← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής 2263/09, 28/8/2015

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής 2263/09, 28/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. αγωγής 2263/09 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και

  1. ΠΑΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  2. ΜΑΡΙΑ ΤΟΥΦΕΞΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙ΄ ΑΝΤΑΓΩΓΗΣ ΠΑΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγοντα ΚΑΙ
  3. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
  4. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ Εναγομένων Ημερ.: 28.8.2015 Για τους Ενάγοντες και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 & 2: Μ.Κωνσταντίνου (κα) για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ, Βελάρης και Βελάρης ΔΕΠΕ και Αντώνης Πασχαλίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: Μ.Καλλής για Καλλής & Kαλλής ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η αξίωση της Ενάγουσας Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των €562.842,49 πλέον τόκους ως χρεωστικό υπόλοιπο σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο παρατραβήγματος που διατηρούσε. Ο λογαριασμός ανοίχτηκε κατόπιν συμφωνίας ημερ. 1.8.1995 του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα, ώστε αυτός να συμμετάσχει στο σχέδιο «Investor Account» της Τράπεζας. Η λειτουργία του λογαριασμού τερματίστηκε από την Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 4.4.2005, λόγω της μη τήρησης των συμπεφωνημένων αναφορικά με τις εξασφαλίσεις και παρά τις έγγραφες ειδοποιήσεις της Τράπεζας που είχαν προηγηθεί. Η Εναγόμενη 2, σύζυγος του Εναγόμενου 1, ενάγεται ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του για το ποσό των €85.430,07 (£50.000) πλέον τόκους, δυνάμει σύμβασης περιορισμένης εγγύησης ημερ. 8.1.
  5. Β. Η βάση της υπόθεσης της Ενάγουσας Η Ενάγουσα συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την ονομασία Hellenic Bank Ltd το 1974 (Τεκμ.2), με άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών (Τεκμ.3). Την 6.6.2005 μετονομάστηκε σε Hellenic Bank Public Company Limited (Τεκμ.4), όπως παρουσιάζεται στον τίτλο της αγωγής. Ο Γιώργος Γρουτίδης (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.12) είναι υπάλληλος της Τράπεζας και εργάζεται στην εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, η «Επενδύσεις», η οποία είναι θυγατρική της Τράπεζας. Από το Σεπτέμβριο του 1999 μέχρι το Μάρτιο του 2004 ήταν ο προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση των εντολών των πελατών. Ο Εναγόμενος 1 υπόβαλε την 27.7.1995 αίτηση στην Τράπεζα για συμμετοχή στο σχέδιο «Investor Account» της Τράπεζας, που εγκρίθηκε την 1.8.1995 με όριο £30.
  6. Με τη συμφωνία παραχωρείτο στον Εναγόμενο 1 πιστωτική διευκόλυνση στη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με παρατράβηγμα ώστε να αγοράζει αξίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ΧΑΚ. Στο έντυπο της αίτησης (Τεκμ.13), που ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι υπόγραψε, καταγράφονται οι όροι συμμετοχής στο σχέδιο. Στον όρο 6 αναφέρεται ότι ήταν ουσιώδης όρος ότι ο Εναγόμενος 1 υποχρεούτο να συνεισφέρει εξασφαλίσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του, που θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας. Μέσα στην τριμηνία Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 1999 το ποσοστό εξασφάλισης αυξήθηκε σε 40 % και τον Οκτώβριο του 1999 σε 60 % (βλ. Τεκμ.25). Τον Φεβρουάριο του 2001 μειώθηκε σε 40 % και έτσι παρέμεινε μέχρι και το τέλος της λειτουργίας του λογαριασμού του Εναγόμενου
  7. Την 1.8.1995 ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ.14), με το οποίο πληρεξουσιοδοτούσε την «Επενδύσεις» όπως, μεταξύ άλλων, αγοράζει και πωλεί αξίες στο όνομα του, τις ενεχυριάζει προς όφελος της Τράπεζας και λειτουργεί το λογαριασμό του. Το πληρεξούσιο είναι πιστοποιημένο από πιστοποιών υπάλληλο ο οποίος καταγράφει ότι ο Εναγόμενος 1, που ήταν προσωπικός του γνωστός, υπόγραψε στην παρουσία του. Ο Γρουτίδης που το παρουσίασε, αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει κατά πόσο η υπογραφή του Εναγόμενου 1 είχε πράγματι τεθεί ενώπιον του πιστοποιούντα υπαλλήλου, όμως τούτο είναι ήσσονος σημασίας για σκοπούς της παρούσας αγωγής αφού ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται την υπογραφή και παράδοση του στην «Επενδύσεις». Προς περαιτέρω εξασφάλιση του λογαριασμού του ο Εναγόμενος 1, όπως παραδέχεται, υπόγραψε την 13.11.1996 υπέρ της Τράπεζας έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, δικαιωμάτων και χρεογράφων (Τεκμ.16), οπόταν οι αξίες που αγοράζονταν για λογαριασμό του ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας. Την 15.1.2002 ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε νέο πληρεξούσιο προς τις «Επενδύσεις» (Τεκμ.17) και «Εξουσιοδότηση Διορισμού Εμπιστευματοδόχου» (Τεκμ.18), εξουσιοδοτώντας την Τράπεζα να ενεργεί εκ μέρους του ως εμπιστευματοδόχος σε σχέση με το άνοιγμα λογαριασμού διαπραγμάτευσης και αναλάβει τον έλεγχο των αξιών που κατείχε. Τα δύο αυτά έγγραφα υπογράφηκαν προς συμμόρφωση με τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Καταχώρηση, Διαπραγμάτευση και Εκκαθάριση Αϋλων Κινητών Αξιών) Κανονισμών του 2001, που εν τω μεταξύ τέθηκαν σε ισχύ. Σε διάφορες ημερομηνίες η «Επενδύσεις», ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του Εναγόμενου 1, προέβηκε σε αγορές και πωλήσεις αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ. Οι αγορές πραγματοποιούνταν με χρήματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 που χρεωνόταν ανάλογα. Όταν πωλούνταν μετοχές το προϊόν της πώλησης κατατίθετο και πιστωνόταν στο λογαριασμό του Εναγόμενου
  8. Όταν αγοράζονταν αξίες για τον Εναγόμενο 1 η «Επενδύσεις» προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για την ενεχυρίαση τους προς όφελος της Τράπεζας. Για τις προσφερόμενες εκ μέρους της υπηρεσίες προς τον Εναγόμενο 1 η «Επενδύσεις» χρέωνε τον Εναγόμενο 1 στη βάση συμφωνίας μαζί του που μαρτυρείται σε σχέδιο συμφωνίας άνευ ημερομηνίας που ο τελευταίος παραδεκτά υπόγραψε (Τεκμ.15). Οι χρεώσεις χρεώνονταν στο λογαριασμό του Εναγόμενου
  9. Γ. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν κοινή Έκθεση Υπεράσπισης, ενώ η Ανταπαίτηση αφορά μόνο τον Εναγόμενο
  10. Οι θέσεις που αφορούν την σύμβαση εγγύησης της Εναγόμενης 2 αναπτύσσονται πιο κάτω. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 καλύπτουν ευρύ φάσμα γεγονότων και νομικών θεμάτων. Παραθέτω στην ενότητα αυτή συνοπτικά τις βασικές του θέσεις οι οποίες αναπτύσσονται στις ενότητες που ακολουθούν. Διατείνεται ο Εναγόμενος 1 ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στο «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού» της Τράπεζας κατόπιν έντονων παροτρύνσεων της «Επενδύσεις» που μαζί με την Τράπεζα διαφήμιζαν ότι ήταν ειδικοί στη λειτουργία και διαχείριση επενδυτικών λογαριασμών με περιθώριο ασφαλείας. Παραδέχεται τη συμφωνία με την Τράπεζα και ότι του παρασχέθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι £30.000 για σκοπούς επενδύσεως σε εισαγμένες στο ΧΑΚ αξίες. Αρνείται ότι ζήτησε οποτεδήποτε την αύξηση του πιστωτικού του ορίου καταλογίζοντας στην Τράπεζα ότι από μόνη της αύξανε κατά καιρούς το όριο. Παραδέχεται ακόμα ότι πληρεξουσιοδότησε την «Επενδύσεις» να αγοράζουν και να πωλούν αξίες στο όνομα του και εναποθέτει σε αυτή καθήκον καλής πίστης και λογικής επιμέλειας και προσοχής έναντι του υποστηρίζοντας ότι αυτή ενήργησε αμελώς κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, των σχετικών νόμων και κανονισμών και προέβηκε σε αγορές και πωλήσεις χωρίς την έγκριση του ακολουθώντας λανθασμένη επενδυτική πολιτική. Χρεώθηκε ο λογαριασμός του με το ποσό των €7.447,18 για αγορά μετοχών οι οποίες δεν είχαν ακόμα εισαχθεί στο ΧΑΚ, ποσό το οποίο ανταξιώνει να αφαιρεθεί. Καταλογίζει ακόμα στην «Επενδύσεις» ότι παράνομα και κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας προέβαινε σε αγορές και πωλήσεις μετοχών χωρίς την έγκριση, οδηγίες ή εντολές του. Σε σχέση με τις εξασφαλίσεις του λογαριασμού του υποστηρίζει ότι η Τράπεζα και οι «Επενδύσεις» είχαν καθήκον παρακολούθησης προς διασφάλιση ότι αυτές θα υπερκάλυπταν κατά 25% το εγκεκριμένο όριο του λογαριασμού και ότι όφειλαν να προβαίνουν σε πωλήσεις αξιών για αποκατάσταση της εξασφάλισης, κάτι το οποίο αμέλησαν να πράξουν. Διατείνεται ότι η Τράπεζα, αντισυμβατικά, χρέωνε το λογαριασμό του με ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης και ποσοστό προμήθειας στις αγοραπωλησίες αξιών ανταπαιτώντας την αφαίρεση ποσού €53.404,71 από το χρεωστικό υπόλοιπο. Αρνείται τον όγκο των αξιών που η Τράπεζα διατείνεται ότι κατείχε κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, ότι στη συνέχεια πώλησε οποιεσδήποτε αξίες ή ότι είχε τέτοιο δικαίωμα μετά τον τερματισμό. Παρά την άρνηση ότι συγκεκριμένες αξίες πωλήθηκαν, επικαλείται τις πωλήσεις που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης (παρ.15 και όχι παρ.14 όπως καταγράφει) για να επικαλεστεί ότι οι πωλήσεις αυτές του προκάλεσαν ζημιά €110.324,
  11. Εγείρει ακόμα ζήτημα χρέωσης αντισυμβατικών και παράνομων τόκων της τάξεως των €20.000 που θα πρέπει να αφαιρεθούν από το χρεωστικό του υπόλοιπο. Σημειώνει ακόμα συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού του που συμποσούνται σε £128.263,19 (€219.150,67) τις οποίες δεν αποδέχεται και που επίσης θα πρέπει να αφαιρεθούν από το χρεωστικό του υπόλοιπο. Ανταπαιτά απόφαση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει άκυρη την επίδικη συμφωνία και να διαγράφει το ισχυριζόμενο χρέος του. Ανταξιώνει ακόμα γενικές αποζημιώσεις και ειδικά τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω. Περαιτέρω σε σχέση με τις μετοχές συγκεκριμένης εταιρείας (Minerva) αξιώνει το ποσό των €97.760,35 και διαζευκτικά αυτό των €217.456,
  12. Δ. Οι Εντολές για την αγορά αξιών Είναι η εκδοχή του Εναγόμενου 1 (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.63) ότι για να συμμετάσχει στο σχέδιο Investor Account τον έπεισε κάποιος Γιώργος Τρυπάτσας, χρηματιστής και γενικός διευθυντής της «Επενδύσεις» που τον επισκέφθηκε στο γραφείο του στη Λευκωσία. Βασική του θέση είναι ότι από την έναρξη της λειτουργίας του λογαριασμού του την 1.8.1995 μέχρι και την 12.10.1999 ο ίδιος ουδεμία εντολή έδωσε για αγορά ή πώληση μετοχών και το χαρτοφυλάκιο του και κατ΄ επέκταση το λογαριασμό του στην Τράπεζα χειριζόταν «εν λευκώ» ο Τρυπάτσας. Αυτή ήταν η συνεννόηση του Εναγόμενου 1 με τον Τρυπάτσα, μάλιστα ο Εναγόμενος 1 εξασφάλισε την υπόσχεση του Τρυπάτσα ότι δεν θα απαιτείτο να ασχολείται ο ίδιος με το ζήτημα. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι θεώρησε λόγω της θέσης του Τρυπάτσα στην «Επενδύσεις», των γνώσεων του και ότι ήταν απόφοιτος του πανεπιστημίου Harvard, ότι ο οποιοσδήποτε κίνδυνος ήταν απομακρυσμένος. Καθ΄ όλη την προαναφερθείσα περίοδο, είναι η θέση του Εναγόμενου 1, ότι ουδέποτε δέχθηκε κάποιο τηλεφώνημα ή παρέλαβε οποιοδήποτε έγγραφο προς ενημέρωση. Τα μόνα έγγραφα που παραλάμβανε ήταν τις καταστάσεις του τραπεζικού του λογαριασμού. Δεν ζητούσε εξηγήσεις για τις χρεώσεις στο λογαριασμό του. Χαρακτηριστικά ανάφερε «Ποιος είμαι εγώ να αμφισβητώ τι κάμνουν. Επήγαινε καλά ο λογαριασμός, everybody happy». Σύμφωνα με το Γρουτίδη, η «Επενδύσεις» ενεργούσε πάντοτε με εντολές του Εναγόμενου 1 και ουδέποτε ανέλαβε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Αυτός ήταν ο τρόπος λειτουργίας της «Επενδύσεις» για όλους τους πελάτες της, επενδυτές. Ο τρόπος λήψης των εντολών των πελατών επενδυτών, και του Εναγόμενου 1, ποικίλε. Εντολές δίνονταν είτε απ΄ ευθείας προς την κεντρική υπηρεσία λήψης εντολών, είτε προς τα κατά τόπους επαρχιακά γραφεία, είτε στους χρηματιστές της «Επενδύσεις», τηλεφωνικά, με τηλεομοιότυπο, με τη συμπλήρωση «Δελτίου Χρηματιστηριακής Εντολής», με επιστολή ή χειρόγραφη σημείωση ή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαβίβασης εντολών. Ακολούθως η «Επενδύσεις» τις διαβίβαζε κατά χρονική σειρά στο ΧΑΚ. Μέχρι και τον Οκτώβριο του 1999 που εφαρμόστηκε καταγραφικό σύστημα εντολών, οι τηλεφωνικές εντολές καταχωρούνταν σε βιβλίο - αρχείο εντολών που η «Επενδύσεις» διατηρούσε. Όταν ολοκληρωνόταν η χρηματιστηριακή συνάντηση ο Εναγόμενος 1 ενημερωνόταν, είτε με αυτόματη αποστολή τηλεομοιότυπου είτε τηλεφωνικά, κατά πόσο είχε εκτελεστεί η εντολή του. Όταν μια εντολή εκτελείτο το ηλεκτρονικό σύστημα της «Επενδύσεις» εξέδιδε αυτόματα Σημείωση Σύμβασης (Contract Note) που κρατείτο στα αρχεία της «Επενδύσεις» διαθέσιμη προς τον επενδυτή για έλεγχο. Από το τέλος του 2000 τα Contract Notes αποστέλλονταν στον επενδυτή. Όλα τα Contract Notes που αφορούν τις συναλλαγές του Εναγόμενου 1 παρουσιάστηκαν (Τεκμ.19). Συνοδεύονται από Πιστοποιητικό που υπογράφει ο Κωνσταντίνος Φυλακτού, Γενικός Διευθυντής της «Επενδύσεις». Ο Φυλακτού αναφέρει ότι κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις δραστηριότητες της «Επενδύσεις» και την εκπροσωπεί και δεσμεύει στις οποιεσδήποτε συναλλαγές της. Αναφέρει ακόμα ότι τα παρουσιασθέντα Contract Notes αποτελούν μέρος του αρχείου της «Επενδύσεις». Ικανοποιούνται συνεπώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου ώστε τα Contract Notes να προσαγάγονται ως αποδεικτικό στοιχείο. Τα παρουσιασθέντα Contract Notes δεν είναι αυτά που αποστέλλονταν στον Εναγόμενο 1 αλλά πρόσφατες εκτυπώσεις με τις υπογραφές με τις οποίες εκτυπώνονται σήμερα τα Contract Notes, προσώπων που ίσως και να μην εργάζονταν τότε στην «Επενδύσεις». Αυτό ουδόλως επηρεάζει την ακρίβεια και αξιοπιστία των παρουσιασθέντων Contract Notes καθ΄όσον αφορά την ουσία του περιεχομένου τους, δηλαδή την περιγραφή της δοσοληψίας που το κάθε ένα αφορά. Η «Επενδύσεις» απέστελλε στον Εναγόμενο 1 και Τριμηνιαίες Καταστάσεις λογαριασμού «Contract Notes List for Client» με επισυνημμένες συνοπτικές καταστάσεις «Client Summary Statement» και όταν χρειαζόταν καταστάσεις αλλαγών του χαρτοφυλακίου εξαιρουμένων αγορών και πωλήσεων «Adjustments List for Client». Οι Τριμηνιαίες Καταστάσεις που αφορούν τον Εναγόμενο 1 παρουσιάστηκαν (Τεκμ.20). Συνοδεύονται από ανάλογο Πιστοποιητικό όπως αυτό που συνοδεύει τα Contract Notes. Ικανοποιούνται συνεπώς και εδώ οι προϋποθέσεις του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου ώστε οι καταστάσεις να προσαγάγονται ως αποδεικτικό στοιχείο. Τα στοιχεία που εμφαίνονται στα παρουσιασθέντα έγγραφα αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν από τον Γρουτίδη και αναφορά θα γίνεται όπου απαιτείται για σκοπούς της υπόθεσης. Yποβλήθηκε στον Γρουτίδη ότι μέχρι το Σεπτέμβριο του 1999 ουδεμία Τριμηνιαία Κατάσταση αποστάληκε στον Εναγόμενο
  13. Ο μάρτυρας επέμενε ότι αποστέλλονταν. Στον Εναγόμενο 1 αποστέλλονταν από την Τράπεζα μηνιαίες Καταστάσεις του λογαριασμού του. Υποβλήθηκε στο Γρουτίδη πως από τις Καταστάσεις του λογαριασμού, που ο Εναγόμενος 1 παραδεκτά ελάμβανε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τι γινόταν στο λογαριασμό του. Είναι αλήθεια πως η καταγραφή μιας χρέωσης ή μιας πίστωσης στις μηνιαίες Καταστάσεις λογαριασμού δεν αποκαλύπτει στο πρόσωπο της τη συναλλαγή που αφορά. Όμως, το περιεχόμενο των μηνιαίων Καταστάσεων σε συνδυασμό με άλλες πληροφορίες επεξηγεί τη χρέωση ή πίστωση. Και είναι λογικό πως εάν ο Εναγόμενος 1 αμφέβαλλε για κάποια χρέωση θα μπορούσε να αναζητήσει πληροφόρηση, πολύ περισσότερο αν την αμφισβητούσε στο σύνολο της. Ο Σταύρος Νικολάου (Μ.Ε.5) εργάζεται στην «Επενδύσεις». Κατόπιν οδηγιών έψαξε στο καταγραφικό σύστημα της «Επενδύσεις» ώστε να ανεύρει ηχογραφημένες εντολές του Εναγόμενου
  14. Το εγχείρημα είναι δύσκολο καθότι το σύστημα είναι πεπαλαιωμένο. Εντόπισε επτά εντολές που μετέφερε σε ψηφιακό δίσκο (Τεκμ.52). Αφορούν το έτος
  15. Το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου καταγράφηκε σε έντυπη μορφή και παρουσιάστηκε από κοινού (Τεκμ.62). Έγινε παραδεκτό γεγονός εκ μέρους του Εναγόμενου 1 ότι όπου αναφέρεται «Π» ομιλεί ο ίδιος. Οπου αναφέρεται «Ζ» επρόκειτο για τον Ζήνωνα Κούτα (Μ.Ε.6), υπάλληλο της Ενάγουσας Από το Φεβρουάριο του 2000 ο Κούτα εργαζόταν στην «Επενδύσεις» ως αδειούχος χρηματιστής. Ως τέτοιος μετέβαινε στο πάτωμα του Χρηματιστηρίου κατά τις συνεδριάσεις και λάμβανε και εκεί οδηγίες από πελάτες. Σε τέτοιες περιπτώσεις η εντολή καταχωρείτο στο σύστημα του Χρηματιστηρίου και προωθείτο για εκτέλεση. Εάν επρόκειτο για τηλεφωνική οδηγία μπορούσε εφόσον εκτελείτο άμεσα να ενημερωθεί άμεσα και ο πελάτης που ανέμενε στην τηλεφωνική γραμμή. Εάν η εντολή εκτελείτο μεταγενέστερα ο πελάτης ενημερωνόταν στο τέλος της συνεδρίασης με τηλεμήνυμα που αποστελλόταν αυτόματα. Τέτοιες τηλεφωνικές οδηγίες στο πάτωμα είχε αρκετές, 30 - 40, από τον Εναγόμενο
  16. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 πως με την αποχώρηση του Τρυπάτσα τον Οκτώβριο του 1999 είχε συνάντηση με τον Κούτα από τον οποίο ζήτησε όπως συνεχίσει η διαχείριση του λογαριασμού του όπως συνέβαινε τα προηγούμενα πέντε χρόνια. Κατά τον Εναγόμενο 1, ο Κούτα ανάφερε πως δεν θα μπορούσε να το κάνει και ο Εναγόμενος 1 του ζήτησε τουλάχιστον να τον συμβουλεύει. Υποστηρίζει ο Εναγόμενος 1 πως κατά καιρούς ο Κούτα τον συμβούλευε. Υποβλήθηκε στον Κούτα, στη βάση των συνομιλιών του με τον Εναγόμενο 1 που καταγράφονται στο Τεκμ.2, ότι τον συμβούλευε και ότι ενεργούσε και από μόνος του, υποβολές που ο Κούτα αρνήθηκε κατηγορηματικά. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των συνομιλιών. Απορρίπτω την επιμέρους θέση του Εναγόμενου 1 ως αναληθή. Εξήγησε ο Κούτα ότι το γεγονός ότι αξίες ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος της Τράπεζας δεν συνιστούσε κώλυμα στην πώληση τους από τον επενδυτή - πελάτη. Εφόσον επρόκειτο για investor account το προϊόν της πώλησης κατατίθετο στο λογαριασμό στην Τράπεζα. Είναι πρόδηλο ότι έτσι συνέβαινε, διαφορετικά, ο Εναγόμενος 1 δεν θα μπορούσε να δώσει εντολές και να πωληθούν μετοχές του της Minerva, όπως αδιαμφισβήτητα συνέβηκε και αναπτύσσεται πιο κάτω. Ο Αντώνης Γαβριήλ (Μ.Ε.10) εργάζεται στο τμήμα πληροφορικής της Τράπεζας από το 1996 και ασχολείται και με το σύστημα «back office» της «Επενδύσεις». Εξήγησε πως από τις 2.10.1999 όλες οι τηλεφωνικές εντολές καταγράφονταν, με εξαίρεση τις εντολές που δίδονταν κατ΄ ευθεία στο πάτωμα που άρχισαν να καταγράφονται από τις 23.10.
  17. Παρουσίασε το σχετικό έγγραφο καταγραφής (Τεκμ. 39). Η εντολή της 26.10.1999 που αφορούσε τις 50000 μετοχές της Minerva δεν παρουσιάζεται στο Τεκμ.39 γιατί δεν ήταν «εντολή που δεν καταχωρίστηκε» αφού δεν μπορούσε να καταχωριστεί. Ο Γρουτίδης ανέφερε πως το αστεράκι δίπλα από μια εντολή σημαίνει ότι αυτή διεκπεραιώθηκε. Ο Εναγόμενος 1 αποδέχεται ότι οι εντολές που παρουσιάζονται στο Τεκμ.39 δόθηκαν από αυτόν, αρνείται όμως ότι έδωσε οιεσδήποτε άλλες. Υποδείχθηκαν στον Γρουτίδη τέσσερεις περιπτώσεις αγοράς μετοχών για τον Εναγόμενο 1 για τις οποίες δεν καταγράφεται εντολή στο Τεκμ.
  18. Αφορούν τις περιπτώσεις της Ceilfloor στις 18.4.2000, της Apollon Investment και Athena στις 19.4.2000 και Woolworth στις 12.6.
  19. Ο Γρουτίδης ανάφερε πως ίσως να πρόκειται για κάποιο λάθος και εκ παραδρομής να έγιναν καταχωρήσεις αλλού, επιμένοντας ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η ύπαρξη των σχετικών Contract Notes και πως το Τεκμ.39 είναι απλά εσωτερικό βοηθητικό έγγραφο της «Επενδύσεις». Η εξήγηση ενδεχομένως να είναι αυτή που ανέφερε ο Γαβριήλ, ότι δηλαδή οι σχετικές εντολές μπορεί να δόθηκαν κατ΄ ευθεία στο πάτωμα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Κούτα ο οποίος μου έδωσε την εντύπωση ειλικρινούς προσώπου και τη σημασία που αποδίδει στα Contract Notes. Ένα Contract Note επιμαρτυρεί τη χρηματιστηριακή πράξη που περιγράφει. Εάν οι σχετικές οδηγίες του Εναγόμενου 1, που αφορούν την περίοδο μετά τις 2.10.1999 και πριν τις 23.10.2000, είχαν δοθεί κατ΄ ευθεία στο πάτωμα, όπως υπάρχει μαρτυρία ότι συνέβηκε αρκετές φορές, τότε δεν θα παρουσιάζονται στο Τεκμ.
  20. Τα Contract Notes συνιστούν το ολοκληρωμένο σύνολο των χρηματιστηριακών πράξεων, ενώ στο Τεκμ. 39 εμφαίνεται το υποσύνολο των οδηγιών που δόθηκαν με συγκεκριμένο τρόπο. Συνεπώς, η μη εμφάνιση αριθμού οδηγιών σε σχέση με συγκεκριμένα Contract Notes δεν εξυπακούει ότι δεν δόθηκαν σχετικές οδηγίες από τον Εναγόμενο
  21. Ε. Επιμέρους ζητήματα στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1
  22. Η εμπλοκή Τρυπάτσα Ο Εναγόμενος 1 ενώ αναφέρεται στον Τρυπάτσα ως γενικό διευθυντή της «Επενδύσεις», αλλού τον χαρακτηρίζει υπάλληλο της «Επενδύσεις». Φαίνεται πως ο Τρυπάτσας δεν ήταν αξιωματούχος της «Επενδύσεις» αλλά υπάλληλος της που κατείχε διευθυντική θέση. Διαφάνηκε ακόμα πως ο Τρυπάτσας είχε σχέση συνεργασίας με τον Εναγόμενο 1 που χρονολογείται πριν τα επίδικα γεγονότα. Παρά την απροθυμία του Εναγόμενου 1 να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις διαφάνηκε ότι ο ίδιος και ο Τρυπάτσας, μαζί και με άλλα τέσσερα φυσικά πρόσωπα εμπλέκονταν σε κάποια άλλη εταιρεία που διεκπεραίωνε χρηματιστηριακές συναλλαγές για κάποια εταιρεία που ονομαζόταν Landmark. Ο Εναγόμενος 1 ήταν μέτοχος στην πρώτη εταιρεία, αρνείται όμως ότι ελάμβανε προμήθειες από την Landmark. Στο Τεκμ.61 υπάρχει μια σημείωση ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αντιπρόσωπος της Landmark Securities στη Λάρνακα. Όπως αναφέρθηκε επρόκειτο για χρηματιστηριακή εταιρεία. Ο Εναγόμενος 1 θεωρεί ότι η εμπλοκή Τρυπάτσα, όπως ο ίδιος την περιγράφει, υποδηλοί ότι ο «λογαριασμός» του λειτουργούσε υπό την εποπτεία και διαχείριση της «Επενδύσεις». Σημειώνεται πως όποια και αν ήταν η εμπλοκή του Τρυπάτσα, ο Εναγόμενος 1 όχι μόνο δεν υπέστηκε από αυτή ζημιά, αλλά προκύπτει πως τον Οκτώβριο του 1999 η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν υπερδιπλάσια του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του στην Τράπεζα. Μπορούσε δηλαδή ο Εναγόμενος 1, άμεσα, ρευστοποιώντας το χαρτοφυλάκιο του να εξοφλήσει το χρέος στο λογαριασμό του στην Τράπεζα και να του περισσέψουν κάποιες δεκάδες χιλιάδες λίρες. Κατά την 31.12.1999 η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £346.255,57 (βλ. Τεκμ.20), ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του κατά την ίδια ημερομηνία ήταν £148.855,89 (βλ. Τεκμ.5). Κατά την 12.10.1999 που, κατά τον ίδιο, ανέλαβε τα ινία του χαρτοφυλακίου και του λογαριασμού του, ο λογαριασμός του είχε πιστωτικό υπόλοιπο (£508,82) και ταυτόχρονα διέθετε αξίες στο χαρτοφυλάκιο του. Τα παράπονα του Εναγόμενου 1 αφορούν συναλλαγές που, κατά το πλείστον, διενεργήθηκαν πριν τον Οκτώβριο του
  23. Ενδεχομένως στη διαμόρφωση της κακόπιστης, όπως πιο κάτω διαπιστώνεται, άρνησης των σχετικών υποχρεώσεων του από τον Εναγόμενο 1 αποφασιστικό ρόλο να διαδραμάτισε το γεγονός ότι ήταν τον Οκτώβριο του 1999 που εφαρμόστηκε το καταγραφικό σύστημα εντολών, οπόταν και καθίστατο παρακινδυνευμένο για κάποιο επενδυτή να αρνηθεί μια εντολή που είχε διαβιβάσει προς την «Επενδύσεις» τηλεφωνικά. Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν ο Εναγόμενος 1 ήταν αμέτοχος στη διαχείριση και λειτουργία του λογαριασμού και του χαρτοφυλακίου του, θέση που δεν γίνεται αποδεκτή, και δεν έδωσε οποιαδήποτε εντολή για αγορά αξιών κατά την περίοδο πριν τον Οκτώβριο του 1999, δεν απέσυρε κανένα ποσό χρημάτων, δεν ζήτησε την αποδέσμευση οποιασδήποτε αξίας και δεν αιτήθηκε για κανένα IPO, η απαίτηση του θα έπρεπε να ήταν όπως την 12.10.1999 ο λογαριασμός του αρχίσει από μηδενική βάση. Όμως, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, και ο λογαριασμός του είχε θετικό πρόσημο και το χαρτοφυλάκιο του αξίες.
  24. Οι αγορές μετοχών πριν την έγκριση της αίτησης του Εναγόμενου 1 Υπενθυμίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο «Investor Account» την 27.7.1995 και η αίτηση του εγκρίθηκε την 1.8.
  25. Τόσο στην Κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου 1 (Τεκμ.5) όσο και σε όλες τις αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού του υπάρχουν πέντε χρεώσεις που αφορούν την περίοδο 26.7.1995 - 28.7.1995 για συνολικό ποσό £30.805,74, που είναι πριν από την ημερομηνία που η αίτηση του Εναγόμενου 1 εγκρίθηκε από την Τράπεζα και ανοίχθηκε ο λογαριασμός. Η θέση του Εναγόμενου 1 ήταν ότι δεν έδωσε εντολές για τις αγορές που οι χρεώσεις αφορούν. Ανάφερε ο Γρουτίδης ότι, προφανώς προς διευκόλυνση του Εναγόμενου 1, που πιθανόν να έβλεπε κάποια προοπτική και γι΄ αυτό να αιτήθηκε τη συμμετοχή του, να του επιτράπηκε να κάμει τις συγκεκριμένες πράξεις και παράλληλα να υποβάλει την αίτηση του με την κατανόηση ότι αυτές θα μεταφέρονταν στον επενδυτικό λογαριασμό που θα ανοιγόταν. Ο Γρουτίδης επέμενε ότι είχαν δοθεί οι σχετικές εντολές από τον Εναγόμενο 1, χωρίς όμως φαίνεται να είχε ο ίδιος προσωπική γνώση, αλλά και χωρίς να έχει να παρουσιάσει κάποια γραπτή οδηγία ή κάτι άλλο το συγκεκριμένο. Περιλαμβάνονταν όμως, ανάφερε, στις σχετικές καταστάσεις και ήταν επομένως σε γνώση του Εναγόμενου
  26. Ένα από τα επιχειρήματα του Εναγόμενου 1 ότι δεν έδωσε αυτές τις εντολές είναι ότι η Τράπεζα δεν θα αποδεχόταν τη χρέωση του λογαριασμού του, που θα ανοιγόταν, αφού δεν υπήρχαν εξασφαλίσεις. Πράγματι, δεν υπήρχαν εξασφαλίσεις. Ο Γρουτίδης ανάφερε ότι επειδή υπήρξε μεγάλη άνοδος του χρηματιστηρίου η αξία των μετοχών υπερκάλυπτε τις απαιτήσεις των εξασφαλίσεων. Αναμφίβολα όμως χρεώθηκε ο λογαριασμός που θα ανοιγόταν χωρίς να υπάρχουν εξασφαλίσεις και με την προοπτική ότι η αξία των μετοχών που θα αγοράζονταν θα ήταν επαρκής. Επισημαίνεται ότι η πρώτη χρέωση στο λογαριασμό που αφορά ποσό £20.019,29 χρονολογείται την 26.7.1995, δηλαδή ακόμα πιο πριν από την υποβολή της αίτησης του Εναγόμενου
  27. Δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ ότι ο Εναγόμενος 1, εγκεκριμένος λογιστής στο επάγγελμα, που ελάμβανε τις Καταστάσεις του λογαριασμού του που του αποστέλλονταν από την Τράπεζα, θα μπορούσε να παραβλέψει τη χρέωση του λογαριασμού του με το ποσό των £30.805,74 σε χρόνους πριν τη συμφωνία του με την Τράπεζα και το άνοιγμα του επενδυτικού του λογαριασμού. Το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι ότι ο Εναγόμενος 1 που διαπίστωσε τη χρέωση δεν αντέδρασε γιατί γνώριζε ότι αφορούσε σε αγορές αξιών για τις οποίες ο ίδιος έδωσε οδηγίες. Είναι ουσιώδες να εξεταστεί τι απέγιναν οι αξίες που αγοράστηκαν πριν την 1.8.1995 και το πραγματικό οικονομικό αντίκτυπο των επενδύσεων αυτών στο λογαριασμό του Εναγόμενου
  28. Στις σελ. 19 - 20 της αγόρευσης των δικηγόρων της Τράπεζας γίνεται καταγραφή των αγορών αυτών και σημειώνεται ότι την 31.8.1995 κάποιες πωλήθηκαν με κέρδος, με το ολικό ποσό πώλησης να κατατίθεται στο λογαριασμό του Εναγόμενου
  29. Μέσα από το υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ανιχνεύεται τι απέγινε η κάθε αξία που αγοράστηκε πριν την 31.8.1995: - Την 24.7.1995 αγοράστηκαν 6500 ΔΑΜ της Πανευρωπαϊκής και χρεώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £20.019,
  30. - Την 25.7.1995 αγοράστηκαν 8000 μετοχές της Πανευρωπαϊκής και χρεώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £7.005,
  31. - Την 25.7.1995 αγοράστηκαν 900 μετοχές της Astarti και χρεώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £3.070,
  32. - Την 26.7.1995 αγοράστηκαν 800 (400 συν 400) μετοχές της Πανευρωπαϊκής και χρεώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με τα ποσά των £355,18 και £355,
  33. Στο σύνολο χρεώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 το ποσό των £30.805,
  34. - Την 31.8.1995 πωλήθηκαν 5800 μετοχές της Πανευρωπαϊκής και πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £6.117,
  35. - Την 31.8.1995 πωλήθηκαν 3000 μετοχές της Πανευρωπαϊκής και πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £3.193,
  36. - Την 12.9.1995 πωλήθηκαν 500 ΔΑΜ της Πανευρωπαϊκής και πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £1.646,
  37. - Την 6.11.1995 πωλήθηκαν 900 μετοχές της Astarti και πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £2.688,
  38. - Την 28.11.1995 πωλήθηκαν 6000 ΔΑΜ της Πανευρωπαϊκής και πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 με το ποσό των £30.727,
  39. Στο σύνολο πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 το ποσό των £44.374,
  40. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι η επένδυση στις αξίες που αγοράστηκαν πριν την 1.8.1995 είχε ως αποτέλεσμα το κέρδος και την αντίστοιχη τελική πίστωση στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 του καθαρού ποσού των £13.568,
  41. Εάν θα έπρεπε, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι οι επενδύσεις αυτές δεν έγιναν από τον Εναγόμενο 1 τότε θα έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό από το λογαριασμό του και το χρεωστικό του υπόλοιπο θα ήταν μεγαλύτερο κατά £13.568,67 πλέον τους τόκους που δεν χρεώθηκαν λόγω της ύπαρξης αυτής της πίστωσης. Στην ουσία δεν υφίσταται αξίωση για το ποσό των £30.805,
  42. Η χρέωση εξαλείφθηκε από το προϊόν της πώλησης των ιδίων αυτών αξιών και παρέμεινε προς όφελος του Εναγόμενου 1 το ποσό των £13.568,
  43. Οι αυξήσεις στο όριο του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 Ο Εναγόμενος 1 αποδέχεται το αρχικό πιστωτικό όριο των £30.000, αρνείται όμως ότι ζήτησε οποτεδήποτε την αύξηση του καταλογίζοντας στην Τράπεζα ότι από μόνη της κατά καιρούς το αύξανε. Είναι η θέση του Γρουτίδη ότι όλες οι αυξήσεις στο όριο του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 έγιναν κατόπιν προφορικών αιτημάτων του. Οι αυξήσεις εμφαίνονται στις καταστάσεις «Client Summary Statement» με την τελευταία αύξηση σε £150.000 να παρουσιάζεται στην κατάσταση ημερ. 30.9.
  44. Παρουσιάστηκαν τα σχετικά εσωτερικά σημειώματα έγκρισης των αυξήσεων (Τεκμ.21). Πρόκειται για εσωτερικά σημειώματα της «Επενδύσεις» που αφορούν στις περιπτώσεις αριθμού πελατών μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος
  45. Αυτό που αφορά στην αύξηση του πιστωτικού ορίου του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 από £50.000 σε £60.000 υποβάλλεται από κάποιο χρηματιστή Ζαχαρία Ζαπίτη, ενώ σημειώνεται πως αυτά που αφορούν στην αύξηση του ορίου σε £100.000 και £150.000 υποβλήθηκαν από τον Τρυπάτσα. Ο Αντώνης Τσολάκη (Μ.Ε.8), υπάλληλος της Τράπεζας, το 2002 εργαζόταν ως βοηθός χρηματιστής στην «Επενδύσεις». Είναι το πρόσωπο που ετοίμασε ένα από τα εσωτερικά σημειώματα που αφορούσαν το όριο του λογαριασμού του Εναγόμενου 1, τον Απρίλιο του 2000 (Τεκμ.61), εισηγούμενος τη συνέχιση του ορίου. Όπως εξήγησε κάθε δυο - τρεις μήνες ετοιμάζονταν τέτοια εσωτερικά σημειώματα για ανανέωση των ορίων των λογαριασμών «Investor Account». Ο Τσολάκη δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο αυτά ζητούνταν κατόπιν αιτήματος του πελάτη. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι ο Τσολάκη αναφερόταν στις περιπτώσεις συνέχισης και όχι αύξησης του ορίου. Την 12.10.1999 ο Εναγόμενος 1 έδωσε οδηγίες να αγοραστούν στο όνομα του 50000 μετοχές της Minerva προς £2,90 έκαστη. Για την αγορά απαιτείτο το χρηματικό ποσό των £145.
  46. Ο λογαριασμός του είχε πιστωτικό υπόλοιπο μόλις £508,
  47. Ο Εναγόμενος 1, που διατείνεται πως δεν ζήτησε ποτέ την αύξηση του πιστωτικού του ορίου, δεν πρόσφερε καμία εξήγηση με ποια χρήματα θα αγοράζονταν οι μετοχές αν το όριο του δεν ήταν της τάξης των £150.000 όπως υποστηρίζει η Τράπεζα. Είναι πρόδηλο ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε το πιστωτικό του όριο, γι΄ αυτό και έδωσε τη συγκεκριμένη εντολή προς την «Επενδύσεις». Tην 7.9.2000 ο Εναγόμενος 1 με ενυπόγραφο σημείωμα του ζήτησε να γίνει αίτηση στην εταιρεία Golden Sun Leisure (Cy) Ltd για αγορά μετοχών αξίας £150.
  48. Κατά το χρόνο εκείνο ο λογαριασμός του ήταν χρεωστικός για το ποσό των £6.805,
  49. Και πάλιν εάν το όριο του δεν ήταν της τάξης των £150.000 δεν θα μπορούσε να υποβάλει τέτοια αίτηση. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι όταν τον Ιανουάριο του 2001 η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε το λογαριασμό του Εναγόμενου 1 για το ποσό των £50.000, η σχετική εγγύηση είχε καταστεί επιβεβλημένη ως αποτέλεσμα των υπολογισμών που έγιναν στη βάση του ορίου των £150.
  50. Δεν αναμένεται ότι ο Εναγόμενος 1 θα αποδεχόταν να καταστεί η σύζυγος του εγγυήτρια εάν τα δεδομένα του λογαριασμού του δεν το επέβαλλαν. Καταλήγω ότι οι αυξήσεις στο πιστωτικό όριο του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 που κατά καιρούς παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα, ήταν το αποτέλεσμα δικών του παρακλήσεων που η Τράπεζα αποδέχτηκε. 'Ηταν, σε κάθε περίπτωση, δικαίωμα και όχι υποχρέωση του Εναγόμενου 1 να χρησιμοποιήσει το εγκριθέν πιστωτικό του όριο, το οποίο, όπως διαπιστώνεται, παραδεκτά χρησιμοποίησε για την πρόταση αγοράς των μετοχών της Minerva και της Golden Sun.
  51. Αναλήψεις χρημάτων από το λογαριασμό του Εναγόμενου 1 Είναι η θέση της Τράπεζας ότι ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε αναλήψεις χρημάτων από τον επενδυτικό του λογαριασμό συνολικού ποσού £86.300 ως ακολούθως: Την 18.12.1995 ποσό £2.300, την 25.2.1997 ποσό £4.000, την 10.9.1999 ποσό £55.000 και την 16.11.1999 ποσό £25.
  52. Οι πράξεις παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου
  53. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται τις αναλήψεις. Ό,τι φαίνεται να έγινε και στις τέσσερεις περιπτώσεις ήταν μεταφορά των ποσών σε κάποιο άλλο λογαριασμό αφού στην Κατάσταση Λογαριασμού του Εναγομένου 1 αναφέρεται «Transfer» ή «TFR». Παρουσιάστηκε κατάσταση κάποιου άλλου λογαριασμού όπου φαίνεται να μεταφέρθηκαν το ποσό των £55.000 την 10.9.1999 και το ποσό των £25.000 την 16.11.1999 (Τεκμ.23). Η κατάσταση συνοδεύεται από σχετικό πιστοποιητικό που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου ώστε να προσαγάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο του περιεχομένου της. Δεν διαφαίνεται στο πρόσωπο του εγγράφου ο δικαιούχος ή δικαιούχοι του συγκεκριμένου λογαριασμού. Διαπιστώνεται ότι ο λογαριασμός ανήκε στην «Επενδύσεις». Παρουσιάστηκαν δύο επιταγές με εκδότρια την «Επενδύσεις» πληρωτέες σε διαταγή του Εναγόμενου 1, ημερ. 8.9.1999 για £55.000 και ημερ. 11.11.1999 για £25.000 (Τεκμ. 42 και 43 αντίστοιχα). Οι επιταγές φαίνεται να συνδέονται με τις δύο τελευταίες μεταφορές από το λογαριασμό του Εναγόμενου
  54. Αυτές φαίνεται να έγιναν κατ΄ ακουλουθία της έκδοσης των δύο επιταγών από την «Επενδύσεις». Ο Εναγόμενος 1 δεν προσέφερε καμιά άλλη εξήγηση γιατί η «Επενδύσεις» να εκδώσουν προς όφελος του τις δύο επιταγές, άλλη από ότι πραγματοποιήθηκε μεταφορά από το λογαριασμό του για το ανάλογο ποσό. Οι επιταγές ήταν διγραμμισμένες και η θέση του δικηγόρου του Εναγόμενου 1 ήταν ότι θα έπρεπε να κατατεθούν σε λογαριασμό. Αντί τούτου, όπως υπέβαλε στο Γρουτίδη, κατά παράβαση των τραπεζικών διαδικασιών, η πρώτη οπισθογραφήθηκε από τον Εναγόμενο 1 και τα λεφτά έλαβε ο Τρυπάτσας. Η θέση αυτή επιβεβαιώνει την πραγματική εμπλοκή του Εναγόμενου
  55. Εφόσον υπόγραψε την επιταγή σημαίνει ότι την παρέλαβε και ήταν θέμα δικό του πώς να τη διαθέσει. Προκύπτει από το περιεχόμενο των Καταστάσεων λογαριασμού του Εναγόμενου 1 ότι έγινε το σύνολο των πιο πάνω αναλήψεων. Ο Εναγόμενος 1 απέτυχε παταγωδώς στην προσπάθεια του να αμφισβητήσει ότι οι αναλήψεις έγιναν από μέρους του επιβεβαιώνοντας την κακοπιστία του και τη διάθεση του να ψευδολογήσει για να επιτύχει να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του ή μέρος τους.
  56. Αποδεσμεύσεις μετοχών του Εναγόμενου 1 Κατά την Τράπεζα, ο Εναγόμενος 1 κατά καιρούς ζητούσε την αποδέσμευση διαφόρων μετοχών που κατείχε. Οι αποδεσμεύσεις που, κατά την Τράπεζα, ζήτησε φαίνονται στις Τριμηνιαίες Καταστάσεις που του αποστέλλονταν με την ένδειξη «release». Ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε ότι αποδεσμεύτηκαν 20000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και 15000 μετοχές της εταιρείας Σεβέρης & Αθηαινίτης από το χαρτοφυλάκιο του που άξιζαν περίπου £300.000 χωρίς ο ίδιος να λάβει οτιδήποτε. Από μέρους της «Επενδύσεις» έχει εντοπιστεί και παρουσιαστεί σχετική οδηγία ημερ. 12.1.2000 (Τεκμ.24) αναφορικά με τις μετοχές τριών εταιρειών μεταξύ των οποίων και της Σεβέρης & Αθηαινίτης. Η δικηγόρος της Τράπεζας ανάφερε ότι η αποδέσμευση των μετοχών της εταιρείας Σεβέρης & Αθηαινίτης έγινε στις 29.11.1999 και ότι υπάρχει άλλη χειρόγραφη σημείωση πέραν του Τεκμ.
  57. Αποδέχομαι το γεγονός των εκ μέρους του αποδεσμεύσεων όπως προκύπτει από τις Τριμηνιαίες Καταστάσεις. Ο Εναγόμενος 1 δεν έχει ούτε κατ΄ ελάχιστον ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τις επιμέρους θέσεις του.
  58. Οι μετοχές της Minerva Ποσό €217.456,17 ανταξιώνεται σε σχέση με τις μετοχές της εταιρείας Minerva Insurance Co Ltd (παρ. 39-41 της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Την 12.10.1999 κατόπιν εντολής του Εναγόμενου 1 αγοράστηκαν μέσω της «Επενδύσεις» 50000 μετοχές της Minerva στο όνομα του Εναγόμενου 1 προς €4,95 (£2,90) έκαστη, για το συνολικό ποσό των €247.747,
  59. Την 26.10.1999 ο Εναγόμενος 1 έδωσε εντολή να πωληθούν στην ελάχιστη τιμή των £4,
  60. Το σχετικό Δελτίο Χρηματιστηριακής Εντολής παρουσιάστηκε (Τεκμ.28). Η εντολή δεν εκτελέστηκε. Εξήγησε ο Γρουτίδης ότι τη συγκεκριμένη περίοδο υπήρχαν πολλά προβληματικά έγγραφα και η διαδικασία έκδοσης και αποστολής των τίτλων από τα μητρώα των δημοσίων εταιρειών παρουσίαζε μεγάλες καθυστερήσεις. Από την αγορά των μετοχών είχαν ήδη παρέλθει 14 ημέρες και απαιτείτο όπως ο Εναγόμενος 1 (η «Επενδύσεις» γι΄ αυτόν) κατείχε τίτλο. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν είχε εκτελεστεί η εντολή του Εναγόμενου
  61. Είχε προς τούτο ενημερωθεί με χειρόγραφη επιστολή της «Επενδύσεις» ημερ. 26.10.1999 (Τεκμ.29). Ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1 υπόβαλε ότι ο τίτλος είχε εκδοθεί στο όνομα του Εναγόμενου 1 αλλά δεν είχε αποσταλεί και θα μπορούσε να γίνει πράξη. Ήταν η θέση του Γρουτίδη ότι εάν η Minerva είχε εκδώσει τον τίτλο και τον είχε κρατήσει κοντά της, η «Επενδύσεις» που δεν κατείχε τίτλο δεν μπορούσε να ενεργήσει. Αναφέρει ο Εναγόμενος 1 ότι εάν εκτελείτο η εντολή του η πώληση θα απέφερε συνολικό ποσό €341.720,29 αφού η τιμή πώλησης είχε ανέλθει στα €6,83 (£4,00). Απώλεσε συνεπώς, κατά τη θέση του, €97.760,
  62. Ο Εναγόμενος 1 έδωσε νέα εντολή να πωληθούν στη συνεδρίαση της 10.11.1999 από την προηγούμενη 9.11.1999 η ώρα 23:
  63. Πωλήθηκαν μόνο 4085 προς €9,25 (£5,415) και πιστώθηκε ο λογαριασμός του με το συνολικό ποσό των €37.606,
  64. Εάν πωλούνταν και οι υπόλοιπες 45915 θα απέφεραν ακόμη €424.809,
  65. Συμφωνεί ο Γρουτίδης ότι πωλήθηκαν μόνο 4085, μερικές προς £5,40, άλλες προς £5,31 και άλλες προς £5,
  66. Το απόγευμα της 17.1.2000 ο Εναγόμενος 1 έδωσε εντολή για τις 18.1.2000 να πωληθούν 12915 μετοχές της Minerva στην ελάχιστη τιμή των £6,50 (Τεκμ.30). Αναφέρει ο Γρουτίδης ότι οι εντολές δεν εκτελέστηκαν γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμος αγοραστής στη συγκεκριμένη τιμή. Η μετοχή της Minerva την 18.1.2000 είχε κλείσει στις £6,31 (βλ. Τεκμ.31). Την 19.1.2000 ο Εναγόμενος 1 έδωσε νέα εντολή να πωληθούν οι 12915 μετοχές στην ελάχιστη τιμή των £6,35 (Τεκμ.49). Σύμφωνα με εκτύπωση της ιστοσελίδας του «StockWatch» (Τεκμ.50) η μετοχή της Minerva στις 18.1.2000 είχε ανοίξει στα €11.24 και έφτασε η μέγιστη στα €11.27 και η ελάχιστη στα €10.
  67. Όπως εξήγησε ο Γρουτίδης αναφορικά με τις διαδικασίες του χρηματιστηρίου η προτεραιότητα στο να πωλήσει κάποιος στο χρηματιστήριο εξαρτάται πρώτα από την τιμή και στη συνέχεια από την ώρα που δίδεται η εντολή. Εκείνος που έχει χαμηλή τιμή προπορεύεται στους πωλητές και μόνο όταν η τιμή είναι η ίδια λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υποβολής της πρότασης. Την 2.3.2000 η Minerva παραχώρησε δωρεάν μετοχές στους μετόχους της και ο Εναγόμενος 1 που έλαβε 4592 είχε πλέον
  68. Την ίδια ημέρα η μετοχή υποδιαιρέθηκε ώστε κάθε δύο μετοχές ο μέτοχος να παίρνει τρεις επιπλέον (ο Γρουτίδης αναφέρει πέντε, εννοώντας προφανώς ότι οι δύο γίνονταν πέντε). Ως εκ τούτου προστέθηκαν στο χαρτοφυλάκιο του Εναγόμενου 1 75761 μετοχές φτάνοντας στο σύνολο
  69. Το σύνολο των μετοχών του Εναγόμενου 1 στη Minerva πωλήθηκαν μεταξύ 16.3.2000 - 9.6.2000 και εισπράχθηκε το συνολικό ποσό των £264.533,
  70. Επομένως, εισηγείται ο Γρουτίδης, ο Εναγόμενος 1 κέρδισε περισσότερα παρά εάν την 26.10.1999 εκτελείτο η οδηγία του. Η θέση τέθηκε ξεκάθαρα υπόψη του Εναγόμενου 1 κατά την αντεξέταση του. Ο Εναγόμενος 1 εστίασε το παράπονο του, όχι στο ότι υπέστηκε οικονομική ζημιά από την καθ΄ αυτή μη πώληση των μετοχών της Minerva τον Οκτώβριο του 1999, αλλά στο ότι εάν πωλούνταν τότε θα εξοφλούσε το λογαριασμό του και δεν θα ασχολείτο πλέον με το χρηματιστήριο, ενώ επειδή δεν επιτεύχθηκε η πώληση, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, «...μπήκε το σκουλούτζι μετά Εντιμότατε, κάθε κουτσή Μαρία ασχολείτο με το χρηματιστήριο και λέω άνθρωπος chartered accountant, τούτοι ξέρουν παραπάνω από εμένα τούτοι;». Σημειώνεται ότι κατά το χρονικό εκείνο στάδιο, δηλαδή τον Νοέμβριο του 1999, οι μετοχές της Minerva δεν ήταν οι μόνες μετοχές που είχε ο Εναγόμενος
  71. Όταν το γεγονός ετέθη υπόψη του Εναγόμενου 1 κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι «πρωτίστως» είχε μετοχές της Minerva που ήταν το 95% της αξίας του χαρτοφυλακίου. Χαρακτηριστικό της προσέγγισης του Εναγόμενου 1 στο επιμέρους ζήτημα και γενικά είναι ότι σε κάποιο στάδιο υποστήριξε ότι εσκεμμένα δεν πωλήθηκαν οι μετοχές της Minerva όπως είχε δώσει εντολή, γιατί κάποιοι ήθελαν να ξεφορτωθούν τις δικές τους μετοχές και αναφέρθηκε συγκεκριμένα το όνομα κάποιου Καραγιώργη γενικού διευθυντή της «Επενδύσεις». Αλλού όμως ανάφερε ότι, είτε επιλεκτικά δεν εκτελέστηκαν οι εντολές του, είτε για λόγους τους οποίους δεν γνωρίζει, είτε διότι ήθελαν να εξυπηρετήσουν κάποιους άλλους πελάτες τους ή χρηματιστές τους. Κατέληξε ο Εναγόμενος 1 ότι θεωρεί ότι πρόκειται περί αμέλειας ή εσκεμμένης παράλειψης. Αποδέχομαι τις εξηγήσεις που δόθηκαν από το Γρουτίδη αναφορικά με τα παράπονα του Εναγόμενου 1 σε σχέση με τις μετοχές της Μinerva. Επικουρικά σημειώνεται πως ακόμη και αν εφαίνετο ότι υπήρξε εκ μέρους της «Επενδύσεις» οιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που είχε ως αποτέλεσμα τη μη εκτέλεση οποιασδήποτε εντολής του Εναγόμενου 1, ο τελευταίος δεν θα εδικαιούτο σε οποιαδήποτε αποζημίωση, αφού διαφάνηκε πως, όχι μόνο δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, αλλά αντίθετα η αύξηση της αξίας της μετοχής της Minerva στη συνέχεια είχε ως αποτέλεσμα να πραγματοποιήσει μεγαλύτερα κέρδη.
  72. Δημόσιες Προτάσεις για Αγορά Μετοχών (IPOs) Αξιώνει ο Εναγόμενος 1 να αφαιρεθεί ποσό £4.358,64 από το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του γιατί το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την αγορά μετοχών οι οποίες δεν είχαν ακόμα εισαχθεί στο ΧΑΚ (IPOs). Κατά την εισήγηση των δικηγόρων του η Τράπεζα και η «Επενδύσεις» δεν είχαν δικαίωμα να χρεώνουν το λογαριασμό του Εναγόμενου 1 με οποιοδήποτε ποσό εξόδων για τη συμμετοχή του σε IPOs. Σύμφωνα με το Γρουτίδη στην περίπτωση Δημόσιων Προτάσεων για Αγορά Μετοχών (IPOs) ο πελάτης υπόβαλλε αίτηση για συμμετοχή με συγκεκριμένο ποσό. Ο Εναγόμενος 1 είχε αιτηθεί συμμετοχή σε διάφορα IPOs και έχουν εντοπιστεί και παρουσιαστεί τρία τέτοια γραπτά αιτήματα του (Τεκμ.22). Η θέση του Εναγόμενου 1 είναι ότι πριν τον Οκτώβριο του 1999 δεν έκαμε καμιά αίτηση για IPOs. Το παρουσιασθέν Τεκμ.22 αφορά σε αιτήσεις για συμμετοχή σε IPOs σε χρόνο μεταγενέστερο του Οκτωβρίου του
  73. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 ότι όπως το Τεκμ.22 υποβλήθηκαν από τον ίδιο γραπτά αιτήματα και για άλλα IPOs την περίοδο από 1.4.1998 μέχρι 30.9.1999 για διάφορες εταιρείες, όμως, κανένα έγγραφο δεν παρουσιάστηκε. Το ζήτημα καλύπτεται κάτω από την ομπρέλα της εξέτασης της βασικής θέσης του Εναγόμενου 1 ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε οδηγία για αγορά μετοχών πριν τον Οκτώβριο του
  74. Περαιτέρω, και εδώ δεδομένης της αναξιοπιστίας και κατ΄ ακολουθία αδυναμίας του Εναγόμενου 1 να ανατρέψει την αποδεικτική αξία των Καταστάσεων του λογαριασμού του, αποδεικνύεται ότι ο λογαριασμός του νομότυπα χρεώθηκε τα ποσά.
  75. Η χρέωση του ποσού των £59.819,08 Στην κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου 1 στην ημερομηνία 26.4.1999 υπάρχει χρέωση £59.819,08 με ημερομηνία αξίας 22.4.
  76. Ο λογαριασμός που ήταν πιστωτικός για £9.034,83 έγινε χρεωστικός για £50.784,
  77. Ο Εναγόμενος 1 αμφισβήτησε κατηγορηματικά αυτή τη χρέωση, αρνούμενος ότι έδωσε εντολή για την αγορά οιωνδήποτε μετοχών. Ο Γρουτίδης μαρτύρησε ότι είχαν αγοραστεί μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και μετοχές και δικαιώματα αγοράς μετοχών της Λαϊκής. Οι συγκεκριμένες μετοχές, όμως, δεν εμφανίζονται στις τριμηνιαίες καταστάσεις που η «Επενδύσεις» εξέδιδε και απέστελλε στον Εναγόμενο
  78. Οι αξίες αυτές δεν καταχωρήθηκαν στο χαρτοφυλάκιο του Εναγόμενου 1 και ως αποτέλεσμα ούτε ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας. Ο Γρουτίδης χωρίς να είναι γνώστης του τι επακριβώς είχε συμβεί έδωσε την εξήγηση ότι είτε εκ παραδρομής δεν καταχωρήθηκαν στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο, είτε ο Εναγόμενος 1 ήθελε να διενεργήσει τις αγορές εκτός του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου. Παρουσιάστηκε έγγραφο τιτλοφορούμενο «Clients Transactions by Contract No» (Τεκμ.41). Καταγράφονται οι συγκεκριμένες μετοχές που αγοράσθηκαν στις 22.4.1999 για το συγκεκριμένο ποσό στο όνομα «Panayiotou Panic» με αριθμό
  79. Στο έγγραφο υπάρχουν και άλλα στοιχεία. Το ζήτημα διερευνήθηκε μέσω του ΧΑΚ και ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου (Μ.Ε.4), λειτουργός εκκαθάρισης στο Τμήμα Συναλλαγών του ΧΑΚ, παρουσίασε εκτυπώσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή που αφορούν στην αγορά μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας που έγιναν στις 22.4.1999 (Τεκμ.51) για να υποδείξει ότι αγοραστής παρουσιάζεται ο Εναγόμενος 1 (καταγράφεται το επώνυμο και το αρχικό του ονόματος του, όπως και ο αριθμός της ταυτότητας του). Προκύπτει ότι το Τεκμ.41 και το Τεκμ.51 αφορούν στις ίδιες πράξεις, αφού συμπίπτουν όλες οι λεπτομέρειες περιλαμβανομένων και των «Match No». Ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι είχε γνώση για την ύπαρξη του λογαριασμού (μερίδας) 047976 που φέρεται να είναι στο όνομα του και προκάλεσε την «Επενδύσεις» να παρουσιάσει στοιχεία ότι ο ίδιος ζήτησε το άνοιγμα τέτοιου λογαριασμού. Οι αξίες που είχαν καταχωριστεί σε αυτή τη μερίδα πωλήθηκαν και εισπράχθηκε το ποσό των £59.
  80. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 πως ούτε εντολές έδωσε να αγοραστούν οι αξίες που αναφέρονται, ούτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από την πώληση τους. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων σημειώνεται ότι η θέση για ύπαρξη άλλου λογαριασμού δεν δικογραφείται στην αξίωση, με προφανή εισήγηση ότι η σχετική μαρτυρία πρέπει να παραγνωριστεί. Η Δ.19, Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως ό,τι πρέπει να δικογραφείται είναι οι βασικές θέσεις και όχι η μαρτυρία προς απόδειξη τους. Η εκδοχή ότι το ποσό των £59.819,08 αφορούσε σε αγορά μετοχών στην οποία προέβηκε ο Εναγόμενος 1 έχει δεόντως δικογραφηθεί. Δεδομένης της άρνησης του Εναγόμενου 1, η Τράπεζα προσκόμισε τη σχετική μαρτυρία της ύπαρξης του άλλου λογαριασμού χαρτοφυλακίου για να καταδείξει ότι οι αξίες δεν καταχωρίστηκαν σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, αλλά σε λογαριασμό του Εναγόμενου
  81. Ότι οι αγορές των συγκεκριμένων αξιών δεν παρουσιάζονται στις τριμηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 είναι απότοκο του γεγονότος ότι οι αγορές έγιναν εκτός του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου. Παράπονο θα μπορούσε να έχει η Τράπεζα γιατί με την επιμέρους χρέωση αυξήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο του Εναγόμενου 1, ενώ οι αξίες που αγοράστηκαν δεν ενεχυριάστηκαν προς όφελος της. Απορρίπτω ως αναληθή τη θέση του Εναγόμενου
  82. Είναι πρόδηλο πως οι συγκεκριμένες αξίες αγοράστηκαν τη εντολή και για λογαριασμό του. Οι αγορές έγιναν στο όνομα του και καταχωρίστηκαν σε μερίδα στο όνομα του. Στ. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Η Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμ.1), υπάλληλος της Τράπεζας στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών, παρουσίασε την Κατάσταση του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 (Τεκμ.5). Κατόπιν οδηγιών και στη βάση του Τεκμ.5 η Γεωργιάδου ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.6 και 7), εισάγοντας σε λογισμικό πρόγραμμα τις πληροφορίες του Τεκμ.5 και αφαιρώντας χρεώσεις που υποδεικνύονταν στις οδηγίες που της δόθηκαν. Κατ΄ ακολουθία της αντεξέτασης της και υποδείξεων που έγιναν, κλήθηκε στη συνέχεια ο Χάρης Μιχαηλίδης (Μ.Ε.2), λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας, ο οποίος παρουσίασε νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.8) την οποία ετοίμασε με τον ίδιο τρόπο προβαίνοντας σε περαιτέρω αφαιρέσεις. Έτσι, ενώ με την αγωγή αξιώνεται ποσό €562.842,49 με τόκο 10,5% επί ποσού €539.099,88 από 1.6.2009 κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, σύμφωνα με το Τεκμ.8 το υπόλοιπο κατά την 31.5.2009 ήταν €415.178,78 με τόκο 9% επί ποσού €283.554,78 από 1.6.
  83. Στη νέα αναδομημένη κατάσταση δεν υπάρχει ανατοκισμός και έχουν αφαιρεθεί όλα τα τέλη διαχείρισης του λογαριασμού. Οι παρατηρήσεις σε σχέση με την νέα αναδομημένη κατάσταση περιορίστηκαν στο ότι εμπεριέχει έξι πράξεις που είναι χρονικά πριν την 1.8.1995, ζήτημα που έχει ήδη συζητηθεί και ότι ο τόκος λογίζεται στη βάση 360 ημερών το έτος. Σε σχέση με το Τεκμ.6 ο δικηγόρος των Εναγομένων προέβηκε σε δήλωση στο αποτέλεσμα ότι το επιτόκιο με το οποίο κατά καιρούς χρεώνεται ο λογαριασμός ήταν το μέγιστο που μπορούσε να επιβληθεί δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Η δήλωση ισχύει αναφορικά και με το Τεκμ.8 όπου χρησιμοποιείται το ίδιο κατά καιρούς επιτόκιο. Το Τεκμ.57 είναι δέσμη καταστάσεων του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 από τον Ιούνιο του 2002 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2005, που είχαν παραληφθεί από τον Εναγόμενο 1 και στις οποίες το χρεωστικό επιτόκιο αναφέρεται ότι ήταν 7½ %, 7 % ή 6½ % κατά περιόδους. Εφόσον επρόκειτο για καταστάσεις που απέστειλε η ίδια, η Τράπεζα τις αποδέχτηκε και δόθηκαν οδηγίες στο Νίκο Ιωάννου (Μ.Ε.11) του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας, να ετοιμάσει νέες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού του Εναγόμενου 1 (Τεκμ.59) με βάση τα επιτόκια που αναφέρονται στις καταστάσεις που κατείχε ο Εναγόμενος 1, για την περίοδο που οι καταστάσεις αφορούσαν. Το χρεωστικό υπόλοιπο μειώνεται σε σχέση με το αναφερόμενο στο Τεκμ.8 και για σκοπούς σύγκρισης σημειώνεται ότι κατά την 31.5.2009 ήταν €389.687,92 με τόκο 7,25 % επί ποσού €283.554,78 από 1.6.
  84. Ζητήθηκε ακόμα από τον Ιωάννου να ετοιμάσει και άλλες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού του Εναγόμενου 1 (Τεκμ.58) με βάση τα επιτόκια που αναφέρονται στις καταστάσεις που κατείχε ο Εναγόμενος 1, και για την περίοδο 1.1.2001 - 1.6.2001 που δεν κάλυπταν οι καταστάσεις που παρουσίασε ο Εναγόμενος
  85. Το χρεωστικό υπόλοιπο μειώνεται ακόμα περισσότερο και για σκοπούς σύγκρισης σημειώνεται ότι κατά την 31.5.2009 ήταν €388.649,66 με τόκο 7,25 % επί ποσού €283.554,78 από 1.6.
  86. Με δήλωση των δικηγόρων της (σελ.1 και 51 της γραπτής τους αγόρευσης) η Τράπεζα περιόρισε την αξίωση της εναντίον του Εναγόμενου 1 σύμφωνα με το Τεκμ.58, στο ποσό των €493.775,47 με τόκο 7,25% επί ποσού €283.554,78 από 16.1.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Στον καταρτισμό των αναδομημένων καταστάσεων, στον υπολογισμό του τόκου, λαμβάνεται υπόψη το εμπορικό έτος των 360 ημερών με αποτέλεσμα ο συνολικός τόκος να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με την περίπτωση που θα λαμβάνετο υπόψη ότι ο χρόνος έχει 365 μέρες. Ακόμα, όπως ανάφερε ο Ιωάννου, εφόσον δεν υπήρχε κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε κατάθεση λογιζόταν έναντι των τόκων και μετά του κεφαλαίου. Κατά την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων, εάν οι πράξεις γίνονταν διαφορετικά και οι τόκοι κρατούνταν σε ξεχωριστή μερίδα και μειωνόταν το κεφάλαιο και ο υπολογισμός γινόταν στη βάση των 365 ημερών, τότε το ποσό κατά την 31.5.2009 θα έπρεπε αντί €283.554,78 να ήταν €165.840,
  87. Το ζήτημα κατά πόσο η τράπεζα έχει δικαίωμα να καταλογίζει πληρωμές που αφορούν συγκεκριμένο λογαριασμό πρώτα έναντι των τόκων και αν υπάρχει υπόλοιπο αυτό να καταλογιστεί έναντι του κεφαλαίου, απασχόλησε στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 38, 46-48. Αποφασίστηκε ότι, στην απουσία άλλης συμφωνίας μεταξύ της τράπεζας και του χρεώστη, η τράπεζα έχει δικαίωμα να υπολογίζει τους τόκους μέχρι την ημερομηνία που γίνεται μια πληρωμή έναντι συγκεκριμένου χρέους και να εξοφλεί πρώτα τους τόκους και μετά το κεφάλαιο. (Βλ. ακόμη Archbold Invest. Ltd. κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1084, 1093-94). Στην Archbold Invest. συζητείται και το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του τόκου με βάση το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες αντί 365 που έχει το ημερολογιακό έτος. Στην υπόθεση υπήρχε στη σύμβαση μεταξύ της τράπεζας και του χρεώστη σχετικός όρος, όπως και στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει του όρου που μαρτυρείται στην παρ. 3 των Όρων Συμμετοχής στην αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο «Investor Account» (Τεκμ.13). Το συμπέρασμα (σελ. 1097) είναι ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, που οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβαίνει εδώ μετά την τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας και την ελευθεροποίηση των επιτοκίων και αναμφίβολα όχι σε σχέση με τις χρεώσεις τόκου με μειωμένο επιτόκιο στο Τεκμ.
  1. Στη σελ.14 της γραπτής αγόρευσης Εναγόμενου 1 γίνεται αναφορά σε διάφορες πιστώσεις του λογαριασμού του Εναγόμενου 1 κατά την περίοδο 2004 - 2007 και επιχειρηματολογείται ότι παρά τις πιστώσεις δεν παρατηρείται μείωση του υπολοίπου. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Οι πιστώσεις αφαιρούνται από τον χρεωστικό τόκο, όπως η Τράπεζα, όπως έχει αποφασιστεί, δικαιούτο να πράξει και αντανακλούνται στη στήλη «Debit Interest» του Τεκμ.
  2. Ζ. Η αποδεικτική αξία της Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμ.5) Οι δικηγόροι των Εναγομένων αναφέρονται σε έκταση στο ζήτημα του βάρους απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία, για να εισηγηθούν ότι σε σχέση με το Τεκμ.5 δεν τηρείται η τέταρτη προϋπόθεση του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου ώστε η Κατάσταση να θεωρηθεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο. Αντιλαμβάνομαι ότι σε αυτή τη βάση επικαλούνται τη A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 156,
  1. Όπως εκεί αναφέρεται οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν και εάν το Τεκμ.5 δεν θεωρηθεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο δεν θα έχει περισσότερη αποδεικτική αξία. Η εισήγηση ότι δεν ικανοποιείται η τέταρτη προϋπόθεση του άρθρου 22 εδράζεται σε λανθασμένη εκτίμηση των δεδομένων. Αναφέρεται (σελ.11 της γραπτής αγόρευσης Εναγόμενου 1) ότι η αρχική καταχώρηση είναι το Τεκμ.5 και απουσιάζει η μαρτυρία σύγκρισης των αναδομημένων καταστάσεων με αυτό. Εάν οι εισηγήσεις των δικηγόρων δεν αφορούν το Τεκμ.5 για το οποίο αναφέρουν ότι συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών είναι καταχωρημένα σε αυτό (σελ.10 της γραπτής αγόρευσης Εναγόμενου 1), τότε ότι απομένει είναι αντιπαραβολή του Τεκμ.5 με το Τεκμ.58, εγγράφων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ουσιαστικό έγγραφο είναι το Τεκμ.
  2. Οι αναδομημένες καταστάσεις είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων. (Αναφορικά με τη σημασία και σκοπό των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48). Σημασία έχει η σύγκριση του περιεχομένου του Τεκμ.5 με το τραπεζικό βιβλίο, ώστε το Τεκμ.5 να θεωρηθεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο. Καταγράφει η Γεωργιάδη στην παρ.8 της γραπτής της δήλωσης (Τεκμ.1) ότι είχε συγκρίνει τις καταχωρίσεις και πληροφορίες που εμφαίνονται στο Τεκμ.5 με τις αρχικές καταχωρίσεις με τις οποίες τροφοδοτήθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και διαπίστωσε ότι αυτές ήταν ταυτόσημες με τις αρχικές καταχωρίσεις στα εν λόγω τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και ήταν ορθές. Πλήττεται ακόμα από τους δικηγόρους των Εναγομένων η αξιοπιστία των καταστάσεων γιατί, κατά τη θέση τους, το Τεκμ.5 αρχίζει από την 1.9.1995 ενώ η αναδομημένες καταστάσεις από τις 26.7.
  1. Η πραγματικότητα είναι ότι η πρώτη σελίδα της Κατάστασης Τεκμ.5 έχει ημερομηνία 31.8.1995 και καταγράφει τις δοσοληψίες που είχαν γίνει μέχρι τότε αρχίζοντας από τις 26.7.
  2. Επομένως δεν είναι ορθό αυτό που υποστηρίζουν οι δικηγόροι των Εναγομένων ότι το Τεκμ.5 αρχίζει από 1.9.
  3. Τώρα γιατί στην πρώτη μηνιαία κατάσταση του Αυγούστου του 1995 εμπεριέχονται δοσοληψίες του Ιουλίου έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Με αυτό τον τρόπο καταγράφηκαν οι δοσοληψίες στα τραπεζικά βιβλία και έτσι ανατυπώνονται στο Τεκμ.
  4. Οι αναδομημένες καταστάσεις ακολουθούν την ημερομηνία της κάθε δοσοληψίας και με ακρίβεια μεταφέρονται σε αυτές οι δοσοληψίες του Ιουλίου του
  5. Οι αναφορές σε υποθέσεις (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν Σταυρινού
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1390, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 846 και D & G Products Ltd v Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263) που αφορούσαν λογαριασμούς που άρχιζαν από μεταφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο, που κρίθηκε πως δεν είχε αποδειχθεί, δεν έχουν εφαρμογή στα περιστατικά της παρούσας. Καταλήγω πως έχουν τεκμηριωθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου, ώστε το Τεκμ.5 να θεωρηθεί αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο και το περιεχόμενο του να συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι οι δοσοληψίες που είναι καταχωρημένες σε αυτό έγιναν. Όταν στο άρθρο 22
(1)του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρεται ότι το αντίγραφο γίνεται δεκτό «ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό», σημαίνει ότι εάν σε μια κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού παρουσιάζεται μια ανάληψη Α ποσού, αυτό που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται με την παρουσίαση της κατάστασης ως αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου είναι ότι η ανάληψη του Α ποσού έγινε νομότυπα, δηλαδή ότι αυτή πραγματοποίησε ο δικαιούχος του λογαριασμού. Η αποδεικτική αξία του αντιγράφου του τραπεζικού βιβλίου δεν περιορίζεται στο ότι απλά καταγράφεται μια χρέωση που περιγράφεται ως ανάληψη, την οποία μπορεί υπάλληλος της τράπεζας να εισήξε στο βιβλίο για οποιοδήποτε λόγο. Αν ήταν έτσι, καμιά σημασία δεν θα είχαν οι πρόνοιες του άρθρου
  1. Επομένως, όπου οι Καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 5) αναφέρονται σε αναλήψεις, αυτό που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται είναι ότι έγιναν από τον Εναγόμενο 1 δικαιούχο του λογαριασμού. Και θα συνιστά εύρημα ότι έτσι συνέβηκε εκτός και αν ο Εναγόμενος 1 έπειθε το Δικαστήριο περί του αντιθέτου. Οπου υπάρχουν άλλες χρεώσεις αποδεικνύεται ότι αυτές έγιναν με τον τρόπο που ορθά λειτουργούσε ο λογαριασμός, δηλαδή κατόπιν ζήτησης του ποσού από την «Επενδύσεις» ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Εναγόμενου 1 στη βάση του σχετικού πληρεξουσίου (Τεκμ. 14). Η υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει αριθμό δοσοληψιών σε κάποιες από τις οποίες η Τράπεζα δεν επέμενε, εξού και οι αναδομημένες καταστάσεις, ενώ έχω ήδη αποφανθεί αναφορικά με τις αναλήψεις χρημάτων από το λογαριασμό. Όσον αφορά τις χρεώσεις για αγορά αξιών, ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν οι εντολές προς την «Επενδύσεις» και όχι ότι η τελευταία αγόρασε τις αξίες για λογαριασμό του Εναγόμενου 1 και ζήτησε τη χρέωση του λογαριασμού του. Στην Παναγιώτης Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε.340/2009, ημερ. 21.11.2013 αναφέρθηκε ότι: «Η εφεσίβλητη τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των τεκμηρίων 1 και
  2. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθά κατά τη γνώμη μας, αποδίδοντας στον επίδικο λογαριασμό τη βαρύτητα που του άρμοζε και έχοντας υπόψη και τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes), κατέληξε ότι η εφεσίβλητη απέδειξε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, μαζί με την πιστοποίηση ότι το περιεχόμενο τους αποτελούσε απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της εφεσίβλητης, συνιστούσαν, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ. κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, επισήμανση η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Χρίστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd., Πολιτική Έφεση Αρ. 99/09, ημερομηνίας 20/9/2012, εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους του εφεσείοντα για να αποδείξει είτε την ανυπαρξία των καταχωρίσεων, είτε την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων, βάρος το οποίο ο εφεσείων απέτυχε να αποσείσει. Ως αποτέλεσμα, οι καταστάσεις, τεκμήρια 1 και 2, ορθά κατά τη γνώμη μας κρίθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο ότι οδηγούσαν με ασφάλεια στην κατάληξη αναφορικά με το ακριβές ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου.» Καταλήγω ότι η απαίτηση της Τράπεζας εναντίον του Εναγόμενου 1, όπως έχει αναδομηθεί, έχει αποδειχτεί στην ολότητα της. Η. Η εγγύηση της Εναγόμενης 2 Η Εναγόμενη 2 παραδέχεται ότι υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης ημερ. 8.1.2001 (Τεκμ.32), ισχυρίζεται όμως ότι αυτή είναι άκυρη, ακυρώσιμη ή δεν παράγει νόμιμα αποτελέσματα καθότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η Τράπεζα απόσπασε την υπογραφή της με δόλιο τρόπο, ψευδείς παραστάσεις και παραπλάνηση. Στις δικογραφημένες λεπτομέρειες (παρ. 20) αναφέρεται ότι η Τράπεζα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι αυτή δεν είχε αντίληψη των ευθυνών που της εναπόθετε η συμφωνία εγγύησης και παρέλειψε να της εξηγήσει ή να την παραπέμψει να λάβει νομική συμβουλή. Δεν της εξηγήθηκε ποιες υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 εγγυάτο, αλλά ότι η εγγύηση ήταν τυπική ή και ότι ως πρόσθετη εξασφάλιση περιοριζόταν στο οφειλόμενο υπόλοιπο μετά την πώληση των μετοχών με τις οποίες εξασφαλίζονταν οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου
  1. Εγείρει ακόμα (παρ. 22) ζήτημα παράβασης του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, ζητώντας την απαλλαγή της. Ο Κούτα μαρτύρησε πως στις προσωπικές συναντήσεις που είχε με τον Εναγόμενο 1 στις οποίες του ζήτησε επιπρόσθετες εξασφαλίσεις, ο Εναγόμενος 1 δεν είχε να προσφέρει άλλες εξασφαλίσεις σε μετοχές ή μετρητά και σε μια από τις συζητήσεις «βρέθηκε» ως λύση να δοθεί προσωπική εγγύηση από τη σύζυγο του και να εκχωρηθεί ασφάλεια ζωής προς όφελος της Τράπεζας. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε συγκεκριμένο υποκατάστημα της Τράπεζας όπου θα μπορούσε η σύζυγος του να παρουσιαστεί για να υπογράψει την εγγύηση, οπόταν, ετοιμάστηκαν τα σχετικά έγγραφα και αποστάληκαν στο υποκατάστημα. Ο Κούτα ουδέποτε είδε ή μίλησε στην Εναγόμενη
  2. Η ασφάλεια ζωής εκχωρήθηκε, στη συνέχεια όμως δεν ανανεώθηκε και εξέπνευσε. Τα έγγραφα αποστάληκαν στο υποκατάστημα της οδού Προδρόμου όπου κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ο Κωνσταντίνος Βάκη (Μ.Ε.7). Αυτός μαρτύρησε πως όταν προσήλθε η Εναγόμενη 2 συμπληρώθηκε Δήλωση Προσωπικής Περιουσιακής Κατάστασης της (Τεκμ.55), που του είχε αποσταλεί μαζί με το έγγραφο εγγυήσεως (Τεκμ.32). Αμφότερα τα υπόγραψε η Εναγόμενη 2 στην παρουσία του. Ο Βάκη δεν ήξερε κατά πόσο η Εναγόμενη 2 γνώριζε ότι η εγγύηση αφορούσε τον επενδυτικό λογαριασμό του συζύγου της. Ούτε θυμάται κατά πόσο η Εναγόμενη 2 διάβασε το έγγραφο εγγύησης προτού το υπογράψει. Ουδέποτε ο ίδιος της παρέστησε ότι επρόκειτο για τυπική εγγύηση. Η Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.2) δεν μαρτύρησε για οποιεσδήποτε ενεργητικές παραστάσεις από μέρους της Τράπεζας. Ο αρμόδιος υπάλληλος, ανάφερε, της ζήτησε κάποια προσωπικά στοιχεία τα οποία του έδωσε και ακολούθως υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης και αποχώρησε. Αναφέρει στη γραπτή της δήλωση (Τεκμ.65) ότι είχαν προηγηθεί έντονες συζητήσεις, τσακωμοί και άσκηση ψυχολογικής πίεσης από τον Εναγόμενο 1 για να αποδεχτεί να υπογράψει ως εγγυήτρια του για το ποσό των £50.000 για το χρέος που προέκυψε από τις αγοραπωλησίες των μετοχών που έκανε. Ήταν ο Εναγόμενος 1 που της παρέστησε ότι επρόκειτο για τυπική εγγύηση και ότι με την πώληση των μετοχών που είχε στο όνομα του θα εξοφλείτο το χρεωστικό υπόλοιπο και η εγγύηση θα έπαυε να ισχύει. Με την παράλειψη της Τράπεζας να της επεξηγήσει τη φύση της συμφωνίας εγγύησης, αναφέρει η Εναγόμενη 2, αφέθηκε να υπογράψει βασιζόμενη στα όσα ο Εναγόμενος 1 της είχε παραστήσει. Η μαρτυρία με την οποία εμπλέκεται ο Εναγόμενος 1 στις περιστάσεις υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης από την Εναγόμενη 2 με την άσκηση ψυχικής πίεσης σε αυτήν δεν καλύπτεται από τη δικογραφία. Επί τούτου απεφάνθηκε το Δικαστήριο την 15.1.2015 καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα ο Εναγόμενος
  3. Σε κάθε περίπτωση, η Εναγόμενη 2 έχει κάμει τη χείριστη των εντυπώσεων στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Κρίνεται ως πλήρως αναξιόπιστη και η επιμέρους, όπως και το σύνολο της μαρτυρίας της, απορρίπτεται. Η Εναγόμενη 2, με μεταπτυχιακό στο «marketing», είναι τραπεζική υπάλληλος από το 1990 και δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι δίδοντας εγγύηση για το ποσό των £50.000 για υποχρεώσεις του συζύγου της που είχαν προκύψει στον επενδυτικό του λογαριασμό, δεν αντιλήφθηκε την «ουσία» της εγγύησης, ούτε γνώριζε «τις συνέπειες, τους όρους και το τελικό αποτέλεσμα». Η επιχειρηματολογία της ότι ήταν υπάλληλος στα τμήματα marketing και πωλήσεων και δεν γνώριζε το «κομμάτι δανείων» στερείται κάθε πειστικότητας. Τα ίδια ισχύουν σε σχέση με την επιμέρους μαρτυρία του Εναγόμενου
  4. Ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε συστηματική πίεση από την Τράπεζα, υπάλληλοι της οποίας τον επισκέφθηκαν στο χώρο εργασίας του και επισταμένα του ζητούσαν επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Ο ίδιος αισθάνθηκε σημαντική πίεση και πίεσε τη σύζυγο του για να τον εγγυηθεί. Άσκησε προς αυτή ψυχολογική πίεση και της είπε ότι η εγγύηση της ήταν τυπική και πως όταν θα πωλούνταν οι μετοχές του αυτή θα εξαλείφετο. Είχε μαζί της έντονες λογομαχίες και προέβαλε το οικογενειακό συμφέρον για να την πείσει να υπογράψει. Ούτε και η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε πίεση από την Τράπεζα καλύπτεται από τη δικογραφία. Επί τούτου απεφάνθηκε το Δικαστήριο την 10.12.2014 καθ' ον χρόνο αντεξεταζόταν ο ΜΕ
  5. Τόσο η Εναγόμενη 2 όσο και ο Εναγόμενος 1 είπαν ψέματα στο Δικαστήριο στην προσπάθεια τους να παρουσιάσουν ένα σενάριο το οποίο θα έδιδε την δυνατότητα στην Εναγόμενη 2 να προβάλει νομικές υπερασπίσεις στην προσπάθεια και των δυο να απεγκλωβιστεί η σύζυγος από την εγγύηση που είχε υπογράψει για το λογαριασμό του συζύγου της. Παραμένει το γεγονός πως ούτε πριν αλλά ούτε και κατά την υπογραφή της σχετικής εγγύησης εδόθηκαν εξηγήσεις ή παρασχέθηκαν οιεσδήποτε λεπτομέρειες στην Εναγόμενη 2 εκ μέρους της Τράπεζας. Οι δικηγόροι των Εναγομένων υποστηρίζουν ότι η Εναγόμενη 2 θα πρέπει να απαλλαχτεί των υποχρεώσεων της που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης γιατί την υπόγραψε ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που είχε υποστεί δια μέσου του συζύγου της και παραπλάνησης και γιατί αναγκάστηκε να την υπογράψει. Επικαλούνται την αγγλική αυθεντία Barclays Bank plc v O'Brien and another (A.P.)
(1993)4 All E.R. 417 όπου αποφασίστηκε ότι πέραν των περιπτώσεων όπου οι ψευδείς παραστάσεις ή η ψυχική πίεση εξασκείται από την τράπεζα, η εγγύηση της συζύγου μπορεί να παραμεριστεί στις περιπτώσεις όπου ο σύζυγος που προκαλεί τη ψυχική πίεση ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της τράπεζας ή η τελευταία είχε πραγματική ή φαινομενική γνώση του γεγονότος. Τόσο η O'Brien όσο και η πιο πρόσφατη Royal Bank of Scotland v Etridge (No. 2)
(2001)All E.R. 449 μνημονεύονται στην Μαρκίδου ν Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2069, 2072-73. Εξηγείται ότι στις περιπτώσεις οικονομικών οργανισμών που προχωρούν στην εκποίηση περιουσιών για χρέη στα οποία πρωτοφειλέτης είναι ο σύζυγος με εγγυήτρια τη σύζυγο, η οποία όμως δεν έχει καμιά άμεση σχέση με το δάνειο προς το σύζυγο, που γίνεται τις περισσότερες φορές για δικό του λογαριασμό ή της επιχείρησης του, αν αποδειχθεί πως οι περιστάσεις που υπεγράφη η εγγύηση είναι τέτοιες ώστε να θέτουν τον πιστωτή σε τεκμαιρόμενη γνώση των συνθηκών κάτω από τις οποίες η σύζυγος υπέγραψε την εγγύηση, τότε ο πιστωτής αναλαμβάνει τον κίνδυνο η σύζυγος να ασκήσει δικαίωμα παραμερισμού της συναλλαγής, εκτός αν ο πιστωτής προειδοποίησε επαρκώς την εγγυήτρια-σύζυγο για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με την υπογραφή της εγγύησης (βλ. ακόμη Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ.Έφ. 352/08, ημερ. 16.4.2014). Το θεμέλιο της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης είναι η ύπαρξη ψυχικής πίεσης ως γεγονός. Δεν μπορεί ο διάδικος να τύχει του ευεργετήματος της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης εάν δεν υπέστηκε και δεν ήταν το θύμα ψυχικής πίεσης. Η Εναγόμενη 2 δικογραφεί ότι η υπογραφή της στη συμφωνία εγγύησης αποσπάστηκε με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, παραπλάνηση και κατά παράβαση των εκ του νόμου προσήκοντων καθηκόντων της Τράπεζας και παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες (παρ. 20). Τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της κατέρριψε η ίδια με τη μαρτυρία της. Δεν ισχυρίζεται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι ο Εναγόμενος 1 σύζυγος της άσκησε σε αυτή ψυχική πίεση, ούτε περιγράφει περιστάσεις που συνιστούν ψυχική πίεση από τον Εναγόμενο 1 προς το πρόσωπο της. Η δικογράφηση της συζυγικής σχέσης δεν εγείρει, χωρίς άλλο, ως επίδικο ζήτημα αυτό της άσκησης ψυχικής πίεσης από το σύζυγο προς τη σύζυγο. Στη Σωκράτους ν Σιβιτανίδη
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1602, 1612, αναφέρεται ότι η απλή ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης δεν εξυπακούει αυτόματα την ύπαρξη ψυχικής πίεσης, ενώ στην Σιάτη ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1598, 1611 αναφέρεται με παραπομπή στην Midland Bank Plc v Shephard
(1988)3 All E.R. 17 ότι η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ των συζύγων δεν δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο αφ΄εαυτού για άσκηση αθέμιτης επιρροής. Στην Ιωάννου ν Χαραλαμπίδου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 555, 568, σημειώνεται με παραπομπή σε αγγλικές αυθεντίες πως οι υπερασπίσεις του δικαίου της επιείκειας (equitable defenses) πρέπει να εγείρονται ρητά στις έγγραφες προτάσεις και με πλήρεις λεπτομέρειες. Εφόσον η Εναγόμενη 2 δεν δικογραφεί ότι εδέχθηκε ψυχική πίεση από το σύζυγο της, το ζήτημα δεν θα μπορούσε να ήταν επίδικο. Η εγειρόμενη στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης δεν θα μπορούσε να εξεταστεί γιατί δεν εγείρεται στην δικογραφία. Ό,τι άλλο εγείρουν οι δικηγόροι των Εναγομένων εισηγούμενοι την απαλλαγή της Εναγόμενης 2 είναι ότι ενώ η εγγύηση της δόθηκε την 8.1.2001, αυτή ενημερώθηκε για πρώτη φορά από την Τράπεζα την 22.2.2005 και ενώ, στο μεταξύ, είχε δοθεί πέραν των τεσσάρων ετών παράταση προς τον Εναγόμενο 1. Μάλιστα, κατά το χρονικό τούτο διάστημα η Τράπεζα είχε αποστείλει αριθμό επιστολών προς τον Εναγόμενο 1 και έγινε και συνάντηση μαζί του ζητώντας του να προβεί στην αποπληρωμή του χρέους. Επικαλούνται την Associated British Ports v Ferryways NV
(2009)EWCA Civ 189, όπου αποφασίστηκε ότι ο εγγυητής δεν ήταν υπόλογος στη βάση ότι ο πιστωτής έδωσε επιπρόσθετο χρόνο στον χρεώστη να πληρώσει και ότι στην εγγύηση δεν περιλαμβανόταν ρητή πρόνοια που να εμποδίζει την απαλλαγή του εγγυητή σε τέτοιες περιπτώσεις. Στο έγγραφο εγγύησης που υπόγραψε η Εναγόμενη 2 (Τεκμ.32) υπήρχε τέτοια ρητή πρόνοια. Αναφέρεται στον όρο 3 ότι: «... συμφωνώ όπως χωρίς τη συγκατάθεση μου, η Τράπεζα δίνει προς τον πρωτοφειλέτη παρατάσεις, ή απέχει από του να λαμβάνει οποιαδήποτε διαβήματα κατά του πρωτοφειλέτη ...». Περαιτέρω στον όρο 14 αναφέρεται ότι: «... η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς να επηρεάζει την ισχύ της παρούσας εγγύησης και/ή την ευθύνη μου με βάση την παρούσα εγγύηση να πράττει τα ακόλουθα: ......................................................................................... (β) Να δίνει προς τον πρωτοφειλέτη παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση απ΄αυτόν οποιασδήποτε υποχρέωσης.» Επομένως η επιμέρους υπεράσπιση που εισηγούνται οι δικηγόροι των Εναγομένων δεν εγείρεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Όπως προειπώθηκε, στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (παρ.22) γίνεται επίκληση των διατάξεων του άρθρου 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του
  1. Το ζήτημα δεν αναπτύσσεται στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων, προδήλως γιατί, όπως οι δικηγόροι της Τράπεζας εισηγούνται, οι σχετικές πρόνοιες αφορούν σε συμβάσεις εγγυήσεις που συνήφθηκαν μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου (βλ. άρθρο 13) και δεν καλύπτουν τη σύμβαση εγγύησης της Εναγόμενης
  2. Θ. Η κρίση της αξιοπιστίας του Εναγόμενου 1 Κατά την εξέταση επιμέρους ζητημάτων έχει ήδη γίνει αναφορά στο αναξιόπιστο της μαρτυρίας του Εναγόμενου
  3. Είναι ζήτημα δομής της απόφασης, αφού η αξιοπιστία του κρίθηκε στη βάση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού. Ο Εναγόμενος 1 μου έκαμε πάρα πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Πρόκειται για πρόσωπο έξυπνο, με γνώσεις επί οικονομικών θεμάτων όπως και το επάγγελμα του προδίδει. Είμαι πεπεισμένος ότι είχε πλήρη επίγνωση της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του και του τραπεζικού του λογαριασμού και των στοιχείων που διέθετε η Τράπεζα και η «Επενδύσεις» και εκμεταλλεύτηκε κάθε αδυναμία του συστήματος και της πρακτικής που ακολουθήθηκε στην περίπτωση του για να αποποιηθεί επιμέρους υποχρεώσεων του. Κάθε πράξη που τον αφορούσε και στην έκταση που προκαλούσε σε αυτόν υποχρέωση, αντανακλάτο στις καταστάσεις του τραπεζικού του λογαριασμού που παραδεκτά ελάμβανε καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους και δεν έχει καν επικαλεστεί πως καθ΄ οιοδήποτε χρόνο αμφισβήτησε οιαδήποτε χρέωση στο λογαριασμό του. Απορρίπτω τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 στην ολότητα της. Δεν μπορώ να βασιστώ σε κανένα μέρος αυτής. Ι. Ο τερματισμός του λογαριασμού Ο Χρυσόστομος Μαυρόγιωργος (Μ.Ε.9), υπάλληλος της Τράπεζας, χειριζόταν τους προβληματικούς επενδυτικούς λογαριασμούς και ανέλαβε την περίπτωση του Εναγόμενου 1 τον Μάιο του
  4. Είχε τηλεφωνικές επαφές με τον Εναγόμενο 1 για το ζήτημα των εξασφαλίσεων του λογαριασμού του με τον τελευταίο να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Για το ίδιο ζήτημα τον επισκέφθηκε και μια φορά στο γραφείο του, του Εναγόμενου 1, τον Οκτώβριο του 2004, χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθησε η αποστολή διαφόρων επιστολών προς τον Εναγόμενο
  5. Παρουσιάστηκαν διάφορες επιστολές της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 1 που καλύπτουν την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2000 μέχρι και τον Μάϊο του 2003 (Τεκμ.33) και επιστολές ημερ. 22.2.2005 και 10.3.2005 τόσο προς τον Εναγόμενο 1 όσο και την Εναγόμενη 2 (Τεκμ.34 και 37 αντίστοιχα). Την 4.4.2005 η Τράπεζα με επιστολή της προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμ.35) τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του και αξίωσε την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Επιστολή ημερ. 4.4.2005 της Τράπεζας αποστάληκε και στην Εναγόμενη 2 (Τεκμ.36), με την οποία πληροφορείτο το γεγονός του τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού και καλείτο να προβεί σε εξόφληση της εγγύησης της. Οι σχετικοί ισχυρισμοί εμπεριέχονται στην παρ. 19 της Έκθεσης Απαίτησης την οποία οι Εναγόμενοι αρνούνται στην παρ. 25 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης χωρίς ειδική αναφορά στο ζήτημα του τερματισμού. Ωστόσο, στην παρ. 33 φαίνεται να αποδέχονται ότι υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας από την Τράπεζα, ενώ οι δικηγόροι τους δεν εγείρουν τέτοιο ζήτημα στην αγόρευση τους. Σε κάθε περίπτωση, ο όρος 4 της συμφωνίας προέβλεπε ότι: «
  6. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Investor να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει αμέσως από τον Investor την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών.» Όπως αναφέρεται στην Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1249-50, όπου υφίστατο ο ίδιος επ΄ακριβώς όρος, δεν απαιτείτο η συμφωνία να τερματιστεί γραπτώς. Διακρίνεται η περίπτωση του εγγυητή όπου οι πρόνοιες της σύμβασης εγγύησης διέπουν το ζήτημα του τερματισμού και πότε το χρέος καθίσταται απαιτητό. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, ο σχετικός όρος προέβλεπε ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ ειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν ...». Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου, ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Ο όρος 4 στους όρους συμμετοχής του σχεδίου «Investor Account» είναι κατ΄ ουσία ο ίδιος με τον όρο που εξετάστηκε στην Lombard. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει σωρεία μαρτυρίας ότι η Τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία. Ο,τι παρέμεινε μετέωρο ήταν κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 έλαβε την επιστολή τερματισμού της 4.4.2005, χωρίς όμως τούτο να έχει καταλυτική σημασία. Είναι αρκετό ότι η συμφωνία τερματίστηκε, έστω και αν το γεγονός του τερματισμού δεν κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη. Στην Lombard αναφέρεται πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: - To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και - Να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στον όρο 2 της Συμφωνίας Εγγύησης αναφέρεται ότι: «...αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς την Τράπεζα αν μου ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που μπορεί να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα σε σχέση με τις ... υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη ...». Στον όρο 9 αναφέρεται ότι: «Γραπτή ζήτηση με βάση την παρούσα θα θεωρείται ότι έγινε ορθά από εμένα ... αν δοθεί με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω». Τούτο σημαίνει πως προϋπόθεση για τη δυνατότητα ανάκτησης του ποσού από την Εναγόμενη 2 ήταν το ποσό να είχε καταστεί πληρωτέο από τον Εναγόμενο 1, που είχε καταστεί πληρωτέο μετά τον τερματισμό, και να ακολουθούσε ζήτηση του εκ μέρους της Τράπεζας από την Εναγόμενη
  1. Ο Γρουτίδης ανάφερε πως η επιστολή ημερ. 4.4.2005 (Τεκμ.36) αποστάληκε προς την Εναγόμενη
  2. Η διεύθυνση που αναφέρεται στην επιστολή είναι «Λεωφόρος Στρατηγού Τιμάγια 68, Πολυκ. Ιωάννα, Διαμ. 202, 6051 Λάρνακα». Αυτή είναι και η διεύθυνση που αναφέρεται στη Συμφωνία Εγγύησης. Επιβεβαιώνεται συνεπώς ότι η Τράπεζα είχε, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, απαιτήσει εξόφληση από την Εναγόμενη
  3. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του Γρουτίδη δεν έχει αμφισβητηθεί και την αποδέχομαι. Αλλωστε η θέση και παράπονο της Εναγόμενης 2 ήταν ότι για πρώτη φορά ενημερώθηκε από την Τράπεζα την 22.2.
  4. Δεν αρνήθηκε οιαδήποτε μεταγενέστερη ενημέρωση. Κ. Η πώληση των ενεχυριασμένων αξιών του Εναγόμενου 1 Καταστάσεις της αξίας του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου 1 σε διάφορες ημερομηνίες έχουν παρουσιαστεί (Τεκμ.26). Οι σχετικές καταστάσεις συνοδεύονται από σχετικό πιστοποιητικό και ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου ώστε να προσαγάγονται ως αποδεικτικά στοιχεία του περιεχομένου τους. Διαπιστώνεται πως την 10.3.2005 και προφανώς και κατά τον τερματισμό του λογαριασμού την 4.4.2005, όπως αναφέρει ο Γρουτίδης, υπήρχαν ενεχυριασμένες προς όφελος της Τράπεζας μετοχές του Εναγόμενου 1 σε επτά εταιρείες και δικαιώματα αγοράς μετοχών σε δύο που έληξαν χωρίς να ασκηθούν. Όλες οι μετοχές πλέον δικαιώματα αγοράς μετοχών σε μια εταιρεία που δόθηκαν τον Νοέμβριο του 2005 πωλήθηκαν από την «Επενδύσεις» κατόπιν οδηγιών της Τράπεζας την περίοδο 1.8.2007 - 28.12.2007 και τα εισπραχθέντα ποσά πιστώθηκαν έναντι του χρεωστικού υπολοίπου το λογαριασμού του Εναγόμενου
  5. Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (παρ.13(ν)) καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι ως ενεχυροδανειστής είχε υποχρέωση και καθήκον να ενεργεί με καλή πίστη και λογική επιμέλεια σε σχέση με την πώληση των ενεχυριασμένων αξιών του Εναγόμενου
  6. Ανάλογα καθήκοντα και υποχρεώσεις φαίνεται να εναποτίθενται και στην «Επενδύσεις» (παρ.15(i)). Με αναφορά στο απαιτούμενο ποσοστό κάλυψης του λογαριασμού καταλογίζεται τόσο στην Τράπεζα ως ενεχυροδανειστής όσο και στην «Επενδύσεις» ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 1 καθήκον και υποχρέωση να προβούν σε πωλήσεις αξιών για αποκατάσταση της κάλυψης του λογαριασμού (παρ.25(β)). Προβάλλεται ακόμα η θέση (παρ.18) ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας την 4.4.2005 η Τράπεζα δεν είχε κανένα δικαίωμα να πωλήσει τις ενεχυριασμένες αξίες. Το ζήτημα αφορά στις υποχρεώσεις της Τράπεζας ως ενεχυροδανειστής και της «Επενδύσεις» στη βάση της πληρεξουσιοδότησης που είχε από τον Εναγόμενο
  7. Στην αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο «Investor Account» αναφέρεται προς ενημέρωση του αιτητή (Εναγόμενου 1) ότι οι χρηματιστηριακές αξίες που θα αγόραζε θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να τις πωλήσει οποιαδήποτε στιγμή αυτός ήθελε και πως όλα τα ωφελήματα που απορρέουν από την κυριότητα των μετοχών παρέμεναν σε αυτόν. Στο «Έγγραφο / Δικαιωμάτων (Rights) / Share Warrants/ Χρεογράφων» (τεκμ.16) που Ενεχυρίασης Μετοχών ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε την 13.11.1996 αναφέρεται στον όρο 13 ότι στην περίπτωση παράλειψης του να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό οφείλει ή η αγοραία αξία των ενεχυριασμένων αξιών του δεν κάλυπτε τα ποσά που θα όφειλε πλέον 25% πέραν του εγκριμένου του ορίου, η Τράπεζα θα δικαιούτο, χωρίς ειδοποίηση προς αυτόν, να πωλήσει τις ενεχυριασμένες αξίες ή μέρος τους με οποιοδήποτε τρόπο. Αναφέρεται ακόμη πως τα πιο πάνω ήταν «εντελώς προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά για την Τράπεζα, η οποία δικαιούται να απαιτήσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο απευθείας την πληρωμή κάθε οφειλομένου ποσού». Το ζήτημα των υποχρεώσεων της τράπεζας ως ενεχυροδανειστή έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προεξάρχουσα θέση έχει η Συρίμη ν Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1331, θα επικαλεστώ όμως την μεταγενέστερη Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, όπου υιοθετείται η Συρίμη, γιατί φαίνεται ότι η Καλλικάς αφορούσε το ίδιο σχέδιο «Investor Account» της Ελληνικής Τράπεζας και το σχετικό έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών ήταν το ίδιο με αυτό στην παρούσα. Είχε εγερθεί ευρύτερο ζήτημα κατά πόσο η τράπεζα ήταν διαχειριστής του χαρτοφυλακίου του χρεώστη ή και είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστεύματος με αυξημένες υποχρεώσεις στην τράπεζα. Αναφέρεται στις σελ.1253-4 «Ο όρος 13 του Εγγράφου Ενεχυρίασης μετοχών, Τεκμήριο 3, προβλέπει ότι σε περίπτωση που οι ενεχυριασμένες μετοχές δεν υπερκαλύπτουν τα ποσά που όφειλε ο Εφεσείων, «η Τράπεζα δικαιούται χωρίς προειδοποίηση ... να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές με οποιονδήποτε τρόπο ...». Το πρωτόδικο δικαστήριο στις σελίδες 31-32 της απόφασης του, αναφέρει τα εξής:- «Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο συνήγορος του εναγόμενου έχει απομονώσει από το κείμενο του Σχεδίου μια φράση - ή πιο σωστά μια λέξη, τη λέξη «διαχείριση» - παραγνωρίζοντας πως εντάσσεται η φράση αυτή στο όλο κείμενο. Σ' αυτό διατυπώνεται με απλότητα και με κάθε σαφήνεια ότι, η πώληση και αγορά μετοχών μπορούσε να γίνει με ένα απλό τηλεφώνημα του επενδυτή προς τους χρηματιστές της ΕΤΕ, οι μετοχές ναι μεν θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας αλλά αυτό δεν θα εμπόδιζε τον επενδυτή να τις πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε και, τέλος, όλες οι συναλλαγές θα γίνονταν κατόπιν εντολής του, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, το να απομονώνεται η λέξη «διαχείριση» και να χρησιμοποιείται ως υπόβαθρο για επιχείρημα ότι η Τράπεζα είχε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του δεν συνάδει με τις αρχές ερμηνείας ενός κειμένου. Το κείμενο του Σχεδίου, ορώμενο στο σύνολό του, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τον τρόπο που το ερμηνεύει ο εναγόμενος. Η λέξη «διαχείριση» αναφέρεται στο λογαριασμό και όχι στο χαρτοφυλάκιο και σε σχέση μ' αυτόν, η Τράπεζα ανάλαβε την τήρηση και παρακολούθηση του, καθώς επίσης και την ενημέρωση του εναγόμενου με το να του αποστέλλει σχετικές καταστάσεις. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι, η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση αλλά δικαίωμα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν είχε οποιαδήποτε συνέπεια στις υποχρεώσεις του εναγόμενου έναντί της. Ως εκ του περισσού επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να δώσει οδηγίες για πώληση των εν λόγω μετοχών, κάτι που δεν έπραξε για δικούς του λόγους.» Ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω κατάληξη του ευπαιδεύτου Προέδρου είναι εσφαλμένη και ότι η Τράπεζα όφειλε να προχωρήσει σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών, ευθύς ως ανατράπηκε το περιθώριο εξασφάλισης. Οι λόγοι έφεσης 6 και 9 δεν ευσταθούν. Συμφωνούμε απόλυτα με τον τρόπο που ο ευπαίδευτος Πρόεδρος προσέγγισε το θέμα. Τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα τέθηκαν από το συνήγορο του Εφεσείοντος και στην υπόθεση Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ανωτέρω και υιοθετούμε πλήρως το σκεπτικό μας σε σχέση με τους λόγους 5, 6, 7 και 10, εκείνης της έφεσης. Παραθέτουμε για σκοπούς πληρότητας το σχετικό μέρος της απόφασης. Ο όρος 7 της συμφωνίας στην Π.Ε. 315/07, είναι όμοιος με τον όρο 13 του Τεκμηρίου 3 στην παρούσα υπόθεση:- «Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ.
  1. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψή μας παραλλήλισε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd. v. Mutual Finance Ltd. [1971] 2 All E.R. 633, AIB Finance Ltd. v. Debtors [1997] 4 All E.R. 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others [2004] 4 All E.R. 484). Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan [1989] 3 All E.R. 839, οι Εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή.» Δεν έχει αποδειχθεί, ούτε καν επιχειρήθηκε να τεκμηριωθεί απουσία εύλογης επιμέλειας εκ μέρους της Τράπεζας. Η υπογραφή της «Εξουσιοδότησης Διορισμού Εμπιστευματοδόχου» (Τεκμ.18) δεν πρέπει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Τράπεζα κατέστηκε εμπιστευματοδόχος σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο του Εναγόμενου
  2. Τέτοια εξουσιοδότηση είχε υπογραφτεί και στην Παναγιώτης Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε.340/2009, ημερ. 21.11.2013 όπου, με ανάλογα με την παρούσα περίπτωση δεδομένα, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει ζήτημα εμπιστεύματος η διαχείρισης του λογαριασμού του επενδυτή από την Τράπεζα. Καθόσον αφορά την «Επενδύσεις», σημειώνεται πως τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 1.8.1995 και 15.1.2002 (τεκμ.14 και 17 αντίστοιχα) δεν εμπεριέχουν οποιαδήποτε υποχρέωση για πώληση των ενεχυριασμένων αξιών του Εναγόμενου 1, αλλά ούτε και θα μπορούσε να υφίστατο τέτοια υποχρέωση αφού οι αξίες ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος τρίτου, δηλαδή της Τράπεζας. Λ. Οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας Διάσπαρτα στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης προβάλλεται η θέση ότι η Τράπεζα ενήργησε στην περίπτωση του Εναγόμενου 1 κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Διάφορες εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας έχουν παρουσιαστεί ως δέσμη (Τεκμ.11). Η πρώτη χρονικά έχει ημερ. 12.7.1999, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την επίδικη συμφωνία. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων το επιμέρους ζήτημα δεν συζητείται, οπόταν θα πρέπει να θεωρείται ότι εγκαταλείπεται. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως αναφέρεται στην Συρίμη (σελ.1143): «... οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Μ. Ζήτημα παραγραφής Στη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων εγείρεται (παρ.2) ζήτημα παραγραφής. Γίνεται στην αγόρευση των δικηγόρων τους επίκληση του άρθρου 26
(1)των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993 έως 2012, που προνοεί ότι «Απαίτηση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά από πάροδο οκτώ ετών από την ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή». Με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 29.7.2009 είναι η θέση των Εναγομένων ότι η αξίωση στην έκταση που συνίσταται, δηλαδή περιλαμβάνει οποιαδήποτε χρέωση που αφορά συναλλαγή που καταρτίστηκε πριν την 29.7.2001, έχει παραγραφεί. Παραπέμπουν σε αναφορές στην αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο «Investor Account» που, κατά τη θέση τους επιβεβαιώνουν ότι ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1, επί του οποίου εδράζεται η αξίωση, και ο οποίος λειτουργούσε ως λογαριασμός παρατραβήγματος για αγοραπωλησίες μετοχών, ήταν πράγματι τέτοιος. Η εισήγηση αφορά μεγάλο μέρος της απαίτησης αφού σύμφωνα με το Τεκμ.58 κατά την 29.7.2001 ο λογαριασμός του Εναγόμενου 1 είχε χρεωστικό υπόλοιπο £165.829,
  1. Έχει, βέβαια, έκτοτε πιστωθεί ο λογαριασμός με κάποια ποσά, πιστώσεις που θα πρέπει να λογιστούν έναντι των παλαιοτέρων χρεώσεων του λογαριασμού. Η θέση των δικηγόρων της Τράπεζας είναι ότι η αγωγή είναι για χρέος και δεν αφορά απαίτηση η οποία πηγάζει ή προκύπτει από χρηματιστηριακή συναλλαγή. Περνώντας στην αντεπίθεση αναφέρουν πως είναι η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον της «Επενδύσεις» που πρέπει να θεωρείται ότι έχει παραγραφεί. Προσεγγίζοντας τα γεγονότα από μη νομική σκοπιά, η εντύπωση που μπορεί να δημιουργηθεί είναι πως η αξίωση της Τράπεζας πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή αφού η κάθε χρέωση στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1, πέραν των αναλήψεων χρημάτων, ήταν το αποτέλεσμα αγοράς αξιών εκ μέρους του Εναγόμενου 1, δηλαδή χρηματιστηριακής συναλλαγής. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η Τράπεζα καμιά ανάμιξη δεν είχε στην όποια χρηματιστηριακή συναλλαγή. Όπως στην βάση ανάλογων με την παρούσα περιστάσεων σημειώνεται στην Ζερβός η Τράπεζα «... ήταν απλά οι δανειστές του εφεσείοντα και όχι οι εντολοδόχοι της διαβίβασης εντολών για την αγοραπωλησία αξιών, .....». Η απαίτηση της Τράπεζας εδράζεται στη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και την υποχρέωση του Εναγόμενου 1 να αποπληρώσει τα χρήματα που του παραχωρήθηκαν, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο του παραχωρήθηκαν και του τρόπου που τα χρησιμοποίησε. Έχει τη σημασία του το γεγονός ότι η «Επενδύσεις» ικανοποιήθηκε για το κόστος της κάθε συναλλαγής - αγοράς που διεκπεραίωσε για τον Εναγόμενο 1, εισπράττοντας από την Τράπεζα τόσο τα ποσά που κατέβαλε, όσο και τη δική της προμήθεια ή αμοιβή. Εάν η «Επενδύσεις» είχε παραμείνει εκτεθειμένη και διεκδικούσε κάποιο ποσό από τον Εναγόμενο 1, θα είχε καταλυτική σημασία να διαπιστωθεί κατά πόσο η χρηματιστηριακή συναλλαγή που αφορούσε το χρέος καταρτίστηκε πριν την 29.7.
  2. Όμως η «Επενδύσεις» ενεργώντας ως οι χρηματιστές του Εναγόμενου 1 και διεκπεραιώνοντας τις διάφορες χρηματιστηριακές συναλλαγές εκ μέρους του πληρώθηκαν στο ακέραιο. Η εναπομείνασα αξίωση της Τράπεζας είναι νομικά ασύνδετη και δεν πηγάζει από την όποια χρηματιστηριακή συναλλαγή, είτε αυτή πραγματοποιήθηκε κατ΄εντολή του Εναγόμενου 1 είτε όχι, είτε υπάρχει έδαφος είτε όχι για την όποια απαίτηση από την «Επενδύσεις». Εφόσον οτιδήποτε σε σχέση με την όποια χρηματιστηριακή συναλλαγή που η υπόθεση αφορά, και που θα μπορούσε να τεκμηριώσει απαίτηση εναντίον της «Επενδύσεις», δεν αγγίζει την αξίωση της Τράπεζας για εξόφληση του λογαριασμού του Εναγόμενου 1, τότε, νομικά ομιλούντες η αξίωση της Τράπεζας δεν πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή. Ν. Ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής Με τις παρ. 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εγείρεται ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώριση της παρούσας αγωγής, τέτοιο που καθιστά ανέφικτη τη διάγνωση των δικαιωμάτων των Εναγομένων εντός εύλογου χρόνου όπως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η δίκη δεν μπορεί να είναι δίκαια και δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην Τράπεζα να επωφεληθεί σε βάρος των Εναγομένων από την ίδια την παράλειψη της. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων δεν προβάλλεται επιχειρηματολογία επί του ζητήματος και ενδεχομένως να πρέπει να θεωρείται ότι το ζήτημα έχει εγκαταλειφθεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν διαπιστώνεται τέτοια καθυστέρηση που θα έθετε τη δίκη εκτός των συνταγματικών πλαισίων. Στην Ζερβός αναφέρεται ότι η αρχή του laches αφορά αρχή του δικαίου της επιείκειας και συνεπώς ρυθμίζει τις συνέπειες που προκύπτουν από την υπέρμετρη καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων που έχουν ως αποκλειστική πηγή το δίκαιο της επιείκειας. (Βλ. ακόμη Α.ΤΗ.Κ. ν Αντώνη Κλεάνθους, Π.Ε. 260/2009, ημερ. 22.1.2013). Στην προκειμένη περίπτωση τα δικαιώματα της Τράπεζας πηγάζουν από το Νόμο. Ξ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρων εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 δια το ποσό των €493.795,47 με τόκο προς 7,25% ετησίως επί του ποσού των €283.554,78 από 1.6.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 δια το ποσό των €85.430,07 με τόκο προς 8% από 8.1.2001μέχρι 31.5.2002, 7,5% από 1.6.2002 μέχρι 3.4.2003, 6,5% από 4.4.2003 μέχρι 29.4.2004, 7,5% από 30.4.2004 μέχρι 27.2.2005 και 7,25% από 28.2.2005 μέχρι εξοφλήσεως. Νοείται ότι η απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 είναι σε συνάρτηση με την απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2 μετά της οποίας είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα υπόλογος για την καταβολή του μικρότερου ποσού. Επιδικάζονται έξοδα απαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του εναντίον του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, επιδικάζονται έξοδα απαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του εναντίον της επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι τα έξοδα απαίτησης εναντίον του Εναγόμενου 1 είναι σε συνάρτηση με τα έξοδα εναντίον της Εναγόμενης 2 μετά της οποίας είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένα υπόλογος για την καταβολή του μικρότερου ποσού. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 και εναντίον του Εναγόμενου 1 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της Ανταπαίτησης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ενάγουσα και η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούται σε ένα μόνο σετ εξόδων Ανταπαίτησης. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, για τις δικασίμους θα είναι εισπρακτέο ένα μόνο σετ εξόδων στην υψηλότερη κλίμακα. (Υπ.) ....................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.