ΖΩΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2739/2014, 27/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου- Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2739/2014 Μεταξύ: ΖΩΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγουσα και
- BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD
- BERRIMAN INVESTMENTS LTD
- MARY BERRIMAN Εναγόμενων 27 Αυγούστου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Λ. Λουκαϊδης Για Εναγόμενους: κ. Χ. Πουτζιουρής δια Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο αίτημα της Ενάγουσας ημερομηνίας 22.6.2015 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Με την παρούσα παράγωγη αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 3 να ιδιοποιείται ποσά που ανήκουν στις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες καθώς και διάταγμα που να τη διατάζει να επιστρέψει ποσά που, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η Εναγόμενη 3 έχει ιδιοποιηθεί. Στις 12.2.2015 η Ενάγουσα καταχώρησε δια κλήσεως αίτηση (στο εξής η «κυρίως αίτηση») για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 3 «να εισπράττει ή να λαμβάνει ποσά εκ μέρους ή προς όφελος των εταιρειών εναγομένων 1 και 2 και να επιστρέψει στις εναγόμενες 1 και 2 χρήματα που εισέπραξε προς όφελος τους και τα χρησιμοποίησε για προσωπικούς δικούς της σκοπούς σύμφωνα με τη συνημμένη ένορκη δήλωση (€11.098,41)». Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι μια εκ των μετόχων και διευθυντών των Εναγομένων 1 και 2 εταιρειών και ότι η Εναγόμενη 3 είναι εξουσιοδοτημένη να εισπράττει ενοίκια από 7 διαμερίσματα που ανήκουν στις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες. Σύμφωνα με την Ενάγουσα η Εναγόμενη 3 κατέθετε ποσά που εισέπραττε εκ μέρους των Εναγόμενων εταιρειών 1 και 2 σε δικό της τραπεζικό λογαριασμό και οικειοποιήθηκε μέρος των ποσών αυτών. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ιδίας της Εναγόμενης 3 στην οποία αυτή, μεταξύ άλλων, αρνείται τα όσα της αποδίδονται. Αναφέρει ότι η κατάθεση χρημάτων που εισέπραττε για τις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες γινόταν μετά από σχετική εξουσιοδότηση που της είχαν δώσει οι δύο εταιρείες υπό συνθήκες που εξηγεί. Αναφέρει επίσης ότι γίνονταν αναλήψεις χρημάτων τόσο από την ίδια όσο και από την Ενάγουσα, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση των δύο εταιρειών, και ότι οι δύο εναγόμενες εταιρείες οφείλουν στην ίδια και τον σύζυγο της μεγάλα ποσά χρημάτων. Ακολούθως, είχε δοθεί μετά από σχετική αίτηση άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Ενάγουσα και την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα καταχώρησε δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 15.6.2015 και 11.6.
- Η Εναγόμενη 3 με τη σειρά της καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.6.
- Στις συμπληρωματικές αυτές ένορκες δηλώσεις η κάθε πλευρά αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της άλλης και υπάρχουν διάφορες αλληλοκατηγορίες για μεμπτή συμπεριφορά. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτό το στάδιο με λεπτομέρεια στα διάφορα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της επίδικης διαφοράς, όπως αυτά διαφαίνονται από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί από τις δύο πλευρές. Αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την απόφαση επί της ουσίας της κυρίως αίτησης. Στις 22.6.2015 η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε ειδοποίηση με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να διατάξει την παρουσία της Εναγόμενης 3 κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης «γι' αντεξέταση της όσο αφορά το θέμα των αρνήσεων της στις ενόρκους δηλώσεις της ότι οικειοποιήθηκε χρήματα που ανήκουν στην εταιρεία για ίδιο όφελος της». Σχετικό αίτημα υποβλήθηκε και προφορικά από το συνήγορο της Ενάγουσας. Αγορεύοντας υπέρ του αιτήματος, ο συνήγορος της Ενάγουσας ανέφερε ότι ζητά την παρουσία της Εναγόμενης 3 για να την αντεξετάσει αναφορικά με τις αρνήσεις της ότι οικειοποιήθηκε χρήματα που ανήκουν στην εταιρεία για ίδιο όφελος. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «υπάρχει μια επιμονή από μέρους της Εναγόμενης 3 ότι δεν οικειοποιήθηκε χρήματα. Θέλω να της δείξω ορισμένες περιπτώσεις και να μας πει, να δώσει μια εξήγηση». Ο συνήγορος της Εναγόμενης 3 υποστήριξε ότι το αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Ανέφερε ότι το αίτημα για αντεξέταση έπρεπε να είχε γίνει γραπτώς, υποστήριξε ότι δεν εξειδικεύονται επαρκώς τα θέματα επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση και ότι η Ενάγουσα επιχειρεί να μετατρέψει την παρούσα διαδικασία σε δίκη της ουσίας της αγωγής. Η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα παρέχεται από την Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι η απόφαση κατά πόσο ή όχι θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι η διατύπωση της Δ.39 θ.1 αναφέρει τη λέξη «request» η οποία μεταφράζεται στην Ελληνική γλώσσα ως «αίτημα» και όχι τη λέξη «application», «αίτηση». Σημειώνω περαιτέρω ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο αιτήσεων της Δ.48 θ.8
(1)οι οποίες μπορούν να γίνουν μονομερώς αλλά ούτε και τον κατάλογο των αιτήσεων της Δ.48 θ.9 οι οποίες πρέπει να γίνονται δια κλήσεως. Από τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, προκύπτει ότι ένα αίτημα (request) για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα δεν εμπίπτει στα αυστηρά πλαίσια των άλλων αιτήσεων (applications) για τις οποίες απαιτείται να τηρηθούν οι πρόνοιες των Δ.48 θ. 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ενδεχομένως, ένα αίτημα αντεξέτασης δεν απαιτείται ούτε και να γίνει γραπτώς. Στην απουσία νομολογίας η οποία να διασαφηνίζει το ζήτημα, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απορρίψει ή αποκλείσει αίτημα για αντεξέταση μόνο επειδή αυτό δεν υποβλήθηκε σε συγκεκριμένο τύπο - αφού τέτοιος τύπος δεν καθορίζεται - υπό την προϋπόθεση όμως, ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν τίθεται σε μειονεκτική θέση από τον τρόπο με τον οποίο το αίτημα υποβάλλεται και προωθείται. Στην παρούσα περίπτωση, η Ενάγουσα καταχώρησε την ειδοποίηση στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω και ο συνήγορος της υπέβαλε το αίτημα του για αντεξέταση και προφορικά. Η Εναγόμενη 3 έλαβε γνώση του αιτήματος και, μέσω του δικηγόρου της, είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Επί της ουσίας επομένως, δεν διακρίνω ότι ο τρόπος ή ο τύπος με τον οποίο η πλευρά της Ενάγουσας επέλεξε να προωθήσει το αίτημα της αλλά ούτε και ο τρόπος που προχώρησε η ακρόαση του αιτήματος επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα οποιουδήποτε διαδίκου, και ειδικότερα της Εναγόμενης 3, ώστε να καθίσταται η αίτηση έκθετη σε απόρριψη για το λόγο αυτό. Επανερχόμενη στην ουσία της αίτησης, όπως έχω ήδη αναφέρει, η απόφαση για το αν θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια. Παραπέμπω στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 όπου παρατίθενται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Στην παρούσα περίπτωση, η αίτηση για αντεξέταση υποβλήθηκε στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Έχω κατά νου, ότι διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εκδίδεται σπάνια αφού το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης δεν επεισέρχεται στην ουσία της επίδικης διαφοράς ούτε και εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα[3]. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την Balraj Singh Samra ν Ναταλίας Πατσαλίδου, Αγωγή 7123/2008, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.4.2009 στην οποία ο κ. Κληρίδης Κ. Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλπ. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263)». Η πιο πάνω ανάλυση επιβεβαιώνει ότι πολύ σπάνια μπορεί να γίνεται δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια κυρίως αίτησης ως η παρούσα και, αν θα επιτραπεί αντεξέταση, αυτή πρέπει να είναι επί περιορισμένων και συγκεκριμένων θεμάτων που να εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες της κυρίως αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω, και έχοντας μελετήσει την εκατέρωθεν μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η αντεξέταση της Εναγόμενης 3 επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της και για τους σκοπούς που καθόρισε ο συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση του θα ήταν ωφέλιμη και θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 3 έχει περιγράψει τα ζητήματα για τα οποία επιδιώκεται η αντεξέταση, και σχετική αναφορά γίνεται πιο πάνω. Από τις ίδιες τις ένορκες δηλώσεις διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει σημαντική διάσταση απόψεων σε σχέση με τα ζητήματα αυτά. Η μεν Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπήρξε οικειοποίηση από την Εναγόμενη 3 χρημάτων που ανήκουν στις Εναγόμενες 1 και 2, η δεν Εναγόμενη 3 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς αυτούς. Είναι περαιτέρω ξεκάθαρο ότι το ζήτημα αυτό είναι ένα από τα καίρια επίδικα θέματα της αγωγή επί των οποίων το Δικαστήριο που θα επιληφθεί της ουσίας της αγωγής θα πρέπει να καταλήξει σε ευρήματα. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη ότι στα πλαίσια της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με τον ίδιο τρόπο που η μαρτυρία αξιολογείται στα πλαίσια της δίκης. Αποφασίζοντας επί της κυρίως αίτησης, το Δικαστήριο θα προσεγγίσει τη μαρτυρία μόνο για να εξετάσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν θα εξετάσει και δεν θα καταλήξει σε συμπεράσματα ούτε σε σχέση με την αξιοπιστία των ενόρκως δηλούντων, ούτε σε σχέση με την πειστικότητα, αποδεικτική αξία ή αλήθεια της μαρτυρίας τους. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας δεν θα εξυπηρετούσε τους άμεσους σκοπούς της κυρίως αίτησης. Αντίθετα, εάν επιτραπεί η αντεξέταση, με δεδομένα τα ζητήματα στα οποία θα επικεντρωθεί η αντεξέταση, το εύρος και τη φύση τους, κρίνω ότι υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος η εκδίκαση της κυρίως αίτησης να παρεκτραπεί. Ειδικότερα, κρίνω ότι υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος να μετατραπεί η κυρίως αίτηση σε δίκη επί της ουσίας της αγωγής. Αυτό θα συνιστούσε ανεπιθύμητη και ανεπίτρεπτη εκτροπή. Για τους πιο πάνω λόγους, το αίτημα για αντεξέταση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 [3] Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο