HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής:1916/2009, 11/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1916/2009 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εναγομένου ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγοντα και
- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD
- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) ΛΤΔ Εναγομένων ----------------------------------- Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους: Η κα Μ. Κωνσταντίνου για Αλέκος Μαρκίδης, Βελάρης & Βελάρης και Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Για τον εναγόμενο και ανταπαιτήσεως ενάγοντα: Ο κ. Μ. Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο - πελάτη τους - με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους (O.2, r.6), απόφαση για το ποσό των €269.884,66σ. πλέον τόκο 10,50% ετησίως επί ποσού €262.981,46σ. από 1.04.2009 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Το πιο πάνω ποσό οι ενάγοντες το περιόρισαν στη βάση του αναδομημένου λογαριασμού (Τεκμ. 34), στο ποσό των €237.548,55σ. πλέον τόκο προς 7.25% ετησίως επί ποσού €146.825,47σ. από 15.01.2015 μέχρι εξοφλήσεως που είναι και η τελική αξίωση τους. Η πιο πάνω δυνατότητα των εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγόμενου όπως ρητά την αποδέχεται και στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του, παραπέμποντας μάλιστα και σε σχετική νομολογία η οποία υποδεικνύει ότι η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων, όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό τόκων σε παραπομπή στις αποφάσεις Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238 και Ζερβού κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρεία Δτδ
(2011)1 ΑΑΔ
- Το πιο πάνω ποσό, όπως εξηγείται στη συνέχεια στις λεπτομέρειες που παρέχονται στην έκθεση απαιτήσεως παραμένει ως υπόλοιπο πιστωτικού επενδυτικού λογαριασμού που ο εναγόμενος διατηρούσε στους ενάγοντες. Πέραν των πιο πάνω αξιώνουν και συναφή διατάγματα πώλησης ή διατάγματα που να καθιστούν δυνατή την πώληση μετοχών ή δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants) και όλων των αξιών και/ή άλλων ωφελημάτων που πιθανόν να προέκυψαν και/ή θα προκύψουν από τις ενεχυριασμένες μετοχές, οποτεδήποτε, σε οποιονδήποτε, σε οποιανδήποτε τιμή και κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων. Καταγράφω στη συνέχεια βασικούς ισχυρισμούς των δικογράφων, πάνω στους οποίους περιστράφηκε και η μαρτυρία, πλείστοι εκ των οποίων προέρχονται και από έγγραφα - μαρτυρικό υλικό ασφαλώς το οποίο κατατέθηκε στη διαδικασία της ακρόασης και δεν αμφισβητήθηκε σε συνδυασμό και με άλλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου η οποία εμπεριέχει στοιχεία αναγκαία για την κρίση μου επί των επιδίκων θεμάτων. Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε όταν την 20.07.1998 υπεγράφη μεταξύ τους συμφωνία παροχής τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συμμετοχή του εναγομένου σε «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού» (Investor Account), το οποίο παρείχαν οι ενάγοντες (Τεκμ.7), σε συνεργασία με τη θυγατρική της εταιρεία Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ στο εξής «η ΕΤΕ». Είναι κοινά παραδεκτό, όπως προκύπτει και από αναμφισβήτητη μαρτυρία, ότι ήταν ο εναγόμενος που είχε ζητήσει με αίτηση του (Τεκμ.7), διά μέσω της ΕΤΕ να συμμετάσχει στο Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού (investor) των εναγόντων η οποία έγινε αποδεκτή και κατέληξαν στη συμφωνία της 20.07.1998 (Τεκμ. 9). Προς το σκοπό αυτό ανοίχθηκε επ΄ονόματι του εναγομένου επενδυτικός τρεχούμενος χρεωστικός λογαριασμός με πιστωτικό όριο μέχρι Λ.Κ.30.000,00, ποσό το οποίο στη συνέχεια σταδιακά αυξήθηκε σε Λ.Κ.80.000,
- Σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία οι ενάγοντες εξουσιοδοτούντο όπως παράσχουν στον εναγόμενο δάνειο και/ή δάνεια και/ή πιστώσεις οποιασδήποτε μορφής και/ή οποιεσδήποτε άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις μέσα στα πλαίσια του εν λόγω «Σχεδίου Επενδυτικού Λογαριασμού». Τα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή οι οιεσδήποτε τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνταν από τους ενάγοντες στον εναγόμενο σε σχέση με το εν λόγω «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού» υπόκειντο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων. Σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία, ο εν λόγω τρεχούμενος επενδυτικός λογαριασμός του εναγομένου θα έφερε τόκο προς 9% το χρόνο ή προς το εκάστοτε υπό του Νόμου επιτρεπόμενο ανώτατο ποσοστό επιτοκίου πάνω στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο από την ημέρα της δημιουργίας του. Κατά το χρόνο του ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού χρεωνόταν με επιτόκιο 8% πάνω στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο. Σύμφωνα με το Νόμο 160
(1)/99 που προνοεί για την Ελευθεροποίηση Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων, το χρεωστικό επιτόκιο του ως άνω αναφερόμενου λογαριασμού αυξήθηκε σε 10,50% ετησίως από 4.04.2005. Ο τόκος υπολογιζόταν και υπολογίζεται επί του εκάστοτε ημερησίου χρεωστικού υπολοίπου και χρεωνόταν και χρεώνεται στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δύο φορές κατ΄έτος ήτοι την 30ην Ιουνίου και την 3ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο εναγόμενος πληροφορήθηκε για την τροποποίηση και την αύξηση του επιτοκίου της ρηθείσας σύμβασης με έναρξη της από 4.04.2005 σε 10,50% με επιστολή τερματισμού του επίδικου λογαριασμού της ίδιας ημερομηνίας δηλαδή 4.04.2005 (Τεκμ. 29). Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε και τα περί του δικαιώματος των εναγόντων για τον τερματισμό του εν λόγω λογαριασμού και το δικαίωμα τους να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή δάνεια και/ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις και να αξιώσουν αμέσως από τον εναγόμενο την πληρωμή όλου του οφειλόμενου ποσού. Ήταν περαιτέρω ουσιώδης όρος της εν λόγω Συμφωνίας ότι ο εναγόμενος υποχρεωνόταν να συνεισφέρει εξασφαλίσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στη συνέχεια «το ΧΑΚ») σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του εναγόμενου. Η εν λόγω εξασφάλιση θα έπρεπε να ενεχυριάζεται προς όφελος των εναγόντων. Περαιτέρω οι ενάγοντες διατείνονται ότι ο εναγόμενος κατά ή περί την 20.07.1998 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Power of Attorney) (Τεκμ. 8), σε αντάλλαγμα για τη συμμετοχή του στο ως άνω εις την παράγραφο 2 αναφερόμενο Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού, δυνάμει του οποίου διόρισε την ΕΤΕ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, όπως εξ ονόματος του και για λογαριασμού του διενεργεί τα ακόλουθα: (α) Αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει αποδέχεται μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεογράφων ή άλλων αξιών των εταιρειών εκείνων που είναι εγγεγραμμένες στο χρηματιστήριο υπό την αιγίδα του ΚΕΒΕ και/ή στο Χ.Α.Κ., (β) ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγομένου αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με μετοχές, χρεόγραφα και άλλες αξίες που θα αποκτούνται μετά την 20.07.98, (γ) υπογράφει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο/α ενεχυρίασης των μετοχών/δικαιωμάτων (rights)/ share warrants/χρεογράφων και άλλων αξιών, προς όφελος των εναγόντων προς εξασφάλιση των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων του εναγόμενου που απορρέουν από την συμμετοχή του στο εν λόγω Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού καθώς και οιεσδήποτε συναφείς πληρεξουσιοδοτήσεις, (δ) προς το σκοπό συμμετοχής του στο εν λόγω Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού, ανοίγει Τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του με τους ενάγοντες και χειρίζεται τούτον μέσα στα πλαίσια των όρων του Σχεδίου, και εκδίδει, υπογράφει, οπισθογραφεί, αποδέχεται επιταγές ή οποιαδήποτε έγγραφα συναφή με την λειτουργία του λογαριασμού, και δίδει οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τη λειτουργία του λογαριασμού, (ε) για τους σκοπούς των πιο πάνω και γενικά της συμμετοχής του εναγόμενου στο «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού» υπογράφει εκ μέρους του εναγόμενου και για λογαριασμό του όλες τις αναγκαίες συμφωνίες, έγγραφα μεταβίβασης ενεχυρίασης και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα οποιασδήποτε μορφής. Κατά την 29.06.2000 ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με τίτλο «γενικό πληρεξούσιο» (Τεκμ. 11), με το οποίο εξουσιοδότησε τον Πανίκο Παναγιώτου όπως ο τελευταίος εκ μέρους του και για λογαριασμό του προβαίνει μεταξύ άλλων στις ακόλουθες πράξεις: (α) Όπως δίδει οδηγίες τηλεφωνικές και/ή γραπτές προς την ΕΤΕ για την αγορά και/ή πώληση μετοχών και/ή οποιωνδήποτε άλλων χρηματιστηριακών αξιών στο όνομα του με χρέωση και/ή πίστωση του επενδυτικού του λογαριασμού, (β) όπως χειρίζεται τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγομένου, δίδει τις σχετικές οδηγίες για τη χρέωση του και την έκδοση επιταγών στο όνομα του εναγομένου ή σε οποιοδήποτε άλλο όνομα για οποιοδήποτε ποσό, (γ) όπως δίδει οδηγίες για τη μεταφορά οποιουδήποτε ποσού από τον εν λόγω λογαριασμό του σ΄οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό μη εξαιρουμένου και του προσωπικού του λογαριασμού, (δ) όπως δίδει οδηγίες για το κλείσιμο του λογαριασμού και την έκδοση επιταγής στο όνομα του και/ή την μεταφορά οποιουδήποτε πιστωτικού υπολοίπου σ΄οποιονδήποτε λογαριασμό κατά την κρίση του, (ε) όπως προβαίνει σ΄οποιανδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια μη ρητώς αναφερόμενη στο εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο και η οποία έχει σχέση με τον πιο πάνω επενδυτικό λογαριασμό του. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων ο εναγόμενος και /ή ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος αυτού συνέστησε και/ή κατήρτισε και/ή υπέγραψε υπέρ αυτών έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, δικαιωμάτων (rights) share - warrants/ χρεογράφων, ημερ. 20.07.98 (Τεκμ. 10), προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που οι Ενάγοντες παρείχαν στον εναγόμενο, δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, άμεσες ή έμμεσες είτε είχαν γίνει, ή θα καταστούν απαιτητές και είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του εν λόγω Επενδυτικού Λογαριασμού και/ή σύμφωνα με τον τρόπο λειτουργίας του, οι μετοχές οι οποίες αγοράζονταν για λογαριασμό του εναγομένου ενεχυριάζονταν αυτόματα προς όφελος των εναγόντων. Σύμφωνα με τους ρητούς όρους της ενεχυρίασης: (α) Η εν λόγω εξασφάλιση αποτελεί συνεχή εξασφάλιση (continuous guarantee) των υποχρεώσεων του εναγομένου προς τους ενάγοντες για κάθε χρηματικό ποσό που οφείλεται ή θα οφείλεται στους ενάγοντες από τον εναγόμενο, συμπεριλαμβανομένων δικαστικών, δικηγορικών ή άλλων εξόδων σε σχέση με τις διευκολύνσεις ή για τη διατήρηση της εξασφάλισης ή εξόδων για την ρευστοποίηση και/ή εκποίηση αυτής, (β) η εν λόγω εξασφάλιση αποτελεί επιπρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του εναγομένου και οι ενάγοντες δικαιούνται να θέτουν σε εφαρμογή οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις, που έχουν για τις πιο πάνω υποχρεώσεις χωρίς επηρεασμό, οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους βάσει του εγγράφου αυτού, (γ) θεωρούνταν ως δεσμευμένα και οποιαδήποτε μερίσματα ή άλλα ωφελήματα ή δικαιώματα τα οποία δυνατό να καταστούν πληρωτέα προς τον εναγόμενο από τις ενεχυριασμένες μετοχές, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών που αναλογούν από την έκδοση δωρεάν μετοχών (bonus shares), οι οποίες δυνατόν να εκδοθούν στο μέλλον, (δ) οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα σε οποιονδήποτε χρόνο κατά την απόλυτη κρίση τους να περιορίζουν το ποσό των διευκολύνσεων και να αυξομειώνουν το ποσοστό του τόκου, τις προμήθειες και έξοδα, (ε) οι ενάγοντες δικαιούνται μεταξύ άλλων (
- i)να τερματίζουν, τροποποιούν, αυξάνουν ή ελαττώνουν τις διευκολύνσεις για τις οποίες δίδεται η εξασφάλιση αυτή, (
- ii)να δίνουν παρατάσεις χρόνου και/ή να απέχουν από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον του εναγόμενου, (στ) παράλειψη υπό του εναγομένου να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ή ποσά που οφείλει σε κεφάλαιο ή τόκους, δικαιώματα και έξοδα ανεξάρτητα από προέλευση ή πηγή ή η αγοραία αξία (market value) των μετοχών που ενεχυριάζει είναι τέτοια ώστε να μη υπερκαλύπτει τα ποσά που οφείλει ο εναγόμενος συν ένα ποσοστό 25% και/ή του εκάστοτε ποσοστού εν ισχύ, πέραν του εκάστοτε ορίου που οι ενάγοντες δυνατόν να εγκρίνουν, οι ενάγοντες δικαιούνται χωρίς ειδοποίηση προς τον εναγόμενο, να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές με οποιοδήποτε τρόπο, ή μέρος τους, είτε με πλειστηριασμό, είτε με απευθείας συνεννόηση με αγοραστές και σε οποιαδήποτε κατά την κρίση τους τιμή, χωρίς να έχουν καμία ευθύνη για οποιαδήποτε πραγματική αξία των μετοχών σε σχέση προς εκείνη της εκποίησης και ο εναγόμενος δεν δύναται να εγείρει καμία αξίωση ή ένσταση για το κύρος της πώλησης. Νοείται περαιτέρω πως εάν το ποσό της πώλησης δεν επαρκέσει, ο εναγόμενος παραμένει υπεύθυνος για κάθε υπόλοιπο του λογαριασμού του. Στη συνέχεια της παράθεσης των ισχυρισμών τους οι ενάγοντες παραπέμπουν στη ρηθείσα συμφωνία τους με τον εναγόμενο ημερομηνίας 20.07.1998 (Τεκμ. 9), με την οποία συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος καταβάλλει στην ΕΤΕ για την παροχή υπηρεσιών, δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου, ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης της τάξεως του 0,5% πάνω στη συνολική κίνηση του λογαριασμού ή ετήσιο δικαίωμα 1% του εγκεκριμένου ορίου τού εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού, ανάλογα με το πιο είναι το μεγαλύτερο. Δυνάμει περαιτέρω ρητού όρου της εν λόγω συμφωνίας ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ΕΤΕ για κάθε αγορά ή πώληση μετοχών, χρεογράφων ή αξιών που αναφέρονται στο εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, προμήθεια 1% επί του ποσού της κάθε πράξης. Τα ως άνω αναφερόμενα ποσά, ήτοι το ποσοστό ετησίου δικαιώματος διαχείρισης και/ή οι προμήθειες για την πώληση μετοχών, χρεογράφων ή αξιών, ως ανωτέρω περιγράφεται, χρεώνονταν στον επενδυτικό λογαριασμό του εναγομένου. Σύμφωνα με ρητό όρο της εν λόγω Συμφωνίας οι ενάγοντες δικαιούνται οποτεδήποτε θελήσουν να αναθεωρήσουν τα πιο πάνω ποσά και/ή ποσοστά κατόπιν ειδοποιήσεως προς τον εναγόμενο. Παρέχουν λεπτομέρειες των ενεχυριασμένων μετοχών διαφόρων εταιρειών και του αριθμού των αξιών και/ή μετοχών και/ή χρεογράφων τα οποία υπήρχαν προς όφελος των εναγόντων κατά τον τερματισμό της συμφωνίας και ακολούθως όσων από αυτές πωλήθηκαν, του ποσού το οποίο εισπράχθηκε και το οποίο πιστώθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του εναγομένου και όσων εξακολουθούν να παραμένουν ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων. Οι ενάγοντες στο δικόγραφο τους εξηγούν περαιτέρω τον τρόπο συνεργασίας τους με τον εναγόμενο και πως εκτελούσαν τις διάφορες εντολές που τους έδιδε. Ισχυρίζονται ότι ενημερωνόταν για όλες τις πράξεις που διενεργούσαν αφού του αποστελλόταν επιπρόσθετα κάθε φορά και Σημείωση Σύμβασης (Contract Note), τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε. 0 εναγόμενος παραβίασε ουσιώδη όρο της μεταξύ τους συμφωνίας παραλείποντας να παραχωρήσει στους ενάγοντες εξασφαλίσεις σε ποσοστό 25% πέραν του ορίου του λογαριασμού του ή το απαιτούμενο ποσοστό εξασφάλισης που ήταν σε ισχύ, με αποτέλεσμα οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, να μειωθούν σε ποσοστό μικρότερο από το ποσοστό κάλυψης του ορίου του λογαριασμού του, γεγονότα τα οποία οδήγησαν μετά από επανειλημμένες ειδοποιήσεις τους μεταξύ άλλων [Τεκμ. 25 - 28(α) - (στ)] στον τερματισμό της λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού στις 4.04.2005, όπως κατέγραψα και πιο πάνω, και την αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου του καθιστώντας απαιτητό το υπόλοιπο του προαναφερόμενου λογαριασμού (Τεκμ. 29). Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στην Έκθεση Απαιτήσεως των αρχικών εναγόντων αλλά και Ανταπαίτηση εναντίον τους όπως και εναντίον της ΕΤΕ την οποία κατέστησε διάδικο. Στην Υπεράσπιση του προβάλλει τέσσερις προδικαστικές ενστάσεις στις οποίες ισχυρίζεται: (α) Ότι η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει του ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, είναι επιπόλαιη και ενοχλητική, άδικη και καταπιεστική, προκαλεί αμηχανία στον εναγόμενο και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, (β) η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει του ότι και αν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα αυτό έχει ήδη παραγραφεί και οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να αξιώνουν στην προκείμενη περίπτωση οτιδήποτε από τον εναγόμενο, (γ) ότι η αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει και θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει του ότι υπό τις περιστάσεις, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τη γέννηση ισχυριζόμενου και/ή υποτιθέμενου και/ή του προτεινόμενου αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων καθώς δεν έχουν διαγνωστεί και/ή δεν είναι υπό τις περιστάσεις εφικτό να διαγνωστούν εντός εύλογου χρόνου όπως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατά παράβαση της δίκαιης δίκης, (δ) οι ενάγοντες δεν μπορούν να συνεχίσουν την αγωγή καθότι η ενάγουσα έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα να αξιώσει οτιδήποτε εναντίον του εναγομένου για πάρα πολλά χρόνια και δεν θα ήταν δυνατόν στην προκείμενη περίπτωση να επιτραπεί στους ενάγοντες να επωφεληθούν σε βάρος του από αυτό το γεγονός. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων και άνευ βλάβης αυτών και/ή διαζευκτικά με αυτές αρνείται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγόντων εκτός όσους από αυτούς ρητά παραδέχεται. Ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων είναι παραπλανητικά διατυπωμένοι και τους καλεί σε αυστηρή απόδειξη και προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίζεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή τόσο η ενάγουσα όσο και η ΕΤΕ, παρέστησαν στον εναγόμενο και/ή διαφήμιζαν ότι ήταν ειδικοί στον τομέα της λειτουργίας και/ή της διαχείρισης επενδυτικών λογαριασμών με περιθώριο ασφάλειας. Ήταν κατόπιν των πιο πάνω αναφερόμενων παραστάσεων των εναγόντων και/ή μετά από έντονες παροτρύνσεις της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης ΕΤΕ, που ο εναγόμενος αποφάσισε να συμμετάσχει στον «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού (Investor Account)», τον οποίο προσέφερε η ενάγουσα σε συνεργασία με την θυγατρική της εταιρεία ΕΤΕ. Αναφέρεται στην συμφωνία που συνήψε με τους ενάγοντες αλλά αρνείται ότι ζήτησε σταδιακά την αύξηση του πιστωτικού ορίου του από Λ.Κ.30.000,00 σε Λ.Κ.80.000,00. Σε αυτόν τον ισχυρισμό του οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι προέταξαν ότι υπήρξαν δύο φορές τέτοια αιτήματα τα οποία εξετάστηκαν ομαδικά με άλλους πελάτες και παρουσίασαν σχετικά εσωτερικά σημειώματα ως Τεκμ. 16 (α) και (β) όπως εμφαίνεται μεταξύ άλλων και το όνομα του εναγόμενου ως αιτητή τέτοιας αύξησης. Δεν αρνείται την υπογραφή πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο διόρισε την ΕΤΕ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και αναφέρεται και αυτός σε ρητούς ή εξυπακουόμενους όρους της επίδικης συμφωνίας παροχής επενδυτικών διευκολύνσεων και του πληρεξουσίου εγγράφου και του εγγράφου ενεχυρίασης αξιών προς όφελος των εναγόντων παρέχοντας λεπτομέρειες αυτών από χρεώσεις δυνάμει της οποίας προκύπτουν ποσά που δεν δικαιούνται οι ενάγοντες και τα οποία ανταπαιτητικώς αξιώνει, κάνει αναφορά σε λεπτομέρειες των υπόλοιπων πτυχών των μεταξύ των σχέσεων αποδίδοντας στους ενάγοντες συμβατικές παραβάσεις και επαγγελματική αμέλεια, λεπτομέρειες της οποίας επίσης παρέχει, όπως ήταν η παράβαση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες αφορούσαν την λειτουργία Επενδυτικών Λογαριασμών και αντισυμβατικές ενέργειες ή παραλείψεις που αποσκοπούσαν στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους και κερδοσκοπίας εκ μέρους τους. Οι ενέργειες ή παραλείψεις των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ΕΤΕ διατείνεται ότι τον ζημίωσαν για τα ποσά των €25.06,52σ, €6.463,43σ., €166.86,75σ.και €24.691,80σ. όπως με λεπτομέρεια αναλύει στο δικόγραφο του τα οποία και διεκδικεί. Οι ενάγοντες απάντησαν στους ισχυρισμούς του εναγομένου και καταχώρησαν υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εναντίον τους και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι αρ. 2 καταχώρησαν ξεχωριστή υπεράσπιση στην ανταξίωση εναντίον τους εκ μέρους τού εναγόμενου στην αγωγή. Στα δικόγραφα τους αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του και τις προδικαστικές του ενστάσεις. Η αγωγή επανέλαβαν είναι πλήρως νομότυπη και κανονική και δεν τίθεται θέμα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος τους ούτε και οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που δύναται να θεωρηθεί ότι υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση της ή ότι τα δικαιώματα του εναγομένου έχουν παραβλαφθεί ουσιωδώς από τη μη άμεση καταχώρηση της και ούτε τίθεται ζήτημα παραβίασης του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ή της δίκαιης δίκης. Οι ενάγοντες δεν επωφελούνται σε βάρος του εναγομένου αλλά διεκδικούν τα νόμιμα δικαιώματα τους. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 αρνούνται ένα έκαστο και κεχωρισμένως τους ισχυρισμούς του εναγομένου και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων. Σε σχέση με τους βασικούς ισχυρισμούς του εναγομένου ισχυρίζονται ότι: (α) Δεν παρείχαν διαχείριση του επενδυτικού λογαριασμού με διακριτική ευχέρεια, (β) ήταν μετά από δική του πρωτοβουλία που συμμετείχε στο σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού και με ελεύθερη τη βούληση του. Δεν έλαβαν χώραν οποιεσδήποτε παραστάσεις εκ μέρους των εναγόντων και της ΕΤΕ. Εξηγούν πως επήλθαν οι αυξήσεις του ορίου στον λογαριασμό του εναγομένου μετά από αποδοχή αιτήματος του με τις προϋποθέσεις που κάθε φορά ετίθονταν. Επί πλέον ο εναγόμενος προέβη από τον εν λόγω λογαριασμό σε αναλήψεις μετρητών Λ.Κ.70.000,00. Σε σχέση με τα λοιπά ζητήματα τα οποία προβάλλει ο εναγόμενος τόσο στην Υπεράσπιση του όσο και στην Ανταπαίτηση του αρνούνται τους ισχυρισμούς του ένα προς ένα και επαναλαμβάνουν προβάλλοντας τους δικούς τους ως τους ανταποκρινόμενους στους όρους των μεταξύ τους συμφωνιών και ότι τέλος ισχυρίζονται ότι πάντοτε ενεργούσαν συμφώνως και κατόπιν των εντολών του εναγομένου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους των εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων πέντε
(5)μάρτυρες (Μ.Ε.). Η κα Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), ο κ. Γιώργος Γρουτίδης (Μ.Ε.2), ο κ. Χάρης Μιχαηλίδης (Μ.Ε. 3), ο κ. Σταύρος Νικολάου (Μ.Ε. 4) και ο κ. Ζήνωνας Κούττας (Μ.Ε.5). Προς υποστήριξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του κατάθεσε μόνον ο εναγόμενος. Κατατέθηκαν συνολικά 41 έγγραφα ως τεκμήρια τα οποία σχετίζονται με τα γεγονότα της υπόθεσης. Μερικά από αυτά συνοδεύονται από διάφορα άλλα έγγραφα ή παραρτήματα με την ανάλογη κάθε φορά αρίθμηση. Η κα Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Ε.1), της οποίας η «Γραπτή Κατάθεση» σημειώθηκε ως Έγγραφο 1, εργάζεται στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών στο Τμήμα Λογιστηρίου των εναγόντων. Κατάθεσε τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών και άλλων αρχών όπως της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών (Τεκμ. 1,2 και 3) τα οποία αποδεικνύουν το νομικό καθεστώς της ενάγουσας ως Τραπεζιτών και Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης η οποία διεξάγει τραπεζικές εργασίες στη Κύπρο δυνάμει του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Στη συνέχεια κατάθεσε τις αρχικές καταστάσεις του λογαριασμού του εναγομένου ως Τεκμ. 4, όσο και τις αναδομημένες ως Τεκμ. 5, τις οποίες όπως εξήγησε τις ετοίμασε η ίδια λαμβάνοντας υπόψη το Τεκμ.
- Εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε για την ετοιμασία τους και επεξήγησε περαιτέρω τις λεπτομέρειες που εμφαίνονται επί των καταστάσεων προβαίνοντας κατά την αντεξέταση της και σε περαιτέρω επεξηγήσεις για το πώς αυτές διαφοροποιούνται με την αφαίρεση κάποιων χρεώσεων. Η μάρτυς βεβαίωσε και ανέφερε ότι ήλεγξε τις καταχωρήσεις και πληροφορίες που περιείχε το Τεκμ. 4 με τις αρχικές καταχωρήσεις με τις οποίες τροφοδοτήθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και διαπίστωσε ότι οι εν λόγω καταχωρήσεις και πληροφορίες είναι ταυτόσημες με τις αρχικές καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία και είναι ορθές. Ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός του εναγομένου είναι επενδυτικός. Οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που τηρούνται ηλεκτρονικώς από την ενάγουσα σε και/ή σε χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και αποτελούν συνήθη βιβλία της Τράπεζας, τα οποία χρησιμοποιούνται συστηματικά από την ενάγουσα κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της για τη συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών σχετικά με τους λογαριασμούς των πελατών, σχετικά με καταθέσεις, αναλήψεις καθώς και σχετικά με την ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμών (Statement), περιλαμβανομένων και των καταστάσεων λογαριασμού του εναγομένου. Τα εν λόγω τραπεζικά βιβλία, τα οποία τηρούνται ως ανωτέρω, βρίσκονται υπό την φύλαξη και τον έλεγχο της ενάγουσας. Όλες δε οι καταχωρήσεις που εμφαίνονται σε αυτές έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων καθ΄όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του ήτοι από 22.07.1998 μέχρι της 30.06.
- Ανέφερε ότι μετά την 30.06.2014 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έγιναν οποιεσδήποτε καταθέσεις στον επίδικο λογαριασμό. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυς όταν της υποδείχθηκαν καταστάσεις λογαριασμών για κάποιες χρονικές περιόδους οι οποίες στη συνέχεια κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 6, συμφώνησε ότι αν είχε αυτές τις καταστάσεις με αυτό το επιτόκιο σίγουρα το ποσό στο Τεκμ. 5 θα ήταν διαφοροποιημένο. Αυτό οφείλεται όπως εξήγησε κατά την επανεξέταση της στο γεγονός ότι σε όλες τις καταστάσεις του Τεκμ. 6 υπάρχει ένα ποσοστό επιτοκίου το οποίο αρχίζει από 1.75% και το οποία αυξάνεται στις επόμενες καταστάσεις ως επιβάρυνση για υπέρβαση καθυστερημένων δόσεων. Ο κ. Γιώργος Γρουτίδης (Μ.Ε. 2), είναι υπάλληλος των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, της ΕΤΕ. Σήμερα είναι προϊστάμενος του Τμήματος της των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών. Η ΕΤΕ, ανέφερε, προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες και ασχολείται μεταξύ άλλων με τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και εισαγωγή εταιρειών στο Χ.Α.Κ. Κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 1999 μέχρι και τον Μάρτιο του 2004 ήταν προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ και έκτοτε μέχρι σήμερα είναι ο προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών. Κατά την επίδικη περίοδο ως προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιών της ΕΤΕ είχε την ευθύνη για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών, για τις οποίες έδιναν εντολές οι επενδυτές όπως και αυτοί που διατηρούσαν επενδυτικό λογαριασμό με την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπως και ο εναγόμενος, στον οποίο είχε παραχωρηθεί κατόπιν αιτήματος του τον Ιούλιο του 1998, όπως εμφαίνεται στο Τεκμ. 7 με αρχικό πιστωτικό όριο Λ.Κ.30.000=. Λόγω των αρμοδιοτήτων του είχε την ευθύνη για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών για τις οποίες έδιναν εντολές οι επενδυτές όπως και ο εναγόμενος. Εξήγησε ότι για να τεθεί το σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού σε λειτουργία ο κάθε πελάτης, όπως και ο εναγόμενος, υπέγραφαν διάφορα έγγραφα τη λειτουργία και τον σκοπό των οποίων εξήγησε με λεπτομέρεια αναφερόμενος στις πρόνοιες τους. Για τη σημασία τους και πως επηρεάζει ένα έκαστο τα επίδικα θέματα θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε άλλο σημείο της απόφασης. Πρόκειται για τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Πληρεξούσιο έγγραφο προς την ΕΤΕ (Τεκμ. 8), (β) συμφωνία περί καταβολής ετήσιου δικαιώματος διαχείρισης (Τεκμ. 9), (γ) Αντίγραφο της συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών καθότι το πρωτότυπο έχει απωλεσθεί (Τεκμ. 10), (δ) πληρεξούσιο έγγραφο προς τον αδελφό του εναγομένου κ. Πανίκο Παναγιώτου (Τεκμ. 11), (ε) αντίγραφο νέου πληρεξουσίου εγγράφου κατ΄ απαίτηση του Χ.Α.Κ. προς την ΕΤΕ, το πρωτότυπο του οποίου είναι κατατεθειμένο στο Χ.Α.Κ. (Τεκμ. 12), (στ) εξουσιοδότηση διορισμού εμπιστευματοδόχου (Τεκμ. 13). Ανέφερε ότι κατά το χρόνο λειτουργίας του εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού το προβλεπόμενο από το σχέδιο ποσοστό εξασφάλισης ανερχόταν στην αγοραία αξία των τίτλων οι οποίοι παρέμεναν ενεχυριασμένοι και οι οποίοι κάλυπταν το χρεωστικό υπόλοιπο συν το 25% του εγκεκριμένου ορίου του επενδυτικού λογαριασμού. Εξήγησε με λεπτομέρειες το σύστημα της Τράπεζας και της ΕΤΕ σε σχέση με τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού και τη διαδικασία που ακολουθούσε ο πελάτης, όπως και ο εναγόμενος εν προκειμένω, για τη διαβίβαση των εντολών του για την αγορά μετοχών και την ενημέρωση που ετύγχανε όπως και στη περίπτωση που υπέβαλλε αίτηση για συμμετοχή σε IPO´s (Initial Public Offering) δηλαδή Δημόσια Πρόταση για Αγορά Μετοχών. Εξήγησε περαιτέρω τι γινόταν μέχρι τον Οκτώβριο του 1999 που δεν υπήρχε καταγραφικό σύστημα εντολών οπότε αυτές καταγράφονταν σε βιβλίο εντολών το οποίο διατηρούσε η ΕΤΕ. Ακολούθως γύρω στα τέλη Οκτωβρίου του 1999 εγκαταστάθηκε στην ΕΤΕ καταγραφικό σύστημα εντολών και έτσι οι εντολές που λαμβάνονταν τηλεφωνικώς καταγράφονταν ταυτόχρονα σε γνώση των επενδυτών - εντολέων. Εξήγησε ακόμα για τις εντολές που εκτελούνταν και για τις οποίες εκδίδονταν αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα της ΕΤΕ τα έγγραφα (contract notes) (σημείωση σύμβασης), τα οποία αρχικά τηρούντο στα αρχεία της ΕΤΕ με ελεύθερη πρόσβαση του κάθε επενδυτή και από το τέλος του 2000 και μετά αποστέλλονταν στον επενδυτή. Η ETE ανέφερε ο μάρτυς, ουδέποτε αγόρασε, πώλησε ή διενήργησε οποιαδήποτε χρηματιστηριακή πράξη εκ μέρους ή για λογαριασμό του εναγόμενου χωρίς την εντολή του. Η ΕΤΕ για τις υπηρεσίες τις οποίες παρείχε, ήτοι για την διεκπεραίωση των εντολών του χρέωνε την συμφωνηθείσα αμοιβή μεταξύ του εναγόμενου και της ΕΤΕ ως αυτή περιγράφεται στη συμφωνία Τεκμ.
- Ο επενδυτικός λογαριασμός του εναγομένου δεν λειτουργούσε με διακριτική ευχέρεια αλλά με τις εκάστοτε εντολές του εναγομένου. Κατάθεσε ως Τεκμ. 14 τα contract notes, τα οποία αφορούν τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγομένου, τις πράξεις δηλαδή που διενεργήθηκαν για λογαριασμό του, συνοδευόμενα από σχετικό πιστοποιητικό που ετοιμάστηκε κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων τους. Εξήγησε τις πληροφορίες που εμφαίνονται στα εν λόγω contract notes που είναι ο αριθμός της πράξης, η ημερομηνία εκτέλεσης της πράξης, το είδος των μετοχών ή αξιών, την ποσότητα, την τιμή που εκτελέστηκε η πράξη είτε αγορά είτε πώληση, το συνολικό ποσό της πράξης αγοράς ή πώλησης, την αμοιβή της ΕΤΕ και τον τυχόν φόρο ο οποίος έπρεπε να καταβληθεί. Ανάφερε ότι η ΕΤΕ απέστελλε στον εναγόμενο τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού «Contract Notes List for client», με επισυνημμένες συνοπτικές καταστάσεις (client summary statement), έτσι ο επενδυτής πάντοτε τύγχανε ενημέρωσης μέσω των τριμηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού. Κατάθεσε ως Τεκμ. 15 τις εν λόγω τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου συνοδευμένες από σχετικό πιστοποιητικό το οποίο ετοιμάστηκε κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων τους. Οι τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούνταν από τις ακόλουθες καταστάσεις: α. Καταστάσεις με τίτλο Contract Notes List For Client και σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και το πραγματοποιηθέν κέρδος και/ή ζημιά (Unrealized Gain /Loss Report), β. Συνοπτικές καταστάσεις (Client Summary Statement), γ. καταστάσεις αλλαγών του χαρτοφυλακίου εξαιρουμένων των χρηματιστηριακών πράξεων που είχαν διενεργηθεί για λογαριασμό του πελάτη στο πάτωμα (Adjustments List For Client). Εξήγησε στη συνέχεια τις καταστάσεις αλλαγών του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου εξαιρουμένων των χρηματιστηριακών πράξεων που είχαν διενεργηθεί για λογαριασμό του στο πάτωμα (Adjustments List For Client), δίδοντας σχετικά παραδείγματα από το Τεκμ. 15, όπως ήταν και συναλλαγές IPO´s (Initial Public Offering) δηλαδή σε Δημόσια Πρόσκληση για αγορά πρώτης έκδοσης μετοχών. Ο μάρτυς ανέφερε περαιτέρω σε σχέση με την ενημέρωση που ετύγχανε ο εναγόμενος ότι πέραν ακόμα και των πιο πάνω τριμηνιαίων καταστάσεων, ο εναγόμενος λάμβανε και τις μηνιαίες τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού του σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού του. Είχε ως εκ τούτου, όλα τα απαραίτητα στοιχεία στην κατοχή του για να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το υπόλοιπο του λογαριασμού του, την αξία των ενεχυριασμένων χρηματιστηριακών αξιών, το όριο του λογαριασμού του, τον όγκο των συναλλαγών του, τον οποίο εξ άλλου ο ίδιος καθόριζε και τις αγοραπωλησίες οι οποίες διενεργήθηκαν για λογαριασμό του. Πέραν τούτων όμως ενημερωνόταν και καθημερινά τηλεφωνικά και σε κάποιες περιπτώσεις με την αποστολή φάξ μετά τη χρηματιστηριακή συνάντηση. Κάποτε ενημερωνόταν και κατά την διάρκεια της χρηματιστηριακής συνάντησης για την εκτέλεση ή μη της εντολής του. Ήταν επομένως σε θέση να αμφισβητήσει, αν επιθυμούσε, πράξεις οι οποίες είχαν εκτελεστεί για λογαριασμό του ή το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού του, όμως ουδέποτε το έπραξε. Έκαμε αναφορά στα όρια του λογαριασμού του εναγομένου, όπου οι αυξήσεις τους έγιναν κατόπιν απαίτησης και/ή αιτήματος είτε γραπτού είτε προφορικού του ίδιου και ποτέ δεν αύξαναν από μόνοι τους τα όρια λογαριασμών πελατών τους. Τα εν λόγω αιτήματα επειδή ήταν ομαδικά εμφαίνονται σε εσωτερικά σημειώματα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμ. 16 (α) και 16 (β). Ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού του, ο εναγόμενος προέβη και σε διάφορα αιτήματα για συμμετοχή σε IPO´s από τα οποία εντόπισε 4 τα οποία και κατάθεσε και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 17 -
- Πλην των πιο πάνω, ο εναγόμενος συμμετείχε και σε άλλα IPO´s για διάφορες εταιρείες στις οποίες έκανε αναφορά δίδοντας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, τις συγκεκριμένες αιτήσεις όπως εξήγησε δεν κατάφερε να τις εντοπίσει. Ο εναγόμενος προέβη επίσης και σε αποδεσμεύσεις ή έλαβε απευθείας μετοχές στις οποίες επίσης έκανε λεπτομερή αναφορά. Από τον εν λόγω επενδυτικό λογαριασμό ο εναγόμενος προέβη και σε διάφορες αναλήψεις ή μεταφορές μετρητών οι οποίες εμφαίνονται στις τραπεζικές καταστάσεις συνήθως με την ένδειξη «Transfer», για τις οποίες εκδίδονταν επιταγές όπως το Τεκμ. 21 και το Τεκμ. 21 Α το οποίο κατάθεσε σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο μάρτυς αναφέρθηκε με λεπτομέρεια παρουσιάζοντας το σχετικό έγγραφο ως Τεκμ. 22 και σε άλλη πράξη σε σχέση με μετοχές, την οποία διενήργησε ο εναγόμενος από τον εν λόγω λογαριασμό του. Εξήγησε επίσης τη διαδικασία αύξησης του ποσοστού εξασφάλισης του επίδικου λογαριασμού του εναγομένου το οποίο είχε ξεκινήσει από 25% και έφτασε μέχρι και το 60% το οποίο μειώθηκε στη συνέχεια σε 40%. Σχετική επιστολή κατάθεσε ως Τεκμ.
- Με τη φράση «ποσοστό εξασφάλισης» εννοείται ότι ο επενδυτής έπρεπε να έχει αξία χαρτοφυλακίου που να υπερβαίνει ή να ισούται με το ποσό του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, συν το ποσοστό εξασφάλισης επί του εκάστοτε ορίου του λογαριασμού. Αναφέρθηκε στην αξία του χαρτοφυλακίου του εναγομένου σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και κατάθεσε ως Τεκμ. 24 τις καταστάσεις χαρτοφυλακίου για τα έτη 2000 -
- Ανάφερε ότι ο επενδυτικός λογαριασμός του εναγομένου τερματίστηκε την 4.04.2005 και κατ΄εκείνη την ημερομηνία υπήρχαν ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων διάφορες μετοχές και δικαιώματα αγοράς μετοχών κάποιες από τις οποίες, μετά από οδηγίες της ενάγουσας, η ΕΤΕ προέβη σε πωλήσεις. Σήμερα παραμένουν μετοχές μιας μόνο εταιρείας. Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις μετοχές της εταιρείας Athina τις οποίες αγόρασαν κατόπιν εντολής του εναγομένου. Ανάφερε ότι ο λογαριασμός του εναγομένου άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα και υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου καθώς δεν τηρείτο η απαραίτητη ή η προβλεπόμενη από το σχέδιο εξασφάλιση. Προς τούτο άρχισαν οι επαφές με τον εναγόμενο με σκοπό την αποκατάσταση της υπέρβασης και του ύψους της προβλεπόμενης εξασφάλισης χωρίς να υπάρχει ανταπόκριση. Ως εκ τούτου άρχισε η αποστολή σχετικών επιστολών μέχρι και τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού όπως είναι τα Τεκμ. 25 -
- Σε σχέση με τις τιμές ανοίγματος και κλεισίματος των τιμών των μετοχών των τριών εταιρειών των οποίων πωλήθηκαν οι μετοχές που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο του εναγομένου κατέθεσε ως Τεκμ. 32 Α, 32 Β και 32 Γ σχετική κατάσταση που εξασφάλισε από την A.G.F.N. που είναι πάροχος χρηματιστηριακής πληροφόρησης. Η αντεξέταση του μάρτυρος περιστράφηκε γύρω από τις διαδικασίες που ακολουθούνταν στην υπηρεσία του με βάσει τα έγγραφα που υπέγραψαν οι διάδικοι και έδωσε διευκρινήσεις για το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων και για διάφορα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε. Ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στις συνθήκες υπογραφής του πληρεξουσίου (Τεκμ. 8). Επέμεινε ότι για να έκαναν πράξεις με βάσει το πληρεξούσιο αυτό θα έπρεπε να διδόταν εντολή από τον εναγόμενο καθώς δεν ήταν λογαριασμός διαχείρισης χαρτοφυλακίου καθώς επρόκειτο για λογαριασμό χρήσης - διαβίβασης εντολών από τον πελάτη, όπως τον ονόμασε. Επέμεινε ότι ποτέ δεν είχαν κάνει οποιαδήποτε συναλλαγή χωρίς εντολή του πελάτη τους. Εξήγησε για το πώς λειτουργούσε το σύστημα ενεχυρίασης των μετοχών που βρίσκονταν στο χαρτοφυλάκιο του εναγομένου και το ζήτημα των εξασφαλίσεων που έπρεπε ο εναγόμενος να παρέχει. Απέρριψε υποβολή ότι ήταν οι ίδιοι που εισηγήθηκαν αύξηση του ορίου του λογαριασμού του εναγομένου για να καλύψει και την εξασφάλιση που είχε ο λογαριασμός του, αντίθετα ήταν πελάτες μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος που τον Σεπτέμβριο του 1999 ζητούσαν πιεστικά την αύξηση του ορίου τους λόγω της συνεχούς ανόδου των μετοχών στο Χ.Α.Κ. και τον Ιανουάριο του 1999 που είχε γίνει η πρώτη αύξηση δεν υπήρχε εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας που να τους απέτρεπε από του να προβούν σε αύξηση του ορίου των πελατών τους. Η πρώτη εγκύκλιος γι΄αυτόν τον σκοπό εκδόθηκε την 13.07.
- Παρόλα αυτά υποστήριξε ότι δεν υπήρξε παραβίαση εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας ως προς τις καλύψεις που έπρεπε να έχουν λογαριασμοί όπως αυτός του εναγομένου και προς τούτο έδωσε ως παράδειγμα την 30.09.1999 όπου στη τριμηνιαία κατάσταση υπήρχε όριο Λ.Κ. 40.000= και η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν Λ.Κ.243,000 = οπόταν η αξία του χαρτοφυλακίου υπερκάλυπτε το όριο του. Αναφέρθηκε εκ νέου στον τρόπο ενημέρωσης του πελάτη για τις πράξεις που διενεργούνταν και τη φύλαξη των εντολών μέχρι και την φύλαξη τους σε ηλεκτρονικά αρχεία και αρνήθηκε υποβολή ότι αυτά κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων, λέγοντας ότι ό,τι δείχνεται πάνω στα contact notes μπορούν να επιβεβαιωθούν και από το Χ.Α.Κ. Δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να απαντήσει στο νομικό ερώτημα κατά πόσο οι αξιώσεις τους έχουν παραγραφεί. Ο κ. Χάρης Μιχαηλίδης (Μ.Ε.3) είναι Λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων και είναι γνώστης της υπόθεσης αφότου αυτή αποστάληκε στην υπηρεσία του για λήψη νομικών μέτρων εναντίον του εναγομένου. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να εξηγήσει για το ύψος του επιτοκίου με το οποίο επιβαρυνόταν ο λογαριασμός του εναγομένου εξηγώντας την χρέωση 8% και ακολούθως 9% από τον τερματισμό της συμφωνίας. Κατάθεσε ως Τεκμ. 33 σχετική εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας. Εξήγησε τις χρεώσεις τόκων που φαίνονται στο Τεκμ. 6 από 01.06.2002 μέχρι και την 01.02.2005 που ήταν της τάξης του 7.5%. Κατάθεσε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία ετοιμάστηκε με βάσει το Τεκμ. 6 ως Τεκμ. 34 η οποία έχει διαφορά €40.000 και επίσης την αναδομημένη κατάσταση που ετοίμασε και πάλιν ο ίδιος η οπoία σημειώθηκε ως Τεκμ.
- Κατάθεσε τις 8 ανακοινώσεις όσον αφορά το βασικό επιτόκιο από 01.01.2001 οπότε και εφαρμόζεται το επιτόκιο φιλελευθεροποίησης ως Τεκμ.
- Εξήγησε ακόμα ότι αφαίρεσαν από τον επίδικο λογαριασμό την αρχική χρέωση των Λ.Κ.2.966,50σ. όχι επειδή λανθασμένα χρέωσαν το ποσό αυτό αλλά επειδή δεν βρήκαν το αντίστοιχο δικαιολογητικό και έτσι δεν αξιώνουν πλέον αυτό το ποσό. Αυτό το ποσό εξήγησε έχει αφαιρεθεί από τα τεκμήρια 34 και
- Κατάθεσε φωτοαντίγραφα του στελέχους βιβλιαρίου επιταγών για τα ποσά των Λ.Κ.10.000= και Λ.Κ.20.000= με ημερομηνία 8.07.1999 ως Τεκμ. 37 και 38 αντίστοιχα. Εξήγησε ότι δεν βρέθηκαν τα πρωτότυπα καθώς φυλάσσονται σε τεράστιο όγκο παρόμοιων εγγράφων αλλά τα φωτοαντίγραφα του στελέχους του βιβλιαρίου επιταγών φυλάγονται ηλεκτρονικά σε microfilm στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας από το οποίο τα εξασφάλισε. Κατάθεσε τέλος επτά
(7)εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούσαν τους επενδυτικούς λογαριασμούς ως Τεκμ. 39 (α) -(ζ). Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς αρνήθηκε υποβολή ότι τα Τεκμ. 37 και 38 είναι κατασκευασμένα έγγραφα και εξήγησε πως τα εξασφάλισε ο ίδιος με σκοπό να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια έδωσε τη δική του εξήγηση μιλώντας υποθετικά γιατί αναγράφηκαν οι λέξεις «TRANSFER» ή «Withdrawal» στις αντίστοιχες χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμ. 4 και όχι «Cheque Deposit», όπως γίνεται όταν εκδίδεται επιταγή. Στη συνέχεια εξήγησε ξανά τη διαδικασία ετοιμασίας των Τεκμ. 34 και 35 και τα συσχέτισε με τα Τεκμ. 4 και
- Σε σχέση με το περιθώριο του 2% με το οποίο χρέωνε επιπλέον η τράπεζα και ποιος τους επέτρεπε να το κάνουν αυτό, απάντησε ότι ήταν πάντοτε η πρακτική της τράπεζας στο βασικό επιτόκιο να προσθέτει ένα περιθώριο. Σε σχετική υποβολή περί του αντιθέτου ανέφερε ότι η λογική σε σχέση με τα ποσά των επιταγών Τεκμ. 37 και 38 λέγει ότι είναι ο εναγόμενος που τα πήρε εφόσον οι επιταγές εκδόθηκαν επ΄ονόματι του. Ο κ. Σταύρος Νικολάου (Μ.Ε. 4), εργάζεται στο αρχείο της ΕΤΕ. Του είχε ανατεθεί να βρει στο καταγραφικό σύστημα της τράπεζας, δηλαδή το τηλεφωνικό σύστημα όπου καταγράφονται οι συνομιλίες των πελατών με την ΕΤΕ και συγκεκριμένα τους χρηματιστές, τις εντολές που είχαν δοθεί και σχετίζονταν με αυτή την υπόθεση. Εξήγησε ότι τις εντολές τις εντοπίζει με την ταυτότητα του πελάτη, ή με τον αριθμό CIF ή τον αριθμό λογαριασμού που έχει ο πελάτης ή και με το όνομα του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού τις εντόπισε τις αποτύπωσε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σε ειδικό φάκελο και όταν είχε μαζευτεί ένα ικανοποιητικό δείγμα τις μετέφερε σε CD το οποίο και κατάθεσε ως το Τεκμ. 40 μαζί με το πιστοποιητικό του. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι είχε εντοπίσει 5 τέτοιες συνομιλίες ως δείγμα τέτοιων συνομιλιών όπως του είχαν δοθεί σχετικές οδηγίες. Οι εντολές δε αυτές, όπως φαίνεται δόθηκαν κατά τη διάρκεια χρηματιστηριακής συνάντησης. Εξήγησε ότι με την πάροδο των χρόνων το τηλεφωνικό σύστημα έχει εκσυγχρονιστεί και σήμερα είναι πολύ εύκολο να εντοπίσεις τέτοιες συνομιλίες. Ο κ. Ζήνωνας Κούττας (Μ.Ε.5), εργάζεται στο Τμήμα Εσωτερικής Επιθεώρησης των εναγόντων. Εργάστηκε στις επενδύσεις από τον Μάρτιο του 2000 μέχρι και τον Οκτώβριο του
- Δεν γνώριζε προσωπικά τον εναγόμενο, γνώριζε όμως ότι διενεργούνταν εντολές για λογαριασμό του από τον αδελφό του τον Πανίκο Παναγιώτου στον οποίο ο εναγόμενος είχε δώσει πληρεξούσιο. Εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο δίδονταν οι εντολές προς τους χρηματιστές και αν εξακολουθούσε ο επενδυτής να βρίσκεται στο τηλέφωνο και γινόταν η πράξη, αυτός ενημερωνόταν αμέσως από τηλεφώνου διαφορετικά η ενημέρωση του γινόταν στο τέλος της χρηματιστηριακής συνάντησης είτε και πάλι τηλεφωνικώς είτε αυτόματα μέσω φάξ αν ήταν καταχωρημένος ο αριθμός του πελάτη. Υπήρχε επίσης ενημέρωση με τα contract notes τα οποία αποστέλλονταν στον πελάτη ταχυδρομικώς όπως και με την τριμηνιαία κατάσταση προς τον πελάτη όπως και την μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του που του αποστελλόταν από την Τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχαν καταχωρήσει ή διενεργήσει εντολή στο λογαριασμό πελάτη χωρίς την εντολή του ή αρνήθηκαν μια τέτοια εντολή του. Απέρριψε ισχυρισμό του εναγομένου ότι τον Νοέμβριο του 2000 είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν εντολή για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Ήταν απόλυτος στη θέση ότι ποτέ δεν ενεργούσαν κατά το δοκούν αλλά πάντοτε με εντολή του πελάτη τους. Εξήγησε ότι η πληροφόρηση που έδιναν σε επενδυτές ήταν οι ανακοινώσεις του Χ.Α.Κ. και γενικά ανακοινώσεις που αφορούσαν τις δημόσιες εταιρείες που έβγαιναν στο Χ.Α.Κ. Επίσης πληροφόρηση για θέματα βάθους της αγοράς, αν δηλαδή υπήρχαν πολλοί αγοραστές ή πολλοί πωλητές. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι γύρω στο 2001 είχε χειριστεί πράξεις που έκανε ο εναγόμενος και είχε επίγνωση της κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου. Απέρριψε υποβολή ότι από τον Οκτώβριο του 2000 μέχρι την 6.03.2001 αρνήθηκαν την εκτέλεση εντολών του εναγόμενου. Για την περίοδο που δεν φαίνονται πράξεις η εξήγηση που έδωσε ήταν απλώς ότι ο εναγόμενος δεν θα έδιδε τότε ανάλογες εντολές. Σε υποβολή της θέσης από πλευράς του εναγόμενου ότι δεν εκτελούσαν εντολές που τους έδιδε διερωτήθηκε πως είναι δυνατό να εκτελέστηκαν μεταγενέστερες εντολές που τους έδωσε και να μην είχαν εκτελέσει προηγούμενες και μάλιστα χωρίς να υπάρξει τότε οποιαδήποτε αντίδραση του. Όταν τέθηκε στον μάρτυρα συγκεκριμένη συνομιλία που είχε με τον αδελφό του εναγόμενου η οποία στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Α και στη συνέχεια η αποκρυπτογράφηση της με μια μικρή διόρθωση, όπως αναφέρθηκε, κατατέθηκε εκ συμφώνου και σημειώθηκε ως το Τεκμ.
- Ο μάρτυς ανέφερε ότι μπορεί στην οικειότητα που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους, εφόσον συνεργάζονταν χρόνια, να εξέφραζε κάποια άποψη αλλά την τελική απόφαση είχε ο επενδυτής και αρνήθηκε τη θέση της πλευράς του εναγόμενου ότι τον παρότρυνε να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές χωρίς όμως να αμφισβητείται το γεγονός ότι την τελική απόφαση για την αγορά τους την είχε πάντοτε ο εντολέας. Οι εντολές, εξήγησε, εκτελούνταν ανάλογα με το εύρος τιμών που καθόριζε ο πελάτης και ενεργούσε πάντοτε με βάσει τις εντολές που του έδιδε ο πελάτης. Εξήγησε ότι οι εντολές που δίδονταν βρισκόντουσαν ήδη στο πάτωμα του Χ.Α.Κ. Ανέφερε δε συγκεκριμένα: «Οι εντολές μπορεί να δόθηκαν το πρωϊ πριν αρχίσει η διαπραγμάτευση, έδωσε τις εντολές οι οποίες μπήκαν στο σύστημα και εγίνετο η ενημέρωση τι γίνεται η πορεία των πράξεων του τόσο για το δικό του λογαριασμό γιατί συνήθως έκαμνεν πράξεις ο Πανίκος για δικό του λογαριασμό - είχε μεγάλο επενδυτικό λογαριασμό - και για τον αδελφό του το Σωτήρη που χειρίζετο και τους δύο λογαριασμούς μαζί, είχε πληρεξούσιο.». Ο εναγόμενος στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του καταθέτοντας και υιοθετώντας Γραπτή Κατάθεση (Έγγραφο 3), αναφέρθηκε στην έγκριση του την 20.07.1998 για συμμετοχή του στο Επενδυτικό Σχέδιο της ενάγουσας με όριο Λ.Κ.30.000=. Προς τούτο υπέγραψε διάφορα έγγραφα όπως τα Τεκμ. 8 και 9 τα οποία διευκρίνισε ότι δεν τα υπέγραψε ενώπιον Πιστοποιούντος Υπαλλήλου. Ποτέ δεν έλαβε Contract Notes για τις αγοραπωλησίες μετοχών από της έναρξης της λειτουργίας του λογαριασμού του. Αρνείται τις χρηματιστηριακές συναλλαγές της 22.07.1998 για το ποσό των Λ.Κ.2.966,50σ. και την χρέωση με το ποσό των Λ.Κ.50,00 και ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν τα Contract Notes γι΄αυτές. Ποτέ δεν υπήρξε θεσμικός επενδυτής. Προέβαινε σε αγορές μετοχών για σύντομη πώληση τους με σκοπό να ωφεληθεί τυχόν αύξησης της τιμής της μετοχής. Στη συνέχεια κάνει λόγο για την αντίληψη του περί της συμφωνίας του με την ενάγουσα (Τεκμ. 9) και της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας καθώς η αγωγή εναντίον του καταχωρήθηκε την 22.06.2009 και ως εκ τούτου οι οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν και καταρτίστηκαν πριν την 22.06.2001 έχουν παραγραφεί. Αναφέρεται σε συμβατικές παραβάσεις εκ μέρους των εναγόντων και της ΕΤΕ οι οποίες είναι οι ακόλουθες: (α) Δεν ζήτησε ο ίδιος σταδιακά την αύξηση του πιστωτικού του ορίου και ότι μόνοι τους οι ενάγοντες προέβαιναν στην αύξηση του ορίου του χωρίς την έγκριση του και αυτό το έκαμναν για να συμμορφώνονται με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας για τις εξασφαλίσεις που έπρεπε να παρουσιάζει ο λογαριασμός του τις οποίες και δεν είχε, (β) ο ίδιος δεν είχε την οικονομική δύναμη να ανταπεξέλθει στην αύξηση του ορίου του, το οποίο η τράπεζα χωρίς να τον ρωτήσει και ή να εξετάσει την οικονομική του ικανότητα και χωρίς να τον προειδοποιήσει προέβαινε στην αύξηση του. Σχολίασε τον ισχυρισμό του Μ.Ε. 2 κ. Γ. Γρουτίδη ότι για τις αγοραπωλησίες των μετοχών που εμφαίνονται στον λογαριασμό του είχε όλα τα αναγκαία έγγραφα και τις γραπτές του οδηγίες για να εκτελέσει τις εντολές του και ισχυρίστηκε ότι εκτός των όσων έχει παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου και εμφαίνονται στις οδηγίες του μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του καμιά άλλη εντολή και ή οδηγία έχει δώσει για αγοραπωλησία μετοχών, (γ) έδωσε παραδείγματα για να καταδείξει τον ισχυρισμό του ότι η ΕΤΕ δεν έκανε σωστά την εργασία της και ή ήταν αμελής και λειτουργούσε κατά παράβαση των καθηκόντων της έναντι του ή κατά παράβαση οδηγιών και κανονισμών του Χ.Α.Κ. όπως ήταν και οι χρεώσεις που τους έγιναν την 22.07.1998 για τα ποσά των Λ.Κ.2.966,50σ. και Λ.Κ.50,00 για τα οποία δεν είχε ιδέα και ουδέποτε έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση τους, (δ) ότι τον χρέωσαν με έξοδα κατά παράβαση της συμφωνίας τους για τη συμμετοχή του στην αγορά μετοχών IPO´s οι οποίες δεν είχαν ακόμη εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό €6.463,43σ. και (ε) το γεγονός ότι η εξέλιξη της υπόθεσης με την ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών αυτό κατέδειξε. Στη βάση των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητα των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων καταλογίζει σε αυτούς προσχεδιασμένη και ηθελημένη ενέργεια να πετύχουν απόφαση εναντίον του με αυξημένα και υπέρογκα ποσά. Κατά την αντεξέταση του σε υποβολή ότι τα contract notes από τον Οκτώβριο του 2000 αποστέλλονταν στη διεύθυνση που είχε δηλώσει, απάντησε ότι εξ όσων θυμόταν δεν είχε πάρει τέτοια πράγματα. Αρνήθηκε υποβολή ότι το αρχικό ποσό που δεικνύει ο λογαριασμός του των Λ.Κ. 2.966,50σ. αφορούσε και πάλι χρηματιστηριακή πράξη για αγορά μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας, λέγοντας ότι πρώτη φορά ακούει τέτοιο πράγμα. Ούτε γνώριζε ότι το ποσό των Λ.Κ.50,00 αφορούσε έξοδα εγγράφων ανοίγματος του λογαριασμού και χαρτόσημα. Παραδέχθηκε ότι είχε λάβει τα ποσά των εκάστοτε πιστωτικών ορίων που του παραχωρήθηκαν και τα είχε χρησιμοποιήσει. Σε υποβολή ότι ωφελήθηκε από την αύξηση των πιστωτικών του ορίων κατά τη διάρκεια της φρενίτιδας της χρηματιστηριακής αγοράς ως επενδυτής, ανέφερε ότι και η τράπεζα ωφελείτο με τις διάφορες χρεώσεις που έκανε «δεν ήταν φιλανθρωπικό ίδρυμα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Δεν αρνήθηκε και δεν αμφισβήτησε επίσης τη θέση της ενάγουσας ότι η δεύτερη αύξηση του πιστωτικού του ορίου δικαιολογείτο καθώς υπήρχε υπερκάλυψη από την αξία του χαρτοφυλακίου του λέγοντας ότι όσα είναι γραπτά και φαίνονται γραπτά δεν τα αμφισβητεί. Υποστήριξε ότι δεν είχε προσωπική ανάμειξη στην λειτουργία του λογαριασμού του και ότι είχε ιδίαν αντίληψη των διαφόρων εντολών που δίδονταν αλλά δεν αρνήθηκε ότι γνώριζε γι΄αυτά ο αδελφός του στον οποίο είχε παραχωρήσει πληρεξούσιο. Αρνήθηκε ακόμα ότι υπέβαλλε αιτήσεις για την αγορά τον IPO΄s και το παράπονο του, όπως το διατύπωσε, ήταν ότι του είχαν παραχωρηθεί ενώ δεν είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα. Συμφώνησε όταν του υποδείχθηκε ότι υπάρχουν λανθασμένες αναφορές του στην Γραπτή του Κατάθεση για την αγορά IPO´s. Σε υποβολή ότι ο λογαριασμός του δεν λειτουργούσε κατά «διακριτική ευχέρεια» αλλά όλες οι πράξεις που έγιναν και φαίνονται στον λογαριασμό του έγιναν κατόπιν εντολών του, ανέφερε ότι προσωπικά ο ίδιος δεν έδωσε τέτοιες εντολές χωρίς να αρνείται ότι ίσως να δόθηκαν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους στην αγόρευση της έκανε εκτενή αναφορά στα δικόγραφα και στους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς και θέσεις όπως και στη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Σχολίασε επί μέρους πτυχές της και την συσχέτισε με τη νομική της πτυχή με νομολογία και αυθεντίες. Στην εκτενή και εμπεριστατωμένη αγόρευση της σχολίασε με λεπτομέρεια ένα έκαστο των ισχυρισμών που προβλήθηκαν στα δικόγραφα της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγομένου, διερωτώμενη ταυτόχρονα πως έρχεται εκ των υστέρων αυτός να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς όταν τα γεγονότα της υπόθεσης, τα έγγραφα και η εμπλοκή του ίδιου ή του αντιπροσώπου του σε όλα τα στάδια της μεταξύ τους συνεργασίας καταδεικνύουν γνώση του για ό,τι συνέβαινε γιατί εκτός από τις οδηγίες που έδιδε ενημερωνόταν και μέσω των λογαριασμών που λάμβανε από την ενάγουσα για όποιες πράξεις γίνονταν και για όλες τις χρεώσεις. Για πλείστους τόσους ισχυρισμούς όπως και ζητήματα που προβάλλει ο εναγόμενος δεν δόθηκε εκ μέρους του οποιαδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο, όπως για παράδειγμα για τον ισχυρισμό περί αγοράς μετοχών της Athina στις 29.06.2000 για το ποσό των Λ.Κ.19.559= και παράλειψη τους να προβούν σε πώληση τους όπως και για το ζήτημα της πώλησης μετοχών μετά τον τερματισμό της συμφωνίας χωρίς την γραπτή εντολή ή και συγκατάθεση του εναγόμενου με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές της τάξης των €166.186,75σ. χωρίς να δοθεί τελικά οποιαδήποτε μαρτυρία για αυτό ή δεν φαίνεται να διαφώνησαν με τις τιμές πώλησης των μετοχών και περαιτέρω για το ποσό των €166.186,75 το οποίο διεκδικεί στην ανταπαίτηση του για πώληση των μετοχών από το χαρτοφυλάκιο του για το οποίο δεν δόθηκε μαρτυρία και δεν αποδείχθηκε και έτσι θα πρέπει να αγνοηθεί και να μην απασχολήσει το Δικαστήριο. Εκεί που οι ενάγοντες για τους λόγους που εξήγησαν οι μάρτυρες τους δεν είχαν τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία αφαίρεσαν τη σχετική χρέωση που έγινε και με τους αναθεωρημένους λογαριασμούς αφαιρέθηκαν προς όφελος του εναγομένου όλες οι κατ΄ισχυρισμό του υπερχρεώσεις έτσι που σήμερα διεκδικείται σαφώς μικρότερο ποσό από ότι αρχικά διεκδικείτο. Η ανάλυση της μαρτυρίας καταδεικνύει, όπως εισηγήθηκε, ότι η πλευρά των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ενεργούσαν πάντοτε με οδηγίες και εντολή του εναγόμενου και του αντιπροσώπου του και ότι δεν διενεργούσαν διαχείριση του λογαριασμού του με «διακριτική ευχέρεια», αλλά το σχέδιο λειτουργούσε στη βάση λήψης και διαβίβασης των εντολών στο Χ.Α.Κ. τις οποίες έδιδε ο εναγόμενος. Διερωτήθηκε περαιτέρω αν θα πρέπει να γίνει πιστευτή η θέση του εναγομένου ότι για τόσα χρόνια λειτουργίας του λογαριασμού του ο εναγόμενος δεν είδε τις πράξεις τις οποίες έκανε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 δίχως την εντολή του και πως είναι δυνατόν να αρνείται ότι προέβη σε αναλήψεις από τον λογαριασμό του όταν οι επιταγές Τεκμ. 21 και 21 Α φέρουν τις υπογραφές του. Εισηγήθηκε ότι η απαίτηση των εναγόντων είναι καθαρή ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος δανείστηκε ποσό το οποίο χρησιμοποίησε για την αγορά μετοχών και η οποιαδήποτε ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 δεν έχει οποιαδήποτε βάση και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, ασχολήθηκε με τη νομική πτυχή της υπόθεσης απαντώντας ουσιαστικά στις αιτιάσεις που πρόβαλε η πλευρά της Υπεράσπισης όπως το θέμα της αμέλειας της ενάγουσας και της παράβασης καθήκοντος της σε σχέση με την πώληση μετοχών και την μη εκποίηση του ενεχύρου σε συγκεκριμένη ημερομηνία, το ζήτημα της παράβασης εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της απαίτησης, εισηγούμενη ότι καμιά από αυτές δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. O ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου ανέπτυξε κατά την αγόρευση του τις θέσεις της πλευράς της Υπεράσπισης συσχετίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης με την παραδεχτή μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Συνοψίζοντας τις θα έλεγα ότι αυτές συνίστανται στις ακόλουθες: (α) Εάν το δικαστήριο αποφανθεί από το λεκτικό της συμφωνίας (Τεκμ. 7), και με τον τρόπο που λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός, ότι αυτός όντως ήταν λογαριασμός παρατραβήγματος για αγοραπωλησίες μετοχών, τότε το Άρθρο 26
(1)του Περί Αξιών και του Περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 (Ν.14
(1)/1993), το οποίο αναφέρει ότι: «Απαίτηση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά από πάροδο οκτώ ετών από την ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή», έχει εφαρμογή και θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή καθώς αυτή έχει καταχωρηθεί την 22.06.2009 και ως εκ τούτου οι οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν/ καταρτίστηκαν πριν την 22.06.2001 σύμφωνα με το Άρθρο 26
(1)του Περί Αξιών και του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο του 1993 (Ν. 14
(1)/1993) έχουν παραγραφεί, (β) οι ενάγοντες είχαν καθήκον να αποδείξουν με βάσει τα κριτήρια που θέτει το αποδειχτικό μας δίκαιο τον λογαριασμό, κάτι που δεν έπραξαν καθώς δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος που είχαν σε σχέση με την απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου και ειδικότερα σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες παρουσίασε η πλευρά των εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχθεί εναντίον του εναγόμενου το ποσό που αξιώνεται ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, (γ) υπάρχουν λανθασμένες χρεοπιστώσεις στους αναθεωρημένους λογαριασμούς, (δ) γίνεται επίκληση συμβατικών παραβάσεων και αμέλειας των εναγόντων και της ΕΤΕ καταλογίζοντας τους παράνομες χρεώσεις εξόδων για τη συμμετοχή του εναγόμενου στην αγορά μετοχών IPO´s οι οποίες δεν είχαν εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. τα οποία και ο εναγόμενος διεκδικεί ανταπαιτητικώς, (ε) δεν απέδειξαν ότι οι αγοραπωλησίες των μετοχών που εμφαίνονται στον λογαριασμό του εναγόμενου έγιναν με γραπτές οδηγίες του εναγόμενου, (στ) υπάρχει παράνομη χρέωση τόκων εφόσον, έστω και αν προβλεπόταν στην συμφωνία, για το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο υπολογιζόταν τόκος με βάση τις 360 ημέρες και όχι με βάση τις 365 μέρες που έχει το ημερολογιακό έτος με αποτέλεσμα την χρέωση επιπλέον τόκου, η δε παρανομία αυτή είναι τέτοιας μορφής και σοβαρότητας που μολύνει το σύνολο της συμφωνίας και την καθιστά άκυρη και μη εφαρμόσιμη. ΑΝΑΛΥΣΗ ΘΕΣΕΩΝ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στη συνέχεια θα καταπιαστώ με την ανάλυση των διαφόρων ζητημάτων που έχουν τεθεί με αναφορά στη δοθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία και την αξιολόγηση της αφού προηγουμένως αναφέρω ότι γενικά οι μάρτυρες που κατάθεσαν για την πλευρά των εναγόντων κρίνονται ότι ήταν ειλικρινείς, απαντούσαν ευθέως, χωρίς παλινδρομήσεις και εμπεριστατωμένα παραπέμποντας κάθε φορά σε εγγραφές σε σχετικά έγγραφα τα οποία παρουσίασαν ως τεκμήρια. Όπου χρειάστηκε να παραδεχθούν σχετικές θέσεις που τους υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου και οι οποίες διαφοροποιούσαν κατά την άποψη της Υπεράσπισης είτε υπόλοιπα λογαριασμών είτε επί μέρους χρεώσεις δεν δίστασαν να τα παραδεχθούν δίδοντας όμως την εξήγηση τους γιατί συνέβαινε αυτό η όποια δε αδυναμία τους να δώσουν μια σαφή απάντηση για κάποια ζητήματα συνοδευόταν κάθε φορά από πειστική εξήγηση για αυτή τους την αδυναμία η οποία καθόλου δεν μειώνει την αξιοπιστία τους ή την θετική αναφορά τους επί των ουσιωδών επιδίκων θεμάτων. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ πλήρως την μαρτυρία τους σε λεπτομέρειες της οποίας όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Από την άλλη ο εναγόμενος δεν μου προκάλεσε εντύπωση ανθρώπου που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να πει την αλήθεια. Απαντούσε με πολύ δισταγμό στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του και μάλιστα κάποιες φορές απαντούσε μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου επισημαίνοντας του ότι θα έπρεπε να δώσει κάποια απάντηση. Ενώ δέχεται ότι υπέγραψε έγγραφα που αφορούσαν τη δημιουργηθείσα σχέση του με τους ενάγοντες, εντούτοις αρνείται ότι κάποια από αυτά όπως τα Τεκμ. 8 και 11 τα υπέγραψε ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου ο οποίος όμως πιστοποίησε την υπογραφή του, χωρίς βέβαια το γεγονός αυτό να ενέχει οποιανδήποτε σημασία εφόσον δεν αρνήθηκε την εκ μέρους του υπογραφή τους. Οι θέσεις του και ανάλογα οι απαντήσεις του συγκρούονταν τις πλείστες φορές με άλλη γραπτή μαρτυρία και για όσα επικαλέστηκε άγνοια, φανερά αποσκοπούσαν στο να βοηθήσει με κάθε τρόπο την υπόθεση του και όσα επικαλέστηκε στην Υπεράσπιση του και τα οποία συγκρούονταν ενίοτε από γραπτή μαρτυρία. Αρνητική εντύπωση μου προκάλεσε για η προσποίηση άγνοιας για εντολές που αποδεδειγμένα έδιδε ο αδελφός του και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του, καταλήγοντας όμως στο τέλος να παραδεχθεί ότι ίσως να δίδονταν τέτοιες εντολές από τον τελευταίο. Απορρίπτω για τους πιο πάνω λόγους την μαρτυρία του. Σε ειδικές πτυχές της θα αναφερθώ στο κατάλληλο στάδιο της ανάλυσης που έπεται. Ο εναγόμενος προβάλλει τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του όσο και στην μαρτυρία του αλλά και στην τελική εισήγηση των δικηγόρων του ότι η αξίωση των εναγόντων έχει παραγραφεί. Επικαλείται προς τούτο τις πρόνοιες του άρθρου 26 παρ.
(1)του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 (Ν.14(Ι)/1993), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Απαίτηση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά από πάροδο οκτώ ετών από την ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή». Θα πρέπει επομένως να αποφασιστεί κατά πόσο από το λεκτικό της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων από την οποία προκύπτει η απαίτηση των εναγόντων και ο τρόπος λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού εμπίπτει στην πιο πάνω έννοια, απαίτησης δηλαδή που προκύπτει από χρηματιστηριακή συναλλαγή, και εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε την 22.06.2009 επομένως οποιεσδήποτε χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν/ καταρτίστηκαν πριν την 22.06.2001 σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο θα πρέπει να κριθεί ότι έχουν παραγραφεί. Το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν οι ενάγοντες, όχι η ΕΤΕ, είχαν ανάμιξη στις χρηματιστηριακές συναλλαγές οι οποίες είναι γεγονός ότι διεξάγονταν με ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ανάμιξη των εναγόντων σε χρηματιστηριακές συναλλαγές τις οποίες μετέρχονταν ο εναγόμενος με την ΕΤΕ, επομένως θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόντων ότι οι ενάγοντες ουδεμία ανάμιξη είχαν στην αγοραπωλησία μετοχών και ότι απλά προέβαιναν σε χρεοπιστώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Η απαίτηση των εναγόντων προέρχεται από δανεισμό χρηματικών ποσών τα οποία χρησιμοποίησε για πράξεις αγοράς μετοχών στις οποίες οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά ανάμιξη. Όπως λέχθηκε στη Ζερβού v. Euroinvestment & Finance Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 239/2009 ημερ. 20.03.2013 «Η εφεσίβλητη, η οποία ασκούσε τραπεζικές εργασίες τόσο πριν όσο και μετά τη ψήφιση του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/1997(ο «Νόμος»), παρείχε στην εφεσείουσα πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού για αγορά αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (το «Χ.Α.Κ.»), χωρίς τη δυνατότητα η ίδια να προβαίνει σε εκτέλεση εντολών προς το Χ.Α.Κ., ή να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στη διενέργεια των συναλλαγών της εφεσείουσας, οι οποίες γίνονταν, με εντολές της τελευταίας, από το χρηματιστηριακό γραφείο Benchmark Securities Ltd, που εκείνη είχε επιλέξει και το οποίο απέστελλε στην εφεσίβλητη τα σχετικά πινακίδια συναλλαγών - Τεκμήριο 5. Η εφεσίβλητη, απλά, ενημερωνόταν για τις συναλλαγές και καταχωρούσε στο λογαριασμό της εφεσείουσας, ανάλογα με την περίπτωση, χρέωση ή πίστωση.» Παρόμοια και εδώ ο τρόπος λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού δεν παραπέμπει σε τέτοια σχέση. Ήταν η ΕΤΕ σύμφωνα με την αναμφισβήτητη μαρτυρία και όπως όλα τα σχετικά έγγραφα καταμαρτυρούν, που ενεργούσε ως χρηματιστής του εναγόμενου και διεκπεραίωνε τις διάφορες χρηματιστηριακές του συναλλαγές και οι οποίες πληρώθηκαν στο ακέραιο προς αυτή από τους ενάγοντες. Επομένως θα διαφωνήσω με τη θέση της πλευράς της Υπεράσπισης ότι η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού παραπέμπει στις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του Ν. 14(Ι)/1993 και ότι οι συναλλαγές που είχαν γίνει οκτώ χρόνια πριν από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αγωγή ήτοι πριν την 21.06.2001 έχουν παραγραφεί. Προβλήθηκε η υπεράσπιση της υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής αν και δεν προωθήθηκε και δεν απασχόλησε τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου κατά την τελική του εισήγηση. Είναι γνωστό ότι η υπεράσπιση της ολιγωρίας μπορεί να εγερθεί από έναν εναγόμενο σε περίπτωση όπου ένας ενάγοντας διεκδικεί δικαιώματα σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Σαββιτζήκκης - Καρπασίτης κ.α. v. Σιόκκουρος
(2002)ΑΑΔ 472 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Π. Αρτέμη, Δ. όπως ήταν τότε: «Είναι ορθό να επιληφθούμε πρώτα του θέματος της καθυστέρησης. Το θέμα της ολιγωρίας ή καθυστέρησης (laches) ως υπεράσπιση σε αγωγή μπορεί να εγερθεί σε περιπτώσεις όπου ο ενάγων ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας (equitable remedy). Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε αποσπάσματα επί του θέματος από τα συγγράμματα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleading, 12th Ed. και Halsbury's Laws of England, 3rd Ed.V.14. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να απορρίψουμε αυτό τον λόγο έφεσης.» (βλ. επίσης Α.ΤΗ.Κ. v. Κλεάνθους Πολ. Έφεση Αρ. 260/2009 ημερ. 22.01.2013). Είναι φανερό ότι οι αξιώσεις των εναγόντων δεν έχουν πηγή τους το δίκαιο της επιείκειας. Στην Γιαννάκης Πελεκάνος ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. v. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 προβλήθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή μετά την ακρόαση λόγω μεγάλης κατ΄ισχυρισμό αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της πράγμα που δεν εξασφάλισε δίκαιη δίκη. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί στη νομολογία, κατ΄αρχάς η ίδια η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, δεν είναι αφ΄εαυτής αποφασιστικής σημασίας παράγων. Στην υπόθεση Βίκτωρος v. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, τονίστηκε ότι το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη, εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση, όπως επίσης και τη διαγωγή των διαδίκων.». Και για τα δύο πιο πάνω ζητήματα, για όποια σημασία μπορεί να ενέχει, πέραν των πιο πάνω αποφάσεων παραθέτω και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση N.S.K. Leather Plast Ltd κ. ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)ΑΑΔ 45 όπου είχε προβληθεί ότι η αναστολή της παραγραφής παραβιάζει και είναι αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ειδικότερα με το άρθρο 6 της Σύμβασης, καθόσον παραβιάζει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και συγκεκριμένα για δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος: «Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο έφεσης δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να τον απορρίψουμε. Η αναφορά σε δίκαιη δίκη και συγκεκριμένα στο δικαίωμα εκδίκασης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση. Ο εύλογος χρόνος αναφέρεται στο χρόνο κατά τον οποίον διαρκεί η δικαστική διαδικασία, άρχεται δε με την καταχώρηση της αγωγής και τελειώνει με την έκδοση απόφασης. Δεν υπάρχει ενώπιον μας ισχυρισμός ότι υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έτσι, το γεγονός ότι ίσχυε αναστολή παραγραφής προηγουμένως, ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα των εναγομένων για διάγνωση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος των δικαιωμάτων τους.» Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως η παρούσα αφορά αγωγή για υπόλοιπο πιστωτικού επενδυτικού λογαριασμού τον οποίο ο εναγόμενος διατηρούσε στους ενάγοντες οι οποίοι του είχαν παραχωρήσει αρχικό πιστωτικό όριο Λ.Κ.30.000= το οποίο με αιτήματα του το αύξησαν σε μεταγενέστερο χρόνο σταδιακά στο ποσό των Λ.Κ.80.000=. Από τον εν λόγω λογαριασμό η μαρτυρία κατέδειξε ότι ο εναγόμενος προέβη και σε αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών. Οι ενάγοντες ουδεμία ανάμιξη είχαν στην αγοραπωλησία μετοχών και ότι εκείνο που έκαμναν απλά ήταν χρεοπιστώσεις του επίδικου λογαριασμού που διατηρούσε κοντά τους ο εναγόμενος. Τον εν λόγω λογαριασμό οι ενάγοντες τερμάτισαν για τους λόγους που εμφαίνονται πιο πάνω την 4.04.2005 αφού προηγουμένως τον προειδοποίησαν επανειλημμένα για την υπέρβαση που παρουσίαζε [(Τεκμ. 25 -28 (α) - (στ)] που καταλαμβάνει χρονική περίοδο από 23.11.2000 μέχρι και την 10.03.2005, παρέχοντας του τη δυνατότητα συμμόρφωσης και κάλυψης των εκάστοτε υπερβάσεων που παρουσίαζε ο λογαριασμός του. Επομένως η υπεράσπιση της ολιγωρίας δεν δύναται να επιτύχει και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη παρούσα περίπτωση. Προβλήθηκε στην Υπεράσπιση (παρ. 23.1) ότι οι ενάγοντες παραβίασαν εγκύκλιους της Κεντρικής Τράπεζας. Παρουσιάστηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 39 (α) - (ζ) διάφοροι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες αφορούσαν την επίδικη περίοδο. Παρόλο ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά αυτού του λόγου στην τελική αγόρευση ή κάποια ειδική παραπομπή σε μια τέτοια εγκύκλιο, θα παραπέμψω απλά στην υπόθεση Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131 στη σελ.1143 όπου το εφετείο συμφώνησε με τα λεχθέντα υπό του δικηγόρου του εφεσίβλητου ότι: «.οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Ούτως ή άλως η μαρτυρία επί των γεγονότων κατέδειξε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας. Ο λογαριασμός λειτούργησε το 1988 όταν ακόμα δεν υπήρχε σε ισχύ οποιαδήποτε σχετική εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. ακόμα την Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238). Τα πιο πάνω δίνουν και την απάντηση στον σχετικό ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι η μαρτυρία δεν κατέδειξε παραβίαση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας αλλά και τη σημασία που θα είχε αν υπήρχε πράγματι τέτοια παραβίαση. Ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του (παρ. 19) προβάλλει ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ΕΤΕ, σε πολλές περιπτώσεις ενήργησε αμελώς και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων της και /ή κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και Κανονισμών του Χρηματιστηρίου κατά την άσκηση των καθηκόντων της έναντι του εναγόμενου ήτοι πρόβαινε σε αγορές και πωλήσεις μετοχών χωρίς την έγκριση / οδηγίες εντολές του εναγόμενου και ότι συνεπεία των παραβάσεων αυτών έχει υποστεί ζημιά. Στη συνέχεια δε των προηγούμενων αιτιάσεων του στη παρ. 23.11 επικεντρώνεται ειδικότερα και στην αγορά και πώληση μετοχών IPO´s. Από την άλλη όμως στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι είχε ως αντιπρόσωπο του τον αδελφό του Πανίκο Παναγιώτου και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έδιδε εκείνος τέτοιες οδηγίες και εντολές. Σε αυτό το σημείο παρεμβάλλω το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του που με οδήγησε στην άποψη που αποκόμισα σε σχέση και με την αξιοπιστία του: «Ε. Κύριε μάρτυς σας λέω επίσης ότι τόσο οι αναλήψεις των μετρητών που έγιναν από τον λογαριασμό σας όσο και οι γραπτές εντολές οι οποίες τουλάχιστον παρουσιάστηκαν σε σχέση με την αγορά των IPO´s, τα Τεκμ. 17 με 20 καταδεικνύουν από μόνα τους ότι εσείς είχατε τον άμεσο χειρισμό αυτού του λογαριασμού, τι λέτε; Α. Όχι, εγώ προσωπικά; Ε. Ναι Α. Όχι Ε. Σας υποβάλλω ότι εσείς δίνατε εντολές για την αγορά και πώληση των μετοχών σας; Α. Προσωπικά όχι. Ε. Μέσω του αδελφού σας; Α. Ίσως ο αδελφός μου να το χειρίζετουν, εγώ προσωπικά δεν έχω ίδια αντίληψη.» Και στη συνέχεια της αντεξέτασης του σε σχέση με τα IPO´s έδωσε παρόμοια απάντηση όταν του υποδείχθηκαν οι σχετικές αιτήσεις καταλήγοντας ότι δεν αμφισβητεί ότι φαίνεται γραπτώς. Στο τέλος δε της αντεξέτασης του πάνω στο ίδιο το θέμα της παροχής εντολών εκ μέρους του απάντησε συγκεκριμένα: «Κατόπιν εντολών μου όχι, ίσως με το πληρεξούσιο μου αλλά προσωπικά δεν είχα δώσει καμιά εντολή.» Είναι φανερό ότι θέλησε να απεκδυθεί των προσωπικών ευθυνών του αποδεχόμενος όμως ότι ο πληρεξούσιος του ενεργούσε εκ μέρους του και ότι εκείνος έδιδε τις εντολές. Δέχομαι επί του προκειμένου τη θέση της πλευράς των εναγόντων και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ότι ουδέποτε προχώρησαν με πράξεις - αγορά ή πώληση - μετοχών ή IPO´s ή άλλων αξιών στο Χ.Α.Κ. χωρίς ρητή εντολή εκ μέρους του εναγόμενου, πλην βέβαια της περίπτωση μετά τον τερματισμό της συμφωνίας της πώλησης ενεχυριασθέντων μετοχών ως είχαν δικαίωμα να το πράξουν. Δέχομαι τη μαρτυρία των κ.κ. Γιώργου Γρουτίδη και Ζήνωνα Κούττα (Μ.Ε. 2 και 5) εν προκειμένω ότι η ΕΤΕ ουδέποτε ενεργούσε κατά διακριτική ευχέρεια και ότι όλες οι πράξεις που διενήργησαν για τον εναγόμενο έγιναν κατόπιν εντολής του τις οποίες αποδέχθηκε και ουδέποτε τις αμφισβήτησε πλην με το δικόγραφο του στη παρούσα υπόθεση. Επομένως, οι όποιες αιτιάσεις προβάλλει ο εναγόμενος δεν μπορούν να χαρακτηριστούν παρά σαν εκ των υστέρων σκέψεις και τις απορρίπτω. Τέθηκε ακόμα ζήτημα επίδειξης αμέλειας εκ μέρους της ΕΤΕ για μη εκτέλεση εντολών. Αποδέχομαι επί του προκειμένου και πάλιν τη μαρτυρία του κ. Ζήνωνα Κούττα (Μ.Ε.5) και απορρίπτω τη σχετική επί του θέματος μαρτυρία του εναγόμενου. Δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε καταγραφή στο λογαριασμό του εναγόμενου που εγείρει υποψία για αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος από πλευράς της ΕΤΕ. Για το κενό που υπήρξε κάποια χρονική περίοδο ως προς την κίνηση του λογαριασμού ήτοι από 1.01.2001 μέχρι την 31.03.2001 δόθηκε λογική εξήγηση, απλώς ο εναγόμενος δεν έδιδε ανάλογες εντολές κατ΄εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως ανέφερε ο κ. Ζήνωνας Κούττας (Μ.Ε.5) ο οποίος διερωτήθηκε εύλογα γιατί ο εναγόμενος δεν διαμαρτυρήθηκε και πως είναι δυνατόν για κάποιο διάστημα να μην εκτελούσαν εντολές του ενώ στη συνέχεια σε μεταγενέστερο στάδιο να φαίνεται η εκτέλεση τέτοιων εντολών. Δέχομαι εν προκειμένω τη θέση του κ. Κούττα ότι απλώς ο εναγόμενος για το διάστημα που του υποβλήθηκε που δεν ήταν 4 μήνες αλλά κάπου 3 μήνες, ο εναγόμενος δεν έδινε σχετικές εντολές. Το θέμα της μη εκποίησης των ενεχυριασθέντων μετοχών κατά τον χρόνο που ο λογαριασμός παρουσίαζε χαμηλότερη κάλυψη από την προβλεπόμενη έχει αποφασιστεί σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έτσι δεν εγείρεται ζήτημα αμέλειας εκ μέρους της ΕΤΕ και έτσι η οποιαδήποτε ανταπαίτηση γι΄αυτά τα ζητήματα δεν μπορεί να έχει επιτυχία (βλ. Συρίμη, Καλλικάς, Ζερβού (πιο πάνω), Γιάλλουρου v. Λαϊκής Τράπεζας
(2011)1 ΑΑΔ 1635, Λανίτης v. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφεση Αρ. 339/2009 ημερ. 21.11.2013, Ζερβός v. Ελληνικής Τράπεζας Πολ. Έφεση Αρ. 340/2009 ημερ. 1.11.2013, Μαρκίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας
(2012)1 ΑΑΔ
- Στην παρ. 5 του Τεκμ.7 υπό τον τίτλο «Ένα Νέο Σχέδιο που Αυξάνει τις Επενδυτικές σας Δυνατότητες! Investor Account.» γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: Παρ. 5 «Απαλλαγή από το συνήθη φόρτο διεκπεραίωσης μιας συναλλαγής. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να δίνετε εντολές στους χρηματιστές μας.» Στη δε Παρ. 6 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τήρηση πλήρους αρχείου για κάθε ξεχωριστό σχέδιο Investor Account.Η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ αναλαμβάνει τη συνολική διαχείριση.» Στη δε παρ. 10 του ίδιου τεκμηρίου υπό τον τίτλο INVESTOR ACCOUNT γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: «Τηρουμένων των δικαιωμάτων της Tράπεζας που απορρέουν από το Σχέδιο και ή οποιαδήποτε συναφή έγγραφα, όλες οι Συναλλαγές του Σχεδίου θα γίνονται κατόπιν εντολής του Investor.» Επομένως είναι φανερόν ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην ΕΤΕ ότι ενεργούσε κατά διακριτική ευχέρεια καθώς το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να τηρούν πλήρες αρχείο σε σχέση με τον λογαριασμό του εναγόμενου του οποίου ανέλαβε την διαχείριση στα πλαίσια της τήρησης του αρχείου. Δεν ενεργούσε κατά διακριτική ευχέρεια αλλά κατόπιν εντολών που τους έδιδε ο πελάτης όπως εν προκειμένου ο εναγόμενος ή ο αντιπρόσωπος του. Ο κ. Ζ. Κούττας (Μ.Ε.5), του οποίου την μαρτυρία όπως ανέφερα και πιο πάνω αποδέχθηκα ως ειλικρινή, εκείνο το οποίο δέχθηκε, όταν τέθηκε υπόψη του συγκεκριμένη συνομιλία του από τα Τεκμ. 41, ήταν ότι μπορεί στην οικειότητα που αναπτύχθηκε με τον αδελφό και αντιπρόσωπο του εναγόμενου να εξέφραζε κάποια άποψη για μετοχές αλλά η τελική απόφαση πάντοτε ανήκε στον επενδυτή και ουδέποτε παρότρυνε τον εναγόμενο ή τον αντιπρόσωπο του να αγοράσει ή πωλήσει συγκεκριμένες μετοχές. Το απόσπασμα από τη μαρτυρία του το οποίο παραθέτω στη σελ. 23 πιο πάνω είναι χαρακτηριστικό για το πώς εκτελούσαν τις εντολές εκ μέρους του εναγόμενου. Επομένως είναι σαφές ότι η ΕΤΕ ανέλαβε τη διαχείριση του λογαριασμού όχι όμως κατά διακριτική ευχέρεια. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες δεν τερμάτισαν και δεν πώλησαν τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του αρχικά, όταν παρουσιάστηκε πρόβλημα της κάλυψης και υπέρβασης του ορίου του λογαριασμού του. Επιρρίπτει μάλιστα σκοπιμότητα για ύπαρξη ιδίου συμφέροντος εκ μέρους των εναγόντων και της ΕΤΕ για εταιρείες δήθεν που συνδέονταν μαζί τους και προς στήριξη τους . Επικεντρώνεται στην αγορά μετοχών της Athina στις 29.06.2000 για το ποσό των Λ.Κ.19.559= και παρέλειψαν να προβούν σε πώληση τους. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν προωθήθηκε περαιτέρω και έτσι δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ούτε και για το ζήτημα της πώλησης των μετοχών του που αναφέρονται στη παρ. 14 της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς, κατ΄ισχυρισμό του, να έχουν την γραπτή εντολή και/ή συγκατάθεση του εναγόμενου με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά της τάξεως των €166.186,75σ. το οποίο διεκδικεί ανταπαιτητικώς δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία γι΄αυτό ή δεν φαίνεται να διαφώνησε εν τέλει με τις τιμές πώλησης των μετοχών και γι΄αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Το δε ποσό των Λ.Κ.24.691.80 σ. που ανταπαιτητικώς αξιώνει ο εναγόμενος στη παρ. 33 της Ανταπαίτησης του σε παραπομπή στη παρ. 30 της Υπεράσπισης όπου παρέχει τις σχετικές λεπτομέρειες, με τους αναδομημένους λογαριασμούς που παρουσίασαν οι ενάγοντες έχουν αφαιρεθεί έξοδα διαχείρισης και τόκοι και τα υπόλοιπα ποσά που παρέμειναν και διεκδικούνται έχουν αποδειχθεί με την προσφερθείσα μαρτυρία. Σε σχέση δε με το ζήτημα της ενημέρωσης που ετύγχανε ο εναγόμενος για την κίνηση του επενδυτικού του λογαριασμού δέχομαι την μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς εναγόντων και απορρίπτω αυτή του εναγομένου. Η ενημέρωση του γινόταν ποικιλοτρόπως όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Ζήνωνας Κούττας (Μ.Ε.5). Μετά το τέλος κάθε χρηματιστηριακής συνάντησης ο πελάτης ενημερωνόταν τηλεφωνικώς από τον χρηματιστή περί της τύχης της εντολής του, συνέβαινε αυτό ακόμα και κατά την διάρκεια της χρηματιστηριακής συνάντησης, ενημερωνόταν δε και από το τηλεφωνικό κέντρο εάν είχε καταχωρημένο αριθμό φάξ και με φαξ μετά τη λήξη της χρηματιστηριακής συνάντησης, του αποστέλλονταν τα contract notes και τριμηνιαίες καταστάσεις οι οποίες περιείχαν όλες τις λεπτομέρειες με τις πράξεις που γίνονταν από τον λογαριασμό του αλλά ενημερωνόταν και με την κατάσταση του τραπεζικού του λογαριασμού που του αποστελλόταν μηνιαίως από τους ενάγοντες και επομένως ετύγχανε μιας πλήρους ενημέρωσης, ουδέποτε δε καθ΄όλη τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού του διαμαρτυρήθηκε για οποιανδήποτε πράξη φαινόταν στα έγγραφα που του αποστέλλονταν. Τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος ότι αγνοούσε γι΄αυτές τα αναγάγω στη προσπάθεια του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του επικαλούμενος άγνοια των πράξεων που διενεργήθηκαν εκ μέρους του και επιρρίπτοντας ευθύνη στους ενάγοντες και στην ΕΤΕ για κατά δοκούν χειρισμό των διαφόρων πράξεων που διενεργούσαν. Οι καταστάσεις λογαριασμού του όπως και όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία για τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές τού αποστέλλονταν στην διεύθυνση που είχε δώσει στους ενάγοντες και πράγματι θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο κα Κωνσταντίνου ότι είναι το ολιγότερο περίεργο να επικαλείται εκ των υστέρων άγνοια της αποστολής αυτών των λογαριασμών ή στοιχείων στη γνωστή διεύθυνση του που είχε δώσει. Η αποστολή διά του ταχυδρομείου επιστολών στη γνωστή διεύθυνση ενός προσώπου, κατά τη νομολογία μας, λογίζεται ότι παραλαμβάνονται από τους παραλήπτες τους. Οι αυξήσεις στο πιστωτικό όριο του λογαριασμού του εναγόμενου έγιναν όταν υπήρχε υπερκάλυψη της αξίας του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου. Αυτά αποδεικνύονται από τα Τεκμ. 16 (Α) και 16 (Β) έστω και αν είναι εσωτερικά σημειώματα της Τράπεζας και δέχομαι την εξήγηση που δόθηκε ότι αφορούσαν ομαδικά αιτήματα που έγιναν κατά τη περίοδο της φρενίτιδας του Χ.Α.Κ., σε συνδυασμό με τις σχετικές αναφορές στο Τεκμ. 15 και έτσι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση οποιασδήποτε εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας. Τέλος, σε σχέση με τις αιτήσεις για συμμετοχή σε IPO' s δεν παρέμεινε αμφιβολία ότι αυτές έγιναν είτε από τον ίδιο είτε από τον αδελφό του ως αντιπρόσωπο του (τεκμ. 17 - 21). Η έκδοση των επιταγών με δικαιούχο τον εναγόμενο συμποσούμενες στο ποσό των Λ.Κ.76.000= αποδεικνύουν αναλήψεις από τον επίδικο λογαριασμό (Τεκμ. 21 και 21 (Α) και τα Τεκμ. 37,
- Επομένως ο ισχυρισμός περί άγνοιας του εναγόμενου για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού του διαψεύδεται από την προσωπική του συμμετοχή σε πλείστες πράξεις και για πλείστα θέματα που αφορούσαν την λειτουργία του. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγόμενου δεν γίνονται αποδεκτοί και απορρίπτονται. Ουδέποτε δε επαναλαμβάνω αμφισβητήθηκαν οι πράξεις που εμφαίνονται σε αυτόν τον λογαριασμό του πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του όταν μάλιστα τέτοιες πράξεις αφορούσαν πολύ μεγάλα ποσά. Δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει η κάθε τέτοια πράξη ξεχωριστά, στο σύνολο τους διά της μαρτυρίας που πρόσφεραν οι ενάγοντες έχουν αποδειχθεί στο μέτρο ή επίπεδο που απαιτείται. Όπου δε δεν έγινε κατορθωτό να βρεθούν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, οι ανάλογες χρεώσεις αφαιρέθηκαν με τους αναδομημένους λογαριασμούς. Οι οποιεσδήποτε χρεώσεις τόκων και το ύψος τους σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Χάρη Μιχαηλίδη (Μ.Ε.3), δικαιολογούνται τόσο από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας [(Τεκμ. 33, 36 και 39 (α) - (ζ)] όσο και από τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999)και το υπόλοιπο του λογαριασμού που προκύπτει σύμφωνα με τους αναδομημένους λογαριασμούς και διεκδικείται από τους ενάγοντες υπολογίστηκε στη βάσει του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου και του επιτρεπόμενου περιθωρίου που εδικαιούντο να επιβάλλουν οι ενάγοντες. Για κάθε αύξηση ή και μείωση του ενημερωνόταν κατάλληλα ο εναγόμενος όπως η προσφερθείσα επί τούτου μαρτυρία τόσο εκ μέρους του κ. Χάρη Μιχαηλίδη (Μ.Ε.3) όσο και από τα τεκμήρια στα οποία αναφέρθηκε όπως το Τεκμ. 33 που είναι εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας με τα εκάστοτε επιτόκια. Το ζήτημα της χρέωσης του τόκου με υπολογισμό του σε 360 ημέρες αντί 365 που έχει το ημερολογιακό έτος καλύπτεται από το κείμενο της ίδιας της επίδικης συμφωνίας όπου αναφέρεται ότι αυτός υπολογίζεται κατά το εμπορικό έτος, επομένως δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα παρανομίας εφόσον κάτι τέτοιο δεν υποδείχθηκε ή έστω παράβασης της συμφωνίας. Ο εναγόμενος με τη συμφωνία που υπέγραψε γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι αυτός ο τρόπος θα χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό του τόκου και δεν κρίνεται ως παράνομος. Σύμφωνα με τον Όρο 3 της συμφωνίας: «Προς υπολογισμό του τόκου οι μήνες υπολογίζονται προς όσες μέρες έχει ο κάθε μήνας, αλλά για εύρεση του τόκου θα λαμβάνεται ο διαιρέτης το εμπορικό έτος των 360 ημερών. Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν από τα καθοριζόμενα από την Τράπεζα όρια πιστώσεων και/ή άλλων τραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνονται με τόκο όπως αναφέρεται πιο πάνω.» Το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να επέμβη και να τροποποιήσει όρο συμφωνίας που συνάφθηκε με την ελεύθερη βούληση των μερών ούτε και η χρέωση κατά τον πιο πάνω συμφωνηθέντα τρόπο καθιστά τη συμφωνία παράνομη και άκυρη όπως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Τα πιο πάνω με οδηγούν στην αναπόδραστη κατάληξη ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους όπως αυτή τη διαμόρφωσαν, όπως δικαιούνται να το κάμουν πάντοτε χωρίς αυτή να ξεφεύγει από τα δικόγραφα. Η προσαχθείσα μαρτυρία συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, για την εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, δοσοληψιών επί του επιδίκου λογαριασμού ως «Τραπεζικού Βιβλίου». Το άρθρο αυτό δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί των καταγραφών σε τραπεζικά βιβλία όπως είναι και ο επίδικος λογαριασμός. Το μαχητό τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί με ανταπόδειξη ή αντίκρουση του με συγκεκριμένη μαρτυρία. Απλοί και γενικοί ισχυρισμοί περί του λανθασμένου ή της μη ακρίβειας των καταχωρήσεων στον εν λόγω λογαριασμό δεν αρκούν κατά τη νομολογία μας για ανατροπή του τεκμηρίου. Με τη μαρτυρία της κας Ζωής Γεωργιάδου (Μ.Ε.1) σε σχέση με την ενασχόληση της με τον επίδικο λογαριασμό και την εργασία που έκανε για την αναδόμηση του αλλά και με την υπόλοιπη γραπτή μαρτυρία και τις καταγραφές σε αυτή, κρίνω ότι έχουν πληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 παρ.
(2)και
(3)και ως εκ τούτου έχουν αποδειχθεί οι καταγραφές στον επίδικο λογαριασμό όπως αυτός έχει αναδομηθεί και δόθηκε επαρκής εξήγηση για πιο λόγο ειδικότερα δεν διεκδικούν πλέον το ποσό των Λ.Κ.2.966,50σ. όπως καταγράφηκε πιο πάνω κατά τη παράθεση της μαρτυρίας και για πιο λόγω εξακολουθούν να διεκδικούν το ποσό των Λ.Κ.50,00 που αφορούσε έξοδα ανοίγματος του λογαριασμού. Από την άλλη η ανταπαίτηση εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται καθώς δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί της ηθελημένης ή εξ αμελείας πρόκληση ζημιάς στον εναγόμενο από τους ενάγοντες ή τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €237.548,55σ. πλέον τόκο προς 7.25% ετησίως επί ποσού €146.825,47σ. από 15.01.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδονται διατάγματα πώλησης των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (Warrants) και όλων των αξιών και/ή άλλων ωφελημάτων που πιθανόν να προέκυψαν και/ή θα προκύψουν από τις ενεχυριασμένες μετοχές, οποτεδήποτε, σε οποιονδήποτε, σε οποιανδήποτε τιμή κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων και συγκεκριμένα 4.750 μετοχές της εταιρείας G&K Exclusive Fash.Ltd. Επιπλέον εκδίδεται διαταγή όπως ο κ. Γιώργος Γρουτίδης με αριθμό ταυτότητας 625280 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο από τους ενάγοντες, υπογράψει εκ μέρους του εναγόμενου όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή προβεί σε όλες τις αναγκαίες πράξεις με βάση οποιοδήποτε ισχύοντα νόμο και/ή με βάση οποιανδήποτε απαίτηση του Χ.Α.Κ. για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των ως άνω αναφερομένων αξιών και/ή να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την πώληση και/ή τη μεταβίβαση των εν λόγω αξιών. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου όπως και υπέρ της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 και εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για την ανταπαίτηση του εναγομένου εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 δεν θα επιδικάσω έξοδα εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την απαίτηση τους ως εναγόντων εναντίον του εναγομένου και δεν είχε γίνει οποιαδήποτε δήλωση κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σχετικά με το ζήτημα. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφo Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο