← Κύπρος

PANTELIDES BROS TRANSPORTS LIMITED ν. ΛΕΩΦΟΡΙΑ ΛΑΡΝΑΚΟΣ «ΖΗΝΩΝΑΣ» ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1058/2015, 1/9/2015

PANTELIDES BROS TRANSPORTS LIMITED ν. ΛΕΩΦΟΡΙΑ ΛΑΡΝΑΚΟΣ «ΖΗΝΩΝΑΣ» ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1058/2015, 1/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1058/2015 Μεταξύ: PANTELIDES BROS TRANSPORTS LIMITED Ενάγουσα και

  1. ΛΕΩΦΟΡΙΑ ΛΑΡΝΑΚΟΣ «ΖΗΝΩΝΑΣ» ΛΤΔ
  2. PEFALIA TRADING LTD
  3. THEOKLITOS COACHES LIMITED
  4. HADJIPAVLIS BUSES LIMITED
  5. ΛΟΥΚΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  6. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΑΒΒΑ Εναγομένων 1 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μούσκος δια Κυριάκος Χρ. Μούσκος Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 1: κ. Πανάγος δια Κλεόπας & Κλεόπα ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ων η Αίτηση 2: καμία εμφάνιση Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 3, 5 και 6: κ. Ζαχαρίου δια Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 4: κ. Χατζηπαυλής, διευθυντής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 5.6.2015 για παρεμπίπτοντα διατάγματα Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής καταχωρήθηκε στις 5.6.2015 και με αυτή η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, διατάγματα με τα οποία να ακυρώνεται εξ υπαρχής η μεταβίβαση μετοχών στην Εναγόμενη 1 εταιρεία τις οποίες διενήργησε η Εναγόμενη 2 προς τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και
  7. Αξιώνει επίσης διατάγματα για αντίστοιχες διορθώσεις στο μητρώο μελών της Εναγόμενης 1 εταιρείας και του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση μονομερή αίτηση. Εξασφάλισε δε την ίδια μέρα προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναβλήθηκε και/ή ακυρώθηκε η ετήσια γενική συνέλευση της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία ήταν ορισμένη στις 5.6.2015 6μ.μ. (το διάταγμα της παραγράφου Α της αίτησης) καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 να μεταβιβάσουν, πωλήσουν, διαθέσουν ή αποξενώσουν τις μετοχές που κατέχουν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία (το διάταγμα της παραγράφου Γ της αίτησης). Με την μονομερή αίτηση η Ενάγουσα ζητούσε και διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη 1 εταιρεία και οι διευθυντές της από το να συγκαλέσουν γενική συνέλευση (το διάταγμα της παραγράφου Β της αίτησης). Το τελευταίο αυτό διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί η αίτηση αναφορικά με αυτό. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Παντελίδη ο οποίος είναι διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας αλλά και ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Ενάγουσα είναι μια εκ των μετόχων της Εναγόμενης 1 εταιρείας και κατέχει 1000 συνήθεις μετοχές στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης
  8. Το ονομαστικό και εκδοθέν κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 είναι €12.700 διαιρεμένο σε 12.700 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 έκαστη. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 8.5.2015 οι Ενάγοντες έλαβαν ειδοποίηση για τη σύγκληση της ετήσιας γενικής συνέλευσης των μελών της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία θα λάμβανε χώρα στις 5.6.2015, 6μ.μ. (Τεκμήριο 5). Συνεχίζει λέγοντας ότι στις 3.6.3015 «συζητώντας με άλλους μετόχους της Εναγόμενης 1 για τα θέματα που αφορούν την Ετήσια Γενική Συνέλευση της Εναγόμενης 1» ενημερώθηκε ότι η Εναγόμενη 2, η οποία ήταν εκ των μετόχων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, είχε μεταβιβάσει μετοχές που κατείχε στην Εναγόμενη 1 σε άλλα πρόσωπα. Συνεχίζει λέγοντας ότι επικοινώνησε με το γραμματέα της Εναγόμενης 1 ο οποίος επιβεβαίωσε ότι η Εναγόμενη 2, εκ του συνόλου των μετοχών που κατείχε στην Εναγόμενη 1, μεταβίβασε 195 μετοχές προς την Εναγόμενη 3, 195 μετοχές προς την Εναγόμενη 4, 159 μετοχές προς τον Εναγόμενο 5 και 187 μετοχές προς τον Εναγόμενο
  9. Πληροφορήθηκε επίσης, λέει, από τον γραμματέα της Εναγόμενης 1 ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν οι υπόλοιποι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας για την πρόθεση της Εναγόμενης 2 να πωλήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες μετοχές. Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού της Εναγόμενης 1 εταιρείας και ειδικότερα του κανονισμού 35 του καταστατικού που καθορίζει την ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών και παρέχει δικαίωμα προτίμησης στους υφιστάμενους μετόχους. Η μη τήρηση των προνοιών του καταστατικού καθιστά, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, τις μεταβιβάσεις παράτυπες και άκυρες. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι προέβη σε παραστάσεις προς το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και διαμαρτυρίες τόσο για τις αντικανονικές, όπως τις χαρακτηρίζει, μεταβιβάσεις όσο και για το γεγονός ότι η απόκτηση των επίδικων μετοχών από τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 έδινε σε αυτούς ανάλογο δικαίωμα ψήφου κατά την συγκληθείσα ετήσια γενική συνέλευση της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ακολούθησε, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 1 εταιρείας στις 3.6.2015 όπου αποφασίστηκε όπως η ετήσια γενική συνέλευση αναβληθεί ένεκα της διαπίστωσης ότι είχαν προηγηθεί «παράτυπες» μεταβιβάσεις μετοχών. Όλοι οι μέτοχοι ενημερώθηκαν γραπτώς για την απόφαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου για αναβολή της ετήσιας γενικής συνέλευσης με επιστολή ημερομηνίας 3.6.3015 (Τεκμήριο 6). Αναγκάστηκε, όπως αναφέρει, να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση διότι ενημερώθηκε ότι κάποιοι μέτοχοι θα προχωρούσαν με τη διεξαγωγή της ετήσιας γενικής συνέλευσης παρά την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου για αναβολή της. Εάν επιτραπεί, υποστηρίζει, να διεξαχθεί η γενική συνέλευση, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να παραστούν και να ψηφίσουν επί των θεμάτων της ημερομηνίας διάταξης (Τεκμήριο 5) πρόσωπα που απέκτησαν μετοχές - και τα δικαιώματα ψήφου που αυτές υπέχουν - αντικανονικά. Οι ενδεχόμενες δε επιπτώσεις στην Εναγόμενη 1 εταιρεία και στους μετόχους της θα ήταν τέτοιας φύσης ώστε να είναι αδύνατο να αποτιμηθούν σε χρήμα ενώ θα είναι επίσης αδύνατη η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης στο μέλλον. Για τους πιο πάνω λόγους ζητά όπως εμποδιστούν οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 από το να αποξενώσουν τις επίδικες μετοχές γιατί σε αντίθετη περίπτωση οι αξιώσεις που εγείρει η Ενάγουσα θα καταστούν άνευ αντικειμένου. Τα μονομερώς εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα καθώς και η αίτηση αναφορικά με το τρίτο αιτούμενο διάταγμα επιδόθηκαν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση. Κατά την ακρόαση, η Εναγόμενη 1 εταιρεία, δια του δικηγόρου της, δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η Εναγόμενη 4 εταιρεία εμφανίστηκε δια του διευθυντή της και δήλωσε επίσης ότι δεν έχει ένσταση στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Η Εναγόμενη 2 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Οι Εναγόμενοι 3, 5 και 6 καταχώρησαν ένσταση στην συνέχιση ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Σημειώνω ότι η ένταση αφορά μόνο τη συνέχιση ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων και δεν ασχολείται με το τρίτο αιτούμενο διάταγμα το οποίο δεν εκδόθηκε μονομερώς και για το οποίο είχαν δοθεί οδηγίες όπως επιδοθεί. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 3, 5 και 6 περιλαμβάνουν το ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων και ότι δεν ενυπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Λούκα Λουκά, εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 3 εταιρείας και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους Εναγόμενους 3, 5 και 6 να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Στην ένορκη του δήλωση υποστηρίζει ότι η διαδικασία πώλησης μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 1 εταιρεία «άρχισε από τον Ιούλιο 2012» καθώς και ότι όλοι οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 είχαν ενημερωθεί για τη διαδικασία (Τεκμήριο Γ). Επισυνάπτει αντίγραφα εντύπων που περιγράφει ως «έντυπα πρόθεσης αγοράς μετοχών που συμπληρώθηκαν και κατατέθηκαν στους Εναγόμενους 1». Με αυτά, σύμφωνα με τον ίδιο, οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας είχαν δηλώσει κατά πόσο επιθυμούσαν να εξασκήσουν τα δικαιώματα προτίμησης τους σε σχέση με τις επίδικες μετοχές (Τεκμήριο Α). Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν τα πιο πάνω γεγονότα για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ώστε να ακυρωθεί η γενική συνέλευση «διατηρώντας παράνομα αλλά με την κάλυψη του μανδύα Δικαστικού Διατάγματος την παραμονή τους στην Διεύθυνση των εναγομένων 1 ενώ δεν κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών των εναγομένων 1». Αναφέρει περαιτέρω ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού της Εναγόμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο Β) και οι ενέργειες της Ενάγουσας είναι κακόπιστες και καταχρηστικές. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι μέσω της παρούσας διαδικασίας, πρόσωπα που αποτελούν τη μειοψηφία των μελών της Εναγόμενης 1 εταιρείας επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της για να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα. Προσθέτει ότι παρόμοια αγωγή είχε καταχωρηθεί από άλλους μετόχους της Εναγόμενης 1 και στο παρελθόν και στα πλαίσια εκείνης της αγωγής είχε επίσης εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα για αναβολή άλλης γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο Δ). Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  10. Οι διατάξεις του άρθρου 32

(1)του Ν.14/60 προβλέπουν ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι αυτό θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του για να διακριβώσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[1]. Η νομολογία καθορίζει με ποιο τρόπο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει τις πιο πάνω προϋποθέσεις[2]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση[3] και αν αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[4]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, αν υπάρχει πιθανότητα με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[5]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[6]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά, ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες[7]. Τέλος, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι ζήτημα πραγματικό και υποκειμενικό, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά. Η κατεπείγουσα φύση του αιτήματος ή η κατάδειξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς[8]. Επιπρόσθετα, πρόσωπο που αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα επιτακτικό σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και δύο από τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν χωρίς να έχει την ευκαιρία η άλλη πλευρά να ακουστεί πριν την έκδοση τους[9]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, το αναπόδραστο αποτέλεσμα, είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής. Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Από την φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Οι αξιούμενες με την αγωγή θεραπείες περιλαμβάνουν διατάγματα με τα οποία να κηρύττονται άκυρες μεταβιβάσεις μετοχών στην Εναγόμενη 1 εταιρεία οι οποίες διενεργήθηκαν από την Εναγόμενη 2 προς τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6, καθώς και συνακόλουθα διατάγματα με τα οποία να τροποποιείται ανάλογα το μητρώο μελών της Εναγόμενης 1 εταιρείας και το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη την γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος κρίνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και, συνεπώς, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
  1. Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση. Η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[10]. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Όπως έχω επίσης αναφέρει πιο πάνω, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 3, 5 και 6 αρνούνται τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς και προβάλλουν δικούς τους ισχυρισμούς προς αντίκρουση. Συνοπτικά, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις μετοχών έγιναν αντικαταστατικά και είναι άκυρες ενώ οι Εναγόμενοι 3, 5 και 6 υποστηρίζουν ότι τηρήθηκαν οι πρόνοιες του καταστατικού και εξασκήθηκαν τα δικαιώματα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων, επισυνάπτοντας προς απόδειξη σχετικά έντυπα στα οποία έχω ήδη αναφερθεί (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση). Παρά την διαφωνία αναφορικά με τα γεγονότα, δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Με αυτή την επιφύλαξη, δεν μου διαφεύγει ότι τα προαναφερόμενα έντυπα (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) έχουν ημερομηνίες μεταξύ 26.6.2012 και 16.7.
  2. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα κ. Λουκά Λουκά, τα έντυπα αυτά είναι οι γραπτές δηλώσεις που προνοούνται στην παράγραφο (ε) του κανονισμού 35 του καταστατικού της Εναγόμενης 1 με τις οποίες οι υφιστάμενοι μέτοχοι καλούνταν να δηλώσουν εάν επιθυμούσαν να εξασκήσουν τα δικαιώματα προτίμησης τους σε σχέση με τις επίδικες μεταβιβάσεις. Το συνδυασμένο όμως αποτέλεσμα των παραγράφων (η) και (ε) του κανονισμού 35 του καταστατικού της Εναγόμενης 1 εταιρείας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) είναι ότι μεταβίβαση μετοχών πρέπει να διενεργηθεί το αργότερο εντός 21 ημερών πλέον 6 μηνών από την ημερομηνία που η εταιρεία καλεί τους μετόχους να δηλώσουν εάν επιθυμούν να εξασκήσουν τα δικαιώματα προτίμησης τους. Δηλαδή, στην παρούσα περίπτωση, το χρονοδιάγραμμα αυτό ξεκινούσε από την ημέρα που η Εναγόμενη 1 είχε καλέσει τους μετόχους της να δηλώσουν την πρόθεση τους συμπληρώνοντας τα εν λόγω έντυπα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, οι επίδικες μεταβιβάσεις διενεργήθηκαν μετά τις 26.9.
  3. Εκ πρώτοις όψεως επομένως, και μόνο για τον περιορισμένο σκοπό που η μαρτυρία ελέγχεται σε αυτό το στάδιο, τα έντυπα αυτά (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση), τα οποία χρονολογούνται μεταξύ 26.6.2012 και 16.7.2012, δεν φαίνεται να συνδέονται ή να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις επίδικες μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν πολύ μεταγενέστερα του χρονικού πλαισίου των 21 ημερών πλέον 6 μηνών που αναφέρω πιο πάνω. Συνακόλουθα, στη βάση της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και, συνεπώς, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  4. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο η μη έκδοση ή διατήρηση των επίδικων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Αυτό, κατά την κρίση μου, προκύπτει αβίαστα από τη φύση των υπό εξέταση ζητημάτων και τα γεγονότα όπως αυτά περιβάλλουν την αίτηση. Οι μετοχές της Εναγόμενης 1 εταιρείας υπέχουν δικαιώματα, όπως αυτά καθορίζονται στο καταστατικό της, και περιλαμβάνουν το δικαίωμα παράστασης και ψήφου σε γενικές συνελεύσεις. Το δικαίωμα των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 στις επίδικες μετοχές έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. Εάν οι μετοχές αυτές αποκτήθηκαν αντικαταστατικά τότε οι μεταβιβάσεις είναι άκυρες. Εάν στο μεταξύ επιτρέπετο σε αυτούς να ασκήσουν τα δικαιώματα ψήφου των μετοχών στη ετήσια γενική συνέλευση της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία θα λάμβανε χώρα στις 5.6.2015 τότε, δυνητικά, θα καθόριζαν με τη ψήφο τους ουσιώδη θέματα που αφορούν τη διοίκηση της εταιρείας όπως αυτά καθορίζονται στην ημερήσια διάταξη (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση). Στην ημερήσια διάταξη εκείνης της γενικής συνέλευσης περιλαμβανόταν η έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας και η εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου. Οι επιπτώσεις που ενδεχομένως να προέκυπταν, κρίνω ότι θα ήταν τέτοιας φύσης που θα ήταν αδύνατο να αποτιμηθούν σε χρήμα και να αποζημιωθούν ανάλογα σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα, εφόσον και ενόσω το δικαίωμα των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 στις επίδικες μετοχές είναι υπό αμφισβήτηση, κρίνω ότι αυτοί πρέπει να εμποδιστούν από το να αποξενώσουν τις μετοχές αυτές. Σημειώνω ότι πέραν των μεταβιβάσεων μετοχών σε τρίτα πρόσωπα για τις οποίες πρέπει να τηρηθούν οι πρόνοιες των κανονισμών 29 και 35(α)-(η) του καταστατικού της εταιρείας, ο κανονισμός 35(θ) του καταστατικού της εταιρείας προβλέπει και για «ελεύθερες» μεταβιβάσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, δηλαδή μεταβιβάσεις για τις οποίες δεν προνοείται κανένας περιορισμός. Εάν δεν εμποδιστούν οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 από το να μεταβιβάσουν ή αποξενώσουν τις επίδικες μετοχές, υπάρχει κίνδυνος η αγωγή να καταστεί άνευ αντικειμένου και να προκύψει μια κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία άλλα πρόσωπα, πέραν των εμπλεκομένων στην αγωγή, αποκτούν μετοχές της Εναγόμενης 1 εταιρείας και τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τα δικαιώματα που αυτές υπέχουν. Κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο εάν όχι αδύνατο να τύχει δίκαιης αποζημίωσης σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 3, 5 και 6 προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει γιατί οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που την περιβάλλουν. Έχω ήδη αναφερθεί στην υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[11] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν διακρίνω ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές απέκρυψαν σημαντικά ή ουσιώδη γεγονότα ή πληροφορίες από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τη θέση των Εναγομένων 3, 5 και 6 ότι είχαν τηρηθεί τα προβλεπόμενα δικαιώματα προτίμησης για τις επίδικες μεταβιβάσεις, παραπέμπω στα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και στην κατάληξη μου ότι τα έντυπα, Τεκμήριο Α στην ένσταση, δεν φαίνεται να αφορούν τις επίδικες μεταβιβάσεις. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η μη αναφορά των Εναγόντων στην αγωγή 4042/2013 (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) δεν ήταν ουσιώδης ή σημαντική. Επί αυτού σημειώνω ότι η Ενάγουσα δεν φαίνεται να ήταν μέρος της αγωγής εκείνης και ότι η αγωγή εκείνη αφορούσε άλλες μεταβιβάσεις μετοχών και όχι τις επίδικες. Τα σημεία αυτά, για τα οποία οι Εναγόμενοι 3, 5 κα 6 παραπονούνται ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί από την Ενάγουσα, δεν θα οδηγούσαν το Δικαστήριο σε διαφορετικό αποτέλεσμα όταν επιλαμβανόταν της μονομερούς αίτησης, ούτε και θα επηρέαζαν τον τρόπο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Τέλος κρίνω ότι δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε η μη αποκάλυψη τους να στρεβλώνει ουσιωδώς την πραγματική εικόνα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα, όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε της επίδικης αίτησης μονομερώς είχε καταλήξει ότι η Ενάγουσα απεκάλυψε γεγονότα τέτοιας κατεπείγουσας φύσης που δικαιολογούσαν την άμεση παρέμβαση του Δικαστηρίου με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων της. Η αρχική αυτή διαπίστωση δεν ανατράπηκε με την καταχώρηση της ένστασης των Εναγομένων 3, 5 και
  5. Το ίδιο ισχύει και για την αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου για το δίκαιο και πρόσφορο της έκδοσης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Τέλος, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση διατάγματος το οποίο να «απαγορεύει ή/και εμποδίζει» την Εναγόμενη 1 ή/και τους διευθυντές της να συγκαλέσουν γενική συνέλευση των μετόχων της. Κρίνω ότι το διάταγμα αυτό δεν μπορεί να εκδοθεί. Οι συνέπειες του είναι δραστικότατες και δυσανάλογες με τη βάση αγωγής και τις θεραπείες που αξιώνει η Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία, πέραν των Εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6 έχει και πολλούς άλλους μετόχους τα δικαιώματα των οποίων να συγκαλέσουν, να παραστούν και να ψηφίσουν σε γενική συνέλευση δεν είναι δίκαιο ούτε και πρόσφορο να «ανασταλούν» εκκρεμούσας της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, το αιτούμενο αυτό διάταγμα της παραγράφου Β της αίτησης δεν μπορεί να εκδοθεί και η αίτηση, αναφορικά με αυτό, απορρίπτεται. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να σημειώσω και το εξής. Ένα εκ των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων αφορούσε την «αναβολή και/ή ακύρωση» της ετήσιας γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 1 η οποία είχε συγκληθεί για τις 5.6.
  6. Πρόκειται για το διάταγμα της παραγράφου Α της αίτησης. Η ημερομηνία αυτή έχει παρέλθει. Ως αποτέλεσμα το εν λόγω προσωρινό διάταγμα έχει εκ των πραγμάτων καταστεί άνευ αντικειμένου. Δεν συντρέχει επομένως λόγος οριστικοποίησης του και ως εκ τούτου ακυρώνεται. Σε σχέση με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα της παραγράφου Γ της αίτησης, με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 να μεταβιβάσουν, πωλήσουν, αποξενώσουν ή διαθέσουν τις μετοχές που κατέχουν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, καταλήγω ότι υπάρχει το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που να επιτρέπει την οριστικοποίηση του. Το διάταγμα αυτό οριστικοποιείται και θα ισχύει μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 3, 5 και 6, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. Ο υπολογισμός και η καταβολή των εξόδων θα γίνει στο τέλος της αγωγής. Για τις Εναγόμενες 1 και 4 που δεν έχουν εγείρει ένσταση στην αίτηση κρίνω ορθό όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [2] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [3] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [4] Οδυσσέως (ανωτέρω) [5] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [6] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [7] Σχετικές οι Cabridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ. 21.10.11 [8] Χαράλαμπος Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17.7.2014 [9] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [10] Fellowes v Fisher [197 5]2 All E.R. 829 [11] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.