← Κύπρος

Εμμανουήλ Σεβαστός ως διαχειριστής της περιουσίας της Μαίρης Σεβαστού ν. E & H SUPERIORITY TRADING LTD κ.α., Αρ.Αγ. 1249/2009, 27/3/2015

Εμμανουήλ Σεβαστός ως διαχειριστής της περιουσίας της Μαίρης Σεβαστού ν. E & H SUPERIORITY TRADING LTD κ.α., Αρ.Αγ. 1249/2009, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγ. 1249/2009 Μεταξύ: Μαίρη Σεβαστού, από Λάρνακα Ενάγουσα και

  1. E & H SUPERIORITY TRADING LTD
  2. Ιωσήφ Κόκκινος
  3. LASONIA ESTATES LTD
  4. FELINIA CO. LTD Εναγομένων και ως τροποποιήθηκε ο τίτλος δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 08.02.2011 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.Αγ. 1249/2009 Μεταξύ: Εμμανουήλ Σεβαστός ως διαχειριστής της περιουσίας της Μαίρης Σεβαστού τέως από τη Λάρνακα Ενάγουσα και
  5. E & H SUPERIORITY TRADING LTD
  6. Ιωσήφ Κόκκινος
  7. LASONIA ESTATES LTD
  8. FELINIA CO. LTD Εναγομένων Ημερ.: 27.3.2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ.Π.Αριστοτέλους για Κύπρο Ανδρέου Για Εναγόμενους 1 και 2: κ.Μ.Κιτρομηλίδης για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 3 και 4: κα Α.Κλαϊδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας είναι ο υιός και διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού. Η Σεβαστού είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία περιλαμβανομένων δύο οικοπέδων στην τοποθεσία Μοναστήρι στον Αγιο Νικόλαο Λάρνακας της επαρχίας Λάρνακας με κτηματολογικά στοιχεία αρ. εγγραφής L-398 Φ/Σχ. 40.63 Ε1, τμήμα L, τεμ. 364 (Τεκμ.2) και αρ. εγγραφής L-401 Φ/Σχ. 40.64 W1, τμήμα L, τεμ. 367 (Τεκμ.3). Σήμερα το τεμ. 364 είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 3 εταιρείας ενώ το τεμ. 367 στο όνομα της Εναγόμενης 4 εταιρείας. Στις Εναγόμενες 3 και 4 μεταβιβάστηκαν την 26.3.2008 από την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Στην Εναγόμενη 1 είχαν μεταβιβαστεί από τη Σεβαστού με την πώληση Π676/2000 την 1.3.2000 (βλ. Τεκμ.6 και 7 και παραδεκτά γεγονότα). Σύμφωνα με πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 24.2.2000 (Τεκμ.4) η Σεβαστού κατείχε τις 4998 από τις 5000 μετοχές της Εναγόμενης
  9. Τις άλλες δύο κατείχαν την μια ο Εναγόμενος 2 και την άλλη κάποιος Ανδρέας Μιχαηλίδης. Οι μετοχές της Σεβαστού μεταβιβάστηκαν στον Εναγόμενο 2 δύο ημέρες πριν τη μεταβίβαση των οικοπέδων από τη Σεβαστού στην Εναγόμενη
  10. Το σχετικό έντυπο «ΗΕ57» για τη μεταβίβαση των μετοχών (Τεκμ.8) υπογράφηκε και υποβλήθηκε στον Εφορο Εταιρειών από τον Εναγόμενο 2 που ήταν και διευθυντής και γραμματέας της Εναγόμενης 1 την 25.2.
  11. Η Σεβαστού ήταν μεγάλης ηλικίας, 76 ετών κατά το 2000, και ο Εναγόμενος 2 ήταν ο λογιστής στον οποίο αποτάθηκε για να της προσφέρει υπηρεσίες της ειδικότητας του. Αναμφίβολα δεν επρόκειτο για τη συνήθη περίπτωση λογιστή και πελάτη, αφού η Σεβαστού έχοντας διαφορές με τα παιδιά της διέμενε για καιρό στα υποστατικά του Εναγόμενου
  12. Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης είχαν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις για χρηματικά ποσά εναντίον της Σεβαστού και ο Εναγόμενος 2 τη συμβούλεψε να μεταβιβάσει τα δύο οικόπεδα σε εταιρεία στην οποία θα ήταν η κύρια μέτοχος ώστε να μην μπορούν να δεσμευτούν από τους εξ΄ αποφάσεως πιστωτές της. Την ξεγέλασε όμως αφού πριν τη μεταβίβαση των οικοπέδων μεταβίβασε τις μετοχές της στην εταιρεία στο δικό του όνομα. Η Σεβαστού πίστευε ότι μεταβίβαζε σε εταιρεία στην οποία κατείχε 4998 από τις 5000 μετοχές, ενώ στην πραγματικότητα δεν κατείχε πλέον καμία μετοχή. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.12) αποδέχεται ότι συμβούλεψε τη Σεβαστού να μεταβιβάσει περιουσία σε εταιρεία της οποίας η ίδια θα ήταν η κύρια μέτοχος. Του ζήτησε να της βρει μια τέτοια εταιρεία και της βρήκε την Εναγόμενη
  13. Η Εναγόμενη 1 είχε συστηθεί για άλλους πελάτες που δεν την χρειάζονταν. Δεν κατείχε περιουσία και ουδέποτε είχε δραστηριοποιηθεί. Η Σεβαστού απόκτησε τις 4998 από τις 5000 μετοχές της Εταιρείας την 22.2.
  14. Διευθυντές της Εναγόμενης 1 από 22.2.2000 διορίστηκαν ο Εναγόμενος 2 και ο Α. Μιχαηλίδης. Ο Εναγόμενος 2 ήταν και ο γραμματέας της Εταιρείας. Σκοπός της Σεβαστού, ανάφερε ο Εναγόμενος 2, ήταν να μεταβιβάσει όλη την ακίνητη της περιουσία στην Εταιρεία. Είναι η θέση του Εναγόμενου 2 ότι στο μεσοδιάστημα από 22.2.2000 μέχρι 25.2.2000 η Σεβαστού δέχθηκε απειλές και πιέσεις από τους πιστωτές της και του ζήτησε να της εξεύρει αγοραστή για να πωλήσει τα επίδικα οικόπεδα. Η Σεβαστού του είπε «... προτιμώ να πουλήσω δύο οικόπεδα παρά να φύγω τα ακίνητα από το όνομα μου ...». Τότε επέδειξε ο ίδιος ενδιαφέρον και συμφώνησαν να τα αγοράσει για £20.000 έκαστο. Ετσι, στις 28.2.2000 της κατέβαλε τοις μετρητοίς, όπως η ίδια του είχε ζητήσει, τις £40.000 και μεταβίβασε τις 4998 μετοχές της στην Εναγόμενη 1 στο όνομα του. Γι΄ αυτό και έγινε πώληση προς την Εναγόμενη 1 ενώ η συμβουλή του Εναγόμενου 2 και αρχική πρόθεση της Σεβαστού ήταν να μεταβιβάσει τα οικόπεδα και όλη της την περιουσία στην εταιρεία δια δωρεάς. Δεν δόθηκε καμιά εξήγηση από τον Εναγόμενο 2 γιατί ο ίδιος και ο Α. Μιχαηλίδης έλαβαν αρχικά μετοχικό μερίδιο στην Εναγόμενη
  15. Ούτε γιατί κατέστησαν οι ίδιοι αξιωματούχοι της Εταιρείας κατ΄ αποκλεισμό της Σεβαστού. Ο Εναγόμενος 2 ανάφερε κατά την αντεξέταση του ότι τον ίδιο και τον Α. Μιχαηλίδη διόρισε η Σεβαστού και ότι κατατέθηκε στον Εφορο Εταιρειών το σχετικό έντυπο «ΗΕ4». Στην παραγρ.7 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμ.12) αναφέρει: «Με βάση την πιο πάνω συμφωνία στις 28.2.2000 η Μαίρη Σεβαστού, αφού της κατέβαλα τοις μετρητοίς όπως η ίδια μου ζήτησε το ποσό των £40.000,00, μεταβίβασε της [τις] 4998 μετοχές που είχε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία επ΄ ονόματι μου». Υπενθυμίζεται ότι την 28.2.2000 η Εναγόμενη 1 δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Την ιδιοκτησία των δύο επίδικων οικοπέδων απόκτησε δύο ημέρες μετά. Δηλαδή, και σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, ο Εναγόμενος 2 πλήρωσε £40.000 σε μια ηλικιωμένη γυναίκα, χωρίς να λάβει απόδειξη αναμένοντας ότι στη συνέχεια η γυναίκα θα μεταβίβαζε τα δύο οικόπεδα στην Εταιρεία. Ούτε δικαιολογήθηκε το ποσό των £40.000 σε μετρητά με κάποια απόδειξη ανάληψης του από τράπεζα την ημέρα εκείνη ή τις προηγούμενες ημέρες. Περαιτέρω, εφόσον ο Εναγόμενος 2 διατείνεται ότι η Σεβαστού του μεταβίβασε τις μετοχές, θα αναμενόταν να παρουσιάσει το σχετικό έγγραφο μεταβίβασης (instrument of transfer) με την υπογραφή της. Ο Εναγόμενος 2 ανάφερε κατά την αντεξέταση του ότι είχε γίνει γραπτή συμφωνία μεταξύ της Σεβαστού και του ιδίου για τη μεταβίβαση των μετοχών από τη Σεβαστού σε αυτόν. Όμως, όταν η Σεβαστού εγκατέλειψε το γραφείο του νομίζει ότι πήρε μαζί της τόσο τον προσωπικό της φάκελο όσο και το φάκελο της Εναγόμενης
  16. Η επικαλούμενη συμφωνία ήταν προσωπική συμφωνία του Εναγόμενου 2 με τη Σεβαστού και θα αναμενόταν ότι θα κατείχε και ο ίδιος πρωτότυπο της. Πέραν τούτου είναι ακατανόητο γιατί ο φάκελος της Εναγόμενης 1 κατήχετο ή κρατήθηκε από τη Σεβαστού. Η Σεβαστού ήταν μέτοχος της Εταιρείας για έξι ημέρες, ενώ ο Εναγόμενος 2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διευθυντής και γραμματέας της Εταιρείας και είχε αποκτήσει σχεδόν το σύνολο των μετοχών της. Το Τεκμ.11 είναι ανεξάρτητη συμφωνία ημερ. 29.1.1999 με την οποία η Σεβαστού δάνεισε στον Εναγόμενο 2 με την εγγύηση του Α. Μιχαηλίδη το ποσό των £30.
  17. Ο Εναγόμενος 2 όφειλε να την αποπληρώσει σε τρεις μήνες, δηλαδή την 29.4.
  18. Το δάνειο ήταν άτοκο. Ο Εναγόμενος 2 δεν αρνήθηκε τη δικαιοπραξία. Απάντησε ως εξής: «Κος Αριστοτέλους: Κύριε μάρτυς, Τεκμήριο 11, ημερομηνίας 29/01, είναι η υπογραφή σας πάνω. Συμφωνήσετε να σου δώσει κάποιο ποσό, δεν μπορώ να το πω δάνειο, γιατί εν άτοκο. Καλά κύριε μάρτυς, είπες μας πριν ότι είχες σκοπό να τη βοηθήσεις, ζήτησες που τη μακαρίτισσα 30000 λίρες, γιατί; Μάρτυρας: Τα λεφτά αυτά θα χρησιμοποιούνταν για πληρωμές υποχρεώσεων που είχε και θα κάλυπταν και μέρος των εξόδων του γραφείου μας. Αν δεν πληρώναμε τότε θα της επιστρέφαμε, ήταν κάποιο ποσό που δόθηκε προκαταβολή. E. Γιατί υπογράψατε αυτήν τη συμφωνία κύριε μάρτυς; A. Έτσι το ήθελε, το ζήτησε η ίδια. E. Εγώ σας υποβάλλω κύριε μάρτυς ότι αυτό το έγγραφο υπογράψετε το για να την ξεγελάσετε. A. Δεν ευσταθεί η παρατήρηση σας, διότι ήξερε η κυρία Σεβαστού τις ώρες που σπατάλουν για αυτήν και τις μέρες, την είχα βοηθήσει πάρα πολύ στο να βρει κάπου μια στέγη να μείνει και γνώριζε πολύ καλά. Δεν είναι εύκολη γυναίκα να πάρεις λεφτά από την κυρία Σεβαστού, άρα ήξερε τι έκαμνε. E. Σας υποβάλλω επίσης ότι ουδέποτε τις επιστρέψατε τις 30000 λίρες. A. Διαφωνώ, έχουν ήδη ξοδευτεί και αν δεν της τα επέστρεφα φαντάζομαι θα τα έφερνε στη δικαιοσύνη όπως κάμνει σε όλους.». Δεν κατανοώ τη θέση του Εναγόμενου
  19. Προδήλως δεν είχε απάντηση στο ζήτημα και αδέξια προσπάθησε να θολώσει την εικόνα. Δεν δικαιολογείται να πάρει τα χρήματα υπό μορφή προσωπικού δανείου εάν θα επλήρωνε με αυτά υποχρεώσεις της Σεβαστού. Περαιτέρω στην έκταση που αφορούσαν έξοδα του γραφείου του το αναμενόμενο θα ήταν να τα εισπράξει έναντι αποδείξεως και οπωσδήποτε χωρίς πρόνοια για υποχρέωση επιστροφή τους. Ο Εναγόμενος 2 φαίνεται να αποδέχεται ότι η τιμή των £20.000 για κάθε οικόπεδο, στην οποία διατείνεται ότι κατέληξε με τη Σεβαστού, ήταν χαμηλή. Ανάφερε κατά την αντεξέταση του ότι: «Εκείνη με έχει εκμεταλλευτεί εμένα 9 χρόνια να τη συντηρώ, να μένει σε διαμέρισμα που της πρόσφερα. Και το τι έκαμε πούλησε δύο οικόπεδα σε μια εταιρεία και κάπως η τιμή δεν ήταν, ήταν κάπως πιο χαμηλή, γιατί ήξερε τι έκαμνε». Ως προς το πώς κατέληξαν στην τιμή των £20.000 για κάθε οικόπεδο ανάφερε: «Λόγω του ότι τη βοηθούσα και λόγω του ότι έμενε εκεί στο δωμάτιο που της παραχώρησα και η ίδια συμφωνήσαμε να πληρώσω 20000 το ένα και να μην ζητήσω αμοιβή για τις υπηρεσίες μου, ήταν κάποια συμφωνία που εκάμαμε μεταξύ μας, φιλική. Δεν είχαμε σκοπό να εξαπατήσουμε οποιονδήποτε.» Όπως επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 2 εάν επρόκειτο να χρεώσει τη Σεβαστού για τις επαγγελματικές του υπηρεσίες και τα έξοδα συντήρησης της θα την χρέωνε πάνω από 150.
  20. Δεν διευκρίνισε κατά πόσο αναφερόταν σε λίρες ή ευρώ. Αντιπαραβολή των θέσεων του Εναγόμενου 2 αναφορικά με το Τεκμ.11 και τους λόγους καθορισμού της τιμής πώλησης των £20.000 για κάθε οικόπεδο καθιστά ακόμη πιο ζοφερή την εικόνα. Σχετικά με το πώς η Σεβαστού χρησιμοποίησε τις £40.000 που ο Εναγόμενος 2 κατ΄ ισχυρισμό της έδωσε, ο τελευταίος ανέφερε: «40000 που έδωσα μάλιστα, το τι τα έκανε είχε υποχρεώσεις και τα πλήρωσε η ίδια την κατεδάφιση του ακινήτου της εδώ στη Λάρνακα 17000, πλήρωσε για τα δόντια της, πήγε Βουλγαρία 2‑ 3 φορές να διορθώσει τα δόντια της, πήγε στην Αίγυπτο, στο μοναστήρι Σινά, έκαμε κάποια δωρεά, δεν ξέρω τι έκανε, τα είχε ξοδέψει, ναι.» Εάν η Σεβαστού είχε ξοδέψει το προϊόν της πώλησης των δύο οικοπέδων όπως εισηγήθηκε ο Εναγόμενος 2, δηλαδή δεν απέδωσε τα χρήματα στους εξ αποφάσεως πιστωτές της, τότε ποια η λογική ότι δεν αποξενώθηκε των οικοπέδων αλλά τα πώλησε δεχόμενη απειλές και πιέσεις από τους πιστωτές της. Ο,τι έγινε αντιληπτό ήταν ότι οι απειλές και πιέσεις από τους πιστωτές της ήταν για να τους εξοφλήσει. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι η Σεβαστού είχε πωλήσει «εκείνον τον επίδικο χρόνο» πέντε οικόπεδα. Ο Εναγόμενος 2 το γνώριζε, υποστήριξε όμως ότι με τις πωλήσεις εκείνες δεν είχε ξοφλήσει όλους της τους πιστωτές αλλά όσους είχαν υποβάλει απαίτηση στον παραλήπτη της περιουσίας της. Η Σεβαστού ήταν υπό πτώχευση αλλά είχε εν τω μεταξύ αποκατασταθεί. Επανήλθε δηλαδή ο Εναγόμενος 2 στη θέση ότι τα επίδικα οικόπεδα πωλήθηκαν ώστε να εξοφληθούν οι πιστωτές της Σεβαστού. Οι αντικειμενικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η μεταβίβαση των δύο οικοπέδων στην Εναγόμενη 1 είναι τουλάχιστον ύποπτες, η δε απουσία εξηγήσεων για τα πιο πάνω ζητήματα συνιστά αδυναμία της υπεράσπισης του Εναγόμενου
  21. Καθίσταται πρόδηλο πως ο Εναγόμενος 2 δεν έκαμε καθόλου θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ουδεμία υπηρεσία προσέφερε στην υπεράσπιση. Τούτου δοθέντος, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι είναι ο Ενάγοντας που έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η μεταβίβαση των δύο οικοπέδων στην Εναγόμενη 1 έγινε κάτω από τις περιστάσεις που επικαλείται στην Εκθεση Απαίτησης. Οι διαπιστωθείσες αντικειμενικές περιστάσεις και η αναξιοπιστία του Εναγόμενου 2 δεν μεταθέτουν το βάρος απόδειξης από τους ώμους του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενες 3 και 4 Εταιρείες δικογραφούν ότι αγόρασαν η καθεμιά το οικόπεδο που αγόρασε με καλή πίστη. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από αυτές κατά τη δίκη. Η Σεβαστού απεβίωσε την 14.1.2010 εκκρεμούσης της αγωγής και προτού αρχίσει η ακρόαση. Δεν είχε την ευκαιρία να μαρτυρήσει στη δίκη. Όμως, η εντολή για την καταχώρηση της αγωγής είχε δοθεί από την ίδια στο δικηγόρο κ.Μιχάλη Δειλινό (Μ.Ε.2). Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καταχωρίστηκε την 28.5.2009 αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες. Η αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ιωάννου από τη Λάρνακα, γαμπρού της Σεβαστού. Πρόκειται για το πρόσωπο που είχε συνοδεύσει τη Σεβαστού όταν αυτή πρωτοεπισκέφθηκε το γραφείο του κ.Δειλινού. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η Σεβαστού δεν ορκίστηκε γιατί δεχόταν πιέσεις για την προώθηση της αγωγής την οποία δεν επιθυμούσε να προχωρήσει. Ο κ.Δειλινός δεν γνωρίζει τους λόγους που η αίτηση δεν υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της ίδιας της Σεβαστού καθότι την υπόθεση στο Δικαστήριο χειριζόταν άλλος συνάδελφος του. Ότι η Σεβαστού δεν ορκίστηκε τη σχετική ένορκη δήλωση δεν σημαίνει ότι δεν επιθυμούσε την προώθηση της αγωγής, πολύ περισσότερο ότι δεν είχε δίκαιο στην αξίωση της. Γεγονός παραμένει ότι δεδομένου του θανάτου της στερήθηκε το Δικαστήριο από του να «ακούσει τη φωνή της» έστω μέσω μιας ένορκης δήλωσης. Ο κ.Δειλινός, σε αντίθεση με τον Ενάγοντα, ανέφερε ότι η Σεβαστού είχε προβεί και σε καταγγελία στην Αστυνομία για το ζήτημα της παρούσας αγωγής αλλά η Αστυνομία αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε υπόθεση. Περισσότερο από το αποτέλεσμα των αστυνομικών ερευνών θα ενδιέφερε το υλικό το οποίο περισυνέλεξαν οι ανακριτές. Καμιά κατάθεση που ενδεχομένως η Σεβαστού, ως το παραπονούμενο πρόσωπο, έδωσε στην Αστυνομία δεν παρουσιάστηκε. Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) δεν είναι μάρτυρας επί της αξιοπιστίας του οποίου μπορεί να βασισθεί το Δικαστήριο. Απέκρυψε την αλήθεια για τις κακές σχέσεις που είχε με τη μητέρα του την περίοδο που αυτή διέμενε στου Εναγόμενου
  22. Επί του προκειμένου διαψεύσθηκε από τον κ.Δειλινό που είχε αποκομίσει σαφή εικόνα για τις κακές σχέσεις της Σεβαστού με τα παιδιά της. Η ίδια η Σεβαστού είχε αναφέρει στο δικηγόρο ότι υπήρξαν και περιστατικά βίας εναντίον της. Ο Ενάγοντας τη διαψεύδει. Είτε ο Ενάγοντας λέγει ψέματα, είτε η Σεβαστού υπέρβαλλε και έλεγε στο δικηγόρο πράγματα τα οποία δεν συνέβησαν. Τίθεται κατ΄ αυτό τον τρόπο από τον ίδιο τον Ενάγοντα υπό αμφισβήτηση η εν γένει φιλαλήθεια της Σεβαστού ή κατά πόσο θα μπορούσε να είναι αξιόπιστη ενόψει και των προσωπικών της περιστάσεων. Είτε υπήρξαν περιστατικά βίας είτε όχι, γεγονός είναι ότι η Σεβαστού είχε καταγγείλει τον Ενάγοντα στην Αστυνομία σε σχέση με 23 οικόπεδα που της ανήκαν και που μεταβιβάστηκαν στον Ενάγοντα και στη συνέχεια στη γυναίκα του. Με απόφαση του Εφετείου (Τεκμ. 10) η περιουσία επιστράφηκε στη Σεβαστού. Εναντίον του Ενάγοντα καταχωρίστηκε και σχετική ποινική υπόθεση. Ο ίδιος αναφέρει ότι αθωώθηκε. Οποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα το γεγονός και μόνο της καταχώρησης και εκδίκασης ποινικής υπόθεσης με παραπονούμενη τη μητέρα και κατηγορούμενο τον γιο, είναι ενδεικτικό της σχέσης μεταξύ τους. Και εάν η πραγματικότητα ήταν ότι η Σεβαστού είχε, επικαλούμενη ψεύδη ή και ανακρίβειες, καταγγείλει τον υιό της στην Αστυνομία και κινήθηκε και αστικά εναντίον του, θα μπορούσε κάποιος να διερωτηθεί γιατί να μην έχει πράξει το ίδιο και στην περίπτωση του Εναγόμενου
  23. Προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου (

(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1186) ότι η Σεβαστού διεκδικούσε 23 οικόπεδα ιδιοκτησίας της που ο Ενάγοντας μεταβίβασε δυνάμει φερομένου πληρεξουσίου στο όνομα του και που στη συνέχεια αποξένωσε. Διαπιστώθηκε ότι η Σεβαστού δεν είχε πληρεξουσιοδοτήσει τον Ενάγοντα και ότι το φερόμενο πληρεξούσιο είχε καταρτιστεί ως τέτοιο μετά που η Σεβαστού είχε θέσει την υπογραφή της σε άδειες κόλλες, για άλλους σκοπούς, καθ΄ υπόδειξη δικηγόρου που ενεργούσε και για τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι η Σεβαστού είχε υπογράψει το πληρεξούσιο ως τέτοιο, είχε απορριφθεί. Επομένως, η μαρτυρία του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή ότι έχασε την υπόθεση εκείνη στη βάση μιας διοικητικής παράλειψης του μουχτάρη, δεν αποκαλύπτει την αλήθεια. Περαιτέρω ο Ενάγοντας έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας αγωγής αφού είναι και κληρονόμος της Σεβαστού και θα ωφεληθεί από την απόδοση οιασδήποτε περιουσίας ή αποζημίωσης στην περιουσία της. Η Σεβαστού είχε επισκεφθεί το γραφείο του κ.Δειλινού μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2008 συνοδευόμενη από τον Μ. Ιωάννου. Σύμφωνα με το τι είχε ειπωθεί στο δικηγόρο, ο Μ. Ιωάννου είχε δει ταμπέλες μέσα στα οικόπεδα ότι ήταν προς πώληση και είχε ενημερώσει τη Σεβαστού που εξεπλάγηκε. Ο Μ. Ιωάννου φέρεται να ήταν το πρώτο πρόσωπο που εισέπραξε τις όποιες αντιδράσεις της Σεβαστού στο άκουσμα ότι τα επίδικα οικόπεδα ήταν προς πώληση. Ο Ενάγοντας τον επικαλέστηκε κατά την αντεξέταση του και μετά το πέρας της μαρτυρίας του ζητήθηκε από το δικηγόρο του αναβολή για να παρουσιαστεί ο Μ. Ιωάννου που αρχικά ειπώθηκε ότι ήταν σε εργασία και μετά ότι ήταν στο νοσοκομείο. Ο Μ. Ιωάννου δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα. Η Σεβαστού είπε στον κ.Δειλινό ότι ο Εναγόμενος 2 τη συμβούλεψε να μεταβιβάσει τα επίδικα οικόπεδα σε εταιρεία «ιδιοκτησίας της» για να αποφύγει τους πιστωτές της. Είναι η θέση του κ.Δειλινού πως η Σεβαστού πίστευε ότι οι μετοχές της Εναγόμενης 1 ήταν ακόμα στο όνομα της και ήταν έντονη καθότι ένοιωθε ότι είχε εξαπατηθεί. Όπως ακόμα ανέφερε στον κ.Δειλινό δεν είχε πάρει οιοδήποτε ποσό από οιοδήποτε. Κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω αυτούσια τη μαρτυρία του κ.Δειλινού σε σχέση με την πληροφόρηση και την εντύπωση που απεκόμισε από τη Σεβαστού. «Από ό,τι μας ανέφερε συμβούλευσε την ο λογιστής της ο κύριος Κόκκινος προκειμένου να εξαφανίσει, σε εισαγωγικά, δύο ακίνητα που είχε στη Λάρνακα στην περιοχή Cineplex, τα επίδικα ακίνητα, προκειμένου να φύγουν από την ιδιοκτησία της που ήταν επ' ονόματι της να ιδρύσει μια εταιρεία και να τα μεταβιβάσει τα ακίνητα αυτά στην εταιρεία. Αυτό έγινε το 2000 περίπου τον Φεβρουάριο με Μάρτιο του 2000, πράγματι η κυρία Μαίρη Σεβαστού μεταβίβασε τα δύο ακίνητα σε αυτήν την εταιρεία. Η κυρία Μαίρη Σεβαστού πίστευε όταν ήρθε στο γραφείο μας ότι οι μετοχές της εταιρείας αυτής ήταν επ' ονόματι της και ως εκ τούτου και το ακίνητο.» «Η κυρία Μαίρη Σεβαστού όπως είπα και πριν ακόμα και μέχρι το '08 πίστευε ότι οι μετοχές ήταν επ' ονόματι της και εξ όσων μου ανέφερε η ίδια δεν πήρε κάποια χρήματα για τη μεταβίβαση των ακινήτων από τον κύριο Κόκκινο ή από οποιονδήποτε άλλον. Αυτά μου ανέφερε κύριε Πρόεδρε.» «Εξ όσων μου έχει αναφέρει η ίδια δεν είχε πάρει οποιοδήποτε ποσό, ούτε από τον κύριο Κόκκινο, ούτε από οποιονδήποτε άλλον.» «Ο λόγος που ήρτε στο γραφείο κύριε Πρόεδρε, όπως είπα και πριν, ήταν διότι πίστευε ακόμα και το '08 ότι οι μετοχές της εταιρείας της Εναγόμενης 1, ότι ήταν ακόμη επ' ονόματι της και ήθελε όταν της ανέφερε ο γαμπρός της ότι τα ακίνητα αυτά πωλούνται εξεπλάγηκε και ήρθε σε δικηγόρο για να διερευνηθεί η υπόθεση, γι' αυτό ήρθε και στο γραφείο.» «E. Σου υποβάλλω κύριε μάρτυς, ότι η κυρία Σεβαστού γνώριζε από την ημερομηνία μεταβίβασης την 1/03 του 2000 ότι είχε πωλήσει αυτά τα κτήματα στην εταιρεία, την Εναγόμενη 1 εταιρεία, της οποίας δεν ήταν μέτοχος. A. Δεν μου ανέφερε αυτό το πράγμα κύριε Πρόεδρε, η εντύπωση που απεκόμισα όταν ήρθε στο γραφείο ήταν ότι, το αποκόμισα και από τη συμπεριφορά της, ότι δεν γνώριζε. Πίστευε ότι οι μετοχές ήταν στο όνομα της και όταν είδαν πινακίδες και ότι πωλούνται τα ακίνητα, αντέδρασαν και ήρθαν σε δικηγόρους και ήταν έντονη κύριε Πρόεδρε για το θέμα τούτο διότι ένιωθε ότι εξαπατήθηκε.» «Μάρτυρας: Δεν ήταν δήθεν έρευνα, είχε γίνει έρευνα και δεύτερον πίστευε ότι οι μετοχές ήταν στο όνομα της και τα ακίνητα ότι είναι δικά της. E. Έτσι αντιλήφθηκες εσύ; A. Αυτό μου ανέφερε. E. Θα ήταν παράλογο να μην αντιλαμβάνεσουν αυτό το πράγμα, ξέρεις πούλησα τα, δεν ήμουν μέτοχος όταν πουλήθηκαν, γνώριζα τα, αλλά ζητώ σου να κάμεις έρευνα. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Εννοεί ότι προσποιήτουν. Μάρτυρας: Δεν αντιλήφθηκα ότι προσποιήτουν τουλάχιστον και ήταν και θυμωμένη με αυτό που συνέβηκε, με αυτό που έμαθε, ότι όταν είδε την πινακίδα θύμωσε, διότι τα θεωρούσε δικά της. Και μετά από την έρευνα που εκάμαμε ότι μεταβιβάστηκαν οι μετοχές από το 2000 ότι τα ακίνητα πουλήθηκαν σε κάποιες άλλες εταιρείες, αντέδρασε.» Η μαρτυρία του κ.Δειλινού έχει δύο πτυχές. Συνίσταται, αφενός, στην πρωτογενή μαρτυρία που αφορά την εντύπωση που απεκόμισε ο ίδιος ο δικηγόρος για τη Σεβαστού και, αφετέρου στην εξ ακοής μαρτυρία που είναι η μεταφορά του λόγου της Σεβαστού όπως περιγράφει ότι εκφράστηκε στον ίδιο από την αποβιώσασα. Η εντύπωση που ο κ.Δειλινός απεκόμισε από τη συμπεριφορά της Σεβαστού είναι ότι δεν γνώριζε ότι από το 2000 δεν ήταν μέτοχος στην Εναγόμενη
  1. Σε υποβολή ότι η Σεβαστού τον επισκέφθηκε κατόπιν πιέσεως από τα παιδιά της για να κινήσει αγωγή, απάντησε: «E. Σου υποβάλλω ότι η κυρία Μαίρη Σεβαστού ήρθε κοντά σου συνοδευόμενη από τον γαμπρό της κατόπιν πιέσεως που ασκήθηκαν σε αυτήν από τα παιδιά της, την κόρη της και τον γιο της για να προχωρήσει με αυτήν την αγωγή. A. Όχι, δεν ήταν έτσι τα πράγματα, γνώριζε και η ίδια, όπως είπα πριν είχε διαύγεια, γνώριζε ακριβώς τι έκανε, παρόλο που είχε εγκεφαλικό, δεν ξέρω, είχε πρόβλημα με την ομιλία της, δύσκολα αντιλαμβανόσουν, αλλά γνώριζε ακριβώς και τι έκανε και τι ήθελε να κάνει και ήταν αναστατωμένη με αυτό που έμαθε, ότι τα ακίνητα αυτά πρόκειτο να πωληθούν, διότι πίστευε ότι οι μετοχές ήταν δικές της.» Ο κ.Δειλινός ήταν ένας καθ΄ όλα αξιόπιστος μάρτυρας. Είμαι πεπεισμένος ότι ο κ.Δειλινός μετέφερε τις περιστάσεις στο δικαστήριο όπως εντίμως θυμάται να διαδραματίστηκαν. Οι εντυπώσεις που μετέφερε στο δικαστήριο ήταν, πιστεύω, οι γνήσιες και ειλικρινείς εντυπώσεις που πράγματι απεκόμισε. Όμως, δεν είναι ο μάρτυρας ο κριτής της υπόθεσης. Ό,τι θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι πρωτογενείς ενέργειες και αντιδράσεις της Σεβαστού ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του εντύπωση αναφορικά με την ειλικρίνεια των αντιδράσεων της και κατ΄ ακολουθία την αλήθεια του λόγου της. Η μαρτυρία της Σεβαστού, που μετέφερε στο Δικαστήριο ο κ.Δειλινός, πέραν του σημείου που αφορούσε τη θέση της ότι κανένα χρηματικό ποσό δεν έλαβε για τις μεταβιβάσεις, δεν συνίστατο σε μαρτυρία γεγονότων αλλά στη γενική προβολή της θέσης ότι η Σεβαστού πίστευε ότι οι μετοχές ήταν δικές της. Η Σεβαστού δεν περιέγραψε γεγονότα στον κ.Δειλινό ούτε τι της είπε ο Εναγόμενος 2, ούτε πώς η ίδια ενήργησε. Τουλάχιστον τέτοια δεν μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον κ.Δειλινό. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η διάσταση του ζητήματος ας θεωρήσουμε ότι η Σεβαστού μαρτυρούσε στην υπόθεση. Η μαρτυρία της θα ήταν ότι πιστεύει ότι οι μετοχές είναι δικές της. Τίποτε άλλο. Ουσιαστικά ο κ.Δειλινός δεν μετέφερε στο Δικαστήριο κάποια δήλωση της Σεβαστού αλλά την εντύπωση που ο ίδιος απεκόμισε ότι η Σεβαστού πίστευε ότι οι μετοχές ήταν ακόμα δικές της. Όπως ο Ενάγοντας μαρτύρησε η Σεβαστού είχε πάθει εγκεφαλικό το
  2. Της προκάλεσε πρόβλημα στην ομιλία αλλά δεν είχε πάθει διανοητική ζημιά. Το ανέφερε και η ίδια στον κ.Δειλινό, αλλά και ο τελευταίος το αντιλήφθηκε από τον τρόπο της ομιλίας της. Δεν μιλούσε καλά. Ωστόσο, είχε διαύγεια και επιμονή μέχρι ο ακροατής της να αντιληφθεί αυτό που ήθελε να του πει. Επί του ζητήματος απάντησε ως εξής ο κ.Δειλινός: «E. Κατά το έτος του '09 πώς ήταν η κατάσταση υγείας της αποβιώσασας αν γνωρίζετε; A. Ήταν όπως ήταν και όταν ήρθε στο γραφείο κύριε Πρόεδρε, δυσκολευόσουν να αντιληφθείς, ήξερε τι έκανε, δυσκολευόταν να μιλήσει. Αν της έλεγες όμως θέλεις να πεις αυτό το πράγμα συμφωνούσε, αν διαφωνούσε θα σου έλεγε δεν είναι αυτό που θέλω να πω και επέμενε ώσπου να αντιληφθείς τι θέλει να σου πει.» Δεν διευκρινίστηκε πώς αποκομίστηκε η εικόνα της θέσης της. Της εγίνονταν ερωτήσεις ή εισηγητικές ερωτήσεις ή ερωτήσεις απάντησης του τύπου ναι ή όχι και έγνεφε ή αντιδρούσε σε κάτι που δεν της άρεσε; Επίσης δεν διευκρινίστηκε κάτω από ποιες περιστάσεις προέβαλε τη θέση ότι ουδέν εισέπραξε. Πότε είχε δώσει αυτή τη θέση και πότε είχε διαπιστωθεί ότι η πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση φερόταν να ήταν πώληση. Εάν ήταν κατά την πρώτη συνάντηση, ή προτού ο δικηγόρος διαπιστώσει ότι οι μεταβιβάσεις αφορούσαν σε πωλήσεις, τότε θα γεννάτο ζήτημα γιατί προέτρεξε να πει ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό. Το άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρει ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας. Στο εδάφιο 2 αναφέρονται περιστάσεις που το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη όταν αξιολογά τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία. Δεν ήταν εφικτό η Σεβαστού να κλητευτεί ως μάρτυρας κατά την ακρόαση της αγωγής αφού, όπως προειπώθηκε, είχε αποβιώσει. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ των συναντήσεων της Σεβαστού με τον κ.Δειλινό και του γεγονότος της μεταβίβασης από τη Σεβαστού στην Εναγόμενη 1 ήταν οκτώ χρόνια, δεν αποδίδω όμως ιδιαίτερη σημασία σε αυτό καθότι το ζήτημα ήταν τόσο ουσιαστικό για τη Σεβαστού που δεν τίθεται ζήτημα κακής θύμησης, τουλάχιστον επί των ουσιωδών γεγονότων, αλλά ειλικρίνειας και διάθεσης της να ομιλήσει την αλήθεια. Η δήλωση έγινε σε επίσκεψη της Σεβαστού στο δικηγόρο της με σκοπό την προώθηση υπόθεσης. Δεν επρόκειτο για δήλωση που έγινε σε ανύποπτο χρόνο αλλά σε περίσταση κατά την οποία η Σεβαστού, εάν είχε τη διάθεση, θα παραποιούσε την αλήθεια για να προωθήσει τα συμφέροντα της. Η εξ ακοής μαρτυρία που μετέφερε στο Δικαστήριο ο κ.Δειλινός ήταν πρώτου βαθμού αφού είχε ο ίδιος συνάντηση με τη Σεβαστού, δεν προκύπτει όμως πως οποιαδήποτε δήλωση της Σεβαστού μεταφέρθηκε επακριβώς στο Δικαστήριο. Ο κ.Δειλινός από όσα άκουσε στη συνάντηση με τη Σεβαστού στην οποία παρών ήταν και άλλο πρόσωπο και με τον τρόπο που συνεννοείτο μαζί της απεκόμισε εντυπώσεις τις οποίες μετέφερε με δικά του λόγια στο Δικαστήριο. Οσο και αν ο κ.Δειλινός ήταν ειλικρινής αναμφίβολα υπεισέρχεται το υποκειμενικό στοιχείο. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσήχθηκε η εξ ακοής μαρτυρία της Σεβαστού δεν διευκολύνει την ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της. Και τούτο γιατί δεν έχουμε αναφορά σε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να αντιπαραβληθούν με άλλους ισχυρισμούς ή αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης, αλλά μια γενική θέση. Μαρτύρησε ο Εναγόμενος 2 ότι ο ίδιος μαζί με τη Σεβαστού μετέβησαν την 1.3.2000 στο Κτηματολόγιο. Υπόγραψαν και οι δύο τα σχετικά έγγραφα και τα υπόβαλαν. Η υπάλληλος του Κτηματολογίου ρώτησε δύο φορές τη Σεβαστού κατά πόσο είχε πάρει τα χρήματα της και η Σεβαστού απάντησε θετικά. Είναι αδιαμφισβήτητο πως η μεταβίβαση από τη Σεβαστού στην Εναγόμενη 1 έγινε με πώληση. Δηλώθηκε πως το κάθε οικόπεδο είχε πωληθεί προς £20.
  3. Πέραν της θέσης της Σεβαστού ότι ουδέν ποσό εισέπραξε η θέση της ως προς τις υπόλοιπες παραμέτρους του ζητήματος παραμένει άγνωστη. Και επειδή απεβίωσε και δεν έχει παρελάσει από το εδώλιο του μάρτυρα για να αντεξεταστει, δεν μπορεί να εκλάβουμε οποιοδήποτε πιθανό σενάριο ως την εκδοχή της. Γνώριζε ότι δηλώθηκαν οι πωλήσεις για £20.000 και προσποιήθηκε κατά τη μεταβίβαση ότι εισέπραξε τα ποσά για να εξυπηρετήσει δικούς της σκοπούς. Γνώριζε αλλά παραπλανήθηκε από τον Εναγόμενο 2 ώστε να δηλώσει ότι τα εισέπραξε; Ρωτήθηκε πράγματι στο Κτηματολόγιο κατά πόσο είχε εισπράξει τα ποσά; Δεν αντελήφθηκε ότι οι μεταβιβάσεις που έκαμε ήταν στη βάση πωλήσεων; Όλα αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα δημιουργούν το βασικό ερώτημα ποια ήταν η εμπλοκή του Εναγόμενου 2 στο επιμέρους ζήτημα, τι επακριβώς του καταλογίζεται και τι στην ουσία αντιμετωπίζει και έπρεπε να υπερασπιστεί. Ο κ.Δειλινός είχε ερωτηθεί σχετικά. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Υποβάλλει ότι εκεί ερωτήθηκε τα συνήθη που ερωτά ο κτηματολογικός υπάλληλος κατά πόσο ο αγοραστής της κατέβαλε το τίμημα και απάντησε θετικά. Μάρτυρας: Δεν μου το ανέφερε. Κος Κιτρομηλίδης: Σου υποβάλλω ότι αυτό συνέβηκε. A. Δεν γνωρίζω.» Το Τεκμήριο 9 είναι φωτοαντίγραφο εγγράφου μεταβίβασης μετοχών στην αγγλική. Τιτλοφορείται «Instrument of Transfer». Ο Ενάγοντας το είχε ανεύρει στα έγγραφα που κατείχε η Σεβαστού και τέθηκε κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του από το δικηγόρο του ως το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών της μητέρας του που υπόγραψε μόνο ο Εναγόμενος
  4. Οι δικηγόροι των Εναγομένων έφεραν και οι δύο ένσταση στην καταχώρηση του φωτοαντιγράφου. Προδήλως δεν είχαν εκτιμήσει τη σημασία του. Γιατί το έγγραφο είναι έγγραφο μεταβίβασης μετοχών με το οποίο ο Εναγόμενος 2 φέρεται να μεταβιβάζει 4999 δικές του μετοχές της Εναγόμενης
  5. Το έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία ούτε αναγράφεται σε αυτό το όνομα του προσώπου που αποδέχεται τη μεταβίβαση «transferee». Είναι δηλαδή λευκό έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών του Εναγόμενου 2, γνωστό στους νομικούς και επιχειρηματικούς κύκλους ως «Blank Instrument of Transfer». Η σημασία του φωτοαντιγράφου είναι ότι βρισκόταν στην κατοχή της Σεβαστού. Δηλαδή η Σεβαστού είχε στην κατοχή της έστω φωτοαντίγραφο εγγράφου το οποίο παρουσίαζε τον Εναγόμενο 2 ως κάτοχο 4999 μετοχών της Εναγόμενης
  6. Ο Εναγόμενος 2 θα μπορούσε να είναι ο κάτοχος 4999 μετοχών μόνο εάν πέραν της μιας μετοχής που αρχικά κατείχε αποκτούσε τις 4998 μετοχές που αρχικά κατείχε η Σεβαστού. Πώς περιέπεσε το Τεκμ.9 στην κατοχή της Σεβαστού δεν μαρτυρήθηκε. Το Τεκμ.9 κατάρτισε ο Εναγόμενος 2 και εάν είχε εξαπατήσει τη Σεβαστού όπως προβάλλεται στην αξίωση, ποτέ δεν θα της το έδιδε. Η κατοχή εγγράφου από κάποιο πρόσωπο μπορεί να συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το πρόσωπο είναι γνώστης των γεγονότων που περιγράφει. Η Σεβαστού δεν ήταν αγράμματη, δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν απόφοιτος ιδιωτικής σχολής Γαλλικών γνωστής ως «Καλογριές». Σε κάθε περίπτωση η αναφορά στο έγγραφο αυτό στον αριθμό 4999 θα έθετε ερωτήματα στη Σεβαστού. Το ζήτημα της ανεύρεσης κάποιου εγγράφου στην κατοχή ενός προσώπου συζητείται στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ.Π.Κακογιάννη, παραγρ.18 - 15 και 18 - 37, ως προς το βαθμό που μπορούν να γίνονται δεκτά ως μαρτυρία προς την αλήθεια του περιεχομένου τους εναντίον του συγκεκριμένου προσώπου. Εδώ δεν τίθεται το ίδιο ζήτημα. Ότι ο Εναγόμενος 2 είχε καταστεί ο κάτοχος 4999 ή και του συνόλου των μετοχών της Εναγόμενης 1, είναι κοινό έδαφος. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η Σεβαστού το γνώριζε. Το ζήτημα εδώ είναι πιο απλό. Εφόσον η Σεβαστού κατείχε έγγραφο που φέρει τον Εναγόμενο 2 να συμπεριφέρεται ως ο κάτοχος 4999 μετοχών της Εναγόμενης 1, αυτό είναι μαρτυρία εναντίον της ότι γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 2 κατείχε τις μετοχές ή τουλάχιστον χρήζει κάποιας εξήγησης η θέση της ότι πίστευε ότι οι μετοχές της Εναγόμενης 1 της ανήκαν. Παραμένει κενό στη μαρτυρία πώς το απέκτησε, πώς εκτίμησε το έγγραφο αυτό και τι πράγματι αντιλήφθηκε από αυτό. Τα κενά αυτά αφήνουν αναπάντητα ερωτήματα και υποθετικές εξηγήσεις δεν μπορούν να προσμετρούν υπέρ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Η συνήθης χρήση ενός «Blank Instrument of Transfer» είναι για να κατέχεται από τον τελικό δικαιούχο (ultimate beneficiary) των μετοχών κάποιας εταιρείας ώστε, έχοντας την υπογραφή του εγγεγραμμένου μετόχου, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει τη μεταβίβαση των μετοχών στο δικό του όνομα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός. Για κάποια από τα σημεία για τα οποία διαπιστώθηκαν αδυναμίες στην υπόθεση του Εναγόμενου 2 λόγω απουσίας εξηγήσεων, ανάλογα ερωτηματικά παραμένουν αναπάντητα όταν οι περιστάσεις ιδωθούν από τη σκοπιά της πλευράς της Σεβαστού. Γιατί επέλεξε τον Εναγόμενο 2 και τον Α.Μιχαηλίδη ως αξιωματούχους της Εναγόμενης
  7. Ηταν πράγματι δική της επιλογή ή επείσθηκε από τον Εναγόμενο 2 και πώς; Γιατί παραχώρησε μια μετοχή στον καθένα; Δάνεισε πράγματι £30.000 στον Εναγόμενο 2; Και γιατί; Τι της παρέστησε; Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα συζητείται το ζήτημα της ψυχικής πίεσης. Είμαι της άποψης πως όπως δικογραφείται η βασική γραμμή της αξίωσης του Ενάγοντα δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα προς εξέταση. Η προβαλλόμενη θέση είναι ότι η Σεβαστού μεταβίβασε τα δύο οικόπεδα στην Εναγόμενη 1 γιατί πίστευε ότι ουσιαστικά η Εναγόμενη 1 της ανήκε. Τα οικόπεδα περιέπεσαν στον έλεγχο του Εναγόμενου 2 όχι γιατί η Σεβαστού πείστηκε να τα μεταβιβάσει σε εταιρεία που του ανήκε, αλλά γιατί ο Εναγόμενος 2 με δόλιο τρόπο είχε ήδη μεταβιβάσει τις μετοχές της Σεβαστού στην Εναγόμενη 1 στο δικό του όνομα. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 2 ο δικηγόρος του Ενάγοντα του έθεσε την εξής υποβολή: «Εγώ σου υποβάλλω ότι ουδέποτε της έδωσες αυτά τα λεφτά και γι΄ αυτό διαμαρτυρήθηκε η αποβιώσασα και στον κύριο Δειλινό». Η υποβολή παρουσιάζεται αντίθετη με τη βασική γραμμή της αξίωσης. Εάν η Σεβαστού πράγματι διαμαρτυρήθηκε γιατί ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε της έδωσε «αυτά τα λεφτά» αυτό θα πει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε υποχρέωση να της τα πληρώσει, δηλαδή είχαν συμφωνήσει για τα οικόπεδα όπως ο τελευταίος διατείνεται. Το απόσπασμα από τα πρακτικά που ακολουθεί, επιβεβαιώνει την προσέγγιση της πλευράς του Ενάγοντα: «E. Εγώ σας λέγω κύριε μάρτυς, η Μαίρη Σεβαστού δεν ήταν στο πνευματικό επίπεδο να αντιλαμβάνεται την αξία των ακινήτων και ότι εσείς της είπετε 20000 λίρες. A. Η κυρία Μαίρη Σεβαστού είχε διαύγεια πνεύματος, δεν ήταν του Πανεπιστημίου, αλλά είχε μόρφωση καλή και γνώριζε πολύ καλά και τις αξίες και τις πράξεις της. Δεν την επήρα εγώ με το ζόρι στο Κτηματολόγιο Λάρνακας να υπογράψει πώληση ακινήτου, μόνη της πήγε. E. Κύριε μάρτυς, εγώ σας υποβάλλω ότι τις 20000 λίρες εσείς της είπατε. Δικαστήριο: Κύριε Αριστοτέλους, τι εννοείτε τις 20000 εσείς της είπατε; Κος Αριστοτέλους: Για τίμημα, κύριε Πρόεδρε, των ακινήτων. Δικαστήριο: Αποδέχεστε ότι έγινε αγοραπωλησία μεταξύ τους; Κος Αριστοτέλους: Εγώ λέγω κύριε Πρόεδρε ότι είπε, πρότεινε τις 20000 λίρες, ότι δεν της τις έδωσε. Αυτή είναι η θέση η δική μας.» Τέτοια θέση δεν υποστηρίζεται από τα όσα ο κ.Δειλινός απεκόμισε από τις συναντήσεις που είχε με τη Σεβαστού. Περαιτέρω, εάν η πλευρά του Ενάγοντα θέτει με υποβολή του δικηγόρου της ζήτημα ότι το 2000, προτού η Σεβαστού υποστεί το εγκεφαλικό, δεν ήταν σε πνευματικό επίπεδο ώστε να αντιλαμβάνεται την αξία των ακινήτων, θα διερωτηθεί κάποιος ποια η κατάσταση της όταν το 2008 σε ηλικία 84 ετών και μετά το εγκεφαλικό έδιδε οδηγίες για την καταχώρηση της αγωγής. Κάτω από το σύνολο των περιστάσεων όπως έχουν αναφερθεί δεν αισθάνομαι ασφαλής στο να βασιστώ στην εξ ακοής μαρτυρία της Σεβαστού ώστε να αποδώσω στον Εναγόμενο 2 τα όσα του καταλογίζονται με την αξίωση. Ένα τελευταίο ζήτημα αφορά στη δικογραφία του Ενάγοντα. Η Εκθεση Απαίτησης έχει τα στοιχεία αφήγησης παρά να ανταποκρίνεται στις δικονομικές διατάξεις που διέπουν τη σύσταση ενός δικογράφου. Διαπιστώνονται θεμελιώδεις παραλείψεις, γιατί εφόσον ο Ενάγοντας επικαλείται απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις όφειλε να δώσει πλήρεις λεπτομέρειες. Η Δ.19, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι (σε δική μου μετάφραση): «Σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες το μέρος που δικογραφεί βασίζεται σε ψευδείς παραστάσεις, απάτη, παράβαση εμπιστευτικής θέσης, ηθελημένη παράλειψη, ή αθέμιτο επηρεασμό, πλήρεις λεπτομέρειες αυτών πρέπει να δηλώνονται στα δικόγραφα. Στην περίπτωση απάτης οι ισχυριζόμενες δόλιες πράξεις πρέπει να εκτίθενται ειδικά και πρέπει να υφίσταται ισχυρισμός ότι αυτές οι πράξεις έγιναν δόλια.» Στην Εκθεση Απαίτησης δεν καταγράφονται λεπτομέρειες απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων ή αθέμιτου επηρεασμού. Αναφέρεται στην παραγρ.8 ότι: «...Κατά ή περί τις 25-02-00, πριν ακόμη γίνει η μεταβίβαση δηλαδή των ακινήτων στην εναγόμενη 1 εταιρεία ως αναφέρεται ανωτέρω, ο εναγόμενος 2 υπέβαλε στον Εφορο Εταιρειών ως διευθυντής - αξιωματούχος της εναγόμενης 1 εταιρείας έγγραφο μεταβίβασης μετοχών Η.Ε.57 το οποίο υπέγραψε ο ίδιος και με το οποίο εν αγνοία της αποβιώσασας οι 4998 μετοχές της μεταβιβάζοντο στον ίδιο και πράγματι στις 28-02-00 μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο 2...». Περαιτέρω στην παραγρ.9 αναφέρεται ότι: «...Οταν τη συμβούλεψε να μεταβιβάσει τα ακίνητα στην εναγομένη 1 εταιρεία, ενήργησε από κοινού με την εναγόμενη 1 με πρόθεση καταδολίευσης και εξαπάτησης της αποβιώσασας προκειμένου να της αποσπάσουν τα ακίνητα. ... ο τελευταίος από μόνος του ή και μαζί με την εναγόμενη 1 την εκμεταλλεύτηκαν και κατάφεραν να γίνουν με πλάγιο και δόλιο τρόπο ιδιοκτήτες των ακινήτων. Ποτέ δεν υπήρχε πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου 2 ή και των εναγομένων 1 και 2 να καταστήσουν την αποβιώσασα κύρια μέτοχο της εναγόμενης 1 εταιρείας...». Ακόμα και αν δεν είναι απαραίτητο να καταγράφονται λεπτομέρειες κάτω από επικεφαλίδα, π.χ. «Λεπτομέρειες δόλου του Εναγόμενου» και να απαριθμούνται, αναμφίβολα όταν καταλογίζεται δόλος πρέπει να υπάρχουν ξεκάθαροι και διακριτοί ισχυρισμοί δόλου στη δικογραφία και παρά το ότι δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιείται η λέξη δόλος τα γεγονότα πρέπει να παρατίθενται με τρόπο ώστε να δείχνουν διακριτά ότι καταλογίζεται δόλος. Δεν επιτρέπεται ο δόλος να αφήνεται να εξάγεται (inferred) από τα γεγονότα που δικογραφούνται και λεπτομέρειες πρέπει να δίδονται των ενεργειών που κατ΄ ισχυρισμόν είναι δόλιες. Γενικοί ισχυρισμοί, όσο δυνατή γλώσσα και αν χρησιμοποιείται, είναι ανεπαρκείς για να συνίστανται σε ισχυρισμό δόλου που το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει (βλ. Βullen & Leakes Precedents of Pleadings, 10η έκδ., σελ. 341). Εν κατακλείδι το στίγμα της υπόθεσης μπορεί να περιγραφεί ως ακολούθως: Τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης θα έκαναν τον αντικειμενικό παρατηρητή που θα ήταν υποχρεωμένος να στοιχηματίσει τι στην πραγματικότητα συνέβηκε, να στοιχηματίσει ότι ο Εναγόμενος 2 καταδολίευσε τη Σεβαστού. Πέραν τούτου με τη μαρτυρία που πρόσφερε η πλευρά του Ενάγοντα δεν απέσεισε το βάρος που είχε να αποδείξει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι έτσι έγινε. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε δεν είχε ουσιαστική αποδεικτική αξία. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 θα πρέπει να απορριφθεί. Η υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εφόσον αποδεικνύετο ότι η αρχική μεταβίβαση από τη Σεβαστού στην Εναγόμενη 1 έγινε με δόλιο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση η υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 βασίζεται στην τιμή που δηλώθηκε ως τιμή πώλησης από την Εναγόμενη 1 προς τις Εναγόμενες 3 και
  8. Όπως ανέφερε ο Ενάγοντας, χωρίς προς τούτο να αμφισβητηθεί, η πώληση του τεμαχίου 364 δηλώθηκε στις €153.774,12 και του τεμ. 367 στις €136.688,11 ενώ το Κτηματολόγιο τα είχε εκτιμήσει και εισέπραξε δικαιώματα στην τιμή των €400.000 έκαστο. Παρατηρώ ότι η μαρτυρία αφορά στην τιμή που δηλώθηκαν οι πωλήσεις. Περαιτέρω σημειώνω ότι οι πωλήσεις προς τις Εναγόμενες 3 και 4 απέχουν χρονικά οκτώ και πλέον έτη από την αρχική μεταβίβαση που κατ΄ ισχυρισμό επιτεύχθηκε με δόλιο τρόπο. Οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν στις 26.3.2008 και δεν φαίνεται να συνδέονται με το γεγονός της ανακίνησης του θέματος με την επίσκεψη της Σεβαστού στο γραφείο Δειλινού και τα όσα ακολούθησαν αφού, όπως ο ίδιος ο δικηγόρος ανάφερε, η επίσκεψη αυτή ήταν περί το δεύτερο 6μηνο του
  9. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι στην παραγρ.11 της Εκθεσης Απαίτησης δικογραφείται πως τις ταμπέλλες στα οικόπεδα είδε ο γαμπρός της Σεβαστού τον Δεκέμβριο του
  10. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων άλλο όμως από αυτό των Εναγομενων 3 και 4 που επίσης είχαν κοινή εκπροσώπηση και θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.).......................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.