← Κύπρος

DMITRY VLADIMIROVICH GARKUSHA ν. DB DEVELOPMENT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ.αγωγής 1452/2014, 17/3/2015

DMITRY VLADIMIROVICH GARKUSHA ν. DB DEVELOPMENT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ.αγωγής 1452/2014, 17/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A86 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 1452/2014 Μεταξύ: DMITRY VLADIMIROVICH GARKUSHA Ενάγοντα και

  1. DB DEVELOPMENT HOLDINGS LIMITED
  2. ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΡΔΑΣ
  3. ΜΑΡΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ
  4. ΖΙΑΝ-ΠΙΕΡ ΧΑΡΟΥΤΟΥΝΙΑΝ
  5. OPEN JOINT STOCK COMPANY SBERBANK RUSSIA
  6. STANISLAV KUZNETSOV
  7. OPEN JOINT STOCK COMPANY SKM ENGINEERING Εναγομένων Αίτηση 9.10.2014 Ημερ.: 17.3.2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 - Αιτητές: κα Μ.Λοϊζου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ.Α.Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας είναι μέτοχος της Εναγόμενης 1 κυπριακής εταιρείας. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι διευθυντές της. Η Εναγόμενη 5 είναι ρωσική εταιρεία με αντιπρόεδρο τον Εναγόμενο 6 που είναι ρώσος. Η Εναγόμενη 7 είναι επίσης ρωσική εταιρεία. Ο Ενάγοντας κατέχει το 2% των μετοχών της Εναγόμενης
  8. Οι άλλοι μέτοχοι είναι η γερμανική τράπεζα Deutsche Bank Α.G. με 49% και η Sberbank Investments, επίσης με 49%. (Η τελευταία αγόρασε τις μετοχές της την 31.5.2011 από την Strabag Invest Gmbh). Οι σχέσεις των μετόχων ρυθμίζονται από συμφωνία μετόχων ημερ. 29.3.2007, που τροποποιήθηκε στις 5.7.2011 και διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Η Εναγόμενη 1 μέσω της κατά 100% θυγατρικής της ρωσικής εταιρείας DBD Operations συνεργάστηκε με την Εναγόμενη 5 που είναι η μητρική εταιρεία της Sberbank Investments για την κατασκευή έργων στη Ρωσία στη βάση συμφωνιών ημερ. 23.9.2011 και 21.3.2012, που διέπονται από το ρωσικό δίκαιο. Ο Ενάγοντας είχε στη βάση της συμφωνίας μετόχων διοριστεί ως γενικός διευθυντής της «κοινοπραξίας» και η DBD Operations ενεργούσε υπό τη γενική διεύθυνση, διαχείριση και εποπτεία του. Καταλογίζεται στην Εναγόμενη 5 ότι, με επέμβαση του Εναγόμενου 6 αντιπροέδρου της, δόλια και προς βλάβη της Εναγόμενης 1 ανέθεσε περί την 30.5.2011 συμβόλαιο εργολαβίας στην Εναγόμενη
  9. Δικογραφούνται και άλλες αξιόμεμπτες συμπεριφορές του Εναγόμενου 6 που έβλαψαν την Εναγόμενη 1, που για σκοπούς της παρούσας είναι αχρείαστο να γίνει επιμέρους αναφορά. Περιγράφονται στην Εκθεση Απαίτησης υπό μορφή αφήγησης. Στους Εναγόμενους 2, 3 και 4, διευθυντές της Εναγόμενης 1, καταλογίζεται ότι επέδειξαν ανοχή και αμέλεια σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους προς την Εναγόμενη 1 «και κατ΄ επέκταση στον Ενάγοντα μέτοχο της». Αναφέρεται πως έγιναν παράνομες υπεξαιρέσεις σε βλάβη της DBD Operations. Γίνεται ακόμα αναφορά σε χρηματοδότηση που η DBD Operations έλαβε από την Εναγόμενη 7 και πως η Εναγόμενη 5 εκ μέρους της Εναγόμενης 7 κατέστησε το δάνειο άμεσα απαιτητό στη βάση ανυπόστατων ισχυρισμών για να εξαναγκάσει την εκκαθάριση της DBD Operations και να πλήξει τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 και του Ενάγοντα ως μετόχου της. Δικογραφείται στην παραγρ.58 (θα έπρεπε να αριθμηστεί ως παραγρ.70) της Εκθεσης Απαίτησης ότι: «Βάσει των όρων αναφέρονται πιο πάνω ο Ενάγοντας, ως μέτοχος της Εναγόμενης 1, έχει υποστεί ζημιά και / ή απώλεια ως ακολούθως: Λόγω των όσων αναφέρονται πιο πάνω η Εναγόμενη 1 και κατ΄ επέκταση ο Ενάγοντας ως μέτοχος της Εναγόμενης 1 έχουν υποστεί τις ακόλουθες ζημιές: (α) Μείωση της αξίας των μετοχών του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 1 ύψους USD 2.000.
  10. (β) Απώλεια κερδών σε επιχειρήσεις της Εναγόμενης 1 που έχουν υπεξαιρεθεί ως αναφέρεται πιο πάνω, ύψους USD 13.000.000.» Αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών ή και παράβαση καθηκόντων ή και καθηκόντων εμπιστοσύνης. Γενικές αποζημιώσεις για συνωμοσία εναντίον όλων των Εναγομένων, περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης
  11. Γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και
  12. Αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 5 για πρόκληση παράβασης σύμβασης από την Εναγόμενη 7, και δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 οφείλουν να δώσουν λογαριασμούς στον Ενάγοντα για κάθε συναλλαγή τους με την Εναγόμενη 1 ή και την DBD Operations. Oι Εναγόμενοι 1 - 4, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, καταχώρησαν την 10.9.2014 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και έλαβαν άδεια για να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου ή και της επίδοσης του εντός τακτής προθεσμίας. Αυθημερόν οι Εναγόμενοι 2 - 4 καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση ζητώντας τον παραμερισμό, ακύρωση ή και διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος, επικαλούμενοι ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή και αρμοδιότητας να εκδικάσει την αγωγή ως επίσης για το λόγο ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αγωγής χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις παράγωγης αγωγής που στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζουν. Διαζευκτικά εξαιτούνται αναστολή της αγωγής λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της. Σημειώνεται εκ προοιμίου πως όπως προκύπτει από την Ενορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση και επιβεβαιώθηκε μέσα από την αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων 2 - 4, το ζήτημα της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας προβάλλεται σε σχέση με τη θέση του Ενάγοντα ως προς την Εναγόμενη 1 και όχι ότι το Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην ή κατά τόπον αρμοδιότητα εν γένει σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 9.10.2014 της κας Βασιλείας Κουρουζίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Προβαίνει η ομνύουσα σε παρατηρήσεις αναφορικά με τη σύνταξη της Εκθεσης Απαίτησης, επισημαίνοντας ότι δεν δικογραφείται ότι η αγωγή εγείρεται προς όφελος της Εναγόμενης 1 ως παράγωγη αγωγή, απλά ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις υπό την προσωπική του ιδιότητα και μάλιστα εναντίον και της ίδιας της Εναγόμενης
  13. Το δεύτερο ζήτημα που πραγματεύεται είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι πράγματι μέτοχος μειοψηφίας και θα μπορούσε να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή για την προάσπιση των συμφερόντων της Εναγόμενης
  14. Υποστηρίζεται ότι το 2011 οι μετοχές της Sberbank στην Εναγόμενη 1 μεταβιβάστηκαν στη ρωσική εταιρεία LLC Gardon και ότι ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος αυτών. Όπως εξηγείται, τούτο προκύπτει από το γεγονός της ύπαρξης συμφωνίας αντιπροσωπείας ημερ. 10.5.2011, μεταξύ της Sberbank και του Ενάγοντα, ότι η Sberbank θα αγόραζε το 49% της Εναγόμενης 1 εκ μέρους και για λογαριασμό του Ενάγοντα. Αναφέρεται, ακόμα, πως στην Εκθεση Απαίτησης δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας δεν ελέγχει την Εναγόμενη 1, ώστε να μπορούσε να ενάξει εξ ονόματος της με παράγωγη αγωγή. Στο τρίτο κεφάλαιο της Ενορκης της Δήλωσης η Κουρουζίδου αναλώνεται στην παράθεση στοιχείων προς υποστήριξη της θέσης ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum για να εκδικάσει την αγωγή. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση, ημερ. 3.12.2014, του κ.Ζήνωνα Νικολαϊδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Μεταξύ άλλων ζητημάτων, αναφέρεται ότι η LLC Gardοn (σημειωτέον ότι στην Εκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται αυτή η εταιρεία) είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του 49% των μετοχών της Εναγόμενης 1 και γίνεται άρνηση της θέσης ότι ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών αυτών. Η Δ.27, θ.3 δυνάμει της οποίας μπορεί η αγωγή να απορριφθεί, αναφέρει ότι: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Το κατά πόσο ο ενάγοντας αποκαλύπτει με την αγωγή του αιτία αγωγής είναι ζήτημα που όταν εγείρεται σε αίτηση δυνάμει της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και εκδικάζεται προδικαστικά αποφασίζεται στη βάση των όσων δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. Όπως εξηγείται στη νομολογία (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes

(1965)1 C.L.R. 176, Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949), η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Δεν νοείται η προσκόμιση μαρτυρίας εκτός του πλαισίου της δίκης στην αγωγή προς διάψευση ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Το κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών της LLC Gardon στην Εναγόμενη 1 ή των μετοχών οιουδήποτε άλλου μετόχου που αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης και συνεπώς δεν είναι μέτοχος μειοψηφίας όπως ο ίδιος προβάλλει, είναι ζήτημα που δεν μπορεί να αποφασιστεί παρά στο πλαίσιο της δίκης στην αγωγή, όπου θα προσκομίσει η κάθε πλευρά τη μαρτυρία της και το Δικαστήριο, μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, θα μπορεί να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη. Συνεπώς, τα όσα αναφέρονται στις Ενορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ενσταση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Στο στάδιο τούτο και από όσα δικογραφούνται στην Εκθεση Απαίτησης δεν καταδεικνύεται ότι ο Ενάγοντας έχει ή είχε τον έλεγχο της Εναγόμενης 1 και θα μπορούσε είτε άμεσα είτε έμμεσα να δώσει οδηγίες για την καταχώρηση αγωγής από την Εναγόμενη 1 ως ενάγουσα. Αντίθετα, αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι διευθυντές της Εναγόμενης 1 και εφόσον θεωρούνται από τον Ενάγοντα ως αδικοπραγήσαντες προς βλάβη της Εναγόμενης 1 αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα, είναι πρόδηλο πως δεν θα ήταν διατεθειμένοι να προωθήσουν τέτοια αξίωση στο όνομα της Εναγόμενης 1 και εναντίον των ιδίων. Είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο σε τέτοιες περιπτώσεις να εξασφαλιστεί θετική μαρτυρία ότι οι αδικοπραγήσαντες διευθυντές αρνούνται να συνδράμουν στην καταχώρηση αγωγής και είναι αρκετό να περιγράφονται στην αγωγή οι περιστάσεις που καταδεικνύουν ότι εάν εζητείτο από αυτούς να εξουσιοδοτήσουν την καταχώρηση της αγωγής από την εταιρεία θα αρνούνταν. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι καταχωρίστηκε εμφάνιση για την Εναγόμενη 1 από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 2 - 4 ενισχύει τη θέση ότι αυτοί και όχι ο Ενάγοντας έχουν τον έλεγχο της Εναγόμενης 1. Τα γεγονότα που περιγράφονται στην παραγρ.20 της Ενορκης Δήλωσης Νικολαϊδη δεν διαφοροποιούν την κατάσταση στη βάση της οποίας καταχωρίστηκε η αγωγή. Εστω κι αν από 20.8.2014, μεταγενέστερα δηλαδή της καταχώρησης της αγωγής, οι Εναγόμενοι 2 - 4 παραιτήθηκαν από διευθυντές της Εναγόμενης 1, οι όποιες τυχόν ευθύνες τους έναντι της τελευταίας δεν διαγράφονται. Οσον δε αφορά τον έλεγχο της Εναγόμενης 1, και παρά το ότι πλέον αναφερόμαστε σε χρόνους μεταγενέστερους των ουσιωδών χρόνων των οδηγιών και της καταχώρησης της αγωγής, σημειώνεται, για ότι αξίζει, πως δεν προκύπτει να υφίσταται νέο διοικητικό συμβούλιο το οποίο να ελέγχει ο Ενάγοντας. Καταλήγω πως η δυνατότητα του Ενάγοντα να καταχωρήσει για τα επίδικα θέματα παράγωγη αγωγή για την προώθηση των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 τεκμηριώνεται εκ πρώτοις. Στην Πιρίλλης κ.α. ν. Κουής
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136, 148, υποδεικνύεται ότι το ζήτημα του κατά πόσο ο ενάγοντας είχε το δικαίωμα να εγείρει παράγωγη αγωγή γιατί δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει τον εταιρικό μηχανισμό για να κινήσει την αγωγή κρίνεται τελεσίδικα κατά τη δίκη στη βάση της ολότητας της μαρτυρίας. Η βασική θέση του Ενάγοντα στη βάση της νομικής συμβουλής των δικηγόρων του προβάλλεται στην παραγρ.4 της Ενορκης Δήλωσης Νικολαϊδη. Αναφέρεται ότι: «...ο Ενάγοντας είναι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείται και έχει locus standi να εγείρει τη[ν] παρούσα αγωγή, ως παράγωγη αγωγή, ενεργώντας για τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 και ειδικότερα και κατ΄ επέκταση των δικών του συμφερόντων ως μετόχου αυτής...». Προκύπτει συνεπώς ότι πρόθεση του Ενάγοντα είναι αφενός η προώθηση των προσωπικών του συμφερόντων ως μετόχου της Εναγόμενης 1 και αφετέρου η προώθηση των συμφερόντων της Εναγόμενης
  1. Καθ΄ όσον αφορά τα προσωπικά του συμφέροντα καθιστά σαφές ότι είναι αυτά που εκπηγάζουν από το γεγονός ότι είναι μέτοχος της Εναγόμενης
  2. Δεν πρόκειται για προσωπικά του συμφέροντα που εδράζονται σε οποιαδήποτε άλλη βάση. Για παράδειγμα, δεν πρόκειται για προσωπικά του συμφέροντα στη βάση της συμφωνίας μετόχων και άλλωστε ούτε η Deutsche Bank Α.G. ούτε η Sberbank Investments ή η LLC Gardon είναι εναγόμενες. Εφόσον η υπό κρίση Αίτηση προωθείται από τους Εναγόμενους 2 - 4 είναι χρήσιμο να επισημανθεί τι επ΄ ακριβώς καταλογίζεται σε αυτούς, που συνθέτει και την αιτία αγωγής εναντίον τους. Στην παραγρ. 34 της Εκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι: «(β) Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ως διευθυντές της Εναγόμενης 1 δεν έπραξαν ως όφειλαν σύμφωνα με την υποχρέωση τους ως διευθυντές της Εναγόμενης 1 για να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 έναντι των πιο πάνω παράνομων πράξεων των Εναγομένων 5, 6 και
  3. (γ) Επιπρόσθετα και λόγω των πιο πάνω πράξεων και / ή παραβάσεων των, οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 παραβίασαν το καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duty) που όφειλαν στην Εναγόμενη 1 και κατ΄ επέκταση στον Ενάγοντα ως μέτοχο αυτής.» Στην παραγρ.38 της Εκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι: «Ο Ενάγοντας περαιτέρω θα ισχυριστεί ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 επέδειξαν ανοχή και / ή αμέλεια έναντι της Εναγόμενης 1 και του ιδίου ως μέτοχος αυτής αφού δεν προέβηκαν σε κανένα βήμα προς αποφυγή των πιο πάνω ενεργειών και / ή σε κανένα μέτρο με σκοπό να επανακτήσουν προς όφελος της DBD Operations τα ποσά που είχαν υπεξαιρεθεί παράνομα ως αναφέρεται ανωτέρω.» Στην παραγρ.69 της Εκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι: «(δ) Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ως διευθυντές της Εναγόμενης 1 σε παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης (fiduciary duty) τους ως διευθυντές της Εναγόμενης 1, παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα προς αποτροπή και / ή εμποδισμού των πιο πάνω.» Στη σχέση του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1 εφαρμόζεται το κυπριακό δίκαιο αφού η Εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία συσταθείσα δυνάμει των νόμων της Κύπρου (βλ. Konamaneni and Others v. Rolls-Royce Industrial Power (India) Ltd and Others
(2002)1 All E.R. 979). Η ζημιά του Ενάγοντα είναι «αντανάκλαση» («reflection») των ζημιών της Εναγόμενης
  1. Ζημιώνει η εταιρεία και η ζημιά στο μέτοχο συνίσταται στη μείωση της αξίας των μετοχών του σε αυτή. Σε τέτοια περίπτωση ο μέτοχος δεν μπορεί να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του προσώπου που εζήμιωσε την εταιρεία. Ο κατάλληλος ενάγοντας είναι η εταιρεία. Το ζήτημα εξηγείται κατά τρόπο σαφή και απόλυτο στην Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-29, εκτενές απόσπασμα από την οποία παραθέτω: «A company is a legal entity separate and distinct from its shareholders. It has its own assets and liabilities and its own creditors. The company's property belongs to the company and not to its shareholders. If the company has a cause of action, this represents a legal chose in action which represents part of its assets. Accordingly, where a company suffers loss as a result of an actionable wrong done to it, the cause of action is vested in the company and the company alone can sue. No action lies at the suit of a shareholder suing as such, though exceptionally he may be permitted to bring a derivative action in right of the company and recover damages on its behalf: see Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 357, [1982] Ch 204 at
  2. Correspondingly, of course, a company's shares are the property of the shareholders and not of the company, and if he suffers loss as a result of an actionable wrong done to him, then prima facie he alone can sue and the company cannot. On the other hand, although a share is an identifiable piece of property which belongs to the shareholders and has an ascertainable value, it also represents a proportionate part of the company's net assets, and if these are depleted the diminution in its assets will be reflected in the diminution in the value of the shares. ................................... The position is, however, different where the company suffers loss caused by the breach of a duty owed both to the company and to the shareholder. In such a case the shareholder's loss, in so far as this is measured by the diminution in value of his shareholding or the loss of dividends, merely reflects the loss suffered by the company in respect of which the company has its own cause of action. If the shareholder is allowed to recover in respect of such loss, then either there will be double recovery at the expense of the defendant or the shareholder will recover at the expense of the company and its creditors and other shareholders. Neither course can be permitted. This is a matter of principle; there is no discretion involved. Justice to the defendant requires the exclusion of one claim or the other; protection of the interests of the company's creditors requires that it is the company which is allowed to recover to the exclusion of the shareholder. These principles have been established in a number of cases, though they have not always been faithfully observed. The position was explained in a well-known language in Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 336-337, [1982] Ch 204 at 222-223: "But what he cannot do is to recover damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares or equal to the likely diminution in dividend, because such a "loss" is merely a reflection of the loss suffered by the company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only "loss" is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3% shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing. The plaintiff still holds all the shares as his own absolutely unincumbered property. The deceit practiced on the plaintiff does not affect the shares; it merely enables the defendant to rob the company. A simple illustration will prove the logic of this approach. Suppose that the sole asset of a company is a cash box containing £100,
  3. The company has an issued share capital of 100 shares, of which 99 are held by the plaintiff. The plaintiff holds the key of the cash box. The defendant by a fraudulent misrepresentation persuades the plaintiff to part with the key. The defendant then robs the company of all its money. The effect of the fraud and the subsequent robbery, assuming that the defendant successfully flees with his plunder, is (i) to denude the company of all its assets and (ii) to reduce the sale value of the plaintiff's shares from a figure approaching £100,000 to nil. There are two wrongs, the deceit practiced on the plaintiff and the robbery of the company. But the deceit on the plaintiff causes the plaintiff no loss which is separate and distinct from the loss to the company. The deceit was merely a step in the robbery. The plaintiff obviously cannot recover personally some £100,000 damages in addition to the £100,000 damages recoverable by the company." ................................... It is equally obvious, however, that if the damages were recoverable by the shareholder instead of by the company, this would achieve the same extraction of the company's capital to the prejudice of the creditors of the company as the defendant's misappropriation had done.» Ο Ενάγοντας μπορεί να έχει υποστεί κάποιες άλλες ζημιές, δεν δικαιούται όμως προσωπικά στις συγκεκριμένες αποζημιώσεις που περιγράφονται στην Εκθεση Απαίτησης. Σε αυτές θα δικαιούται η Εναγόμενη
  4. Θα μπορούσε, χάριν συζήτησης, η Deutsche Bank Α.G. ή η Sberbank Investments ή η LLC Gardon, να προωθήσει παράγωγη αγωγή ώστε το ποσό των αποζημιώσεων να αποδοθεί στην Εναγόμενη 1, ή η ίδια η Εναγόμενη 1 εξ ονόματος της. Δεν μπορεί το ίδιο ποσό ή οιονδήποτε μέρος του να ανακτήσει και ο Ενάγοντας. Η αξίωση του Ενάγοντα που περιγράφεται στην παραγρ.58 (έπρεπε 70) της Εκθεσης Απαίτησης υποπαραγρ.(α) είναι αντινομική και απαράδεκτη. Καθ΄ όσον αφορά τα συμφέροντα της Εναγόμενης 1 αυτά θα μπορούσαν, όπως προειπώθηκε, να προωθηθούν με παράγωγη αγωγή από τον Ενάγοντα. Στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ενταλμα δεν αναφέρεται ότι η αξίωση προωθείται εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και δεν δικογραφείται ότι πρόκειται για παράγωγη αγωγή. Δεν διεκδικείται η καταβολή αποζημιώσεων υπέρ της Εναγόμενης
  5. Στο Παρακλητικό μέρος της Εκθεσης Απαίτησης αξιώνονται θεραπείες εναντίον της ίδιας της Εναγόμενης
  6. Δεν μπορεί σε μια παράγωγη αγωγή να αξιώνονται θεραπείες εναντίον της εταιρείας για λογαριασμό της οποίας προωθείται η αγωγή. Αναφέρεται στη Χειμωνίδης ν. Investylia Public Co Ltd
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1117, 1124, ότι: «Εφόσον, όμως, η αγωγή ήταν, στην πραγματικότητα, παράγωγου χαρακτήρα, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι η εταιρεία ήταν κατ΄ όνομα και μόνο εναγόμενη (nominal defendant), εξού και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η απόφαση θα εκδιδόταν υπέρ της, αν και εναγόμενης, ...». Ωστόσο στο σώμα της αγωγής δεν περιγράφονται περιστάσεις που θα έδιδαν βάση για αξίωση εναντίον της ίδιας της Εναγόμενης 1 και ίσως, εκ παραδρομής, να αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων χωρίς να διακρίνεται η Εναγόμενη 1 και στην παραγρ. Γ του Παρακλητικού ρητά να αναφέρεται ότι αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις και από την Εναγόμενη
  1. Ανάγνωση της Εκθεσης Απαίτησης οδηγεί τον αναγνώστη, που είναι γνώστης του εταιρικού δικαίου και των συναφών διαδικασιών, στο να αντιληφθεί ότι η πραγματική διάθεση του Ενάγοντα ήταν να αξιώσει αφενός προσωπικά δικαιώματα ως μετόχου της Εναγόμενης 1, αξίωση αντινομική και απαράδεκτη όπως έχει πιο πάνω εξηγηθεί, και αφετέρου να προωθήσει με παράγωγη αγωγή δικαιώματα και συμφέροντα της Εναγόμενης
  2. Καθ΄ όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή η σύνταξη της Εκθεσης Απαίτησης παρουσιάζεται ελλειπής και ανεπαρκής στο να αναδείξει άμεσα τη φύση της αξίωσης. Οι δικηγόροι των Εναγομένων 2 - 4 επικαλέστηκαν τη Δ.2, θ.4(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει ότι εάν ο Ενάγοντας ενάγει υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα η Οπισθογράφηση πρέπει (shall) να επιδεικνύει υπό ποια ιδιότητα ο Ενάγοντας ενάγει. Στην Θωμά κ.α. ν. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1263, 1271-2, αναφέρεται ότι: «Η παρούσα διαδικασία δεν είναι τυπική διαδικασία αντιπροσωπευτικής αγωγής. Πρόκειται περί παράγωγης αγωγής, σύμφωνα με την εξαίρεση της υπόθεσης Foss v. Harbottle, ανωτέρω. Θα λέγαμε μάλιστα ότι κανένα ουσιαστικό επιχείρημα δεν προβάλλεται στο περίγραμμα αγόρευσης των δικηγόρων των εφεσειόντων που να μας πείσει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν λανθασμένο στην αντιμετώπισή του. Οι δικονομικοί μας θεσμοί δεν προβλέπουν διαδικασία για μια τέτοια περίπτωση. Όμως η παρούσα αγωγή χωρίς καμιά αμφιβολία δεν εμπίπτει στα πλαίσια της κλασικής αντιπροσωπευτικής αγωγής. Θα ήταν παράλογο να περιμένει κανένας από την καταπιεζόμενη μειοψηφία να εξασφαλίσει πληρεξούσιο έγγραφο για έγερση αγωγής από εκείνους ακριβώς οι οποίοι την καταπιέζουν. Όπως τονίζεται και σε αριθμό αυθεντιών (βλέπε για παράδειγμα Gower, Modern Company Law, 3η Έκδοση
(1969)σελ. 587, ο ενάγων μέτοχος δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος των άλλων μετόχων, αλλά ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Βλέπε ακόμα Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136).» Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή ή ανταπαίτηση όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. O σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, The Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)2 C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα, η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής ή ανταπαίτησης in limine, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Στην Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο . είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305.).» Στην Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1316, αναφέρεται (σελ.1325) ότι: «...πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, ένα δικόγραφο δεν διαγράφεται αν μπορεί να διασωθεί με μια εύλογη ("legitimate") τροποποίηση (Βλ. Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co. 36 CL.D. 496). Επομένως, έστω και αν η επίκληση της συμφωνίας δεν μπορούσε να γίνει στην ένορκη δήλωση των εναγόντων, θα μπορούσε να εισαχθεί στην Έκθεση Απαιτήσεως εάν ήθελε εγκριθεί σχετική αίτηση για τροποποίηση. Κατά συνέπεια, εάν η επίκληση συμφωνίας στο σχετικό δικόγραφο θα μπορούσε να το διασώσει, αυτό είναι ακόμα ένας παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της άσκησης της σχετικής διακριτικής μας ευχέρειας εναντίον της απόρριψης της αγωγής συνοπτικώς."» Και στη σελ.1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Δεν μπορεί κάποιος να προκαταβάλει και εκ προοιμίου να υποστηρίξει ότι τα ζητήματα είναι εκτός του εύρους της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει σχετικές τροποποιήσεις ώστε οι σχετικές αξιώσεις να τεθούν στο πλαίσιο παράγωγης αγωγής με αναλλοίωτες τις θέσεις των διαδίκων ως Ενάγοντα και Εναγόμενου. Καταλήγω πως εφόσον υφίσταται η προοπτική αυτή δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υποσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο για παροχή θεραπείας (βλ. Λοϊζος Λουκά, σελ. 1327). Παραμένει το τελευταίο ζήτημα που εγείρεται με την Αίτηση, αυτό του «forum non conveniens». Αντιπαρέρχομαι την παραδοξότητα του αιτήματος των Εναγομένων 2 - 4 που όντας Κύπριοι που διαμένουν στην Κύπρο μάλλον ταλαιπωρία και επιπλέον έξοδα θα προκαλούσε σε αυτούς τυχόν επιλογή άλλης δικαιοδοσίας από αυτή των Κυπριακών Δικαστηρίων για να εκδικάσει την υπόθεση. Είναι δικαίωμα τους να εισηγηθούν ότι υφίσταται άλλο καταλληλότερο δικαστήριο. Γίνεται αναφορά στην Ενορκη Δήλωση Κουρουζίδου στο γεγονός ότι όλοι οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 είναι αλλοδαποί και ότι η συμφωνία μετόχων διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Η παράμετρος αυτή δεν είναι σημαντική γιατί η αγωγή δεν αφορά σε διαφορά μεταξύ των μετόχων που πέραν του Ενάγοντα δεν είναι καν διάδικα μέρη. Ετσι, τα αγγλικά δικαστήρια δεν μπορεί να είναι κατάλληλα για να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Ο,τι άλλο υποστηρίζεται στην Ενορκη Δήλωση είναι ότι η αγωγή έχει στενότερους και ρεαλιστικότερους συνδέσμους με τη ρωσική δικαιοδοσία και ότι αυτή είναι καταλληλότερη για εκδίκαση της αγωγής. Η εισήγηση εδράζεται στη θέση ότι τα ουσιαστικά ζητήματα αφορούν την DBD Operations που είναι ρωσική εταιρεία και δραστηριότητες της στη Ρωσία ή άλλα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Η Εναγόμενη 1, αναφέρεται, είναι η ιθύνουσα εταιρεία της DBD Operations χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα πέραν της κατοχής των μετοχών της DBD Operations. Επισημαίνεται ακόμα ότι, όπως προκύπτει και από την Εκθεση Απαίτησης, εκκρεμούν ήδη διαδικασίες ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας και έχει ήδη εκδοθεί από το συγκεκριμένο Διαιτητικό Δικαστήριο απόφαση σε σχέση με το δάνειο της DBD Operations από την Εναγόμενη 7. Η Ενορκη Δήλωση Νικολαϊδη επικεντρώνεται στο να υποδείξει ότι το Ε.Δ. Λάρνακας έχει δικαιοδοσία. Ότι δε υποδεικνύεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα, είναι πως οι Εναγόμενοι 2 - 4 έχουν διαπράξει αστικά αδικήματα στη Λάρνακα. Στο στάδιο τούτο και εφόσον συζητείται ποιο Δικαστήριο είναι το καταλληλότερο, είναι δεδομένο ότι το Δικαστήριο αυτό έχει δικαιοδοσία. Καταλήγει η Ενορκη Δήλωση ότι ο παραμερισμός ή η ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος ή της επίδοσης του θα τοποθετήσει τον Ενάγοντα σε δυσμενέστατη θέση με την άρνηση επαρκούς θεραπείας έναντι των Εναγομένων 2 - 4. Η θέση δεν διευκρινίστηκε ούτε με την αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα. Στη Zeeland Navigation Company Limited v. Banque Worms
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 707, 716-8, συνοψίζονται οι κανόνες που η Αγγλική νομολογία καθόρισε αναφορικά με το ζήτημα του «forum non conveniens»: «A. Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των δικαστηρίων δυο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής. Αναπόφευκτα, ο ενάγων έχει τον πρώτο λόγο και πιθανότατα η επιλογή του συναρτάται με τα δικά του ελατήρια. Όμως είναι εδώ που διαδραματίζει το ρόλο της η παραπάνω αρχή, που διατυπώνεται ως εξής στη Spiliada, ανωτέρω, σελ. 854: "The basic principle is that a stay will only be granted on the ground of forum non conveniens where the court is satisfied that there is some other available forum, having competent jurisdiction, which is the appropriate forum for trial of the action, ie in which the case may be tried more suitably for the interests of all the parties and the ends of justice." Είναι ένας κανόνας που εφαρμόζεται όταν υπάρχει lis alibi pendens, αλλά και χωρίς να υπάρχει εκκρεμοδικία. B. Ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το δικαστήριο ότι επιβάλλεται αναστολή. Πρέπει πρόσθετα να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum, αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο. Παραδείγματα ύπαρξης της προϋπόθεσης αυτής είναι οι υποθέσεις: The Atlantic Star [1973] 2 All E.R. 175 (Βέλγιο), McShannon v. Rockware Glass Ltd. [1978] 1 All E.R. 625 (Σκωτία), Trendex Trading Corporation v. Credit Suisse [1981] 3 All E.R. 520 (Ελβετία), The Abidin Daver [1984] 1 All E.R. 470 (Τουρκία) και Muduroglu v. TC Ziraat Bankasi [1986] 3 All E.R. 682 (Τουρκία). Στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο, ύστερα από εξονυχιστική επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας, επεξήγησε ότι οι κανόνες που καθιέρωσε η νομολογία δεν θεωρούνται και δεν πρέπει να ερμηνεύονται με την αυστηρότητα εφαρμογής νομοθετικών προνοιών. Χρήσιμη αναφορά στο θέμα μπορεί να γίνει στους Cheshire "Private International Law", 12η έκδοση, 223 και
  1. Γ. Προτού σχηματίσει την κρίση του για το κατάλληλο forum, το δικαστήριο έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Σημαντικός παράγων είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. Όπως και η ύπαρξη εχέγγυων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης. Άλλοι παράγοντες αφορούν τους μάρτυρες, την ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης, ή συνδέονται με τις δαπάνες που συνεπάγεται. Δεν υπάρχει όμως εξαντλητικός κατάλογος των κριτηρίων όπως παρατηρεί το δικαστήριο στη Spiliada. O Λόρδος δικαστής Templeman, στη σελ. 846 αναφέρει: "The factors which the court is entitled to take into account in considering whether one forum is more appropriate are legion. The authorities do not, perhaps cannot, give any clear guidance as to how these factors are to be weighed in any particular case...." Στη συνέχεια, στην ίδια υπόθεση, απαριθμούνται μερικοί παράγοντες: "the availability of witnesses ... ..., the law governing the relevant transaction ... ..., the places where the parties respectively reside or carry on business, and whether the plaintiff "can obtain justice in the foreign jurisdiction." To σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι, πρέπει να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο με το οποίο "η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο (that with which the action has the most real and substantial connection.). Βλ. απόφαση του Λόρδου Keith στην Abidin Daver, ανωτέρω, σελ.
  2. Οι εκδότες του συγγράμματος Cheshire & North του "Private International Law", ανωτέρω, αναφέρονται στα κριτήρια (στη σελ. 224) με βάση τα οποία σχηματίζεται η κρίση του δικαστηρίου: "In ascertaining whether there is a clearly more appropriate forum abroad, the search is for the country with which the action has the most real and substantial connection. The court will look for connecting factors "and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction ... ., and the place where the parties respectively reside or carry on business." Η αρχή έχει εξελιχθεί - και τελικά επικρατήσει - μέσα από δικαιοκρατικές αντιλήψεις, από τις οποίες είναι διαποτισμένη. Τούτο επισφραγίζει και η ρήση του αμερικανού δικαστή Frankfurter στην Baltimore and Ohio Railroad v. Kepner 314 U.S. 44, 55 [1941], ότι αυτή αποτελεί " a manifestation of a civilised judicial system". Ενώ στην υπόθεση Abidin Daver ο Λόρδος Diplock, διαπνεόμενος από το ίδιο πνεύμα, αναφέρει, στη σελ. 476: "Judicial chauvinism has been replaced by judicial comity to an extent which I think the time is now ripe to acknowledge frankly is ... ... ... indistinguishable from the Scottish legal doctrine of forum non conveniens." Υπάρχει στην τελευταία πρόταση η έμμεση αναγνώριση της συμβολής της σκωτικής νομικής θεωρίας. Εδώ θα μας επιτραπεί να υπομνήσουμε ότι το βάρος απόδειξης μετακυλά στον εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει πως υπάρχει πιο κατάλληλο forum αλλού. Ωστόσο στην περίπτωση που δε διαφαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το forum, όπου, δηλαδή, δεν υπάρχει τόπος που συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής: παράδειγμα προσφέρει η υπόθεση European Asian Bank A.G. v. Punjab and Sind Bank [1982] 2 Lloyd's Rep. 356, στα γεγονότα της οποίας παραπέμπουμε.» Στην Lexicon Shipping Company Limited v. Remontowa Gdansk Ship Repare Yard
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1317, 1329-30 αναφέρεται ότι: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το πεδίο εφαρμογής της αρχής "της μη καταλληλότητας" (forum non conveniens) έχουν παρατεθεί σε δύο πρόσφατες εφετειακές αποφάσεις: Cyprus Trading Corporation Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168 και Λοΐζος Λουκά & Υιοι Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Δεν θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκαμε αναφορά στις πιο πάνω δύο υποθέσεις καθώς και στη θεμελιακή υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Consulex Ltd [1986] 3 All E.R.
  2. Παρέθεσε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στη Λοΐζος Λουκά & Υιοι Λτδ (πιο πάνω) στο οποίο συνοψίζονται οι κανόνες που έθεσε η Spiliada (πιο πάνω): «...ο θεμελιώδης κανόνας σε θέματα αναστολής που έθεσε η Spiliada, ανωτέρω, είναι ότι καταλληλότερο είναι το forum στο οποίο μπορεί να εκδικαστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μια υπόθεση `for the interest of all the parties and for the ends of justice'. Αυτό εξυπακούει έρευνα αν άλλο forum είναι πράγματι καταλληλότερο και αν λόγοι δικαιοσύνης συνηγορούν υπέρ της εκδίκασης από αγγλικό δικαστήριο. Περαιτέρω, βεβαίωσε τον κανόνα για το βάρος απόδειξης. Ο εναγόμενος οφείλει να δείξει όχι μόνο ότι το αγγλικό (εδώ το κυπριακό) δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο ή φυσικό forum, αλλά και ότι το εναλλακτικό forum είναι καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) πιο πρόσφορο από το αγγλικό. Για το σκοπό αυτό η παραπάνω υπόθεση έθεσε γενικά κριτήρια, που συναρτώνται με το εφαρμοστέο δίκαιο, τους μάρτυρες, την έδρα, πού είναι ο πιο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης κλπ. και διαγράφουν το forum με το οποίο η αγωγή έχει `το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο' (real and substantial connection). Το θέμα, που δεν είναι μονοδιάστατο, αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο με την απαιτούμενη σφαιρικότητα: βλ. για παράδειγμα The Hamburg Star [1994] 1 Lloyd's Rep. 399, 407.» Στην Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1316, 1329 αναφέρεται η MacShanon v. Rockware Glass Ltd
(1978)A.C. 795, όπου αναφέρθηκε ότι είναι δυνατή η αναστολή της αγωγής οσάκις αποδεικνύεται (α) ότι υπάρχει εναλλακτικό forum στο οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης με λιγότερες δυσχέρειες και έξοδα και (β) ο ενάγων δεν στερείται πλεονεκτήματος ουσιαστικού ή δικονομικού. Δεν είναι παραδεκτό από τον Ενάγοντα ότι τα ρωσικά δικαστήρια θα αναλάβουν δικαιοδοσία για να εκδικάσουν τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Ηταν, συνεπώς, το βάρος στους ώμους των Εναγομένων 2 - 4 να αποδείξουν ότι υπάρχει εναλλακτικό forum στο οποίο θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης (βλ. σε αντιδιαστολή την Zeeland Navigation, σελ.715). Οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια θα αναλάβουν δικαιοδοσία και θα έχουν αρμοδιότητα σύμφωνα με το δίκαιο τους να εκδικάσουν παράγωγη αγωγή εκ μέρους του Ενάγοντα για την προώθηση των συμφερόντων της Εναγόμενης 1. Οι λεπτομέρειες του δικαίου και / ή Νόμου της Ρωσίας που αναφέρονται στην Εκθεση Απαίτησης, δεν πραγματεύονται το ζήτημα της παράγωγης αγωγής. Οι Εναγόμενοι 2 - 4 δεν προσέφεραν καμιά μαρτυρία για το επί του ζητήματος δίκαιο της Ρωσίας. Στην Konamaneni and Others v. Rolls-Royce Industrial Power (India) Ltd and Others
(2002)1 All E.R. 979, καταγράφεται ελλείψει αγγλικής αυθεντίας η προσέγγιση των Αμερικανικών Δικαστηρίων ότι το δικαίωμα του μετόχου να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή ρυθμίζεται από το δίκαιο της Πολιτείας όπου συστάθηκε η εταιρεία, αλλά οι αδικοπραγήσαντες μπορεί να εναχθούν στην Πολιτεία που έχει δικαιοδοσία επί του προσώπου τους, υπό την επιφύλαξη των Aμερικανικών αρχών του «forum non conveniens». Όμως, δεν έχει εδώ μαρτυρηθεί τι το ρωσικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει ότι εφαρμόζεται. Στην SMAY Investments Limited and Another v. Sacher and Others
(2003)EWHC 474 (Ch) αναφέρθηκε ότι: «Quite apart from authority, I am strongly inclined to the view that issues relating to the ownership of shares in a foregh company, and to the right of a shareholder in such a company to obtain relief against the director in the name of the company, should be determined by the Courts of the place of incorporation.» Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει άλλη δικαιοδοσία στη διάθεση του Ενάγοντα που θα αναλάβει δικαιοδοσία για να εκδικάσει την αξίωση του στη βάση παράγωγης αγωγής. Όπως προειπώθηκε, οι προσωπικές αξιώσεις του Ενάγοντα στη βάση του ότι είναι μέτοχος της Εναγόμενης 1, είναι αντινομικές και απαράδεκτες και θα πρέπει να παραμεριστούν. Σε αυτή την έκταση η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζονται οι προσωπικές αξιώσεις του Ενάγοντα ως μετόχου της Εναγόμενης 1, όπως περιγράφονται στην παραγρ.58 (β) (έπρεπε 70 (β)) της Εκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά η Αίτηση απορρίπτεται. Εχοντας υπόψη τη μερική επιτυχία της Αίτησης κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί υπέρ των Εναγομένων 2 - 4 και εναντίον του Ενάγοντα το ήμισυ των εξόδων της Αίτησης, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.