ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ.Αγωγής 2831/2014, 23/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 2831/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- ΜΑΡΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
- ΚΥΡΙΑΚΗ (ΚΑΚΙΑ) ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΥΛΙΔΗ άλλως ΚΑΚΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ
- ΝΤΙΝΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
- ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 17.2.2015 Ημερ.: 23.7.2015 Για τους Εναγόμενους 1 - 6, Αιτητές: κα Μ.Αγαθοκλέους για George Pamboridis LLC Για την Ενάγουσα, Καθ΄ ης η Αίτηση: κ.Δ.Σύζινος για Δ.ΣΥΖΙΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 26.11.2014 με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Mε αυτή η Ενάγουσα Τράπεζα, στην οποία το 2013 μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, αξίωνε από τους Εναγόμενους ποσό €1.258.884,76 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας δανείου ή και γραμματίου ή και πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. κατά ή περί την 31.7.
- Ο Εναγόμενος 1 εναγόταν ως πρωτοφειλέτης και οι Εναγόμενοι 2 - 6 ως εγγυητές των υποχρεώσεων του δυνάμει συμβάσεων εγγυήσεως της ιδίας ημέρας. Εναντίον της Εναγόμενης 3 αξιωνόταν περαιτέρω διάταγμα εκποίησης υποθήκης που αυτή συνέστησε ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου
- Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 2 - 6 την 12.1.2015 και στον Εναγόμενο 1 την 23.1.
- Ουδείς καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, οπόταν, την 23.1.2015 και 3.2.2015 αντίστοιχα η Ενάγουσα καταχώρησε αιτήσεις για απόφαση εναντίον τους. Την 5.2.2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων για το ποσό €1.258.884,76 πλέον τόκους και έξοδα και περαιτέρω διατάχτηκε εναντίον της Εναγόμενης 3 η εκποίηση της υποθήκης. Την 17.2.2015 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι εξαιτούνται διάταγμα που να ακυρώνει ή/και παραμερίζει την εκδοθείσα απόφαση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 17.2.2015, του Εναγόμενου
- Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με έξι λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Διαβεβαίωση ημερ. 20.3.2015, του Νικόλα Μορφίτη, υπαλλήλου της Τράπεζας. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17, Θ. 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί ότι: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» ´Oπως λέχθηκε στην Ioannis Kotsapas and Sons Limited v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)A.A.Δ. 317, ο αντίστοιχος αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην Demetrios A. Demetriades v. Nicolas Yiangou
(1978)1 J.S.C. 143, 149 αναφέρθηκε ότι οι αγγλικές αποφάσεις αποτελούν ασφαλή και πολύτιμη καθοδήγηση για εμάς. Στην Evans v. Bartlam
(1937)All E. R. 646 και
(1937)A. C. 473, 479, η οποία θεωρείται η κλασσική απόφαση στο θέμα που εξετάζω και έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρεται ότι: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgment was obtained regularly there must be an affidavit of merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Περαιτέρω, στη σελίδα 489, ακολουθώντας την Watt v. Barnett 32 Q.B.D. 363, αναφέρεται ότι: «In case like the present, there is a judgment, which, though by default, is a regular judgment, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits to which the Courts should pay heed.» Στην Christoforou v. Kyriacoulli
(1963)2 A.A.Δ. 159, 161, αναφέρεται ότι: «The onus rests upon the applicant, however, to satisfy the Court that there is substance in the litigation which the setting aside of the judgment will, necessarily, re-open. The plaintiff, by taking the proper steps under the Rules, satisfied the Court, not only of defendant's default, but also of the merits of his claim to the extent of being entitled to judgment. Having obtained such judgment, the plaintiff is entitled to retain it unless the defendant can show (in addition to explaining this default) that there is merit in his case sufficient to justify re-opening of the litigation.» Σχετικά με το θέμα που εξετάζω είναι και η παραπομπή στον Odger´s Principles of Pleading & Practice, 19η έκδοση, σελ. 66, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «But before granting any application to set aside a judgment regularly obtained (i.e. strictly in compliance with the rules) the Court will require to be satisfied not only that the defendant has some reasonable excuse, e.g. illness, for failing to enter an appearance, but also as to his "merits" i.e. that in the action itself there is some prospect of his being at least partly successful». Στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπη Στρητς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, 31 αναφέρεται πως: «. Το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτη όψεως καλή υπεράσπισης». Στην Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κ. Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, 1106 αναφέρεται ότι: «Αναφορικά με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο απλός ισχυρισμός του εφεσείοντος ότι εξόφλησε του εφεσίβλητους. είναι γενικός και αόριστος, αφού δεν παρουσιάζει στοιχεία αναφορικά με το ποιος πως και πότε εξοφλήθηκε το χρέος. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. . η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μας βρίσκει σύμφωνους. Ο εφεσείων είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του. Η αοριστία όμως του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλή υπεράσπισης.» Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793 αναφέρεται πως η αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Υιοθετείται (στη σελ. 799) απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση όπου αναφέρεται: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Στην Δωρίτης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 314, 318, αναφέρεται ότι: «Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, απαιτείται από τον εναγόμενο αιτητή να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχει ως πρωταρχικό, όπως χαρακτηρίστηκε παράγοντα, την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. .........................................................................................Το πρωτόδικο δικαστήριο, περαιτέρω, ασχολήθηκε και με την προτεινόμενη «υπεράσπιση και ανταπαίτηση», δικόγραφο το οποίο τελικώς δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για να καταλήξει ότι δεν στοιχειοθετείται, και ορθώς κατά την άποψη μας, θέμα υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής, η οποία εδραζόταν σε συμφωνία δανείου. Σε συνάρτηση με τον προβληθέντα ισχυρισμό για χρέωση υπερβολικού ποσού τόκου, το δικαστήριο θεώρησε, και ορθώς, ότι δεν είχε από πλευράς εφεσείοντα προσκομισθεί οποιοδήποτε αποδεκτικό στοιχείο που να δικαιολογεί αυτή την προσέγγιση». Είναι λοιπόν καθαρή η νομική πλευρά της υπό κρίση Αίτησης. Ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υποθέσεως εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (prima facie defence on the merits). Αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Εάν δεν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας ή δεν τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να καθιστούν δίκαιο να επιτραπεί στον αιτητή να προβάλει την υπεράσπιση του δεν δικαιολογείται να επανανοίξει η υπόθεση. Οι μόνες παραγράφοι της Ενορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 5 που επιχειρούν να προβάλουν ζήτημα της υπεράσπισης επί της ουσίας είναι οι 11, 12 και 14, όπου αναφέρονται τα εξής: «
- Εχω αναγνώσει την Εκθεση Απαίτησης επί του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και απορρίπτω τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται σε αυτή ειδικότερα τους ισχυρισμούς σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, τις χρεώσεις των τόκων και των άλλων ποσών.
- Είναι ο ισχυρισμός όλων των Εναγομένων ότι έχουμε καλή υπεράσπιση στην αγωγή για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω και ότι το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να μας δώσει την ευκαιρία να την προβάλουμε. .........................................................................................
- Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας και εξ όσων ο ίδιος πιστεύω προσωπικά, έχουμε καλή υπεράσπιση στην αγωγή, και θα ήταν προς το συμφέρον της δίκαιης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραμερισθεί η απόφαση στην αγωγή και να μας δοθεί το δικαίωμα να προβάλουμε την υπεράσπιση μας.» Αναφέρεται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούσαν και εξακολουθούν να αμφισβητούν την απαίτηση (παραγρ.4) και παρά το ότι διατείνονται (παραγρ.5) ότι εξήγησαν στον κ.Πάμπο Χαραλάμπους, περιφερειακό διευθυντή της Τράπεζας στη Λάρνακα, ποια ήταν η διαφωνία τους σε σχέση με την απαίτηση, δεν παραθέτουν στην υποστηρικτική της Αίτησης Ενορκη Δήλωση ποια ήταν η διαφωνία τους. Η αναφορά (παραγρ.7) σε «επιχειρηματικό σχέδιο», το οποίο και επισυνάπτεται, δεν εξηγήθηκε πώς μπορεί να συνδέεται με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης επί της ουσίας στην απαίτηση της Τράπεζας, διερχόμενος δε το πολυσέλιδο έγγραφο δεν διαπιστώνω οτιδήποτε το συναφές. Η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Δεν είναι αρκετό οι Εναγόμενοι απλά να προβάλλουν τη θέση ότι αμφισβητούν «... τους ισχυρισμούς σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, τις χρεώσεις των τόκων και των άλλων ποσών.» 'Οφειλαν να εξηγήσουν ποιο μέρος του επιδικασθέντος ποσού αμφισβητούν και ποιο μέρος των χρεωθέντων τόκων με παραπομπή σε λεπτομέρειες, ενδεχομένως συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, εφαρμοσθέντα επιτόκια και τρόπο υπολογισμού του τόκου. Στην Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, 209 γίνεται αναφορά στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο ζήτημα. Αναφέρεται ότι: "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice." Οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ούτε έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να καθιστούσαν δίκαιο το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο