και ενώ εγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Fiordaliso δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της όπως συμφωνήθηκε ή καθόλου. Εάν η Fiordaliso υπόγραψε τη Συμφωνία εξωθήθηκε προς τούτο από την Τράπεζα που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι δεσμεύσεις και οι υποχρεώσεις που η Fiordaliso αναλάμβανε ήταν άδικες, επαχθείς και καταστροφικές γι΄αυτήν. Παρέλειψε ακόμα η Τράπεζα να προτρέψει την Fiordaliso να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή προτού υπογράψει. Εάν υπήρξε δεύτερη ή τροποποιητική συμφωνία αυτή καταρτίστηκε κατόπιν απειλών και ασφυκτικών πιέσεων της Τράπεζας εναντίον της. Όσα δικογραφούνται σε σχέση με τη Συμφωνία Δανείου επαναλαμβάνονται αναφορικά και με τη Τροποποιητική Συμφωνία. Η Fiordaliso αρνείται τη δήλωση και εγγραφή των υποθηκών που την αφορούν και αν αυτές δηλώθηκαν και εγγράφηκαν ήταν κατόπιν πιέσεων και εξαναγκασμού από την Τράπεζα. Η Τράπεζα δεν της εξήγησε ούτε τη συμβούλεψε προτού δηλώσει και εγγράψει τις υποθήκες και της ανέφερε ότι ήταν κάτι το τυπικό και διαδικαστικό και ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας. Ούτε σε σχέση με τις υποθήκες η Τράπεζα την προέτρεψε να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή. Τέλος, η Fiordaliso αρνείται τη λήψη οποιασδήποτε επιστολής από την Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 παραδέχονται τη Συμφωνία Δανείου. Αναφορικά με την Τροποποιητική Συμφωνία διατείνονται ότι η Εναγόμενη 1 προσχώρησε σε αυτή κατόπιν εξαναγκασμού, απειλών και εκβιασμού της Τράπεζας η οποία διαφορετικά δεν θα επανέγκρινε το δάνειο. Ως εκ τούτου, διατείνονται ότι η Τροποποιητική Συμφωνία ήταν παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη. Οι Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών γίνονται παραδεκτές προβάλλεται, ωστόσο, η θέση ότι η εγγραφή τους ήταν παράνομη γιατί οι πρόνοιες τους παραβιάζουν τη σχετική νομοθεσία. Ο Εναγόμενος 4 διατείνεται ότι οι υπόλοιποι Εναγόμενοι δεν είχαν τέτοια δανειοληπτική ικανότητα και εισοδήματα που να δικαιολογείται η παραχώρηση σε αυτούς ή και η εγγύηση από αυτούς του επίδικου δανείου και ότι η Τράπεζα που γνώριζε ότι ήταν ανίκανοι να το εξυπηρετήσουν απέκρυψε τα γεγονότα από τον ίδιο. Εάν αυτά αποκαλύπτονταν στον Εναγόμενο 4, αυτός δεν θα συμφωνούσε να παραχωρήσει και εγγράψει την υποθήκη που αφορά την ακίνητη του ιδιοκτησία. Ως εκ τούτου η υποθήκη αυτή ήταν άκυρη. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι η παραχώρηση της υποθήκης από τον ίδιο ήταν το αποτέλεσμα δολίων ή και ψευδών παραστάσεων της Τράπεζας και παραθέτει λεπτομέρειες που αφορούν και πάλιν την μη αποκάλυψη από την Τράπεζα της ανικανότητας των Εναγομένων 1-3 να εξυπηρετήσουν το δάνειο και θετικών παραστάσεων ότι το χρέος ήταν πλήρως εξασφαλισμένο από τις υποθήκες των Εναγομένων 1-3 και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος για το δικό του ακίνητο. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 αρνούνται και αυτοί τη λήψη οποιασδήποτε επιστολής από την Τράπεζα. Παρόλο που η Ανταπαίτηση φέρεται να προωθείται από αμφότερους τους Εναγόμενους 2 και 4, περιορίζεται σε δήλωση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση και δήλωση υποθήκης που αφορά το ακίνητο του Εναγόμενου 4 είναι παράνομη και άκυρη. Η Ενάγουσα κάλεσε τέσσερις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Η Σοφία Δημητρίου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση, Τεκμ.1) εργάζεται στο Τμήμα Ανακτήσεων της Τράπεζας στη Λάρνακα. Έχει εμπλακεί στην υπόθεση μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφότου η υπόθεση διαβιβάστηκε στο τμήμα όπου εργάζεται. Από τους φάκελους της Τράπεζας παρουσίασε αριθμό εγγράφων που αφορούν την υπόθεση. Η Χριστίνα Προκοπίου (Μ.Ε.2) υπάλληλος της Τράπεζας, εργαζόταν το 2007 στην Υπηρεσία Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, στη Λάρνακα. Ήταν μάρτυρας των υπογραφών των συμβαλλομένων στη Συμφωνία Δανείου και τις συναφείς Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου. Η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ήταν καθήκον άλλων συναδέλφων της. Η ίδια απλά τα εκτύπωσε. Δεν ήταν στην αρμοδιότητά της να συζητήσει οτιδήποτε με τους Εναγόμενους. Αναφορικά με την Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης του ακινήτου του Εναγόμενου 4 μαρτύρησε ότι ο τελευταίος την υπόγραψε στην παρουσία της, αφού η ίδια του διάβασε ποιό ακίνητο υποθηκεύετο, το ποσό με το οποίο επιβαρύνετο και για ποιού την υποχρέωση αφορούσε. Η διαδικασία έγινε στην Τράπεζα. Η Προκοπίου δεν παρέστηκε στο Κτηματολόγιο για την καταχώρηση της υποθήκης. Στο Κτηματολόγιο μαζί με τον ενυπόθηκο οφειλέτη μεταβαίνει άλλος αρμόδιος υπάλληλος της Τράπεζας. Η καταχώρηση της υποθήκης στο Κτηματολόγιο γίνεται συνήθως σε άλλη ημέρα κατόπιν συνεννόησης του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Ο Βασίλειος Σαββόπουλος (Μ.Ε.3) υπάλληλος της Τράπεζας, ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους ο διευθυντής της Υπηρεσίας Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, στη Λάρνακα. Εξήγησε ο Σαββόπουλος ότι «πρόσωπο κλειδί» στην υπόθεση ήταν ο Εναγόμενος 3 που ήταν ένας από τους ιδιοκτήτες και διεύθυνε τον όμιλο εταιρειών Master Chef που είχε αρτοποιεία και διάφορα άλλα καταστήματα στην Λάρνακα. Ήταν πολύ καλοί πελάτες τόσο της Τράπεζας όσο και της Ελληνικής Τράπεζας. Ο Εναγόμενος 3 ήταν έμπειρος στις αγοραπωλησίες ακινήτων και είχε κατά το παρελθόν, μέσω διαφόρων εταιρειών, λάβει δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα. Τόσο ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 όσο και οι εταιρείες με τις οποίες σχετιζόταν διεκπεραίωναν επιτυχώς αγοραπωλησίες ακινήτων και είχαν σημαντικές καταθέσεις στην Τράπεζα. Τον Εναγόμενο 2 παρουσίασε στην Τράπεζα ο Εναγόμενος
- Ήταν κουμπάρος του και συμμέτοχος του στην Fiordaliso. Η Fiordaliso δεν είχε προϊστορία ως εμπορική εταιρεία. Συστάθηκε ειδικά για να αποκτήσει ακίνητη περιουσία με σκοπό την μεταπώληση της και το κέρδος. Όπως ανάφερε ο Σαββόπουλος, ήθελαν το δάνειο για να αγοράσουν συγκεκριμένη περιουσία και πρόσφεραν προς εξασφάλιση την υποθήκευση της ακίνητης ιδιοκτησίας που θα αγόραζαν και άλλων ακινήτων. Για τον Εναγόμενο 2 αυτό που η Τράπεζα γνώριζε ήταν ότι γνώριζε καλά την περιοχή στην οποία αγόραζε η Εναγόμενη
- Ανάφερε ο Σαββόπουλος πως δυο μήνες αργότερα τους χορηγήθηκε νέο δάνειο ₤175.000 για την αγορά άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία πωλήθηκε με κέρδος και μάλιστα μέρος του κέρδους κατατέθηκε έναντι του επίδικου δανείου. Η αίτηση για τη χορήγηση του επίδικου δανείου υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 1 την 2.8.2007 (Τεκμ.17). Εξετάστηκε και αξιολογήθηκε από τον Νίκο Χάιλο (Μ.Ε.4) που συνέταξε σχετικό έγγραφο με σχόλια και εισηγήσεις (Τεκμ.18) και εγκρίθηκε από τον Σαββόπουλο. Οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν υπερκάλυπταν το ποσό του δανείου. Το δάνειο ήταν για €1.080.000, περίπου ₤600.000 όπως ανάφερε ο Σαββόπουλος, και υποθηκεύτηκαν ακίνητα αξίας ενός εκατομμυρίου. Υπήρξε έτσι συμμόρφωση με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας στη βάση του λεγόμενου «Loan to value ratio». Από το ποσό του δανείου που κατά ακρίβεια ήταν ₤630.000 οι ₤460.000 θα διατίθεντο από την Fiordaliso για την αποπληρωμή της ακίνητης ιδιοκτησίας, ₤40.000 περίπου θα χρησιμοποιούντο για την εξόφληση προσωπικών λογαριασμών του Εναγόμενου 3 που αφορούσαν τις προκαταβολές που αυτός είχε πληρώσει για την αγορά, ενώ οι υπόλοιπες ₤130.000 θα παρέμεναν στην διάθεση της Fiordaliso για τυχόν νέες επενδύσεις σε ευκαιριακές τιμές. Ο Σαββόπουλος δεν συνάντησε ποτέ τον Εναγόμενο
- Αυτό που γνώριζε ήταν ότι είχε δηλώσει τη συγκεκριμένη υποθήκη για να καλύψει το μερίδιο του Εναγόμενου 2 υιού του στην Fiordaliso. Προς αντιμετώπιση των δικογραφημένων ισχυρισμών του Εναγόμενου 4 ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε υπογράψει ως ενυπόθηκος οφειλέτης παρουσιάστηκε έγγραφο τιτλοφορούμενο «Customer Closed Accounts Enquiry» (Τεκμ.20) στο οποίο καταγράφονται οι διάφοροι λογαριασμοί που είχε ο Εναγόμενος 4 στην Τράπεζα. Πρόκειται για 16 λογαριασμούς που λειτούργησαν την περίοδο 1990-
- Η Συμφωνία Δανείου προνοούσε για την αποπληρωμή του δανείου εφάπαξ την 30.8.
- Ο τρόπος αποπληρωμής αντανακλά τους σκοπούς του δανείου. Παρεχόταν με αυτό τον τρόπο χρόνος στην Fiordaliso να πωλήσει τα ακίνητα που αγόρασε και να εξοφλήσει. Οι προοπτικές πώλησης των ακινήτων που η Fiordaliso αγόρασε δεν ευωδόθηκαν. Όπως ανάφερε ο Σαββόπουλος, οι λόγοι ήταν αφενός ότι άρχισε η κρίση στην κτηματαγορά και αφετέρου ότι ο Εναγόμενος 3 είχε στο μεταξύ ασθενήσει σοβαρά. Η Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 29.11.2010 ήταν το αποτέλεσμα αιτήματος της Fiordaliso που υποβλήθηκε στην Τράπεζα την 22.10.2010 (Τεκμ.19). Ζητείτο και παραχωρήθηκε παράταση ενός χρόνου για την αποπληρωμή του δανείου μέχρι την 30.8.
- Στο ενδιάμεσο θα καταβάλλονταν τρεις μηνιαίες δόσεις μικρού αναλόγως ποσού (€13.861) που αφορούσαν στους ενδιάμεσους τόκους. Ο Χάιλος, αφυπηρετήσας υπάλληλος της Τράπεζας, εργαζόταν το 2007 στην Υπηρεσία Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, στη Λάρνακα. Ο μάρτυρας έδωσε τη σαφή εντύπωση ότι ήταν δυσαρεστημένος από το γεγονός ότι κλήθηκε ως μάρτυρας μετά την αφυπηρέτηση του. Θυμόταν ότι αυτός αξιολόγησε την αίτηση αλλά δεν θυμόταν να αναφέρει οτιδήποτε το συγκεκριμένο. Βλέποντας το Τεκμ.18 στο οποίο αναγράφεται το όνομα του ως το πρόσωπο που προέβηκε στην αξιολόγηση ανάφερε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, είναι αυτός που το συνέταξε. Στο Τεκμ.18 σημειώνεται αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και 3 ότι: «Και οι δύο είναι κάτοχοι σημαντικής ακίνητης περιουσίας στην εν λόγω περιοχή, και προσφέροντας μέρος αυτής προς υποθήκευση ως ιδία συνεισφορά τους, θα προχωρήσουν στην αγορά και άλλων τεμαχίων γης που βρίσκουν σε πολύ ελκυστικές τιμές ... με σκοπό τη μεταπώληση τους με σημαντικό περιθώριο κέρδους. Πρόκειται για την περιοχή που περιβάλλεται από τα χωριά Αγγλισίδες, Αναφωτία, Απλάντα και Αλεθρικό, την οποία οι πελάτες μας ως κάτοικοι της γνωρίζουν πολύ καλά, έχουν καλές διασυνδέσεις και μπορούν κάλλιστα να βρουν καλές ευκαιρίες. Η εν λόγω περιοχή παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια ραγδαία ανάπτυξη κυρίως με διαχωρισμό οικιστικών οικοπέδων, και λόγω της μικρής απόστασης της από την πόλη της Λάρνακας, έχει καταστεί πολύ ελκυστική οικιστική περιοχή, τόσο για αλλοδαπούς όσο και για Κύπριους.» Σε σχέση με τα ακίνητα που η Fiordaliso είχε συμφωνήσει να αγοράσει καταγράφεται ότι: «Οι πελάτες έχουν ήδη συμφωνήσει την αγορά τριών τεμαχίων γης, τα οποία δεν προτίθενται να αναπτύξουν, αλλά λόγω των καλών τιμών που εξασφάλισαν, θα τα μεταπωλήσουν με σημαντικό κέρδος. Πιο συγκεκριμένα. α) Χωράφι πλησίον οικιστικής Αλεθρικού (αρ. εγγραφής 9561). Αγοράστηκε για ΛΚ80.000, ενώ η εκτίμηση που διενεργήσαμε, καθορίζει την αξία του στις ΛΚ210.000/170.
- β) Χωράφι στην οικιστική Αναφωτίας με μια κατοικία εντός του (αρ. εγγρ. 8316). Αγοράστηκε για ΛΚ290.000, ενώ η εκτίμηση που διενεργήσαμε, καθορίζει την αξία του στις ΛΚ325.000/260.
- γ) Χωράφι στην οικιστική Αναφωτίας (αρ. εγγραφής 9794). Αγοράστηκε για ΛΚ90.000, ενώ η εκτίμηση που διενεργήσαμε, καθορίζει την αξία του στις ΛΚ100.000/80.
- Δηλαδή σε σύνολο αγορών εκ ΛΚ460.000 η περιουσία που αγοράστηκε αξίζει σε τρέχουσες τιμές ΛΚ635.000, δηλαδή μικτό κέρδος (πριν τα έξοδα μεταβίβασης, φόρων, χαρτοσήμων κ.λ.π.) εκ ΛΚ175.000, ή 38%.» Σε σχέση με τις εξασφαλίσεις αναφέρεται ότι: «Προσφέρεται εκτός από εγγραφή Α υποθήκης στα υπό αγορά προαναφερόμενα κτήματα, και εγγραφή Α υποθήκης σε δύο επιπλέον κτήματα που ανήκουν προσωπικά στους 2 μετόχους/διευθυντές της εταιρείας. Το σύνολο της τρέχουσας αξίας των προς υποθήκευση ακινήτων ανέρχεται σε ΛΚ1.061.000, που σημαίνει πλήρης εμπράγματη εξασφάλιση σε όφελος μας αλλά και ικανοποίηση των πρόσφατων οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για χρηματοδότηση μέχρι 60% της αξίας των εμπράγματων εξασφαλίσεων μας (60% Loan to Value). Το κτήμα στην Απλάντα ανήκει στον πατέρα του Θέμη Παπακώστα, Λοϊζο, ο οποίος θα υπογράψει την σχετική ρήτρα υποθήκευσης ακίνητης περιουσίας του χωρίς την προσωπική του εγγύηση.» Συστήνεται η χορήγηση του δανείου και συνοψίζονται τα στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ της έγκρισης ως εξής: «-μακρά ικανοποιητική συνεργασία με τον Γιάννο Κυριάκου, ο οποίος μας έχει συνηθίσει σε καλά μελετημένες κινήσεις/επενδύσεις -σημαντική ακίνητη περιουσία των μετόχων/διευθυντών της εταιρείας -εκ της ιδιότητας τους ως κάτοικοι της περιοχής εξευρίσκουν καλές ευκαιρίες για αγοραπωλησίες ακινήτων, με σημαντικό κέρδος -αποδεδειγμένες πετυχεμένες μέχρι τώρα αγορές που προέβησαν -πλήρης εμπράγματη εξασφάλιση -ικανοποιητική ιδία συνεισφορά, που δείχνει και την προσωπική τους δέσμευση» Ο Χάιλος δεν θυμόταν κατά πόσο έγιναν εκτιμήσεις των ακινήτων, όμως, εφόσον αυτή ήταν η πρακτική και εφόσον η εισήγηση του υπόκειτο στην έγκριση ανώτερης αρχής, θεωρεί ότι σίγουρα έγιναν. Αλλού στη μαρτυρία του ανάφερε πως από τις εκτιμήσεις που έγιναν νομίζει αποδεικνυόταν ότι από την μεταπώληση της ακίνητης περιουσίας που αγόραζε η Fiordaliso θα πραγματοποιούσε κέρδος. Προκύπτει από το Τεκμ.23 που είναι έγγραφο της Τράπεζας ημερ. 2.8.2007 πως χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες δύο εκτιμητών, των Μ. Φιλώτας Εκτιμήσεις Λτδ και Γ. Γεωργιάδης Λτδ, και εκτιμήθηκαν οι πέντε ακίνητες ιδιοκτησίες που θα υποθηκεύονταν. Αναφορικά με τη Master Chef ο Χάϊλος γνώριζε ότι είχε δανειοδοτηθεί μεγάλο ποσό σε ελβετικό φράγκο από άλλη τράπεζα για να ανεγείρει το νέο της εργοστάσιο. Για τον Εναγόμενο 3 γνώριζε ότι ασχολείτο με την αγοραπωλησία ακινήτων, δεν γνώριζε όμως την προσωπική του περιουσία ή κατά πόσο είχε δάνεια. Για τον Εναγόμενο 2 γνώριζε ότι ήταν γεωργοκτηνοτρόφος, όπως και ο Εναγόμενος 4 πατέρας του, δεν είχε όμως καμιά γνώση για τα εισοδήματα τους. Δεν θυμόταν κατά πόσο ανέφερε οτιδήποτε στον Εναγόμενο 4 σε σχέση με την εξασφάλιση του δανείου και τους κινδύνους για το δικό του ακίνητο. Ούτε κατά πόσο του ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τα χρέη της Master Chef. 'Oλοι οι μάρτυρες έδωσαν την εικόνα εντίμων προσώπων, που κατάθεσαν με πάσα ειλικρίνεια και επί της μαρτυρίας των οποίων μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο. Εδωσαν μαρτυρία για θέματα της υπηρεσίας τους ως υπάλληλοι της Τράπεζας χωρίς να προσπαθήσουν να επιβαρύνουν καθ΄ οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της εργοδότριας τους. Η μαρτυρία του συνάδει με το περιεχόμενο των εγγράφων της εποχής που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Χάϊλος, που όπως προειπώθηκε έδωσε την εντύπωση ότι ήταν δυσαρεστημένος από το γεγονός ότι κλήθηκε ως μάρτυρας μετά την αφυπηρέτηση του, ήταν διστακτικός στο να επιβεβαιώσει τα πρόδηλα, τελικά όμως στην απουσία μαρτυρίας, υπόνοιας ή εισήγησης ότι υπήρξε παραποίηση των εγγράφων που του υποδείχθηκαν, έχει με τη μαρτυρία του επικυρώσει το περιεχόμενο του Τεκμ.
- Οι απαντήσεις του ότι δεν θυμόταν τι μπορεί να είχε αναφέρει στον Εναγόμενο 4 δεν συνιστούν μαρτυρία ότι ειπώθηκε οτιδήποτε το συγκεκριμένο. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την υπεράσπιση και οι θέσεις των Εναγομένων 1, 2 και 4 στην έκταση που η υπεράσπιση έφερε το αποδεικτικό βάρος, παρέμειναν στην ολότητα τους μετέωρες και ατεκμηρίωτες. Προκύπτει από τη μαρτυρία της Προκοπίου ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 υπόγραψαν τα έγγραφα που τους αφορούν και επί των οποίων εδράζεται η αξίωση εναντίον του καθενός. Οι εγγραφές όλων των υποθηκών στο Κτηματολόγιο που δεν έγιναν στην παρουσία της Προκοπίου αποδεικνύονται από το περιεχόμενο των ιδίων των Συμβάσεων Δηλώσεων Υποθηκεύσεως Ακινήτων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, αξιωματούχοι της Fiordaliso, που την εκπροσωπούσαν κατά την υποβολή της αίτησης δανείου, υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου και Τροποποιητικής Συμφωνίας, προκύπτει να ήταν πρόσωπα που γνώριζαν πλήρως τις περιστάσεις που αφορούσε ο επίδικος δανεισμός, είχαν γνώση της κτηματαγοράς στην περιοχή όπου η Fiordaliso είχε αγοράσει τα υπόψη ακίνητα περαιτέρω δε ο Εναγόμενος 3 είχε και γενικότερη εμπειρία στο ζήτημα. Φάνηκε να γνώριζαν πολύ καλά τι έκαναν και οι εκτιμήσεις των ακινήτων που αγοράστηκαν φανερώνουν πως επρόκειτο για καλές επενδύσεις. Η προσχώρηση στην τροποποιητική συμφωνία δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ότι ήταν το προϊόν εξαναγκασμού, απειλών ή εκβιασμού από την Τράπεζα προς τη Fiordaliso, ούτε και τα αντικειμενικά δεδομένα παρέχουν στήριξη σε τέτοιους ισχυρισμούς. Οι εκ μέρους Εναγόμενου 4 δικογραφημένες θέσεις έχουν καταρριφθεί από την παρουσιασθείσα μαρτυρία. Η λογική πρόβλεψη ήταν ότι η Fiordaliso θα πωλούσε τα ακίνητα που αγόρασε με κέρδος και θα εξοφλούσε το δάνειο. Η Τράπεζα είχε πριν την έγκριση της δανειοδότησης προβεί σε εκτιμήσεις των ακινήτων που αγόρασε η Fiordaliso που κατέδειξαν ότι η τιμή αγοράς ήταν χαμηλότερη της πραγματικής τους αξίας, οπόταν η προοπτική πραγματοποίησης κέρδους ήταν λογικά αναμενόμενη. Ο Εναγόμενος 4 ήταν πρόσωπο που συνεργαζόταν με την Τράπεζα. Είχε κατά το παρελθόν διάφορους λογαριασμούς στην Τράπεζα τους οποίους χειριζόταν. Ηταν επομένως πρόσωπο που είχε την ικανότητα να επιλαμβάνεται των υποθέσεων του. Σε κάθε περίπτωση καμιά μαρτυρία της όποιας παράστασης προς το πρόσωπο του δεν δόθηκε. Η Προκοπίου του εξήγησε σε τι αφορούσε η υποθήκευση του ακινήτου του και ασφαλώς κατανόησε επ΄ ακριβώς τι έκανε. Τα δεδομένα της υπόθεσης αποκαλύπτουν πως είχε λόγο για να υποθηκεύσει την ακίνητη του ιδιοκτησία προς όφελος της Τράπεζας. Επρόκειτο για τη συνεισφορά ή το αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του υιού του Εναγόμενου 2 στην αγορά των ακινήτων μέσω της Fiordaliso με προοπτική το κέρδος. Όπως έχει σημειωθεί, με τη δικογραφία τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 αρνούνται τη λήψη οποιασδήποτε επιστολής από την Τράπεζα και αυτό περιλαμβάνει και τις επιστολές που αφορούσαν στον τερματισμό του δανείου. Το ζήτημα δεν εγείρεται στην αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και
- Η Δημητρίου μαρτύρησε ότι οι πρωτότυπες επιστολές αυτών που αντίγραφα τους παρουσιάστηκαν ως Τεκμ. 12, αποστάληκαν στους Εναγόμενους δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Δανείου. Κατά την αντεξέταση της όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν οι επί του προκειμένου θέσεις της, αλλά και ο τερματισμός εκλαμβάνετο ως δεδομένο. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, σχετικός όρος προέβλεπε ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ ειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν ...». Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου, ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε καν, ότι η Τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία. Πέραν τούτου, η επίδικη περίπτωση δεν αφορούσε τρεχούμενο λογαριασμό αλλά δάνειο που είχε ήδη από 30.8.2011 καταστεί πληρωτέο. Συνεπώς, δεν ήταν καν αναγκαίο να υπάρξει τερματισμός για να στοιχειοθετηθεί η υποχρέωση αποπληρωμής του. Αναφέρεται ακόμα στην Lombard πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: - To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και - Να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στο έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 (μέρος του Τεκμ.3) δεν υφίσταται τέτοια πρόνοια. Αντίθετα, αναφέρεται ότι οι εγγυητές συμφωνούν ότι θα έχουν πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό του δανείου ως να ήταν ο πρωτοφειλέτης. Ούτε στα Εγγραφα Υποθήκης, περιλαμβανομένου του Εγγράφου Υποθήκης που αφορά την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Εναγόμενου 4, υφίσταται ανάλογη πρόνοια. Αντίθετα, αναφέρεται στον όρο 4 ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται από την 12 ΑΥΓ. 2007 οπότε και είμαι υπόχρεος / ή προσωπικά να πληρώσω το ποσό των EUR 560.000,00 . να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση ...». Καταλήγω ότι η Τράπεζα νομιμοποιείτο στην προώθηση των αξιώσεων που με την παρούσα αγωγή προωθεί εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4. Ο δικηγόρος των Εναγομένων 1, 2 και 4 αναφέρεται στην αγόρευση του σε έκταση στο ζήτημα του βάρους απόδειξης που φέρει ο ενάγοντας σε αστική διαδικασία και παραπέμπει στη σχετική νομολογία. Κατά την εισήγηση του, οι Καταστάσεις του λογαριασμού του δανείου που παρουσιάστηκαν δεν έχουν επεξηγηθεί και από μόνες τους δεν είναι αρκετές με βάση το περιεχόμενο τους για να αποτελέσουν εκ πρώτης όψεως απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος ή στοιχείου που αναγράφεται σε αυτές. Η Δημητρίου που παρουσίασε τις καταστάσεις αναφέρεται, στην παρ.30 της γραπτής της δήλωσης σε γεγονότα που ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου. Έχει περαιτέρω δια ζώσης διευκρινίσει ότι έλεγξε ότι κάθε καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας παρουσιάζεται στις Καταστάσεις. Είναι, συνεπώς, οι Καταστάσεις δεκτές ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτές. Παρατηρείται ότι υπήρξε μία και μόνο ανάληψη ολόκληρου του ποσού του δανείου την 10.8.2007. Περαιτέρω, στο τέλος κάθε εξαμήνου, αρχής γενομένης από 31.12.2007, οι τόκοι του προηγηθέντος εξαμήνου κεφαλαιοποιούνται και παρουσιάζονται στις Καταστάσεις ως χρεώσεις. Σημειώνονται ακόμα επτά καταθέσεις έναντι του χρέους. Η Τράπεζα είχε να αποδείξει την ανάληψη του ποσού του δανείου και τούτο προκύπτει εκ πρώτης από το περιεχόμενο των Καταστάσεων. Το ίδιο και οι χρεώσεις των τόκων που, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι απότοκο των όρων της Συμφωνίας Δανείου (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Μεταφέρθηκε συνεπώς το βάρος στους ώμους των Εναγομένων 1, 2 και 4 να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό δανείου της Fiordaliso (βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε. 340/2009, ημερ.21.11.2013). Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε αλλά ούτε και είχε διατυπωθεί ανάλογος ισχυρισμός στις Εκθέσεις Υπεράσπισης της Fiordaliso ή των Εναγομένων 2 και 4. Καθόσον αφορά τον τόκο, ο δικηγόρος των Εναγομένων 1, 2 και 4 αναφέρεται καταρχάς σε διάσταση μεταξύ του επιτοκίου που αναφέρεται στην επιστολή - έγκριση της Τράπεζας (Τεκμ.4) και στη Συμφωνία Δανείου. Σε αμφότερα τα έγγραφα αναφέρεται ότι το επιτόκιο θα ήταν το 6 μηνών Euribor που ήταν τότε 4,394% με προσαύξηση 1,75%. Το σύνολο είναι 6,144% και η αναφορά στη Συμφωνία Δανείου σε 6,411% πρέπει να οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος. Σημειώνεται ότι το επιτόκιο που χρεώνεται στην πρώτη κατάσταση λογαριασμού ημερ. 31.12.2007 είναι 6,194%, περιθωριακά ψηλότερο του 6,144%, προδήλως λόγω ανάλογης αύξησης του Euribor. Το ύψος του επιτοκίου διαφοροποιήθηκε στη συνέχεια. Είναι η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 4 ότι η Τράπεζα απέτυχε να προσάξει οποιαδήποτε μαρτυρία όσον αφορά τη διακύμανση του επιτοκίου κατά την διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού του δανείου. Σημειώνει πως κατάσταση που παρουσιάστηκε (Τεκμ.14) αναφέρεται σε «Libor» και όχι «Euribor» και πως δεν έχει ο πρώτος όρος διασυνδεθεί με τη Συμφωνία Δανείου. Σε κάθε περίπτωση το Τεκμ.14 αναφέρεται μόνο σε μια ημερομηνία. Τα επιτόκια στη βάση των οποίων υπολογιζόταν και χρεωνόταν ο τόκος παρουσιάζονται στις Καταστάσεις λογαριασμού. Βλέπουμε ότι από 6,194% στην πρώτη Κατάσταση λογαριασμού μειώθηκε στη συνέχεια στο 6,098% αυξήθηκε μετέπειτα στο 6,916% για να ακολουθήσει στη συνέχεια πότε ανοδική και πότε καθοδική πορεία, 5,358%, 5,382%, 5,215% και 5,404%, μέχρι τις 29.11.2010 που υπογράφηκε η Τροποποιητική Συμφωνία και άλλαξε το ποσοστό της προσαύξησης. Ο όρος 3 της Συμφωνίας Δανείου προνοούσε ότι: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (...), ο χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας ετησίως από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του στην Τράπεζα. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον χρεώστη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα ισχύει. Η Τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο, το Περιθώριο, την προμήθεια και ή τα Τραπεζικά δικαιώματα (...) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Χρεώστη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση η ειδοποίηση αυτή». Μαρτύρησε η Δημητρίου ότι η Τράπεζα δεν άσκησε, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο πριν την Τροποποιητική Συμφωνία το δικαίωμα αυτό. Το μόνο που ανέφερε αντεξεταζόμενη ήταν πως μετά τον τερματισμό η Τράπεζα επέβαλε επιτόκιο υπερημερίας 3%. Σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας επανέρχομαι πιο κάτω. Κατά το χρόνο της Τροποποιητικής Συμφωνίας το Euribor είχε μειωθεί και ήταν στο 1,154%. Στις Καταστάσεις λογαριασμού στην τελευταία χρέωση τόκων πριν από τις 29.11.2010 που ήταν στις 7.9.2010 χρεώνεται τόκος στη βάση επιτοκίου 5,404%. Το συνολικό αυτό επιτόκιο θα ήταν αδικαιολόγητα ψηλό εάν το Euribor ήταν και κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 όπως κατά τον Νοέμβριο του 2010, δηλαδή στα επίπεδα του 1,154% και το ποσοστό προσαύξησης δεν είχε διαφοροποιθεί, όπως η Δημητρίου υποστήριξε. Σε τέτοια περίπτωση το σύνολο του επιτοκίου τον Σεπτέμβριο θα έπρεπε να ήταν κάπου στο 2,904% (Euribor 1,154% συν προσαύξηση 1,75%). Πότε το Euribor έπεσε στο 1,154% δεν μαρτυρήθηκε αλλά ούτε και το ζήτημα διερευνήθηκε. Δεν υποβλήθηκε ότι το επιτόκιο 5,404% τον Σεπτέμβριο του 2010 ήταν λανθασμένο ή αδικαιολόγητο. Η μαρτυρία της Δημητρίου ότι δεν έγιναν μεταβολές του επιτοκίου, δηλαδή του ποσοστού της προσαύξησης, πριν την 29.11.2010 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόδηλα, η Δημητρίου δεν μελέτησε όλα τα σχετικά έγγραφα ή κάποια δεν διαβιβάστηκαν στο τμήμα της. Το ζήτημα δεν άπτεται της ειλικρίνειας της ως μάρτυρα. Προκύπτει από το περιεχόμενο της Τροποποιητικής Συμφωνίας ότι σε κάποιο στάδιο μετά τη Συμφωνία Δανείου και πριν την 29.11.2011, το ποσοστό της προσαύξησης είχε αυξηθεί, ενδεχομένως και σταδιακά, φτάνοντας το 4,25%. Αναφέρεται στον όρο 2.1 της Τροποιητικής Συμφωνίας ότι: «... η Προσαύξηση, ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, τροποποιείται περαιτέρω από 4,25% σε 4,75%». Το ότι σε κάποιο στάδιο το ποσοστό της προσαύξησης είχε ανέλθει στο 4,25% λαμβάνεται ότι ήταν γνωστό και αποδεχτό από την Fiordaliso και τον Εναγόμενο 2 που υπογράφουν την Τροποποιητική Συμφωνία ως πρωτοφειλέτρια και εγγυητής αντίστοιχα. Επομένως, το επιτόκιο του 5,404% που χρεώθηκε στην Κατάσταση λογαριασμού του Σεπτεμβρίου του 2010 φαίνεται να ήταν το άθροισμα του Euribor 1,154% πλέον προσαύξηση 4,25%. Η Δημητρίου δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα επιτόκια που αναφέρονται στις Καταστάσεις λογαριασμού και ότι συνάγεται από τη δοθείσα μαρτυρία και την αποδοχή των Καταστάσεων ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές είναι πως οι κατά καιρούς μεταβολές του Euribor και της προσαύξησης ήταν τέτοιες ώστε να δίδουν τα συνολικά επιτόκια που αναφέρονται στις Καταστάσεις λογαριασμού.. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» Αναφέρθηκε ακόμα πως μετά την αποδοχή της κατάστασης ως τραπεζικό βιβλίο και την απουσία αντεξέτασης ή άλλης μαρτυρίας ως προς συγκεκριμένη καταχώρηση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μόνο μία εκδοχή και δεν υπήρχε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν στην κατάσταση. Αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας η Δημητρίου ανάφερε ότι: «Κατά το χρόνο που τερματίζεται το δάνειο καθορίζεται από το τμήμα treasury και κάποια άλλα τμήματα της Τράπεζας το κόστος για το ότι το δάνειο καθίσταται ληξιπρόθεσμο. Υπήρχε κόστος ρευστότητας, υπήρχε κόστος για δάνειο που είναι ληξιπρόθεσμο, κόστος δανεισμού της Τράπεζας για να εξεύρει αυτή τη ρευστότητα την οποία έπρεπε να είχε πληρωθεί από τους πελάτες και δεν πληρώθηκε. Καθορίζεται από το credit policy της Τράπεζας ». Ανέπτυξε δηλαδή τη θεωρία του πράγματος χωρίς να δώσει μαρτυρία για το πώς η Τράπεζα κατέληξε στο 3% και όχι σε κάποιο άλλο ποσοστό μικρότερο ή μεγαλύτερο. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η σύμβαση εξέπνευσε την 30.8.2011 ή και τερματίστηκε την 30.11.2012 (άρθρο 2Β). Ισχύει το εδάφιο (1β). Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 3% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί επομένως η Τράπεζα δεν δικαιούται σε οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Επικαλείται ακόμη ο δικηγόρος των Εναγομένων 1, 2 και 4 το άρθρο 21
(1)(γ) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ.9) του 2015 που προνοεί ότι: «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ....................... (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθορισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι΄αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:» Είναι η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 4 πως «το ποσοστό επιτοκίου που προβλέπεται στις υποθήκες από τη στιγμή που συμφωνήθηκε ως κυμαινόμενο επιτόκιο δεν είναι ούτε σε ποσοστό καθορισμένο, ούτε σε ποσοστό που δύναται να προσδιορισθεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό. Ακόμα περισσότερο η αοριστία και ασάφεια του επιτοκίου επιβεβαιώνεται και από την παράλειψη των εναγόντων να προσάξουν μαρτυρία ως προς την έννοια του όρου Euribor ή και για τους μηχανισμούς ή και για τον τρόπο με το οποίο το εν λόγω ποσοστό θα διακυμαίνετο.» Επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 5 των Νόμων εισηγείται ότι οι επίδικες Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτων είναι άκυρες. Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύστασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ΄επηρειάζει τούτο καθ΄ οιονδήποτε τρόπον.» Σε όλες τις υποθήκες, το επιτόκιο καθορίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και στην Συμφωνία Δανείου δηλαδή: «με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 (έξι) μηνών Euribor πλέον 1,7500% ετησίως το οποίο είναι κυμαινόμενο και ανέρχεται σήμερα σε Euribor 4,3940% πλέον προσαύξηση 1,7500% Σύνολο Τόκου 6,1440% ετησίως». Το σύνολο του τόκου δεν θα ήταν σταθερό αλλά θα μεταβαλλόταν όπως θα διαφοροποιείτο η μεταβλητή του παράμετρος δηλαδή το Euribor. Επομένως το εκάστοτε σύνολο του επιτοκίου μπορούσε να προσδιοριστεί με αναφορά στο ποσοστό του Euribor. Το επιτόκιο Euribor δεν είναι κάτι το άγνωστο και αναφέρεται στην νομοθεσία (βλ. ερμηνευτικό άρθρο 2 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 έως 2015). Αυτή είναι η έννοια του Νόμου. Εάν το ποσοστό με αναφορά στο οποίο καθοριζόταν το σύνολο του επιτοκίου δεν ήταν μεταβλητό θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταγραφεί. Καταλήγω πως δεν υπήρχε παραβίαση των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ.9) του 2015 όπως εισηγείται η υπεράσπιση. Η αναφορά στα έγγραφα υποθήκης (όρος 4) σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο άρθρο 21 ότι είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης, αλλά ούτε ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση στην Απαίτηση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €1.129.140,59 (υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού σύμφωνα με το Τεκμ.15) με τόκο προς 5,398% επί του ποσού των €1.102.922,20 από 30.11.2012 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δυο φορές ετησίως την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται εναντίον της Εναγόμενης 1 διάταγμα ως η παρ. Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και εναντίον του Εναγόμενου 4 ως η παρ. Στ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται έξοδα Απαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 4 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, για τις εμφανίσεις η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.)................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο