← Κύπρος

ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΜΗ ΘΩΜΑ, Αρ. Αγωγής: 3249/2011, 10/9/2015

ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΜΗ ΘΩΜΑ, Αρ. Αγωγής: 3249/2011, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3249/2011 Μεταξύ: ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και ΘΕΜΗ ΘΩΜΑ Εναγόμενου 10 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Λουκής Γ. Λουκαϊδης Για Εναγόμενο: κα Θωμά δια Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο ποσό €18.572 πλέον Φ.Π.Α. που ισχυρίζεται ότι της ανήκει και ότι ο Εναγόμενος ιδιοποιήθηκε. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, είχε αναθέσει στον Εναγόμενο ο οποίος είναι δικηγόρος, τον χειρισμό και την εκπροσώπηση της σε αριθμό υποθέσεων. Ισχυρίζεται δε ότι στην πορεία χειρισμού των υποθέσεων αυτών ο Εναγόμενος ιδιοποιήθηκε χρήματα που έλαβε από τους αντιδίκους της Ενάγουσας και τα οποία έπρεπε να της είχε αποδώσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι: (α) είχε αναθέσει στον Εναγόμενο τον χειρισμό της αγωγής 2546/2009 η οποία αφορούσε οφειλή ύψους €450 της εταιρείας Pluton Travel & Tours Ltd προς την Ενάγουσα. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε το εν λόγω ποσό από την εταιρεία Pluton Travel & Tours Ltd αλλά, αντί να το καταβάλει στην Ενάγουσα, το οικειοποιήθηκε. (β) είχε αναθέσει στον Εναγόμενο το χειρισμό της αγωγής 2592/2009 η οποία αφορούσε οφειλή ύψους €8,500 των «κ.κ. Λητώς και Ανδρέα» προς την Ενάγουσα. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε το εν λόγω ποσό αλλά αντί να το καταβάλει στην Ενάγουσα, το οικειοποιήθηκε. (γ) είχε αναθέσει στον Εναγόμενο το χειρισμό της αγωγής 69/2011 που αφορούσε οφειλή ύψους €1.300 του κ. Αντώνη Κάρυου προς την Ενάγουσα. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε το εν λόγω ποσό αλλά, αντί να το καταβάλει στην Ενάγουσα, το οικειοποιήθηκε. (δ) είχε αναθέσει στον Εναγόμενο την εκπροσώπηση της αναφορικά με την διεκδίκηση οφειλής προς αυτήν ποσού ύψους €8.150 από τον κ. Πανίκο Καλογήρου. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε το ποσό αυτό αλλά αντί να το αποδώσει στην Ενάγουσα εξέδωσε επιταγή για αντίστοιχο ποσό προς όφελος της Ενάγουσας, η οποία επιστράφηκε χωρίς να πληρωθεί. (ε) δικαιούται από τον Εναγόμενο ποσό €5.944 «που αντιπροσωπεύει δικηγορικά έξοδα για αγωγές που δεν προώθησε τελικά διότι απεσύρθη η εξουσιοδότηση της ενάγουσας». (στ) είχε αναθέσει στον Εναγόμενο το χειρισμό της υπόθεσης 2547/2009 αναφορικά με την οποία ο Εναγόμενος εισέπραξε ποσό €400 το οποίο, αντί να αποδώσει στην Ενάγουσα, το οικειοποιήθηκε. (ζ) είχε αναθέσει στον Εναγόμενο το χειρισμό της υπόθεσης 3537/2009 αναφορικά με την οποία ο Εναγόμενος εισέπραξε ποσό €350 το οποίο, αντί να αποδώσει στην Ενάγουσα, το οικειοποιήθηκε. Τέλος υποστηρίζει ότι έναντι όλων των πιο πάνω ποσών ο Εναγόμενος κατέβαλε στην Ενάγουσα συνολικό ποσό €6.522 με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο €18.572 το οποίο διεκδικεί με την παρούσα αγωγή. Στην Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για ιδιοποίηση οποιουδήποτε ποσού. Αναφορικά δε με έκαστο εκ των πιο πάνω ισχυρισμών της Ενάγουσας αναφέρει στην Υπεράσπιση του, τα εξής: (α) σε σχέση με την αγωγή 2546/2009 ισχυρίζεται ότι εισέπραξε από την Pluton Travel & Tours Limited το ποσό των €500 προς εξόφληση των δικηγορικών του εξόδων. Ο δε φάκελος της υπόθεσης παραδόθηκε στην παρουσία του κ. Σάββα Φουκαρίδη, διευθυντή της Ενάγουσας, στον νέο δικηγόρο που διόρισε η Ενάγουσα για να την εκπροσωπεί. (β) σε σχέση με την αγωγή 2592/2009 ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος στην εν λόγω υπόθεση είχε πληρώσει το ποσό των €8.150 με επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας υπ' αριθμό 18772277 ημερομηνίας 27.7.2010 προς εξόφληση της απαίτησης. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επιταγή είχε δοθεί στον ίδιο ο οποίος εξέδωσε επιταγή προς την Ενάγουσα για το ίδιο ποσό. Ισχυρίζεται ότι εκ λάθους η επιταγή αυτή εκδόθηκε από βιβλιάριο επιταγών εταιρείας του Εναγόμενου και ο Εναγόμενος την αντικατέστησε μόλις αντιλήφθηκε το λάθος του με προσωπική του επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας υπ' αριθμό 23960256 ημερομηνίας 27.7.2010 για ποσό €8.150 η οποία πληρώθηκε δεόντως. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα τον πλήρωσε ποσό €350 που αφορούσε τα δικηγορικά του έξοδα για την εν λόγω υπόθεση. (γ) σε σχέση με την αγωγή 69/2011 ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αξίωση αφορούσε ποσό €4.098 και όχι €1.

  1. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αγωγή αυτή αποσύρθηκε με οδηγίες της Ενάγουσας και αφού καταβλήθηκε από τον εναγόμενο στην εν λόγω αγωγή το ποσό των €1.300 προς διευθέτηση της. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εκ του ποσού αυτού, €300 αφορούσαν τα δικηγορικά του έξοδα για την εν λόγω αγωγή ενώ το ποσό των €1.000 διατέθηκε με οδηγίες του διευθυντή της Ενάγουσας εν μέρει για την κάλυψη δικηγορικών εξόδων που αφορούσαν άλλες υποθέσεις της Ενάγουσας εναντίον του κ. Στέλιου Κάρυου και εν μέρει για την εξασφάλιση άδειας εισόδου στη Δημοκρατία κάποιας κας Vegas Gogou. (δ) σε σχέση με την ισχυριζόμενη αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του κ. Πανίκου Καλογήρου, ο Εναγόμενος αρνείται ότι ανέλαβε το χειρισμό οποιασδήποτε υπόθεσης εναντίον του εν λόγω προσώπου. Ισχυρίζεται δε ότι η μοναδική επιταγή που είχε εκδώσει προς την Ενάγουσα για ποσό €8.150 ήταν η επιταγή υπ' αριθμό 23960256 για την υπόθεση 2592/
  2. (ε) σε σχέση με την αγωγή 2547/2009 ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έλαβε ποσό €150 έναντι των δικηγορικών του εξόδων στην παρουσία του διευθυντή της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οποιεσδήποτε άλλες οικονομικές απαιτήσεις μεταξύ των διαδίκων διευθετήθηκαν πλήρως και παραπέμπει σε σχετική γραπτή δήλωση της Ενάγουσας ημερομηνίας 12.10.2011 ως κατωτέρω αναφέρεται. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι με επιστολή του ημερομηνίας 11.10.2011 ενημέρωσε τους Ενάγοντες για το συνολικό ποσό που όφειλαν προς αυτόν ώστε να διευθετηθούν όλες οι μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες. Ισχυρίζεται επίσης ότι ακολούθησε συνάντηση στο γραφείο του Εναγόμενου στις 12.10.2011 στην οποία ήταν παρών ο διευθυντής της Ενάγουσας Σάββας Φουκαρίδης και ο νέος δικηγόρος που αυτή είχε διορίσει, ο κ. Χρίστος Σκορδής. Κατά την συνάντηση η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο ποσό €3.500 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. έναντι της οφειλής της και, προς εξόφληση, ο διευθυντής της Ενάγουσας υπέγραψε γραμμάτιο προς όφελος του Εναγόμενου για ποσό €4.
  3. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δήλωσε γραπτώς, μέσω του διευθυντή της και στην παρουσία του νέου δικηγόρου της κ. Χρίστου Σκορδή, ότι όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ τους έχουν διευθετηθεί. Κατόπιν τούτου, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στον κ. Χρίστο Σκορδή και στην παρουσία του διευθυντή της Ενάγουσας τους φακέλους όλων των υποθέσεων της Ενάγουσας τους οποίους χειριζόταν. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία ο κ. Σάββας Φουκαρίδης (ΜΕ1). Για την Υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Κατά την ακρόαση παρουσιάστηκαν από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα κατατεθέντα τεκμήρια γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκαν ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Ο ΜΕ1, κατά την κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης το περιεχόμενο της οποίας είναι ταυτόσημο με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτηση. Σύνοψη του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει ανωτέρω και δεν θα την επαναλάβω. Πέραν της γραπτής του δήλωσης, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας ενώ ερωτήθηκε από το συνήγορο του κατά πόσο έχει αποδείξεις ότι τα διάφορα ποσά που ισχυρίζεται έχουν εισπραχθεί από τον Εναγόμενο, και απάντησε θετικά. Σημειώνω ότι ο ΜΕ1 δεν παρουσίασε κανένα έγγραφο ή επιταγή προς υποστήριξη των όσων ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του. Όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα παραλαβής το 1988 και ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις που του τέθηκαν από τη συνήγορο του Εναγόμενου είπε ότι η αγωγή 2546/2009 αφορούσε αξίωση €762 και ότι ο Εναγόμενος προχώρησε με την έκδοση απόφασης τον Σεπτέμβριο 2011, χωρίς να ενημερώσει την Ενάγουσα και ενώ τον είχε παύσει από δικηγόρο της από τις 14.6.
  4. Του τέθηκε ότι η αγωγή συμβιβάστηκε με τις οδηγίες και τη συγκατάθεση του αλλά αρνήθηκε. Του τέθηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος παραιτήθηκε από δικηγόρος της Ενάγουσας τον Οκτώβριο 2011 αλλά αρνήθηκε και παρουσίασε αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 17.6.2011 από τον Εναγόμενο προς τον ίδιο (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «έχουμε παραλάβει κοινοποίηση επιστολής σας προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ημερομηνίας 14 Ιουνίου 2011, με την οποία εκφράσατε την επιθυμία όπως παύσουμε να αντιπροσωπεύουμε την εταιρεία σας». Με την επιστολή αυτή, Τεκμήριο 1, ο Εναγόμενος τον καλεί να προσέλθει για διευθέτηση όλων των εκκρεμοτήτων μεταξύ τους και παραλαβή των φακέλων των διαφόρων υποθέσεων τους. Του τέθηκε τότε ότι ο τερματισμός της συνεργασίας και παραλαβή των φακέλων των υποθέσεων της Ενάγουσας έγινε στις 12.10.2011 αλλά επέμενε ότι η συνεργασία τερματίστηκε με επιστολή που είχε αποστείλει προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 14.6.
  5. Σημειώνω ότι δεν παρουσίασε την επιστολή ημερομηνίας 14.6.
  6. Αναφορικά με την αγωγή 2592/2009, του τέθηκε ότι το ποσό των €8.150 που είχε εισπραχθεί από τον εναγόμενο στην αγωγή εκείνη του είχε αποδοθεί. Του τέθηκε ότι ο Εναγόμενος του είχε πληρώσει το ποσό αυτό αρχικά με την επιταγή υπ' αριθμό 18772277 (Τεκμήριο 3) την οποία αντικατέστησε με την επιταγή υπ' αριθμό 23960256 η οποία τιμήθηκε. Αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι η δεύτερη επιταγή αφορούσε άλλη υπόθεση. Σε σχέση με την αγωγή 69/2011, του τέθηκε ότι αυτή είχε διευθετηθεί με δικές του οδηγίες και στην παρουσία του και ότι είσπραξε ο ίδιος ποσό €1.
  7. Αρνήθηκε λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνωρίζει εάν καταχωρήθηκε η αγωγή αυτή, ούτε και ότι διευθετήθηκε και αποσύρθηκε. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι μέρος του ποσού των €1.300 διατέθηκε για την εξασφάλιση άδειας εισόδου της Veras Gogu. Στη συνέχεια όμως παρουσίασε ο ίδιος επιστολή ημερομηνίας 13.7.2011 από τον Εναγόμενο προς τον ίδιο (Τεκμήριο 5). Σημειώνω ότι, μεταξύ άλλων, στην επιστολή αυτή ο Εναγόμενος αναφέρει ότι μέρος του ποσού των €1.300 διατέθηκε για καταχώρηση άδειας εισόδου στη Δημοκρατία της Veras Gogu και το υπόλοιπο έναντι άλλων δικηγορικών εξόδων. Ο ΜΕ1 δέχτηκε ότι έγινε συνάντηση στο γραφείο του Εναγόμενου στις 12.10.2011 κατά την οποία αυτός παρέλαβε τους φακέλους των διαφόρων υποθέσεων της Ενάγουσας που χειριζόταν ο Εναγόμενος. Δέχτηκε ότι κατά τη συνάντηση ήταν παρών και ο νέος δικηγόρος που θα αναλάμβανε την εκπροσώπηση της Ενάγουσας. Συμφώνησε επίσης ότι κατά τη συνάντηση ο Εναγόμενος και ο ίδιος, εκ μέρους της Ενάγουσας, υπέγραψαν την δήλωση ημερομηνίας 12.10.2011 (Τεκμήριο 7) σύμφωνα με την οποία «όλες οι υποθέσεις που ευρίσκονται στο γραφείο [του Εναγόμενου] και αφορούν την [Ενάγουσα] εταιρεία είτε αυτές έχουν καταχωρηθεί και δεν έχουν προχωρήσει είτε έχουν καταχωρηθεί και ευρίσκονται σε εξέλιξη και ή είναι ορισμένες είτε απλά έχουν σταλεί επιστολές και γενικά όλες οι υποθέσεις έχουν παραδοθεί στον δικηγόρο κύριο Σκορδή στην παρουσία του κυρίου Σάββα Φουκαρίδη διευθυντή της εταιρείας και έχει συμφωνηθεί όπως πληρωθεί το. συνολικό ποσό των €7500 για πλήρη διευθέτηση μεταξύ του γραφείου μας και την εταιρείας Φουκαρίδης και Σια Λτδ και δηλώνουμε ότι κάθε πλευρά είναι πλήρως ευχαριστημένη και καμία άλλη απαίτηση υπάρχει. Περαιτέρω σήμερα η Φουκαρίδης και Σία έχει καταβάλει στο Θέμη Θωμά & Συνεργάτες το ποσό των €3500 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €4000 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ για το οποίο έχει υπογραφεί σχετικό γραμμάτιο ημερομηνίας 12.10.2011». Αντίγραφο του γραμματίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Σημειώνω ότι ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφο επιστολής του ημερομηνίας 20.10.2011, Τεκμήριο 9, με την οποία δηλώνει μεταξύ άλλων ότι η δήλωση ημερομηνίας 12.10.2011 είναι «άκυρη» υποστηρίζοντας ότι ο Εναγόμενος «εξαπάτησε και παραπλάνησε» την Ενάγουσα εταιρεία και απαιτεί την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε, ύψους €3.500 και ακύρωση χρεώσεων ύψους €7.
  9. Εάν υπήρξε ή όχι εξαπάτηση δεν είναι επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή αφού τέτοιοι ισχυρισμοί και αντίστοιχες λεπτομέρειες δεν δικογραφούνται. Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο μόνο ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Κατά την κυρίως εξέταση του ουσιαστικά επανέλαβε και επεξήγησε περαιτέρω τις θέσεις που προβάλλει στην Υπεράσπιση του, αρνείται ότι οικειοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσό και παραπέμπει στην γραπτή δήλωση, Τεκμήριο 7, στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω. Αμφισβήτησε επίσης την ικανότητα του ΜΕ1 να ενεργεί ως διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Παρουσίασε στοιχεία από το ηλεκτρονικό σύστημα του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τα οποία ο ΜΕ1 είναι ο μοναδικός διευθυντής της Ενάγουσας (Τεκμήριο 10). Παρουσίασε επίσης στοιχεία από το ηλεκτρονικό σύστημα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Τεκμήριο 11, σύμφωνα με τα οποία εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του ΜΕ1 στις 10.2.1988, κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 11.8.1988 και δεν έχει αποκατασταθεί. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ1 συμφώνησε με αυτά. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, ο συνήγορος της Ενάγουσας αμφισβήτησε τη θέση του πρώτου και του έθεσε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ως στην Έκθεση Απαίτησης και ως τα έχει καταθέσει ο ΜΕ
  10. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε και επίμεινε στην αλήθεια των όσων εκείνος είχε καταθέσει. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ΜΕ1, πρέπει να πω ότι δεν μου έχει δημιουργήσει καθόλου θετική εντύπωση. Η σκέψη και ο λόγος του δεν είχαν συνειρμό σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του, πολλά από τα όσα ανέφερε ήταν δικά του συμπεράσματα χωρίς εμφανές έρεισμα σε γεγονότα και δεν υποστηρίχθηκαν με καμία άλλη μαρτυρία ή στοιχείο ενώ σε κάποια σημεία υπήρχε ασυμφωνία μεταξύ της δικογραφημένης θέσης της Ενάγουσας και όσων ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ η δικογραφημένη του θέση είναι ότι η αγωγή 2546/2009 αφορούσε απαίτηση ύψους €450, κάτι που επίσης υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του, κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι η αξίωση ήταν για €
  11. Δεν έχει επίσης εξηγηθεί με κανένα τρόπο γιατί η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των €5.944 για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι καταβλήθηκε στον Εναγόμενο για το χειρισμό άλλων υποθέσεων[3]. Ειδικότερα, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για το πώς, γιατί και πότε καταβλήθηκε το ποσό αυτό και για ποιο λόγο δεν το δικαιούται ο Εναγόμενος. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 υποστήριξε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ότι η Ενάγουσα είχε παύσει τον Εναγόμενο από δικηγόρο της με επιστολή ημερομηνίας 14.6.2011 την οποία απέστειλε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σε σχέση με κάποιες από τις υποθέσεις στις οποίες αναφέρθηκε, υποστήριξε ότι ενέργειες του Εναγόμενου μεταγενέστερες της επιστολής αυτής έγιναν χωρίς τη γνώση ή και συγκατάθεση της Ενάγουσας εταιρείας. Έχω ήδη σημειώσει ότι ο ΜΕ1 δεν παρουσίασε την επιστολή ημερομηνίας 14.6.
  12. Η παράλειψη αυτή στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει ποιος ήταν ο παραλήπτης, το περιεχόμενο της και ποιες αγωγές αφορούσε και τυχόν συνέπειες και έννομα αποτελέσματα της αποστολής της. Ο ΜΕ1 ζητά και αναμένει από το Δικαστήριο να εξάξει συμπεράσματα σε σχέση με την εξουσιοδότηση, ενδεχομένως, του Εναγόμενου να εκπροσωπεί την Ενάγουσα εταιρεία στη βάση ενός εγγράφου το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του. Είχε τόσο τη δυνατότητα αλλά και το αποδεικτικό βάρος να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το έγγραφο αυτό. Δεν μπορώ να αποδεκτώ ως ικανή μαρτυρία τα όσα ο ίδιος αναφέρει σε σχέση με το περιεχόμενο επιστολής που δεν έχω ενώπιον μου. Κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι αυτό θα ήταν ιδιαίτερα ακροσφαλές[4]. Πέραν τούτου, αριθμός επιστολών και εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, συνάδουν με τη θέση του Εναγόμενου. Αναφέρομαι, ενδεικτικά μόνο, στην επιστολή, Τεκμήριο 5, που φαίνεται να υποστηρίζει και να συνάδει με τη θέση του Εναγόμενου αναφορικά με το ποσό των €1.300 που εισπράχθηκε σε σχέση με την αγωγή 67/
  13. Επιπρόσθετα, η υπογραφή της δήλωσης, Τεκμήριο 7, το περιεχόμενο της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω, είναι πλήρως αντιφατική με τις θέσεις του ΜΕ1 περί ύπαρξης οικονομικών εκκρεμοτήτων μεταξύ των μερών. Προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της ότι πρόθεση των μερών ήταν η πλήρης και τελική διευθέτηση όλων των ζητημάτων που αφορούσαν την εκπροσώπηση της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο με αμοιβαίες δηλώσεις ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη εκατέρωθεν απαίτηση. Δεν έχει δοθεί καμία ικανοποιητική ή πειστική εξήγηση γιατί λίγες μέρες μετά την υπογραφή της εν λόγω δήλωσης, Τεκμήριο 7, ανέκυψαν οι επίδικες αξιώσεις και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στις 8.11.
  14. Οι αναφορές του ΜΕ1 κατά τη μαρτυρία του ότι εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο, διότι οι φάκελοι που παρέλαβε ήταν κενοί ή ημιτελείς δεν μπορεί να έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα αφού δεν εξηγά ποιο υλικό δεν περιεχόταν στους φακέλους ενώ έπρεπε να περιέχεται σε αυτούς και γιατί δεν το αντιλήφθηκε αυτό κατά την παραλαβή τους. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι κανένας από τους φακέλους δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν είχε συνοχή ή λογική αλληλουχία. Ο ΜΕ1 φάνηκε σε πολλά σημεία να τελεί υπό σύγχυση σε σχέση με γεγονότα και ποσά ενώ έκανε διάφορες αναφορές σε άλλες αγωγές και αξιώσεις, πέραν των επίδικων, για τις οποίες έδινε την εντύπωση ότι πίστευε πως αποτελούσαν μέρος των επίδικων. Τα χαρακτηριστικά αυτά της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν μπορούν παρά να έχουν επίπτωση στην αξιοπιστία της. Η ποιότητα της μαρτυρίας ήταν τέτοια που καθιστά αδύνατο να γίνει αποδεκτή. Είναι αδύνατο να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Πέραν των πιο πάνω, ολόκληρη σχεδόν η μαρτυρία του ΜΕ1 - που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την Ενάγουσα - επί των επίδικων αξιώσεων ήταν εξ ακοής. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης, και ο ΜΕ1 επανάλαβε κατά την μαρτυρία του, ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε ποσά από διάφορους αντίδικους της Ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται και αντικρούονται από τον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα επέλεξε να βασίσει σε μεγάλο βαθμό την υπόθεση της στην εξ ακοής μαρτυρία του ΜΕ
  15. Ελλείπει άμεση μαρτυρία τόσο σε σχέση με τη διευθέτηση αγωγών, όσο και σε σχέση με την πληρωμή ποσών από τρίτα πρόσωπα προς τον Εναγόμενο ή προς την Ενάγουσα απευθείας καθώς και το ύψος των ποσών αυτών στις περιπτώσεις που αυτό αμφισβητήθηκε. Σημειώνω ότι σε σχέση με κάποιες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της αγωγής 2546/2009, υπάρχει διαφωνία μεταξύ του ποσού που αφορούσε η αγωγή εκείνη τόσο μεταξύ της δικογραφημένης θέσης της Ενάγουσας, όσο και μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ1 αλλά και της Υπεράσπισης. Στρεφόμενη στη μαρτυρία του ΜΥ1, πρέπει να πω ότι είχε συνοχή και λογική και τα όσα ο ΜΥ1 είπε υποστηρίζονταν και ενισχύονταν από το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων. Πέραν αυτού παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του κατά την αντεξέταση και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ούτε και διέκρινα στοιχεία που να αποδυναμώνουν τα όσα κατέθεσε. Με αυτά τα δεδομένα, η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό να βοηθηθεί το Δικαστήριο στην κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα όπου αυτά αμφισβητούνται. Όπως επεξηγείται στην απόφαση του Εφετείου στην KEO Plc v Χριστάκη Χριστοφή, ECLI:CY:AD:2015:A363, Πολιτική έφεση 138/2010, ημερομηνίας 22.5.2015: «Η υποχρέωση του Ενάγοντα να αποσείσει το βάρος απόδειξης γεννάται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για ευρήματα.» Η μαρτυρία του ΜΕ1, που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας έχει κριθεί ως αναξιόπιστη και, συνεπώς, δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για ευρήματα. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί στη νομολογία, το γενικό βάρος απόδειξης βρίσκεται πάντα στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Υποδηλώνει δε την υποχρέωση που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος[5]. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην Εθνική Τράπεζας ν Χατζηνέστορος

(1990)1 Α.Α.Δ. 41: «Η υποχρέωση του ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου.» Η Ενάγουσα είχε υποχρέωση με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία να αποδείξει τους επίδικους ισχυρισμούς της και να ικανοποιήσει ότι η εκδοχή της αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not)[6]. Με την μαρτυρία που έχει προσκομίσει, δεν το έχει πράξει. Αντίθετα, το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 έχει κριθεί ως αξιόπιστη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δική του εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανό παρά όχι να είναι αληθινή. Αυτό βεβαίως χωρίς σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ότι το γενικό βάρος απόδειξης έχει μεταφερθεί στους ώμους οποιουδήποτε άλλου εκτός από την Ενάγουσα. Επικουρικά, και για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω και τα ακόλουθα. Η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται στο αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Ιδιοποίηση συνίσταται σε παράνομη φυσική πράξη η οποία επηρεάζει κινητή ιδιοκτησία και εδραιώνει αξίωση να χειρίζεται αυτή με τρόπο ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που δικαιούται σε άμεση κατοχή». Κατά τη νομολογία τα χρήματα θεωρούνται κινητή περιουσία η οποία δυνατό να είναι αντικείμενο ιδιοποίησης[7]. Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz, 17η έκδοση, παράγραφος 17.6, σελ. 595, η συμπεριφορά που συνθέτει τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της ιδιοποίησης περιγράφεται και επεξηγείται ως εξής: «[T]he wrοng is committed by dealing with the goods of a person in a manner which deprives him of the use or possession of them. Thus it may be committed by wrongfully taking possession of the goods... or simply by wrongfully refusing to give them up when demanded. At common law there must be some deliberate act depriving the claimant of his rights; if this element was lacking there is no conversion». Στην παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, η Ενάγουσα δεν έχει καταφέρει να αποδείξει ότι ήταν δικαιούχος των διάφορων ποσών που διεκδικεί από τον Εναγόμενο. Η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν ήταν επαρκής ώστε να ικανοποιήσει ότι τα εν λόγω ποσά άνηκαν στην Ενάγουσα. Αντίθετα, η μαρτυρία του Εναγόμενου η οποία κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή δεικνύει το αντίθετο. Συνακόλουθα, και με αυτό το δεδομένο, δεν στοιχειοθετείται η διάπραξη του αστικού αδικήματος της ιδιοποίησης. Πέραν των πιο πάνω, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει για ένα ακόμα λόγο. Διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι ο ΜΕ1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και συνεχίζει να παραμένει μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο τελεί σε πτώχευση δεν το καθιστά μη ικανό να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Μαρτυρία στο Δικαστήριο μπορεί να δώσει οποιοσδήποτε γνωρίζει γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα μιας αγωγή. Όμως, στην παρούσα περίπτωση, ο ΜΕ1 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που έδωσε μαρτυρία για την Ενάγουσα και προώθησε την αξίωση της. Κατά την κυρίως εξέταση περιέγραψε την ιδιότητα με την οποία καταθέτει ως αυτή του διευθυντή της εταιρείας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 179
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, πρόσωπο το οποίο είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας δεν μπορεί να ενεργεί ως διευθυντής εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο ΜΕ1 ήταν και παρέμεινε μοναδικός διευθυντής της Ενάγουσας, είναι πτωχεύσας που δεν έχει αποκατασταθεί και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να δείχνει ότι έλαβε την προβλεπόμενη άδεια από το Δικαστήριο για να ενεργεί ως σύμβουλος της Ενάγουσας ή να λαμβάνει μέρος στη διοίκηση της. Επιπρόσθετα, η εξουσιοδότηση και ικανότητα του να εκπροσωπεί την Ενάγουσα εταιρεία για σκοπούς της παρούσας αγωγής αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση. Παρά την αμφισβήτηση αυτή, ούτε ο ίδιος ο ΜΕ1 αλλά ούτε η πλευρά της Ενάγουσας προσκόμισαν οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να δείχνει ότι ο ΜΕ1 είχε την απαραίτητη πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες εκ μέρους της Ενάγουσας. Αυτό το γεγονός από μόνο του είναι, θεωρώ, μοιραίο για την τύχη της αγωγής. Μια εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ενάγει και να ενάγεται. Σε δικαστική διαδικασία μπορεί να εγείρει αξίωση και να εκπροσωπείται από διευθυντή της, που είναι το κατά νόμο υπεύθυνο πρόσωπο να ενεργεί εκ μέρους της, ή από άλλο πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο. Ο ΜΕ1 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μη αποκατασταθείς πτωχεύσας και δεν έχει δείξει ότι κατείχε την προβλεπόμενη από το άρθρο 179
(1)του Κεφ. 113 άδεια για να ενεργεί ως διευθυντής της Ενάγουσας. Εάν η αγωγή επιτύγχανε, τότε το Δικαστήριο ουσιαστικά θα απέδιδε θεραπεία στην Ενάγουσα ενώ το πρόσωπο που προωθεί τη θεραπεία αυτή είναι αναρμόδιο και χωρίς να έχει μαρτυρία από ή εκ μέρους αρμόδιου και ικανού προς τούτο εξουσιοδοτημένου προσώπου ότι η Ενάγουσα εταιρεία διεκδικεί και αξιώνει τη θεραπεία αυτή. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] KEO Plc v Χριστάκης Χριστοφή, ECLI:CY:AD:2015:A363, Πολιτική έφεση 138/2010 ημερομηνίας 22.5.2015 [4] Σχετική με την προσέγγιση και αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας είναι η πολύ πρόσφατη Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015 [5] Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v
(1)Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014, Μαρία Κυριάκου - Μεσαρίτη ν Alpha Bank Cyprus Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A158, Πολιτική Έφεση 181/2011, ημερομηνίας 4.3.2014 [6] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 [7] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2009)1 Α Α.Α.Δ. 714 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.