← Κύπρος

DADENIA LTD ν. ΑΓΓΕΛΑ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3774/13, 9/10/2015

DADENIA LTD ν. ΑΓΓΕΛΑ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3774/13, 9/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3774/13 DADENIA LTD Ενάγουσα και ΑΓΓΕΛΑ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγομένη Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Χαραλαμπίδου Για την Εναγομένη: κα Χατζηδημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την αίτηση της η εναγομένη αιτήρια ζητεί την διαγραφή των αριθμών

  1. I I , 1.IV, 1.V, 4, 5, 6, 7 και 8 παραγράφων της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Οι εν λόγω παραγράφοι της απάντησης στην υπεράσπιση παρατίθενται πιο κάτω για εύκολη αναφορά. 1.ΙΙ Η έκθεση Υπεράσπισης 021R1 έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών, αντί τούτου καταχωρήθηκε στις 27/12/2013 και επομένως έχει εφαρμογή η Δ.26 Θ
  2. IV Η Δ.2 Θ.6 ορίζει ότι «σε αγωγή για χρέος η για εκκαθαρισμένη απαίτηση χρημάτων απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή». 1V Δεν αναφέρεται στην έκθεση Υπεράσπισης ο αριθμός της αγωγής ούτε η Διεύθυνση Επίδοσης.
  3. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 12/12/2012 η εναγομένη υπέγραψε έγγραφο με τον τίτλο «ΕΓΓΡΑΦΟ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ - ΔΗΛΩΣΗ» με το οποίο δήλωσε γραπτώς και υπέγραψε ότι χρωστούσε στην ενάγουσα το ποσό των €4.200,00 και ανέλαβε να το πληρώσει μέχρι 12/02/
  4. Έναντι του ποσού των €4.200,00 πλήρωσε το ποσό των €2.000,00 και έτσι παρέμεινε απλήρωτο ή χρέος προς την ενάγουσα το ποσό των €2.200,
  5. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας ότι σύμφωνα με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 06/09/2012 η εναγομένη όφειλε να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του Διαμερίσματος Αρ 202 στο OPERA HOUSE στην οδό Φωκίωνος 3, πλέον Φ.Π.Α. μέχρι τις 09/10/
  6. Είναι ισχυρισμός της εναγούσης ότι συνέπεια χρέους της προς εμπορικές Τράπεζες για προώθηση μη εργασιών τους πληρώνουν τόκους 9%.
  7. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας ότι έχει μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας του Διαμερίσματος και ή έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της προς την εναγομένη. Είναι θέση της αιτήτριας ότι η συμπερίληψη των πιο παραγράφων στην απάντηση της υπεράσπισης έγινε καταχρηστηκά, άδικα, επιπόλαια, και αχρείαστα. Επίσης είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτές τις παραγράφους εισαγάγουν νέα ουσιώδη γεγονότα στην απαίτηση και συνιστούν καταχρηστικό τρόπο εισαγωγής νέων ισχυρισμών που δεν θα μπορούσε να τα επικαλεσθεί η ενάγουσα στην απαίτηση της διά της αρχικής έκθεσης απαιτήσεως. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στις παραγράφους 1 της απάντησης στην υπεράσπιση είναι θέση της αιτήτριας ότι στην ουσία αυτό που έχει επιδιώξει η ενάγουσα με την διατύπωση αυτών των παραγράφων είναι να προβάλλει νομική προδικαστική ένσταση που δεν είχε εγείρει στην Έκθεση Απαιτήσεως. Η αξίωση της εναγουσας ως η έκθεση απαιτήσεως αφορά οφειλή της εναγομένης δυνάμει πωλητήριου εγγράφου για την αγορά από την ενάγουσα ένος διαμερίσματος. Υπήρχε όρος της συμφωνίας σε σχέση με τον χρόνο πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος για την αγορά του διαμερίσματος. Διάφορα ποσά έχουν πληρωθεί έναντι της πιο πάνω οφειλής αλλά εκκρεμεί ένα υπόλοιπο που η εναγομένη αρνείται και/ή παραλείπει να πληρώσει και που ειναι η ουσία της απαίτησης της ενάγουσας. Σ' αυτή την απαίτηση η εναγομένη καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης στην οποία ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει καμία οφειλή προς την ενάγουσα και ότι έχει πληρώσει όλο το τίμημα δυνάμει του συμφωνηθέντος πωλητηρίου εγγράφου. Είναι γεγονός ότι τα σημεία που εγείρονται στην απάντηση 1.ΙΙ, 1.ΙV, 1.V είναι νομικά σημεία. Στην περίπτωση που ήθελε εγερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και δυνατόν να ορίζουν την επιτυχία της απαίτησης στο βαθμό που αυτοί οι παράγραφοι παραπέμπουν σε γεγονότα και όχι καθαρά νομικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να επικαλεσθούν οι ενάγοντες κατά την ακροαματική διαδικασία ούτως η άλλως όμως πρόκειται για γεγονότα που προκύπτουν από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και δεν είναι ανάγκη να δοθεί μαρτυρία στην υποθεση για να αποδειχθούν όλα τα γεγονότα. Επί παραδείγματι η αναφορά στην παράγραφο 2 .ΙΙ της απάντησης σε αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 9/12/2013 που έχει καταχωρηθεί είναι κάτι που διαπιστώνεται από τον δικογραφικό φάκελλο της υποθεσης και δεν είναι ανάγκη η ενάγουσα να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει αυτό το γεγονός. Η συμπερίληψη αυτών των παραγράφων έγινε για να προειδοποιήσει την άλλη πλευρά ότι πρόκειται να εγείρει διάφορα νομικά επιχειρήματα κατά την διάρκεια της δίκης, πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ούτως ή αλλως ακόμη και στην περιπτωση που αυτά τα νομικά επιχειρήματα δεν είχαν δικογραφηθεί. Είναι άγνωστο σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας κατά πόσο οποιοδήποτε από τα νομικά επιχείρημα εγείρεται στην απάντηση έχει τον χαρακτήρα να καθορίζει την έκβαση της υπόθεσης. Αιτήσεις οι οποίες βασίζονται στη Δ.27 θ.3 αποσκοπούν αποκλειστικά στην διαγραφή ολόκληρου δικογράφου για το λόγο ότι το εν λόγω δικόγραφο δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής. Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.19 θ.26 αποσκοπεί στη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων του δικογράφου. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η συμπερίληψη αυτών των παραγράφων στο εν λόγω δικόγραφο έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή στην αγωγή ζητημάτων άσχετων με τα υπό εκδίκαση ζητήματα, επιπόλαια ζητήματα ή ζητήματα που τείνουν να επηρεάζουν ή καθυστερούν την δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης. Επομένως, σε κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να βασίζεται αίτηση είτε στη Δ.27 θ.3 ή στη Δ.19 θ.
  8. Η χρήση της Δ.27 θ.3 είναι περιοριστική και καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις όπου ο αιτητής ζητεί τη διαγραφή ολόκληρου δικογράφου, διά το λόγο ότι δεν καλύπτει μόνο την περίπτωση όπου δικόγραφο ή μέρος αυτού δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής. Στην απόφαση In re Pelmako Ltd. v In re Τhe Companies Law Cap.113[1], το Εφετείο ασχολήθηκε με τις πρόνοιες της Δ.27 θ.3 εκφράζοντας τη θέση ότι είναι μέτρο που ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αναμφίβολα προκύπτει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής στο εν λόγω δικόγραφο και όπου διαφαίνεται ότι η όλη διαδικασία κινήθηκε για αλλότριους σκοπούς. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημάνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αμφισβητείται το δικόγραφο, στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο που επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει... Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση του μέσω του δικαίου για αλλότριους σκοπούς... Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάση του Συντάγματος. Η Δ.19 θ.26 καλύπτει και άλλες περιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να διαγραφεί μέρος του δικογράφου. Σχετική αναφορά σε αυτή τη δυνατότητα γίνεται στο Annual Practice Book του
  9. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.19 θ.26 είναι το O.19 r.
  10. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.27 θ.3 είναι το O.25 r.
  11. Στη σελίδα 574 του Αnnual Practice Book στο σημείο που γίνονται επεξηγήσεις σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το Ο.25 r.24 εξηγείται ότι αίτηση που γίνεται με βάση το Ο.25 r.4 για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής μπορεί να γίνει και με βάση το O.19 r.
  12. Με βάση τη Δ.19 θ.26 το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διαγράψει μέρος των δικογράφων μόνο στην περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο για την δίκαια εκδίκαση και επίλυση της αγωγής. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιείων Λτδ. ν Σοφοκλής Σαββίδης[2], το Δικαστήριο διέταξε τη διαγραφή δικογράφου διότι διαπίστωσε ότι ήταν διατυπωμένο με τρόπο που να προκαλούσε αμηχανία στην άλλη πλευρά. Σε εκείνη την περίπτωση η αίτια αγωγής βασιζόταν σε παράβαση συμφωνίας και ο ενάγοντας δεν περιορίσθηκε να εκθέσει μόνο τα ουσιώδη γεγονότα στην απαίτηση του αλλά περιέλαβε ολόκληρο το πολυσέλιδο κείμενο της επίδικης συμφωνίας μέσα στην έκθεση απαιτήσεως. Όμως και πάλι θα πρέπει να λεχθεί ότι ως γενικός κανόνας το Δικαστήριο δεν πρέπει να διαγράφει δικόγραφα ακόμη και όταν αυτά περιέχουν άσχετα και περιττά γεγονότα ή μόνο επειδή αυτά είναι μακροσκελή εάν δεν προκαλούν πραγματικό πρόβλημα στην άλλη πλευρά. Ο γενικός κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπαγορεύσει στους διαδίκους πώς θα διατυπώσουν την απαίτηση τους ή την υπεράσπιση τους. Είναι δικαίωμα της κάθε πλευράς να θέσουν την υπόθεση τους με τον τρόπο που επιθυμούν. (Annual Practice Book 1958 σελ. 477). Ένας διάδικος υπερβαίνει το δικαίωμα του να θέσει την υπόθεση του με τον τρόπο που θέλει μόνο όταν η διατύπωση της υπόθεσης του επηρεάζει δυσμενώς την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση ναυτοδικείου Onega v. Πλοίο 'Grivas'[3], λέχθηκε ότι ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί ή διαζευκτικοί ισχυρισμοί δεν πρέπει να διαγραφούν εάν δεν επηρεάζουν την δίκαια επίλυση της υπόθεσης. Είναι πιο ορθό και δίκαιο αυτά τα ζητήματα να αντιμετωπισθούν κατά την ακροαματική διαδικασία και όχι στα προκαταρκτικά στάδια της δίκης με αποτέλεσμα να περιορισθεί το δικαίωμα της κάθε πλευράς να ακουσθεί και να θέσει την υπόθεση της. Οι παραγράφοι 1.1 1.11 1.iv και 1.V δεν εκφράζουν νέα αιτία αγωγής αλλά και ούτε παραθέτουν νέα ουσιώδη γεγονότα βάση των οποίων θα μπορούσε να εκφράζεται νέα αιτία αγωγής. Υπάρχει μία περιττή αναφορά σε πιθανά νομικά επιχειρήματα που δυνατόν να είναι βοηθητικά στην προώθηση της απαίτησης που θα μπορούσε να εγείρει η πλευρά των εναγόντων ακόμη και εάν και αν αυτά τα νομικά επιχειρήματα δεν ήταν δικογραφημένα. Είναι νομικό επιχείρημα ότι ή έκθεση υπεράσπισης δεν είναι σωστό συνταγμένο δικόγραφο. Εάν η θέση των εναγόντων είναι ορθή, (πράγμα που δεν έχει αξιολογήσει ή αποφασίσει το Δικαστήριο) τότε το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να εξετάσει το ζήτημα είτε το εγείρει ή άλλη πλευρά στο δικόγραφο της είτε όχι. Εφόσον οι ισχυρισμοί σ' αυτές τις παραγράφους είναι περιττά νομικά επιχειρήματα που δεν αποκαλύπτουν νέα γεγονότα ή αιτία αγωγής, δεν έχω αντιληφθεί γιατί θα πρέπει να ασκησω το δραστικό μέτρο της διαγραφής τους με την παρούσα αίτηση. Σε σχέση με την παράγραφο 4 της απάντησης το συγκεκριμένο έγγραφο - υποχρέωση - δήλωση που έχει εις χείρας η ενάγουσα για να αποδείξει ότι η εναγομένη ακόμη οφείλει το ποσό χρημάτων για το τίμημα πώλησης δεν θεωρώ ότι αποκαλύπτει νέα αιτία αγωγής αλλά και ούτε συνιστά ουσιώδης γεγονός της απαίτησης που υποχρεωτικά θα έπρεπε να δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης για να εκφράζεται ολοκληρωμένη απαίτηση. Το έγγραφο ανάλυψης ευθύνης είναι αποδεικτικό έγγραφο για να αποδειχθεί ότι υφίσταται η οφειλή που προκύπτει απο το τίμημα του αγοραπωλητήριου εγγραφου και όχι ουσιώδης γεγονός που είναι ανάγκη να δικογραφείται για να εκφράζεται ολοκληρωμένη έκθεση απαιτήσεως. Εφόσον δεν πρόκειται για νέα αιτία αγωγής αλλά αποδεκτικό έγγραφο της υφιστάμενης αιτίας αγωγής δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της εναγομένης η οποία μπορεί να ζητήσει λεπτομέρειες και αποκάλυψη εγγραφών για να ενημερωθεί σε σχέση με όλο το αποδεικτικό υλικο που προτίθεται να χρησιμοποιήσει η ενάγουσα να αποδείξει την απαίτηση. To τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης περιέχει ρητή αναφορά σε χρέος που προκύπτει από την αγορά και μεταβίβαση του διαμερίσματος. Το ίδιο ισχύει για την παράγραφο 5, η οποία είναι η συνέχεια της παραγράφου
  13. Η συγκεκριμένη παράγραφος δεν προσθέτει νέα ουσιώδη γεγονότα τα οποία αλλοιώνουν την βάση της αγωγής. Συνεπώς, δεν είναι η περίπτωση όπου δικαιολογείται η διαγραφή της παραγράφου. Σε σχέση με τις παραγράφους 6, 8 και 9 δεν διατυπώνονται νέα γεγονότα τα οποία αλλάζουν την αιτία αγωγής. Η παράγραφος 7 όμως εισαγάγει νέο ισχυρισμό που δεν υπήρχε στην Έκθεση Απαιτήσεως. Η απαίτηση της ενάγουσας αφορά το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης μαζί με νόμιμο τόκο. Η παράγραφος 7 κάνει αναφορά σε οφειλόμενο ποσό το οποίο λογίζεται με τόκο 9% ως τον τόκο που χρεώνεται από τις εμπορικές τράπεζες. Αυτός ο ισχυρισμός όχι μόνο πρόκειται για νέο ουσιώδης γεγονός που αλλοιώνει την αιτία αγωγής αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αλλοιώνει την αξίωση της ενάγουσας. Είναι το είδος της αλλαγής που θα έπρεπε να επιχειρηθεί να γίνει με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως. Ως εκ τούτου δικαιολογείται η διαγραφή αυτής της παραγράφου. Αναφορικά με το επιχείρημα της εναγομένης ότι η απάντηση στην υπεράσπιση θα πρέπει διαγραφεί επειδή είναι εκπρόθεσμη, σημειώνω τον επιτακτικό χαρακτήρα της Δ.21 Θ.14

(1)σε σχέση με την χρονική προθεσμία που προβλέπεται για την καταχώρηση της απάντησης. "Where the plaintiff desires to deliver a reply he SHALL file and deliver it within seven days". Βέβαια η διαταγή 57. θ.2 δίδει διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης της απάντησης με σχετική αίτηση του διαδίκου που είναι εκπρόθεσμη νοουμένου ότι αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και είναι δίκαιο. Στην παρούσα περίπτωση θα ήταν δίκαιο να είχε δοθεί η συγκεκριμένη παράταση επειδή η απάντηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα μόνο λίγες μέρες και η ενάγουσα πολύ ορθά έχει επισημάνει το γεγονός ότι η εναγομένη προέβη στο συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα πολύ καθυστερημένα και ενώ η αγωγή είχε ήδη ορισθεί για ακρόαση. Όμως τέτοια παράταση του χρόνου δεν γίνεται δυνάμει Δ.57 θ.2 εκτός και εάν ο διάδικος που επιδιώκει την παράταση της προθεσμίας που προβλέπουν οι θεσμοί την αιτηθεί, πράγμα που δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. H απάντηση στην υπεράσπιση όμως έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Στην συνέχεια ακολούθησαν νέα διαβήματα στην αγωγή και παραβλέφθηκε από τους διαδίκους και το Δικαστήριο η παρατυπία στην διαδικασία. Κρίνω ότι δεν πρόκειται για παρατυπία ουσιαστική διότι η καθυστέρηση ήταν ολιγοήμερη και επειδή η εναγομένη παρέβλεψε την παρατυπία και προέβη σε νέα διαβήματα στην διαδικασία χωρίς να εγείρει κανένα ζήτημα μέχρι την πολύ καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσα αίτησης. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v. Ευθυβούλου[4], το εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δύναται να παραβλέψει ή να διορθώσει μία παράτυπη διαδικασία στην κατάλληλη περίπτωση αλλά δεν έχει την εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η εξολοκλήρου διαγραφή της απάντησης εξαιτίας της εκπρόθεσμης καταχώρησης της απάντησης που ούτως ή άλλως κατά λάθος έγινε δεκτή από το Δικαστήριο εκπρόθεσμα και που αγνοήθηκε από την εναγόμενη η οποία πολύ αργοπορημένα έχει εγείρει το ζήτημα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης. Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της παραγράφου 7 της απάντησης. Για τις υπόλοιπες παραγράφους η αίτηση κρίνεται ως αβάσιμη και απορρίπτεται. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης επιδικάζεται το 1/3 των εξόδων της αίτησης εις βάρος της ενάγουσας όμως ενόψει της καθυστερημένης καταχώρησης της αίτησης αυτά τα έξοδα θα παραμείνουν της αγωγής. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής [1] 1 CLR 246
(1991)[2] Πολιτική Έφεση 9754 ημερ. 11/6/97 [3] 121/97
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 369 [4] Πολιτική ΄Εφεση 10196 ημερ. 23/3/99 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.