Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων ν. Titan Office Furniture Ltd κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό: 3628/2011, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό: 3628/2011 Μεταξύ: Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων Ενάγουσα και 1. Titan Office Furniture Ltd 2. Inter-Planet Logistics Ltd 3. Frakapor Logistics Ltd 4. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Επαγγελματικών Κλάδων και Επιχειρηματιών Κύπρου Λτδ Εναγόμενοι 10 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Γεωργίου δια Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνης Για Εναγόμενες 1 και 2: κ. Πότσης δια Karapatakis Pavlides LLC Για Εναγόμενες 4: κ. Κορφιώτης δια Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ποσό €3.261,72 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αφορά τελωνειακούς δασμούς που προέκυψαν κατά την εισαγωγή επίπλων στη Δημοκρατία. Ισχυρίζεται επίσης ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει το ποσό αυτό ως εισαγωγέας των επίπλων ενώ οι Εναγόμενες 2 και 3 υπό την ιδιότητα τους ως εκτελωνιστές. Η αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 4 εδράζεται στον ισχυρισμό ότι αυτή έχει εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 3 υπέρ και προς όφελος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απαίτησε τα πιο πάνω ποσά από τους Εναγόμενους 1 και 2 με επιστολές ημερομηνίας 18.4.2006 καθώς και από τους Εναγόμενους 4 με επιστολή ημερομηνίας 15.12.2005, όμως οι Εναγόμενοι δεν τα έχουν πληρώσει. Για το λόγο αυτό τα διεκδικεί με την παρούσα αγωγή. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν κοινή εκπροσώπηση στην αγωγή και εγείρουν παρόμοιες Υπερασπίσεις. Σε αυτές ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει πλήρως όλους τους τελωνειακούς δασμούς σε σχέση με την εισαγωγή των επίδικων επίπλων. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 1 είχε πληρώσει το αξιούμενο ποσό στην Εναγόμενη 2 η οποία το παρέδωσε στην Εναγόμενη 3. Τέλος ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 3 εξέδωσε επιταγές προς την Ενάγουσα τις οποίες η τελευταία αποδέχτηκε προς πλήρη εξόφληση. Στην Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη 4 ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ποτέ δεν εγγυήθηκε την έκδοση επιταγών από την Εναγόμενη 3 προς το Τελωνείο αλλά είχε εγγυηθεί προς την Ενάγουσα τις εταιρείες Ledra Bonded Stores Ltd και Frakapor Clearing Ltd. Επομένως, υποστηρίζει ότι δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη να καταβάλει το αξιούμενο ποσό. Σημειώνω στο στάδιο αυτό, για σκοπούς πληρότητας, ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν επιδόθηκε ποτέ στην Εναγόμενη 3. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. Ανδρέας Ανδρέου, τελωνειακός λειτουργός (ΜΕ1). Για τις Εναγόμενες 1 και 2 δόθηκε μαρτυρία από την κα Στάλω Βωνιάτη (ΜΥ1). Η Εναγόμενη 4 δεν προσκόμισε προφορική μαρτυρία. Σημειώνω επίσης ότι έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα και που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και διαμόρφωσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα. Σημειώνω ότι δεν υπήρχε ουσιαστική διαφωνία μεταξύ των μερών αναφορικά με τα γεγονότα. Αντίθετα υπάρχει σχεδόν πλήρης σύμπτωση επί πλείστων σημείων. Μέσω της αντεξέτασης των ΜΕ1 και ΜΥ1 δεν επιδιώχθηκε η προώθηση άλλης ή διαφορετικής θέσης για τα όσα διαμειφθήκαν. Αυτό που επιδιώχθηκε ήταν, κατά κύριο λόγο, η παροχή διευκρινίσεων και περαιτέρω στοιχείων επί των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Με αυτό το δεδομένο, ξεκινώ με μια σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ1. Ο κ. Ανδρέας Ανδρέου (ΜΕ1) ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο τελωνειακός λειτουργός. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η Εναγόμενη 1 είχε εξουσιοδοτήσει εγγράφως την Εναγόμενη 2, με το τελωνειακό έντυπο 1002 (Τεκμήριο 1), να ενεργεί εκ μέρους της ως τελωνειακός πράκτορας και αντιπρόσωπος σε σχέση με οποιαδήποτε εισαγωγή εμπορευμάτων, περιλαμβανομένων των επίδικων. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η Εναγόμενη 4 είχε καταθέσει στο Τμήμα Τελωνείων το εγγυητήριο έγγραφο C126 με αύξοντα αριθμό 158/2000 ημερομηνίας 5.12.2000 (Τεκμήριο 16) με το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Frakapor Clearing Ltd, η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε Frakapor Logistics (Cyprus) Limited. Ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη 4 κατέθεσε στο Τμήμα Τελωνείων το εγγυητήριο έγγραφο C126 με αύξοντα αριθμό 61/2002 ημερομηνίας 18.2.2002 (Τεκμήριο 17) με το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Ledra Bonded Stores Limited. Mε δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 9.6.2003 εγκρίθηκε σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης των εταιρειών Frakapor Logistics (Cyprus) Limited, Ledra Bonded Stores Limited, Frakapor Worldfreight (Cyprus) Limited, Faliex Clearing Co. Limited, C.Z.P. Clearing Services Limited και Bondedsun Limited. Ως αποτέλεσμα, οι εργασίες, το ενεργητικό και παθητικό των υπολοίπων εταιρειών μεταφέρθηκαν και αναλήφθηκαν από την Frakapor Holdings Limited, την Εναγόμενη 3. Ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφο της δημοσίευσης του εν λόγω διατάγματος στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 18). Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 4 εξουσιοδότησε τρίτο πρόσωπο να παραστεί και να ψηφίσει εκ μέρους της κατά την κρίση του, στις γενικές συνελεύσεις των εταιρειών Frakapor Logistics (Cyprus) Limited και Ledra Bonded Stores Limited, που προηγήθηκε του δικαστικού διατάγματος (Τεκμήρια 19 και 20). Στις 2.6.2004, η Εναγόμενη 1 εισήγαγε στη Δημοκρατία έπιπλα και η Εναγόμενη 2 ενήργησε ως εκτελωνιστής για την εισαγωγή τους. Για το σκοπό αυτό, η Εναγόμενη 2 καταχώρησε στο μηχανογραφημένο σύστημα ΘΗΣΕΑΣ του Τμήματος Τελωνείων τις ηλεκτρονικές διασαφήσεις 2004100106620 και 204100406622 (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις ηλεκτρονικές διασαφήσεις, Τεκμήρια 2 και 3, τα πληρωτέα τελωνειακά τέλη ήταν Λ.Κ.748 και Λ.Κ. 1.161 αντίστοιχα. Τα τέλη πληρώθηκαν με επιταγές της Εναγόμενης 3 υπ΄ αριθμούς 50266179 (Τεκμήριο 4) και 50266180 (Τεκμήριο 5) και, με τη λήψη των επιταγών, εκδόθηκαν από το Τμήμα Τελωνείων σχετικές αποδείξεις. Ο ΜΕ1 παρουσίασε τις αντίστοιχες αποδείξεις/έντυπα ανάλυσης συναλλαγής (transaction analysis report) (Τεκμήρια 6 και 7). Σημειώνω παρενθετικά ότι στα Τεκμήρια 6 και 7 καταγράφεται ότι η πληρωμή των τελωνειακών δασμών έγινε σε μετρητά (cash) και ότι μετά τις πληρωμές αυτές δεν παραμένει κανένα οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι διασαφήσεις, Τεκμήρια 2 και 3, έγιναν αποδεκτές από το Τμήμα Τελωνείων και τα προϊόντα που αυτές αφορούσαν τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας ενημέρωσε την Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 30.6.2004 (Τεκμήριο 8) ότι οι επιταγές, Τεκμήρια 5 και 6, κατατέθηκαν προς πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκαν. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι ένεκα της μη πληρωμής των επιταγών, τα προϊόντα που αφορούσαν οι ηλεκτρονικές διασαφήσεις, Τεκμήρια 2 και 3, είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς να έχουν πληρωθεί σε σχέση με αυτά οι τελωνειακοί δασμοί τους οποίους η Ενάγουσα διεκδικεί από τους Εναγόμενους. Η Ενάγουσα απέστειλε προς την Εναγόμενη 1 επιστολή ημερομηνίας 18.4.2006 (Τεκμήριο 10) με την οποία ζητούσε την πληρωμή των πιο πάνω ποσών από αυτή. Ακολούθησε απαντητική επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 4.5.2006 (Τεκμήριο 11) με την οποία η Εναγόμενη 1, μεταξύ άλλων, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό αναφέροντας ότι τα πιο πάνω ποσά καταβλήθηκαν εκ μέρους της από την Εναγόμενη 3. Το Τμήμα Τελωνείων απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 15.5.2006 (Τεκμήριο 12) με την οποία ενημέρωνε ότι οι επιταγές της Εναγόμενης 3 είχαν επιστραφεί χωρίς να πληρωθούν και αξίωνε ξανά την πληρωμή των πιο πάνω ποσών από την Εναγόμενη 1. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι το Τμήμα Τελωνείων απέστειλε και προς την Εναγόμενη 2 επιστολή ημερομηνίας 18.4.2006 (Τεκμήριο 13) με την οποία απαιτούσε την πληρωμή του ποσού. Προς απάντηση απεστάλη επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 4.5.2006 (Τεκμήριο 14) με παραπλήσιο περιεχόμενο ως η επιστολή, Τεκμήριο 11. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα απαίτησε την πληρωμή των εν λόγω ποσών από την Εναγόμενη 4 με επιστολή ημερομηνίας 30.8.2004 (Τεκμήριο 9) και ακολούθως με επιστολή ημερομηνίας 15.12.2005 (Τεκμήριο 15), υποστηρίζοντας ότι η Εναγόμενη 4 είχε εγγυηθεί την πληρωμή τους δυνάμει των εγγυητήριο εγγράφων, Τεκμήριο 16 και 17. Η Εναγόμενη 4 απέρριψε την απαίτηση της Ενάγουσας με επιστολή ημερομηνίας 12.1.2006 (Τεκμήριο 22). Παρενθετικά αναφέρω ότι στην επιστολή, Τεκμήριο 22, η Εναγόμενη 4 αρνείται οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των επίδικων επιταγών ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι η ισχύς των εγγυητήριων εγγράφων, Τεκμήρια 16 και 17, τερματίστηκε με τη συγχώνευση των εταιρειών Ledra Bonded Stores Limited και Frakapor Clearing Limited. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα είχε ενημερωθεί με επιστολή ημερομηνίας 15.10.2003, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει, του Διευθύνοντα Συμβούλου της Εναγόμενης 3 προς την Ενάγουσα με την οποία την ενημέρωνε ότι «.οι επισυναπτόμενες εγγυητικές επιστολές δεν ισχύουν πλέον λόγω των διαφόρων αλλαγών που έλαβαν χώρα στην δομή του ομίλου εταιρειών Frakapor με διάφορες συγχωνεύσεις με άλλες εταιρείες». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι στις αποδείξεις, Τεκμήρια 6 και 7, που εκδόθηκαν κατά την αποδοχή των επίδικων επιταγών αλλά και στο λογισμικό σύστημα της Ενάγουσας είχε καταγραφεί ότι οι τελωνειακοί δασμοί που είχαν προκύψει και ήταν πληρωτέοι σε σχέση με τις επίδικες διασαφήσεις είχαν εξοφληθεί και ότι η εξόφληση καταγράφεται ως να έγινε τοις μετρητοίς, χωρίς να σημειωθεί καμία επιφύλαξη από την Ενάγουσα. Οι επιταγές που λαμβάνονταν από τελωνειακούς πράκτορες, είπε, θεωρούνταν από την Ενάγουσα ως σαν να ήταν μετρητά. Για τις Εναγόμενες 1 και 2 έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα Στάλω Βωνιάτη, διευθύντρια της Εναγόμενης 2 (ΜΥ1). Η ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε προβεί στις επίδικες διασαφήσεις στις 3.6.2004 και ότι είχε δώσει οδηγίες την Εναγόμενη 3 να εκτελωνίσει τα εμπορεύματα. Πλήρωσε, όπως ανέφερε, στην Εναγόμενη 3 το ποσό των €3.261,72 που αντιστοιχούσε στους τελωνειακούς δασμούς για να το καταβάλει στην Ενάγουσα. Σε σχέση με την πληρωμή των τελωνειακών δασμών, έλαβε αποδείξεις πληρωμής από την Ενάγουσα στις οποίες αναφέρεται ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση. Συνέχισε λέγοντας ότι μόλις στις 18.4.2006, ήτοι δύο περίπου χρόνια μετά, ενημερώθηκε από την Ενάγουσα με την επιστολή, Τεκμήριο 13, ότι οι επιταγές που είχε εκδώσει η Εναγόμενη για την πληρωμή των τελωνειακών δασμών, δεν είχαν πληρωθεί. Μετά την ολοκλήρωση της δια ζώσης μαρτυρίας, οι συνήγοροι προώθησαν τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς σε γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα επιχειρήματα αυτά γίνεται κατωτέρω. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Οι μάρτυρες κρίνονται από τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, τη συνοχή, την ποιότητα της και την πειστικότητα της. Αυτά σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία[1]. Θεωρώ ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ΜΥ1 ήταν αξιόπιστοι μάρτυρες. Δεν διέκρινα καμία πρόθεση από μέρους τους να παραποιήσουν γεγονότα ή να μην καταθέσουν την αλήθεια. Κατά την κρίση μου, η μαρτυρία τους ήταν ειλικρινής και δεν εντόπισα οτιδήποτε που να αποδυναμώνει την αξιοπιστία τους κατά την αντεξέταση τους. Εφόσον τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ΜΥ1 έχουν κριθεί ως αξιόπιστοι, και με δεδομένη τη σύμπτωση μεταξύ των μερών αναφορικά με τα γεγονότα, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων που έχω παραθέσει πιο πάνω, συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, αφού κρίνει ως αξιόπιστο κάποιο μάρτυρα, μπορεί να αποδεχτεί ολόκληρη ή μόνο μέρος της μαρτυρίας του[2], υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αιτιολογείται επαρκώς η προσέγγιση αυτή[3]. Πέραν των σημείων της μαρτυρίας στα οποία έχω ήδη αναφερθεί και τα οποία αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των ουσιωδών γεγονότων, οι ΜΕ1 και ΜΥ1 αναφέρθηκαν κατά τη μαρτυρία τους και σε κάποια άλλα θέματα σε σχέση με τα οποία δεν μπορώ να δεχτώ τα όσα κατέθεσαν. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 γνώριζαν ότι οι επίδικες επιταγές δεν είχαν τιμηθεί και, συνεπώς, γνώριζαν ότι οι οφειλόμενοι τελωνειακοί δασμοί δεν είχαν καταβληθεί λόγω της δημοσιότητας που είχε λάβει ο τερματισμός των εργασιών της Εναγόμενης 3. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτή του την θέση. Πρόκειται θεωρώ για εκτίμηση και συμπέρασμα του ιδίου του μάρτυρα και επί του θέματος αυτού κρίνω ως ορθή τη θετική μαρτυρία της ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν γνώριζαν ότι το ποσό των τελωνειακών οφειλών, που πλήρωσαν στην Εναγόμενη 3, δεν είχε αποδοθεί από την τελευταία στην Ενάγουσα. Τέλος, δεν αποδίδω καμία βαρύτητα στις διάφορες αναφορές τόσο του ΜΕ1 όσο και της ΜΥ1 σε σχέση με την ερμηνεία, νομικά χαρακτηριστικά και νομικές επιπτώσεις των διαφόρων εγγράφων, και γεγονότων. Οι αναφορές αυτές εκφράζουν τη γνώμη μαρτύρων χωρίς κανένα ειδικό γνωσιολογικό υπόβαθρο και δεν μπορούν να επηρεάσουν ή να ληφθούν υπόψη κατά την απόφαση του Δικαστηρίου. Στη βάση των πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω την ουσία της απαίτησης της Ενάγουσας. Η έννοια της τελωνειακής οφειλής ορίζεται στο άρθρο 38 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν. 94(Ι)/2004)ως εξής: «Τελωνειακή οφειλή σημαίνει την υποχρέωση προσώπου να καταβάλει τους εισαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή) ή τους εξαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή) που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με την ισχύουσα Κοινοτική και Κυπριακή Νομοθεσία.» Καίριο ερώτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο υφίσταται τελωνειακή οφειλή σε σχέση με τις επίδικες διασαφήσεις και, αν ναι, κατά πόσο οι Εναγόμενες έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν τους εισαγωγικούς δασμούς. Ως προκύπτει από τα γεγονότα, η Εναγόμενη 1 είχε διορίσει ως αντιπρόσωπο της την Εναγόμενη 2 δυνάμει της εξουσιοδότησης, Τεκμήριο 1. Σε σχέση δε με τις επίδικες διασαφήσεις είχε πληρώσει τα ποσά των αναλογούντων τελωνειακών δασμών στην Εναγόμενη 2, η οποία με τη σειρά της τα παρέδωσε στην Εναγόμενη 3 για να τα πληρώσει στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 3 επέλεξε να διενεργήσει την πληρωμή εκδίδοντας και παραδίδοντας στην Ενάγουσα τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4 και 5, τις οποίες η τελευταία αποδέχτηκε. Συνάγεται ότι η Εναγόμενη 3 ενεργούσε κατά τη διενέργεια της πληρωμής ως αντιπρόσωπος και εκ μέρους της Εναγόμενης 2. Υπόλογος για την καταβολή τελωνειακής οφειλής είναι τόσο ο διασαφιστής όσο και το πρόσωπο για λογαριασμού του οποίου κατατίθεται η διασάφηση[4]. Συνεπώς, τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγόμενη 2, εκ πρώτοις όψεως, έχουν δυνητικά ευθύνη για την πληρωμή του αξιούμενου ποσού. Αυτή ήταν και η θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας. Ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 διαφωνεί. Υποστήριξε ότι η αποδοχή των επιταγών της Εναγόμενης 3 από την Ενάγουσα και η έκδοση των αποδείξεων, Τεκμήρια 6 και 7, συνιστά απόδειξη ότι η όποια τελωνειακή οφειλή έχει εξοφληθεί καθώς και ότι η διαγωγή της Ενάγουσας την εμποδίζει να διεκδικεί οποιαδήποτε ποσά. Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4 και 5, είναι συναλλαγματικές ως η έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 262[5]. Όταν δε μια επιταγή εκδοθεί και παραδοθεί προς εξόφληση χρέους, στην κανονική πορεία των πραγμάτων (normally[6]), ο πιστωτής διατηρεί το δικαίωμα να απαιτήσει την είσπραξη του χρέους για το οποίο εκδόθηκε εάν η επιταγή δεν πληρωθεί κατά την παρουσίαση της. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφοι 1184-1185: «1184 Payment by negotiable instrument. Apart from express agreement a creditor is not bound to accept payment in any way except cash, i.e. legal tender. If, however, he accepts a negotiable instrument, such as a bill of exchange, promissory note or cheque, it is a question of fact depending on the intention of the parties whether it is taken in absolute satisfaction of the debt, or only in conditional satisfaction. In either event, the acceptance of the instrument gives the debtor a good defence for the debt, at least until the instrument matures. 1185 Conditional payment. Normally where a creditor accepts a negotiable instrument for his debt it is presumed to be taken by him as a qualified or conditional payment, and accordingly although the original debt is still due during the currency of the instrument, the creditor;s remedy is suspended until its due. If it is then paid this amounts to payment of the debt; if it is dishonoured when it is presented for payment in the ordinary way, the right to sue upon the original debt revives as if no negotiable instrument had been taken.... A creditor does not lose his remedy against his debtor merely by taking for the debt a bill or note of the debtor's agent, even without the debtor's consent. But the debtor will be discharged if the creditor has the opportunity of receiving payment in cash from the debtor's agent, but for his own convenience, elects to take the agent's (or a third party'
- s)bill or note...» Όπως έχω αναφέρει και όπως διαφαίνεται από το πιο πάνω απόσπασμα, ο πιστωτής διατηρεί συνήθως (normally[7]) το δικαίωμα του να απαιτήσει πληρωμή του χρέους από τον πρωτοφειλέτη. Το δικαίωμα όμως αυτό δεν είναι απόλυτο και εξαρτάται από την πρόθεση των μερών όπως αυτή συνάγεται από τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Εάν από τις πράξεις και τη διαγωγή του πιστωτή διαφαίνεται ότι έλαβε την επιταγή προς πλήρη εξόφληση αναλαμβάνοντας, ρητά ή εξυπακουόμενα, το ρίσκο της μη πληρωμής της τότε δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει εξόφληση από τον πρωτοφειλέτη εάν η επιταγή δεν τιμηθεί. Πρόκειται για ζήτημα πραγματικό και όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω), παράγραφος 1187: «1187 Absolute payment. If the creditor accepts a negotiable instrument in absolute satisfaction of the original debt, agreeing expressly or impliedly to take upon himself the risk of the instrument not being paid, the effect is to destroy his right of action for the debt and to leave him without remedy except upon the instrument. It is a question of fact in each case whether the instrument was accepted as absolute payment or not...» Προσεγγίζοντας το πραγματικό ζήτημα - κατά πόσο δηλαδή οι επίδικες επιταγές έγιναν αποδεκτές προς πλήρη εξόφληση ώστε να εμποδίζεται η Ενάγουσα να εγείρει αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - ιδιαίτερης σημασίας είναι η συμπεριφορά του πιστωτή κατά την παραλαβή της επιταγής αλλά και μετά, αφού αυτός διαπιστώσει ότι η επιταγή δεν έχει τιμηθεί. Παραπέμπω ξανά στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω), παράγραφος 1189: 1189 Duties of creditor holding a negotiable instrument. Where a negotiable instrument, upon which the debtor is not primarily liable, is accepted by the creditor as conditional payment, he is bound to do all that a holder of such an instrument may do in order to get payment; thus it is his duty to present a cheque within a reasonable time, and if he fails to do so, and the debtor is thereby prejudiced, the creditor is guilty of laches and makes the cheque his own, so that it amounts to payment of the debt. Similarly, the creditor must give due notice of dishonour and take other necessary steps to preserve his remedy against the other parties...» Στην παρούσα περίπτωση, με την παραλαβή των επιταγών, Τεκμήρια 4 και 5 από την Εναγόμενη 3 η Ενάγουσα εξέδωσε τις αποδείξεις πληρωμής, Τεκμήρια 6 και 7. Στις επιταγές αναγράφηκε από την Ενάγουσα ότι αυτές εκδόθηκαν «προς εξόφληση» και ότι το ποσό λήφθηκε «σε μετρητά». Η Ενάγουσα γνώριζε από τις 30.6.2004, Τεκμήριο 8, ότι η επιταγές δεν πληρώθηκαν. Γνώριζε επίσης ότι οι επιταγές αυτές αφορούσαν τις επίδικες διασαφήσεις, Τεκμήρια 2 και 3. Δεν ενημέρωσε σχετικά τις Εναγόμενες 1 και 2, παρά μόνο σχεδόν δύο χρόνια αργότερα. Συγκεκριμένα τις ενημέρωσε στις 18.4.2006, Τεκμήρια 10 και 13. Η καθυστέρηση αυτή, όπως εξήγησε ο ΜΕ1, οφειλόταν στο ότι γίνονταν προσπάθειες να εισπραχθούν τα οφειλόμενα ποσά από την Εναγόμενη 3. Όταν πλέον η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι δεν θα ήταν εφικτό να εισπραχθούν τα ποσά από την Εναγόμενη 3 αποφάσισε να διεκδικήσει την πληρωμή τους από τις Εναγόμενες 1 και 2. Η συμπεριφορά αυτή που έχει επιδείξει η Ενάγουσα δεν είναι συμβατή με το καθήκον πιστωτή ο οποίος οφείλει να λάβει όλα τα μέτρα που έχει τη δυνατότητα να λάβει για να εισπράξει (he is bound to do all that a holder of such an instrument may do in order to get payment[8]). Ούτε, κρίνω, μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα ειδοποίησε δεόντως, με την απαραίτητη σπουδή, και ως όφειλε τις Εναγόμενες 1 και 2 για το ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4 και 5, δεν τιμήθηκαν (the creditor must give due notice of dishonour[9]). Οι ενέργειες, ή μάλλον οι παραλείψεις, αυτές της Ενάγουσας πόρρω απέχουν από το να θεωρηθεί ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρήσει τα όποια δικαιώματα είχε εναντίον τους (take other necessary steps to preserve his remedy against the other parties[10]). Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα είχε αποδεχτεί τις επίδικες επιταγές όχι ως πληρωμή υπό αίρεση των τελωνειακών δασμών αλλά ως εξόφληση των οφειλών αυτών, αναλαμβάνοντας το ρίσκο ενδεχόμενης μη πληρωμής τους, και χωρίς να έχει διατηρήσει οποιοδήποτε δικαίωμα εναντίον του πρωτοφειλέτη[11]. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί τα επίδικα ποσά από τις Εναγόμενες 1 και 2. Στρέφομαι τώρα στην αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 4. Η συνήγορος της Ενάγουσας, εισηγήθηκε ότι τα εγγυητήρια, Τεκμήριο 16 και 17, της παρέχουν το δικαίωμα να διεκδικεί το επίδικο ποσό από την Εναγόμενη 4. Εισηγήθηκε ότι τα εν λόγω εγγυητήρια καθιστούν την Εναγόμενη 4 εγγυήτρια της Frakapor Logistics Ltd. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, με το εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 16, η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Frakapor Clearing Limited και με το εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 17, η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Ledra Bonded Stores Limited. Δεν αμφισβητήθηκε από καμιά πλευρά ότι οι δύο αυτές εταιρείες συγχωνεύτηκαν και αναδιαρθρώθηκαν στην πορεία με άλλες εταιρείες, οι δε εργασίες τους μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη 3. Η συνήγορος της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι μετά τη συγχώνευση, οι υποχρεώσεις που δημιούργησαν τα εγγυητήρια έγγραφα, Τεκμήρια 16 και 17, συνέχισαν να υφίστανται και η Εναγόμενη 4 κατέστη εγγυήτρια της Εναγόμενης 3. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Ως γενική αρχή, όταν συντελείται αλλαγή στο νομικό καθεστώς ενός πρωτοφειλέτη, τότε καθίσταται άκυρη οποιαδήποτε υφιστάμενη εγγύηση των υποχρεώσεων του. Παραπέμπω σχετικά στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 20, παράγραφος 278, όπου το θέμα τίθεται ως εξής: «278. Change of the status of the principal debtors. Where a surety would be discharged from liability by the subsequent incorporations of persons to whom a guarantee is given, or in the case of a company being the guaranteed creditor, by its consolidation or amalgamation, it seems that he will also be discharged by similar changes taking place after the date of the guarantee in the constitution of the principal debtors was given» Όταν ένας εγγυητής συμφωνεί να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις ενός πρωτοφειλέτη, αξιολογεί το ρίσκο και την ευθύνη στα οποία εκτίθεται και αναλαμβάνει στη βάση, μεταξύ άλλων, των νομικών, οικονομικών, επιχειρηματικών και άλλων χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου πρωτοφειλέτη. Σε περιπτώσεις όπου ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η συγχώνευση του με άλλο ή άλλα νομικά πρόσωπα - ή οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στα νομικά του χαρακτηριστικά - ανατρέπει τα δεδομένα επί των οποίων ο εγγυητής συμφώνησε να παρέχει την εγγύηση του. Είναι για αυτό το λόγο που σε τέτοιες περιπτώσεις η εγγύηση ακυρώνεται εκτός εάν ο εγγυητής αποδεχτεί όπως αυτή συνεχίσει. Η ακόλουθη ανάλυση από την First National Finance Corporation Ltd v Goodman [1983] BCLC 203, είναι διαφωτιστική: «Though there may be some ambiguity in what is meant by the person to which a guarantor makes his promise or gives his guarantee, I take it that both by statute and at common law a change in the identity of either a creditor firm or a debtor firm revokes the guarantee unless there is agreement to the contrary either express or implied. Further I see no reason to doubt what some textbooks state that the same principle should apply to individuals and bodies corporate. The guarantor's knowledge of both creditor and debtor may be material to his guaranteeing the debts of the one to the other, whether those persons are firms, companies or individuals.» Στην προκειμένη περίπτωση, η συγχώνευση και αναδιάρθρωση των εταιρειών Frakapor Clearing Ltd και Ledra Bonded Stores Limited με άλλες εταιρείες, τερμάτισε την εγγύηση που παρείχε η Εναγόμενη 4 προς την Ενάγουσα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 4 αποδέχτηκε ή συναίνεσε όπως η εγγύηση συνεχίσει σε ισχύ. Ούτε και διαφαίνεται από τη μαρτυρία οποιαδήποτε έμμεση τέτοια αποδοχή ή συναίνεση της Εναγόμενης 4. Επιπρόσθετα, οι διατάξεις του άρθρου 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) δεν προνοούν για τη συνέχιση ισχύος υφιστάμενων εγγυήσεων σε περιπτώσεις συγχώνευσης ή αναδιοργάνωσης νομικού προσώπου και καμία τέτοια πρόνοια δεν γίνεται στο σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε η συγχώνευση, Τεκμήριο 18. Το ότι η Εναγόμενη 4 εξουσιοδότησε πρόσωπο να παραστεί εκ μέρους της στις γενικές συνελεύσεις των δύο εταιρειών, (Τεκμήρια 19 και 20) στις οποίες τέθηκε προς ψήφιση το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη ή ένδειξη ότι πράγματι παρέστησαν στις γενικές συνελεύσεις, ότι άσκησαν με συγκεκριμένο τρόπο το δικαίωμα ψήφου τους ή ότι αποδέχθηκαν όπως η ισχύς των εγγυήσεων που παρείχαν συνεχίζει μετά τη συγχώνευση. Τα εγγυητήρια έγγραφα, Τεκμήρια 16 και 17, δεν συνιστούν ιδιοκτησία, δικαίωμα, περιουσιακό στοιχείο, στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού ή άλλως πως της Εναγόμενης 3, ούτε και των εταιρειών Frakapor Clearing Limited και Ledra Bonded Stores Limited. Δημιουργούσαν ενδεχόμενη υποχρέωση στην Εναγόμενη 4, προς όφελος της Ενάγουσας να εκπληρώσει υποχρεώσεις των Frakapor Clearing Limited και Ledra Bonded Stores Limited που οι ίδιες δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις αυτές ως πρωτοφειλέτιδες. Δημιουργούσαν επίσης και αντίστοιχο δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικήσει από την Εναγόμενη 4 την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Frakapor Clearing Limited και Ledra Bonded Stores Limited[12]. Με τη συγχώνευση, η υποχρέωση και το αντίστοιχο δικαίωμα τερματίστηκαν. Στα δύο εγγυητήρια έγγραφα, Τεκμήρια 16 και 17, υπάρχει η ακόλουθη φράση: «.I/We STATEPEL Ltd (hereinafter called the Surety) hereby bind ourselves and our heirs, executors, administrators, assigns, receivers, liquidators to pay to the Republic of Cyprus...». Η συνήγορος της Ενάγουσας ερμήνευσε τη φράση αυτή ως δήλωση ότι η Εναγόμενη 4 αποδέχεται όπως η εγγύηση συνεχίζει να ισχύει και να καλύπτει και τους «heirs, executors, administrators...» των Frakapor Clearing Limited και Ledra Bonded Stores Limited. Άρα, υποστήριξε, η εγγύηση συνεχίζει να δεσμεύει την Εναγόμενη 4 ακόμα και μετά τη συγχώνευση. Θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ορθή. Με την φράση αυτή, η Εναγόμενη 4 αναφέρεται στους «heirs, executors, administrators...» της ίδιας της Εναγόμενης 4 - και όχι του εκάστοτε πρωτοφειλέτη. Δηλώνει δε την πρόθεση και συμφωνία της Εναγόμενης 4 όπως οι «heirs, executors, administrators...» της Εναγόμενης 4 συνεχίζουν να δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει δυνάμει των εγγυητήριων εγγράφων. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει το επίδικο ποσό από την Εναγόμενη 4 στη βάση των εγγυητήριων εγγράφων, Τεκμήρια 16 και 17. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αποτυγχάνει και για ακόμα ένα λόγο. Σύμφωνα με το άρθρο 113 του περί Τελωνείων Νόμου του 2004: «113.-
(1)Οποιοδήποτε ποσό το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, οφείλεται στη Δημοκρατία, μπορεί να διεκδικηθεί με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
(2)Το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή για τη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού, το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας οφείλεται στη Δημοκρατία, παραγράφεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία που το οφειλόμενο ποσό γνωστοποιείται στον οφειλέτη: Νοείται ότι, σε περίπτωση έκδοσης εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής και/ή άλλης τελωνειακής οφειλής, το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή παραγράφεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της εκ των υστέρων βεβαίωσης στον οφειλέτη.» Στην παρούσα περίπτωση, από τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 4 γνωστοποιήθηκε στην τελευταία στις 15.12.2005 με την επιστολή, Τεκμήριο
- Στις Εναγόμενες 1 και 2 γνωστοποιήθηκε με επιστολές ημερομηνίας 18.4.2006, Τεκμήρια 10 και
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.12.2011, μετά δηλαδή την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία που το οφειλόμενο ποσό γνωστοποιήθηκε στις Εναγόμενες. Επομένως, κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής το όποιο αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 έχει παραγραφεί. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [2] Mohamed ν Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, Βαριάνου ν Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541 και Φάρμα Ρένου Χ΄ Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν Χίννη, Πολιτική Έφεση 14/2009 ημερομηνίας 20.6.2012 [3] Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506 [4] Άρθρο 201
(3), Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθμός 2913/92 του Συμβουλίου, περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα [5] Άρθρο 3, περί Συναλλαγματικών Νόμος Κεφ. 262 [6] Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 1185 [7] Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 1185 [8] Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 1189 [9] Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 1189 [10] Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 1189 [11] Chitty on Contracts, 23η έκδοση, τόμος 1, παράγραφος 1187 [12] Άρθρο 84, περί Συμβάσεων Νόμος Κεφ. 149. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο