← Κύπρος

YURI CHORNOSHTAN ν. PANDECTS COMPANY LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 3074/2014, 7/4/2015

YURI CHORNOSHTAN ν. PANDECTS COMPANY LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 3074/2014, 7/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 3074/2014 Μεταξύ: YURI CHORNOSHTAN Eνάγοντα και

  1. PANDECTS COMPANY LIMITED
  2. OLEG KOSTAREV
  3. ΔΗΜΟΣ ΚΑΖΑΚΟΣ
  4. PILATUS GROUP LIMITED
  5. PILATUS HOLDINGS LIMITED
  6. Α.Α.ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΕΠΕ
  7. KOSAREVA IRINA Eναγομένων Αίτηση ημερ. 19.12.2014 Ημερ. 7.4.2015 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ.Παυλίδης για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 7 -Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ.Ραφαήλ για Ι.Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή καταχωρίστηκε την 19.12.2014 με Κλητήριο Ενταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο και παρά την πάροδο πέραν των τριών μηνών από τότε δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Στρέφεται κατά επτά φυσικών και νομικών προσώπων και έχει ως αντικείμενο 500 μετοχές της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Οι εξαιτούμενες στη Γενική Οπισθογράφηση θεραπείες θα γίνουν καλύτερα κατανοητές αφού παρατεθεί η ουσία της διαφοράς, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Ενορκης Δήλωσης του Ενάγοντα ημερ. 19.12.2014, που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, που καταχωρίστηκε αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής. Σύμφωνα με αυτή, ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος 2 και κάποιος Tilman Vladimir Germanovich στα πλαίσια των κοινών επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων αγόρασαν το 76% των μετοχών της Βουλγαρικής εταιρείας Vipom AD. Η αγορά έγινε μέσω δύο κυπριακών εταιρειών που συστάθηκαν προς το σκοπό αυτό. Την Εναγόμενη 1 που απέκτησε το 49% των μετοχών της Vipom AD και της N & A Company Ltd που απέκτησε το 27% των μετοχών της Vipom AD. Ο Tilman ήταν ο μοναδικός μέτοχος, ή τελικός δικαιούχος των μετοχών της N & A Company Ltd, ενώ ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 ήταν οι τελικοί δικαιούχοι του 50% έκαστος των μετοχών της Εναγόμενης
  8. Οι μετοχές της Εναγόμενης 1 ήταν 1000, επομένως ο Ενάγοντας ήταν ο τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης
  9. Για την αγορά του 76% του μετοχικού κεφαλαίου της Vipom AD καταβλήθηκε το ποσό των Δολ.Αμερ.2.000.000, και ο Ενάγοντας πλήρωσε το ποσό των Δολ.Αμερ.600.000 που του αναλογούσε. Η αξία της Vipom AD ανέρχεται σήμερα σε μερικά εκατομμύρια δολλάρια. Για τη σύσταση των δύο κυπριακών εταιρειών η Εναγόμενη 7, αντιπρόσωπος της Τράπεζας «Zurich» που εργαζόταν στην Κύπρο, είχε συστήσει το δικηγορικό γραφείο του κ.Νίκου Κλεάνθους στη Λάρνακα που διεκπεραίωσε όλα τα σχετικά. Οι μετοχές του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 1 ενεγράφησαν στο όνομα κάποιας Παναγιώτας Παντελή και οι μετοχές του Εναγόμενου 2 στο όνομα κάποιας Αγγέλας Προδρόμου, οι οποίες τις κατείχαν για λογαριασμό του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 αντίστοιχα. Με συμφωνία ημερ. 23.4.2002 ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος 2 και ο Tilman συμφώνησαν ότι όλα τα σχετικά έγγραφα θα κατείχε ο Εναγόμενος 2 που θα ήταν και το πρόσωπο το οποίο θα επικοινωνούσε με το δικηγόρο κ.Ν.Κλεάνθους αναφορικά με όλα τα θέματα που σχετίζονταν με τη διαχείριση των δύο κυπριακών εταιρειών. Η συμφωνία θα μπορούσε να ανακληθεί μόνο με τη σύμφωνο θέση και των τριών συμβαλλομένων. Μετά το 2012 οι σχέσεις του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο 2 ψυχράνθηκαν και χειροτέρευσαν μέσα στο 2004 με αποτέλεσμα την πρόκληση προβλημάτων στη λειτουργία των κοινών τους επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το καλοκαίρι του 2014 ο Ενάγοντας έμαθε ότι η διαχείριση των κυπριακών εταιρειών είχε μεταφερθεί από το δικηγορικό γραφείο του κ.Ν.Κλεάνθους στο δικηγορικό γραφείο Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ (Εναγόμενοι 6). Ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή ημερ. 20.8.2014 προς τους κ.κ.Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ ζητώντας ανάκληση των πληρεξουσίων που είχαν δοθεί προς τον Εναγόμενο 2 από την Εναγόμενη 1, πληροφορώντας τους δικηγόρους ότι ο Εναγόμενος 2 είχε προβεί ή θα προέβαινε σε ενέργειες για να αποξενώσει τις μετοχές της Εναγόμενης 1, των οποίων ο ίδιος ήταν ο τελικός δικαιούχος. Οι δικηγόροι με επιστολή τους ημερ. 21.8.2014 τον πληροφόρησαν ότι πουθενά δεν φαινόταν ότι ο ίδιος ήταν ο τελικός δικαιούχος οποιωνδήποτε μετοχών της Εναγόμενης
  10. Ακολούθησε περαιτέρω αλληλογραφία με τις ίδιες εξηγήσεις και ότι ο μοναδικός τελικός δικαιούχος των μετοχών της Εναγόμενης 1 ήταν ο Εναγόμενος
  11. Ο Ενάγοντας επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο περί λάθους το οποίο θα διευθετούσε, στη συνέχεια όμως έπαψε να απαντά στα τηλεφωνήματα του. Αντιπρόσωπος του Ενάγοντα, κάποιος Stanistav Tikhonov, είχε την 2.12.2014 συνάντηση με το δικηγόρο κ.Ανδρέα Γεωργίου, του δικηγορικού γραφείου Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι είχε οδηγίες να προχωρήσει στη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 1, όμως θα σταματούσε τη διαδικασία έως ότου ξεκαθαρίσει το ζήτημα μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου
  12. Επισυνάπτεται (YC 6) ηλεκτρονικό μήνυμα των κ.κ.Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ ημερ. 3.12.2014 στο οποίο αναφέρεται ότι έχουν παγοποιήσει τα πάντα αναφορικά με την Εναγόμενη 1, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ότι υφίσταντο οδηγίες για μεταβίβαση των μετοχών της. Σύμφωνα με έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών ημερ.17.12.2014, διευθυντής της Εναγόμενης 1 είναι ο Εναγόμενος 3 και γραμματέας η Eναγόμενη 5 εταιρεία, οι οποίοι διορίστηκαν στις 18.12.
  13. Μέτοχος των 1000 μετοχών της Εναγόμενης 1 παρουσιάζεται από 3.2.2014 ο Εναγόμενος
  14. Προηγούμενοι μέτοχοι ήταν από 18.12.2006 οι Εναγόμενες εταιρείες 4 και 5 με 500 μετοχές η καθεμιά. Προς υποστήριξη της θέσης του ότι είναι ο τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης 1, ο Ενάγοντας παρουσιάζει φωτοαντίγραφο εγγράφου (YC 12) που ο κ.Ν.Κλεάνθους προμήθευσε το δικηγόρο του κ.Γ.Καραπατάκη. Πρόκειται για αίτηση που ο κ.Ν.Κλεάνθους καταχώρησε στην Κεντρική Τράπεζα στις 29.10.2001 προτού εγγραφεί η Εναγόμενη 1, στο οποίο φαίνεται ότι τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης 1 θα ήταν ο Ενάγοντας και τις μετοχές αυτές θα κατείχε ως καταπιστευματοδόχος η Παναγιώτα Παντελή. Ακολουθεί επιστολή ημερ. 8.11.2001 της Κεντρικής Τράπεζας προς τον κ.Ν.Κλεάνθους (YC 13), στην οποία αναφέρεται ότι παραχωρείτο η άδεια για την έκδοση χιλίων μετοχών από την Εναγόμενη 1 οι οποίες θα κατέχονταν 500 από την Παναγιώτα Παντελή ως καταπιστευματοδόχο για δικαιούχο που διαμένει εκτός Κύπρου και 500 από την ΄Αγγελα Προδρόμου επίσης ως καταπιστευματοδόχο για δικαιούχο που διαμένει εκτός Κύπρου. Με την αγωγή αξιώνονται αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 - 5 για δόλο και απάτη προς το σκοπό αποξένωσης των μετοχών του Ενάγοντα και περαιτέρω εναντίον των Εναγομένων 3 - 5 για παράβαση καταπιστεύματος και θέσμιου καθήκοντος. Ζητείται αναγνωριστική απόφαση ότι ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος των 500 μετοχών της Εναγόμενης 1 που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του Εναγόμενου 2 και διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη η μεταβίβαση τους στο όνομα του τελευταίου που έγινε περί την 3.2.
  15. Ακόμη, να διαταχθούν οι Εναγόμενοι 1 - 3 και να εξουσιοδοτηθεί ο Ενάγοντας όπως υπογράψουν κάθε απαραίτητο έγγραφο ούτως ώστε να μεταβιβαστούν οι 500 μετοχές στο όνομα του Ενάγοντα και περαιτέρω να διαταχθεί ο Εναγόμενος 3 να υπογράψει κάθε απαραίτητο έγγραφο ώστε να παραιτηθεί ή παυθεί από διευθυντής της Εναγόμενης
  16. Ζητείται ακόμη διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 - 3 από του να αλλάξουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς ή τη μετοχική δομή της Εναγόμενης 1 εκτός με οδηγίες του Ενάγοντα ή δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αξιώνονται και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Τέλος, αξιώνονται εναντίον όλων των Εναγομένων διατάγματα αποκάλυψης. Ζητείται να αποκαλυφθεί με ένορκη δήλωση: «...ποιος ή ποιοι είναι ο ή οι τελικοί πραγματικοί μέτοχοι (ultimate beneficial owners) της Εναγόμενης 1 και / ή τα οποιαδήποτε έγγραφα και / ή συμφωνίες και / ή αλληλογραφία έχει υπογραφτεί και / ή ανταλλαχθεί με την Εναγόμενη 1, και / ή τον Εναγόμενο 2 και/ ή τους τελικούς πραγματικούς μετόχους της Εναγόμενης 1 αναφορικά με την έκδοση και μεταβίβαση των 1.000 μετοχών της Εναγόμενης 1». Ακόμα, να αποκαλύψουν και να επισυνάψουν σε ένορκη δήλωση τα έγγραφα που είναι στην κατοχή και τον έλεγχο τους, τα οποία: « (α) σχετίζονται και/ή δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς της Εναγομένης 1, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους, όπως και σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deed). (β) αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ΄ ολοκλήρου ή εν μέρει και ωφέλιμα στην Εναγόμενη 1 και τα σχετικά εταιρικά έγγραφα αναφορικά με το άνοιγμα ή την διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και τα πλήρη στοιχεία αυτών και τραπεζικές καταστάσεις και/ή άλλα έγγραφα όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών. (γ) όλες τις οδηγίες που έλαβαν οι Εναγόμενοι 1, 3, 4, 5, 6 και 7 ή οποιοσδήποτε από αυτούς από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο (συμπεριλαμβανομένου email, fax ή άλλου μέσου) αναφορικά με την διαχείριση της Εναγομένης 1 και την μεταβίβαση των μετοχών περιλαμβανομένης της προτιθέμενης μεταβίβασης των 1.000 μετοχών από τον Εναγόμενο
  17. (δ) οιανδήποτε περιουσία κινητή ή ακίνητη κατέχει και/ή κατείχε η Εναγόμενη 1 τόσο στην Κύπρο όσο και στην Βουλγαρία.» Οι εξαιτούμενες στην Αίτηση θεραπείες και εκδοθέντα διατάγματα υπό παραγρ. Γ, Δ και Ε αφορούσαν στην επίδοση της αγωγής και της ίδιας της Αίτησης στον Εναγόμενο 2 και οδηγίες ως προς τη δυνατότητα του να εμφανιστεί στη διαδικασία. Τα συγκεκριμένα διατάγματα δεν ήταν ενδιάμεσα ή προσωρινά. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την 7.1.2015 σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων στην αγωγή. Τούτου δοθέντος και του γεγονότος ότι στους λόγους ένστασης στην καταχωρηθείσα Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης δεν εγείρεται το ζήτημα, αλλά ούτε και στη νομική βάση της Ενστασης γίνεται επίκληση των Διαταγών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν το ζήτημα της υποκατάστατης επίδοσης στο εξωτερικό το ζήτημα δεν χρειάζεται να απασχολήσει περισσότερο. Η εξαιτούμενη θεραπεία υπό παραγρ. Στ αφορά στην απαγόρευση αποξένωσης από τον Εναγόμενο 2 των 500 μετοχών της Εναγόμενης 1 που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του και των οποίων ο Ενάγοντας είναι, κατ΄ ισχυρισμό, ο τελικός δικαιούχος. Η εξαιτούμενη θεραπεία υπό παραγρ. Ζ αφορά στην απαγόρευση αποξένωσης των ιδίων μετοχών από την Εναγόμενη 1 (εναντίον των Εναγόμενων 3 και 4 η Αίτηση αποσύρθηκε). Μονομερώς χορηγήθηκε μόνο η θεραπεία υπό παραγρ. Στ. Οι εξαιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Α και Β αφορούν διατάγματα αποκάλυψης ταυτόσημα με αυτά που αξιώνονται με την αγωγή και καταγράφονται πιο πάνω. Αρχικά η Αίτηση ορίστηκε για επίδοση και το εκδοθέν διάταγμα επιστρεπτέο την 7.1.
  18. Ο λόγος που δεν ορίστηκαν εντός οκτώ ημερών όπως συνηθίζεται, ήταν γιατί, όπως σημειώνεται και στο πρακτικό της 19.12.2014, ο Εναγόμενος 2 διέμενε στο εξωτερικό. Οι Εναγόμενοι 3 - 6 καταχώρησαν την 2.3.2015 Ενορκη Δήλωση Αποκάλυψης και η Αίτηση εναντίον τους αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στην ολότητα της την ίδια ημέρα κατόπιν αδείας που ζήτησε ο Ενάγοντας ο οποίος είχε ικανοποιηθεί. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 7 ζήτησαν διαδοχικά στις 7.1.2015, 29.1.2015 και 24.2.2015 αναβολή για να καταχωρήσουν την ένσταση τους. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης καταχωρίστηκε την 26.2.
  19. Περιλαμβάνει οκτώ λόγους ένστασης και υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 26.2.2015 της κας Αλέκας Φασιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Η κα Φασιανού ορκίστηκε την Ενορκη Δήλωση στη βάση πληροφοριών και εγγράφων που έλαβε από τον Εναγόμενο 2 και την Εναγόμενη 7, καθότι ο Εναγόμενος 2 διαμένει μόνιμα στη Μόσχα. Είναι η θέση των Εναγομένων 2 και 7 ότι ο Ενάγοντας ουδεμία σχέση, ανάμιξη ή συμμετοχή είχε με το ζήτημα της αγοράς των μετοχών της Vipom AD, ούτε συνείσφερε οιοδήποτε ποσό. Ότι το ζήτημα αφορούσε μόνο τον Εναγόμενο 2 και τον Tilman και ότι η Εναγόμενη 1 ήταν εξ υπαρχής της απόλυτης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  20. Ο λόγος που υπήρχαν δύο μέτοχοι, η Παναγιώτα Παντελή και η Αλέκα Προδρόμου, δεν ήταν για να κατέχουν ως καταπιστευματοδόχοι τις μετοχές δύο τελικών δικαιούχων αλλά μόνο του ιδίου, και τούτο συνεπεία λανθασμένης νομικής συμβουλής του κ.Ν.Κλεάνθους, ότι δεν ήταν δυνατή η κατοχή των μετοχών μιας εταιρείας από ένα μόνο πρόσωπο. Οι Εναγόμενοι 2 και 7 αγνοούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κ.Ν.Κλεάνθους παρέλαβε αντίγραφο του διαβατηρίου του Ενάγοντα και συστατικής γι΄ αυτόν επιστολής, ούτε γνωρίζουν γιατί υπέβαλε στην Κεντρική Τράπεζα την αίτηση ημερ. 29.10.
  21. Είναι η θέση του Εναγόμενου 2 ότι η επικαλούμενη από τον Ενάγοντα συμφωνία ημερ. 23.4.2002 είναι προϊόν πλαστογραφίας και προβάλλει άλλη συμφωνία ημερ. 21.8.2012 (ΑΦ 16) στην οποία φέρεται ο Ενάγοντας να έχει δηλώσει, μεταξύ άλλων, ότι δεν είναι μέτοχος ή δικαιούχος της Εναγόμενης
  22. Αναφορικά με το ζήτημα της αυθεντικότητας της συμφωνίας ημερ. 21.8.2012, τόσο ο Ενάγοντας όσο και η κα Α.Φασιανού καταχώρησαν Συμπληρωματικές Ενορκες Δηλώσεις ημερ. 13.3.2015 και 20.3.2015 αντίστοιχα. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου 2 ότι η διαχείριση των δύο κυπριακών εταιρειών μεταφέρθηκε από το δικηγορικό γραφείο του κ.Ν.Κλεάνθους στους κ.κ. Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ για λόγους που αφορούσαν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ακόμα ότι η Εναγόμενη 4 εταιρεία θα εγγραφόταν ως η μοναδική εγγεγραμμένη μέτοχος της Εναγόμενης 1 για περιορισμό των εξόδων, αλλά επειδή το καταστατικό της τελευταίας προνοούσε για δύο μετόχους, προστέθηκε και η Εναγόμενη 5 εταιρεία ως δεύτερη εγγεγραμμένη μέτοχος. Τον Φεβρουάριο του 2014 ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από τον κ.Α.Γεωργίου όπως οι μετοχές της Εναγόμενης 1 εγγραφούν στο όνομα του για λόγους που αφορούσαν ζήτημα επικείμενης νομοθεσίας στη Ρωσία. Στις 28.4.2014 ζητήθηκε από τον κ.Α.Γεωργίου οι μετοχές να μεταβιβαστούν σε συγκεκριμένη εταιρεία, η οποία όμως «δεν πέρασε τη δοκιμή due diligence, στην οποία την υπέβαλε ο διαχειριστής και διευθυντής της Εναγόμενης 1». Το ίδιο συνέβηκε και τον Μάϊο του 2014 όταν ζητήθηκε όπως οι μετοχές μεταβιβαστούν σε άλλη συγκεκριμένη εταιρεία. Τον Νοέμβριο του 2014 ανέκυψε ανάγκη ενεχυρίασης των μετοχών της Εναγόμενης 1 για λόγους που περιγράφονται. Πιθανολογεί ο Εναγόμενος 2 ότι ο Ενάγοντας επιδιώκει να καταστεί μέτοχος στην Εναγόμενη 1 για να αποκτήσει οικονομικά πλεονεκτήματα και να αποστερήσει τον Εναγόμενο 2 από τη δυνατότητα να ενεχυριάσει τις μετοχές προς εξασφάλιση χρέους που αρχικά επιβάρυνε εταιρεία συμφερόντων του Ενάγοντα και σήμερα επιβαρύνει εταιρεία απόλυτης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  23. Σκοπός του Ενάγοντα, αναφέρει, είναι μεταξύ άλλων η διάσυρση και δυσφήμιση του Εναγόμενου 2 σε συνεργάτες του και σε οικονομικούς κύκλους στη Ρωσία. Ο Ενάγοντας έχει αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα σε συνεταίρους του Εναγόμενου 2 στο οποίο παρουσιάζει με παραπλανητικό τρόπο τις εξελίξεις στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας έχει διαδώσει ότι ο Εναγόμενος 2 απέκτησε τη ρουμανική υπηκοότητα και ότι έτσι θα απεγκλωβιζόταν από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στη Ρωσία. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συνυπάρχουν για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 επανατοποθετήθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ.Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι (σε μετάφραση): «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. ακόμα Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121). Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι. Ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Όπως προκύπτει από τις αρχές της νομολογίας το Δικαστήριο δεν θα πρέπει, αλλά ούτε και μπορεί να καταλήξει σε εύρημα αναφορικά με το θεμελιώδες για την αγωγή ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή ο Ενάγοντας είναι πράγματι ο τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης
  1. Παρά το ότι οι δικηγόροι των διαδίκων παραθέτουν στις γραπτές τους αγορεύσεις τις αρχές που διέπουν την κρίση των ζητημάτων, παρασύρονται και με ζήλο επιδίδονται, προβαίνοντας σε επιχειρηματολογία και εισηγήσεις αναφορικά με τη βαρύτητα που θα πρέπει να δοθεί στα επιμέρους στοιχεία που η πλευρά τους και οι αντίδικοι έχουν παρουσιάσει, για να πείσουν ο μεν Ενάγοντας ότι οι μετοχές του ανήκουν οι δε Εναγόμενοι 1, 2 και 7 ότι καμιά σχέση δεν έχει με αυτές. Η αναφορά στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 7 ότι ο Ενάγοντας δεν αμφισβήτησε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης τους ισχυρισμούς της Ενορκης Δήλωσης της κας Α.Φασιανού είναι συνεπώς άτοπη. Είναι ορθή η επισήμανση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 7 ότι δεν υφίσταται ένορκη δήλωση μετάφρασης της συμφωνίας ημερ. 23.4.2002 που ο Ενάγοντας επικαλείται, το αυθεντικό κείμενο της οποίας είναι στα ρωσικά. Η ίδια η συμφωνία μπορεί να παραγνωριστεί. Ωστόσο, αυτή ήταν ένα μόνο αποδεικτικό, κατά τον Ενάγοντα, στοιχείο, ο παραγνωρισμός του οποίου δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην υπόθεση του Ενάγοντα ενόψει του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε. Από το μαρτυρικό υλικό το οποίο υφίστατο ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19.12.2014 προέκυπτε ότι ικανοποιούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Υφίστατο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κατά πόσο δηλαδή ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης
  3. Ωσαύτως υφίστατο, στη βάση του παρουσιασθέντος μαρτυρικού υλικού, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Τα δεδομένα δεν έχουν ανατραπεί με την καταχωρηθείσα Ενσταση και τις Ενόρκους Δηλώσεις που καταχωρίστηκαν προς υποστήριξη της. Το ζήτημα κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης 1 θα αποφασιστεί κατά τη δίκη. Όμως, αρκεί για σκοπούς της παρούσας Αίτησης ότι στη βάση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού διαφαίνεται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας του Ενάγοντα. Ευρίσκω περαιτέρω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  4. Εάν ο Εναγόμενος 2 που είναι ο εγγεγραμμένος κάτοχος των 500 μετοχών της Εναγόμενης 1 που ο Ενάγοντας διεκδικεί, και που συνιστούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν εμποδιστεί και αποξενωθεί ή επιβαρύνει τις 500 μετοχές, τότε αυτές δεν θα είναι διαθέσιμες ή ελεύθερες για να εγγραφούν στο όνομα του Ενάγοντα εάν επιτύχει στην αγωγή του. Οι ανησυχίες δεν είναι σε θεωρητικό επίπεδο αφού έχουν προηγηθεί ανεπιτυχείς προσπάθειες του Εναγόμενου 2 για αποξένωση των μετοχών και έχει εκδηλωθεί διάθεση και επιθυμία από τον Εναγόμενο 2 να τις ενεχυριάσει. Ότι οι κ.κ.Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ σημειώνουν στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 3.12.2014 ότι έχουν παγοποιήσει τα πάντα αναφορικά με την Εναγόμενη 1 δεν συνιστά εξασφάλιση, υπό την έννοια ότι ο Εναγόμενος 2 είναι ελεύθερος να διορίσει άλλους δικηγόρους για το χειρισμό των υποθέσεων της Εναγόμενης 1 διαβιβάζοντας προς τους τελευταίους ανάλογες οδηγίες. Οι αναφορές στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 7, σε σχέση με την απουσία ισχυρισμού ότι η οικονομική κατάσταση τους είναι τέτοια που θα στερούσε τον Ενάγοντα από την είσπραξη αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, παραγνωρίζει ότι βασική αξίωση στην αγωγή είναι η κυριότητα των μετοχών και όχι αποζημιώσεις για την απώλεια τους. Ο Ενάγοντας διεκδικεί το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο. Ότι το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο έχει ενδεχομένως καθορισμένη ή υπολογίσιμη αξία που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 7 μπορούν να του καταβάλουν, δεν σημαίνει ότι μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον με την καταβολή του ποσού και αποστέρηση του Ενάγοντα από την περιουσία στην οποία δικαιούται. Με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων 1, 2 και 7 εγείρεται και ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας. Η θέση εδράζεται στο ότι μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ο Ενάγοντας έχει αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα σε συνεταίρους του Εναγόμενου 2 στο οποίο παρουσιάζει με παραπλανητικό τρόπο τις εξελίξεις στην παρούσα αγωγή και, περαιτέρω, ότι έχει διαδώσει ότι ο Εναγόμενος 2 απέκτησε τη ρουμανική υπηκοότητα και ότι έτσι θα απεγκλωβιζόταν από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στη Ρωσία. Εάν ο Ενάγοντας δυσφημίζει, ή άλλως πως με τις ενέργειες του ζημιώνει τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος μπορεί να προστατεύσει τα δικαιώματα του όπως καλύτερα νομίζει. Τα επικαλούμενα δεν συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας στην έννοια ότι χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία για αλλότριους σκοπούς παρά στην κατοχύρωση δικαιωμάτων που ο Ενάγοντας πιστεύει ότι έχει. Εγείρεται ακόμη ζήτημα ότι ο Ενάγοντας παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα και συνεπώς δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Η σχετική επιχειρηματολογία εδράζεται στην, κατά τους δικηγόρους των Εναγομένων 1, 2 και 7, παράλειψη του Ενάγοντα να αποκαλύψει τη γραπτή συμφωνία ημερ. 21.8.2012 αλλά και τους λόγους τους οποίους ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ως τις πραγματικές συνθήκες των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του που σχετίζονται με τον Ενάγοντα και οι οποίες καθιστούν επιβεβλημένη την ενεχυρίαση των μετοχών της Εναγόμενης
  5. Δεν συνιστά απόκρυψη να μην προβάλλει ένας διάδικος τη θέση του αντιδίκου του που κατά τη θέση του είναι ψευδής ακόμα και αν την γνωρίζει. Και ασφαλώς δεν μπορεί να την προβάλει όταν δεν την γνωρίζει. Καταλήγω ότι η μη αναφορά στα πιο πάνω ζητήματα στις Ενορκες Δηλώσεις του Ενάγοντα δεν συνιστά παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Εγείρεται ακόμα ζήτημα καθυστέρησης και μάλιστα με προμετωπίδα το γεγονός ότι έχουν παρέλθει 14 χρόνια από τη σύσταση της Εναγόμενης 1 και οκτώ χρόνια από τη μεταφορά της διαχείρισης της από τον κ.Ν.Κλεάνθους στους Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ. Δεν είναι αυτή η ορθή διάσταση του ζητήματος. Ο Ενάγοντας, σύμφωνα με την εκδοχή του, μόλις το καλοκαίρι του 2014 πληροφορήθηκε για τη μεταφορά της διαχείρισης της Εναγόμενης 1 και έλαβε πληροφόρηση από τους κ.κ.Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ ότι δεν παρουσιαζόταν ως ο δικαιούχος οποιωνδήποτε μετοχών στην Εναγόμενη
  6. Ακολούθησαν επαφές με τον Εναγόμενο 2 που διεκόπησαν λόγω μη ανταπόκρισης του τελευταίου, ενώ αρχές Δεκεμβρίου του 2014 αντιπρόσωπος του Ενάγοντα ήρθε σε επαφή με τον κ.Α.Γεωργίου για το ζήτημα. Η ανάλωση λογικού χρόνου στην προσπάθεια περισυλλογής στοιχείων, ώστε ο ενάγοντας να παρουσιάσει την υπόθεση του με επιμέλεια και όσο πιο τεκμηριωμένη γίνεται, δεν συνιστά αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ούτε θα πρέπει να τιμωρείται ο ενάγοντας γιατί προτού προσφύγει στο Δικαστήριο επεδίωξε τη συνδιαλλαγή. Στην εξέλιξη των γεγονότων η προσφυγή στο Δικαστήριο κατέστηκε επιβεβλημένη και η έκδοση του διατάγματος της παραγρ. Στ ζήτημα κατεπείγον. Το επείγον του ζητήματος, όπως προδιαγραφόταν από τη δοθείσα από τον Ενάγοντα μαρτυρία, «επιβεβαιώθηκε» με την αποκάλυψη ότι το Νοέμβριο του 2014 ανέκυψε ανάγκη ενεχυρίασης των μετοχών της Εναγόμενης
  7. Το ζήτημα του κατεπείγοντος έχει σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα, μια περαιτέρω πτυχή. Ότι δηλαδή από τη στιγμή που ο ενάγοντας προσέφυγε στη δικαιοσύνη αν δεν εκδοθεί το σχετικό διάταγμα μονομερώς και η αίτηση επιδοθεί στον εναγόμενο, ενδέχεται ο τελευταίος να ενεργήσει έτσι που να προλάβει τα γεγονότα και να καταστήσει ουσιαστικά την αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα άνευ αντικειμένου. Καταλήγω ότι το εκδοθέν διάταγμα υπό παραγρ. Στ θα πρέπει να καταστεί απόλυτο και να εκδοθεί περαιτέρω απαγορευτικό διάταγμα ως η παραγρ. Ζ της Αίτησης, το οποίο περιορίζεται εναντίον μόνο της Εναγόμενης
  8. Τα εξαιτούμενα διατάγματα υπό παράγρ. Α και Β είναι διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Αυτού του είδους τα διατάγματα πήραν το όνομα τους από την ομώνυμη θεμελιακή απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners & Custom Excise
(1973)2 All E.R. 943 όπου τέθηκαν οι βασικές αρχές που διέπουν την έκδοσή τους. Αναφέρθηκε από το Λόρδο Reid (σελ. 948) ότι: «. if through no fault of his own a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrongdoing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expenses the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration.» Η αρχή της Norwich Pharmacal διατυπώνεται στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του S. Gee, 5η έκδ., 2004, σελ. 449 κάτω από τον τίτλο «An order for disclosure of names and addresses and other information»: «It applies whether or not the defendant is a wrongdoer provided that there is evidence that he has become "mixed up" in wrongdoing, or participated or became involved in it. In Norwich Pharmacal Co v. Customs & Excise, the particular information which was ordered to be disclosed was the names and addresses of the persons who were infringing the patent. As stated by Lord Reid in that case, the principle oblige the Customs and Excise Commissioners to give "full information and disclosing the identity of the wrongdoers" to the person who has been wronged. Whether an order is to be made is discretionary. But the jurisdiction to order disclosure is not limited to ordering identification of wrongdoers. Under the principle an order may be made for disclosure of information in which the claimant has a legitimate interest, provided that the contemplated disclosure does not offend against the "mere witness" rule, namely it is not for the purpose of obtaining pre-trial discovery of what a witness would say if called at the trial, whether as a voluntary witness or under a witness summons.» Στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch) [2005] 3 All E.R. 511 γίνεται αναφορά στην εξέλιξη του διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal και επιβεβαιώνονται επεξηγηματικά οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να παρασχεθεί. Αναφέρεται πως με μεταγενέστερη νομολογία τα Δικαστήρια έχουν επεκτείνει την εφαρμογή της βασικής αρχής. Η δικαιοδοσία δεν περιορίζεται στις περιστάσεις όπου έχει διαπραχθεί ένα αστικό αδίκημα και είναι τώρα διαθέσιμη σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές παραβάσεις. Η δικαιοδοσία δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγούντα είναι άγνωστη. Θεραπεία μπορεί να διαταχθεί όπου η ταυτότητα του αδικοπραγούντα είναι γνωστή, αλλά ο απαιτητής ζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών έτσι ώστε να δυνηθεί να εγείρει την αξίωση του ή όπου ο απαιτητής αναζητεί κομμάτια που λείπουν από την εικόνα της υπόθεσης. Περαιτέρω το τρίτο πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες, δεν είναι ανάγκη να είναι αθώο τρίτο μέρος. Μπορεί να είναι και ο ίδιος αδικοπραγείς. Αναφέρεται με επιδοκιμασία η αναφορά του Lord Woolf C.J. στην Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] 4 All E.R. 193, [2002] 1 WLR 2033 στην 2049, ότι νέες περιπτώσεις αναπόφευκτα πρόκειται να εγερθούν όπου θα είναι κατάλληλο η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal να ασκηθεί και όπου η δικαιοδοσία δεν έχει προηγουμένως επεκταθεί. Οι περιορισμοί που εφαρμόζονταν στα πρώτα στάδια εφαρμογής αυτής της δικαιοδοσίας δεν πρέπει να επιτραπεί να εξασθενήσουν τη χρήση της τώρα που έχει καταστεί μια ώριμη και πολύτιμη θεραπεία. Στην Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte [2002] 1 Lloyd's Rep. 417 αναφέρθηκε πως η αρχή της Norwich Pharmacal δεν περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας αγνώστου αδικοπραγούντα αλλά επεκτείνεται σε πληροφορίες που αποκαλύπτουν ότι αυτός έχει διαπράξει το αδίκημα. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν καταδεικνύουν την προσέγγιση που θα πρέπει να έχουν τα Δικαστήρια: «. The information held by [the respondent] may not conclusively reveal an alternative defendant to [one of the alleged wrongdoers] nor conclusively disclose who received any part of the prepayment moneys, but I am satisfied that there is a sufficient prospect that the information they hold will assist [the applicant] in its search for wrongdoers and the funds paid away . to justify making the orders sought. .................................. The potential advantages to [the applicant] of seeing this part of the jigsaw and the potential disadvantages of it being denied a sight of that part outweigh, in my view, any detriment to [the respondent].» Καταλήγει η Mitsui πως (σε μετάφραση): «Οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται ώστε το δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του να εκδώσει διαταγή Norwich Pharmacal είναι: (i) πρέπει να λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμό να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος, και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Είναι ευρέως νομολογημένο ότι τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αποτελούν μια δραστική και εξαιρετική θεραπεία που ασκείται μόνο όταν κρίνεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη έκβαση (βλ. TBP (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Δ. 253). Η φύση και η δραστικότητα τέτοιων διαταγμάτων επιβάλλει στο Δικαστήριο μια πιο αυστηρή προσέγγιση για να καταλήξει αν θα εγκρίνει το αίτημα ή όχι. Το Δικαστήριο μπορεί και θα πρέπει να προστρέξει να βοηθήσει τον Ενάγοντα ώστε κατά την ακρόαση της αγωγής να έχει δίκαια ευκαιρία να παρουσιάσει το έγγραφο εκείνο υλικό που μπορεί να υποστηρίξει την αξίωση του ότι είναι ο τελικός δικαιούχος 500 μετοχών της Εναγόμενης
  1. Προς τούτο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 7 ως οι παραγρ. Α και Β (α) της Αίτησης. Τα εξαιτούμενα διατάγματα της παραγρ. Β (β) και (δ) αφορούν εσωτερικά ζητήματα της Εναγόμενης
  2. Δεν άπτονται της προώθησης της αξίωσης του Ενάγοντα να καταστεί ο εγγεγραμμένος μέτοχος 500 μετοχών της Εναγόμενης
  3. Ο Ενάγοντας μπορεί να προωθήσει την αγωγή του χωρίς να του αποδοθούν τα εξαιτούμενα στοιχεία. Εάν υπάρχει ζήτημα κακοδιαχείρισης ή άλλης παράνομης ή παράτυπης επέμβασης στους τραπεζικούς λογαριασμούς ή κινητή ή ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης 1, η όποια αγωγή θα πρέπει να κινηθεί από την ίδια την Εναγόμενη 1 εναντίον των αδικοπραγούντων ή από τον Ενάγοντα ως παράγωγη αγωγή, αλλά αφού καταστεί ή διαφανεί ότι πράγματι είναι μέτοχος της Εναγόμενης 1 (βλ. Πιρίλλης κ.α. ν. Κουής
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136 Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-29 Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 357, [1982] Ch 204 at 210). Σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να αποκαλυφθούν στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών και κινητής και ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης 1, σε οποιοδήποτε η συμμετοχή του οποίου σε αυτή δεν έχει ακόμα αποφασιστεί. Το εξαιτούμενο διάταγμα της παραγρ. Β (γ) αφορά σε οδηγίες που δόθηκαν σε σχέση με τη διαχείριση της Εναγόμενης 1 και περιλαμβάνει το στάδιο της προτιθέμενης μεταβίβασης των μετοχών από τον Εναγόμενο 2. Προέκυψε από τα γεγονότα πως οι οδηγίες εδίδοντο προς τους εκάστοτε δικηγόρους, δηλαδή είτε τον κ.Ν.Κλεάνθους είτε τους κ.κ.Α.Α.Γεωργίου ΔΕΠΕ (Εναγόμενους 6). Μάλιστα για το στάδιο της προτιθέμενης μεταβίβασης των μετοχών από τον Εναγόμενο 2 οι οδηγίες ήταν προς τους τελευταίους. Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 3 - 6 καταχώρησαν Ενορκη Δήλωση Αποκάλυψης την 2.3.2015 και η Αίτηση έχει εναντίον τους αποσυρθεί και απορριφθεί και ότι το εξαιτούμενο διάταγμα δεν στρέφεται κατά του κ.Ν.Κλεάνθους, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του εναντίον των Εναγομένων 1 και 7, δηλαδή της ίδιας της Εταιρείας και της Εναγόμενης 7 που δεν καταδείχθηκε να έχει εμπλοκή στα στάδια αυτά. Ως εκ των ανωτέρω το διάταγμα υπό παραγρ. Στ καθίσταται απόλυτο και περαιτέρω εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα ως η παραγρ. Ζ της Αίτησης, το οποίο περιορίζεται εναντίον της Εναγόμενης 1 μόνο. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 7 ως οι παραγρ. Α και Β (α) της Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Δεν επιδικάζονται έξοδα εναντίον των Εναγομένων 1 και 7 γιατί η Εναγόμενη 1 είναι η ίδια η Εταιρεία μετοχές της οποίας διεκδικεί ο Ενάγοντας, η δε εμπλοκή της Εναγόμενης 7 δεν έχει καταδειχθεί πως δεν είναι αθώα. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.