RED OCTOBER INTERNATIONAL SA ν. JSC "VMZ RED OCTOBER" κ.α., ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 4/2015, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 4/2015 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΚ) ΑΡΙΘ.44/2001 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΗΣ 22ΑΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2000 ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΣΕΧΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΛΕΤΟΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΛΟΒΑΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2003 (Ν.35(ΙΙΙ)/2003) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ (HIGH COURT OF JUSTICE, QUEEN'S BENCH DIVISION, COMMERCIAL COURT) ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ HHJ MACKIE QC ΣΤΙΣ 14/12/2012 ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 2012, ΦΑΚΕΛΟΣ 1136 (CLAIM NO. 2012, FOLIO 1136) ("η Αγγλική Δικαστική Απόφαση"). METAΞΥ: RED OCTOBER INTERNATIONAL SA, εκ Ελβετίας Αιτητές και
(1)JSC "VMZ RED OCTOBER", εκ Ρωσίας
(2)RED OCTOBER "STEEL WORKS", εκ Ρωσίας Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 21.5.2015 Ημερ. 6.10.2015 Για την Αιτήτρια: κ.Σ.Πίττας μαζί με την κα Στάροβλαχ για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1: Καμιά Εμφάνιση Για τις Εταιρείες 1 - 4 του Μέρους Α και για τον Διευθυντή 1 του Μέρους Β του Παραρτήματος 1 της Αίτησης: κ.Γ.Χριστοδούλου με τον κ.Αυγουστή για Λ.Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Διευθυντή 2 του Μέρους Β του Παραρτήματος 1 της Αίτησης: κ.Στ.Σταυρινίδης Για τους Διευθυντές 3 και 4 του Μέρους Β του Παραρτήματος 1 της Αίτησης: κα Α.Σολομωνίδου για Kinanis LLC Για τις Εταιρείες 1 - 4 του Μέρους Γ του Παραρτήματος 1 της Αίτησης: Καμιά Εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 14.12.2012 το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (High Court) εξέδωσε απόφαση (αρ. αγωγής 2012, Φάκελος 1136) υπέρ της Erste Bank Group AG και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 για το ποσό των Δολ.Αμ.16.843.003,13 και €412.895,41 πλέον τόκους και έξοδα. Δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 12.11.2014 η Erste Βank εκχώρησε μεταξύ άλλων τα δικαιώματα της από την πιο πάνω δικαστική απόφαση στην Αιτήτρια. Την 17.4.2015 το Αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο η Erste Bank, εξ αποφάσεως πιστωτής στην πιο πάνω υπόθεση, αντικαταστάθηκε από την Αιτήτρια. Την 21.5.2015 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Εναρκτήρια Αίτηση για την αναγνώριση και εγγραφή της Αγγλικής απόφασης ως απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου και ότι αυτή είναι εκτελεστή στην Κύπρο επ΄ ονόματι και προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2. Το νομοθετικό πλαίσιο είναι ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. (Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.1215/2012 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που εφαρμόζεται από 10.1.2015 δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού η Αγγλική δικαστική απόφαση εκδόθηκε την 14.12.2012). Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία (άρθρο 33). Αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος μέλος εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος, αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου (άρθρο 38). Σκοπός της αναγνώρισης μπορεί να είναι η επίκληση δεδικασμένου αναφορικά με δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί στο κράτος αναγνώρισης. Η κήρυξη εκτελεστότητας συνιστά το υπόβαθρο ώστε η απόφαση να εκτελεστεί στο κράτος όπου αυτή κηρύττεται ως τέτοια. Την 22.5.2015 εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα καθώς και διάταγμα για την υποκατάστατη επίδοση τους στις Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 ώστε να τους γνωστοποιηθούν (άρθρο 42
(1)). Οιαδήποτε των Καθ΄ ων η Αίτηση, που διαμένουν στη Ρωσία, μπορούν να ασκήσουν ένδικο μέσο κατά της απόφασης αναφορικά με την εκτελεστότητα της Αγγλικής απόφασης μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της σε αυτή (άρθρο 43
(5)). Αυθημερόν με την κύρια Αίτηση καταχωρίστηκε και η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Αιτήτρια εξαιτήθηκε αριθμό διαταγμάτων που προβάλλονται ότι συνιστούν ασφαλιστικά μέτρα στην έννοια του άρθρου 47 του Κανονισμού. Όταν μια απόφαση πρέπει να αναγνωριστεί ο αιτητής μπορεί να προσφύγει σε ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτελέσεως, ενώ η κήρυξη της εκτελεστότητας εμπεριέχει και τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Η παρ. 3 του άρθρου 47 προνοεί ότι: «Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση». Βρισκόμαστε σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο. Η περιουσία που βρίσκεται στο επίκεντρο των διαδικασιών είναι μετοχές της Ρωσικής εταιρείας OJSC Stupino Metallurgical Company που είναι εγγεγραμμένες στις τέσσερεις Κυπριακές εταιρείες που αναφέρονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος 1 της Αίτησης. Τα τέσσερα πρόσωπα που αναφέρονται στο Μέρος Β του Παραρτήματος 1 φέρονται ως οι διευθυντές των τεσσάρων Κυπριακών εταιρειών αντίστοιχα. Οι εταιρείες που αναφέρονται στο Μέρος Γ του Παραρτήματος 1 και εδρεύουν στις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους φέρονται ως οι μοναδικοί εγγεγραμμένοι μέτοχοι, στη σειρά που αναφέρονται, των Κυπριακών εταιρειών 3, 1, 2 και 4 αντίστοιχα. Κατά την Αιτήτρια οι μετοχές Stupino ανήκουν δικαιωματικά (beneficially), είναι δηλαδή επωφελεία ιδιοκτησία της Καθ΄ ης η Αίτηση
- Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας τύπου ενδιαμέσων διαταγμάτων παγοποίησης, διάταγμα για το διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη ως και άλλα συμπληρωματικά και συνοδευτικά διατάγματα στα διατάγματα παγοποίησης και διορισμού παραλήπτη περιλαμβανομένων και διαταγμάτων αποκάλυψης. Η Αίτηση καταχωρίστηκε ως μονομερής αίτηση και την 22.5.2015 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ή και τους υπαλλήλους ή και αντιπροσώπους της περιλαμβανομένων των αναφερομένων στο Παράρτημα 1 από του να αποξενώσουν, μειώσουν σε αξία ή επιβαρύνουν τις μετοχές Stupino. Περαιτέρω εκδόθηκε διάταγμα εναντίον τους που να τους εμποδίζει να καταστρέψουν ή αλλοιώσουν οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να χρησιμοποιηθούν για να αποκαλυφθούν περιουσιακά στοιχεία ή να συνδεθούν οι μετοχές Stupino με την Καθ΄ ης η Αίτηση
- Διατάχθηκαν ακόμα οι Κυπριακές εταιρείες όπως αποκαλύψουν κατά πόσο διατηρούν εγγεγραμμένες στο όνομα τους και κατέχουν μετοχές της Stupino. Για τα εξαιτούμενα διατάγματα για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη και περαιτέρω διατάγματα παγοποίησης και αποκάλυψης διατάχθηκε όπως η Αίτηση επιδοθεί. Η Αίτηση όπως καταχωρίστηκε και κατά το χρόνο έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων υποστηριζόταν από Ενορκη Δήλωση ημερ. 21.5.2015 της Laura Dacau, δικηγόρου στην Αγγλία που συμβουλεύει και ενεργεί για την Αιτήτρια. Καταχωρίστηκαν στη συνέχεια Ενορκες Δηλώσεις ημερ. 31.8.2015 του Dmitry Gerasimenko, μοναδικού μετόχου της Αιτήτριας, ημερ. 31.8.2015 της Anna Anisimova που μεταφράζει επισυναπτόμενα στην Ενορκη Δήλωση Gerasimenko, ημερ. 31.8.2015 της Μαρίας Πίττα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας και ημερ. 7.9.2015 της Εύης Λάμπρου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας. Αναφορικά με τις Ενορκες Δηλώσεις που καταχωρίστηκαν την 31.8.2015 ηγέρθηκε ζήτημα ότι αυτές ή οι δύο τελευταίες δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη καθότι καταχωρίστηκαν χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η διαταγή του οποίου αφορούσε σε μία ένορκη δήλωση. Οι Κυπριακές εταιρείες 1, 3 και 4 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 42 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 27.7.2015 του Kirill Trukhanov, δικηγόρου στη Ρωσία που έχει αντιπροσωπεύσει την Stupino σε δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία. Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση του ιδίου προσώπου καταχωρίστηκε την 7.9.
- Η Κυπριακή εταιρεία 2 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης πανομοιότυπη με αυτή των Κυπριακών εταιρειών 1, 3 και
- Υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 31.7.2015 της Μαριάννας Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Κυπριακών εταιρειών, στην οποία η ομνύουσα υιοθετεί το περιεχόμενο της Ενορκης Δήλωσης Trukhanov. Καταχωρίστηκαν την 7.9.2015 και 15.9.2015 Συμπληρωματικές Ενορκες Δηλώσεις της Μ.Κωνσταντίνου. Ο διευθυντής 1 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης πανομοιότυπη με αυτή των Κυπριακών εταιρειών 1, 3 και
- Η Ενσταση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση αλλά, όπως αναφέρεται στο σώμα της Ενστασης, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην Ενορκη Δήλωση Trukhanov και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η διευθυντής 2 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 51 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 29.7.2015 της ιδίας (Κάτια Ανδρέου). Οι διευθυντές 3 και 4 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 21 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 31.7.2015 της διευθυντού 3, Βασιλικής Αργυρού. Την 7.9.2015 καταχωρίστηκε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση της Β.Αργυρού. Η μη εκπροσώπηση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στην υπό κρίση Αίτηση δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως αποδοχή των θέσεων της Αιτήτριας. Μπορεί και να οφείλεται στη θέση ότι δεν της ανήκει και δεν έχει κανένα συμφέρον στην περιουσία που η διαδικασία αφορά. Οι Κυπριακές εταιρείες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 4.6.2015 προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας αναφέρουν ότι έχουν μετοχές της Stupino εγγεγραμμένες στο όνομα τους οι οποίες είναι ενεχυριασμένες. Οι διευθυντές 3 και 4 μέσω των δικηγόρων τους καταχώρησαν την 8.6.2015 ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή επικαλούμενοι ότι με σχετικές έγγραφες δηλώσεις οι οποίες αποστάληκαν στους δικηγόρους της Αιτήτριας στις 4.6.2015 συμμορφώθηκαν με το δικαστικό διάταγμα. Η διευθυντής 3 δήλωνε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει στο διάταγμα καθότι από 19.12.2014 είχε παραιτηθεί από διευθυντής και γραμματέας της Κυπριακής εταιρείας 3, παραίτηση που, όπως δήλωνε, δεν είχε καταχωριστεί στο φάκελο του Εφόρου Εταιρειών. Η διευθυντής 4 δήλωνε και αυτή ότι δεν μπορούσε να απαντήσει στο διάταγμα καθότι από 19.12.2014 είχε παραιτηθεί από διευθυντής και γραμματέας της Κυπριακής εταιρείας 4, παραίτηση που, όπως δήλωνε, δεν είχε καταχωριστεί στο φάκελο του Εφόρου Εταιρειών. Στην Ενσταση τους οι διευθυντές 3 και 4 υποστηρίζουν ότι ενώ ήταν από το 2012 διευθυντές και γραμματείς των Κυπριακών εταιρειών 3 και 4, έχουν από 19.12.2014 παραιτηθεί από αμφότερα τα αξιώματα τους. Ενώ οι παραιτήσεις τους από διευθυντές κοινοποιήθηκαν στον Εφορο Εταιρειών με το έντυπο ΗΕ4, δεν έγινε το ίδιο με τις παραιτήσεις τους από γραμματείς των εταιρειών. Και τούτο γιατί με την παραίτηση τους δεν υπήρχε διαθέσιμος αντικαταστάτης για τη θέση του γραμματέα ώστε να καταγράψει την παραίτηση και να κοινοποιήσει το γεγονός στον Εφορο. Όταν διορίστηκαν νέοι γραμματείς οι εταιρείες προχώρησαν στην αποδοχή των παραιτήσεων τους την 11.6.2015 και ο Εφορος ενημερώθηκε αυθημερόν. Εφόσον οι «διευθυντές» 3 και 4 δεν είναι πλέον αξιωματούχοι των Κυπριακών εταιρειών 3 και 4 κανένα διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί εναντίον τους. 'Ομως, το ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 22.5.2015 ενδέχεται να ήταν γι΄ αυτούς δεσμευτικό μέχρι και την 11.6.
- Συνεπώς, το κατά πόσο θα ακυρωθεί θα κριθεί στη βάση των ουσιαστικών παραμέτρων που αφορούν στη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Θεμελιακή θέση όλων των ενισταμένων ήταν ότι το άρθρο 47 του Κανονισμού εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του κράτους μέλους εκτελέσεως. Περαιτέρω, πως κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 43
(5)δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εναντίον τρίτου προσώπου, δηλαδή άλλου από αυτού κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Η θέση των ενισταμένων ότι κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 43
(5)δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εναντίον τρίτου προσώπου δεν είναι ακριβής. Ο Κανονισμός έχει ως σημείο αναφοράς την περιουσία και όχι το πρόσωπο. Εφόσον πρόκειται για περιουσία του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν υπάρχει κώλυμα ώστε, στην κατάλληλη περίπτωση, κατ΄ εφαρμογή της νομοθεσίας του Κράτους εκτέλεσης, το διάταγμα να στρέφεται εναντίον ή να απευθύνεται και σε τρίτο πρόσωπο. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η περιουσία που θα αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης της αλλοδαπής απόφασης. Το πρώτο ερώτημα είναι η έννοια της «περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση». Κατά την ακρόαση της Αίτησης συζητήθηκε και η διάκριση του άρθρου 47
(3). Η γραμματική του ερμηνεία μπορεί να είναι ότι μετά την εκπνοή της προθεσμίας προσφυγής μπορούν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και εναντίον περιουσίας προσώπου άλλου από αυτό κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό και αποδεκτό πώς περιουσία τρίτου προσώπου θα μπορούσε να καταστεί αντικείμενο ασφαλιστικών μέτρων αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή προορίζεται να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης της απόφασης. Εκτός και αν πρόκειται για περιουσία της οποίας τρίτο πρόσωπο είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ή και κατέχει για άλλο. Όμως τέτοια περιουσία δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως δική του. Και σε τέτοια περίπτωση, γιατί τέτοια περιουσία να μην μπορεί να τεθεί υπό προστασία κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσφυγής. Το Αγγλικό κείμενο του Κανονισμού αποδίδει μια άλλη διάσταση γιατί εμπεριέχει μια επιπλέον φράση που δεν παρουσιάζεται στο Ελληνικό κείμενο. Αναφέρει: «During the time specified for an appeal pursuant to Article 43
(5)against the declaration of enforceability and until any such appeal has been determined, no measures of enforcement may be taken other than protective measures against the property of the party against whom enforcement is sought». Με την φράση «...no measures of enforcement may be taken other than...» η έμφαση αποδίδεται στο ότι δεν μπορούν να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης αλλά μόνο ασφαλιστικά μέτρα σε σχέση με τη μόνη περιουσία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης. Επομένως ό,τι έχει σημασία είναι κατά πόσο η περιουσία ανήκει στον εξ αποφάσεως χρεώστη στην αλλοδαπή απόφαση ώστε να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης προς ικανοποίηση της απόφασης. Περιουσία της οποίας ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι επωφελεία ιδιοκτήτης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης έστω και αν κρατείται από τρίτο πρόσωπο. Είναι γνωστή στη δικονομία μας η κατάσχεση εις χείρας τρίτου ως μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, ζήτημα επί του οποίου επανέρχομαι πιο κάτω. Η δικαιοδοσία για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσίας που ανήκει δικαιωματικά (beneficially) στον αδικοπραγήσαντα αλλά κατέχεται και είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι τρίτου προσώπου που ενεργεί ως καταπιστευματοδόχος ή αντιπρόσωπος του, είναι αναγνωρισμένη (βλ. τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση TSB Private Bank SA v. Chambra
(1992)1 WLR 231, 238-40, η οποία αναφέρεται στην Helington Commodities Ltd κ.α.
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 926, 936). Στην Αγγλική απόφαση Dadourian Group International v. Azuri
(2005)EWHC 1768, παρ.26, αναφέρεται ότι: «...The jurisdiction to make a freezing injunction against a third party is undoubted. The jurisdiction is exercised as, in effect, ancillary relief granted by the court in aid of, and as part of, the freezing relief granted against the defendant to the substantive claim. Exercise of the jurisdiction can occur where there is good reason to suppose that the assets of the third party are, in truth, the assets of the injected defendant.» Ακόμα και αν η περιουσία ανήκει δικαιωματικά στον εξ αποφάσεως χρεώστη στην αλλοδαπή απόφαση εγείρεται ζήτημα δικαιοδοσίας με αναφορά στο πού βρίσκεται αυτή η περιουσία. Στην επίσης Αγγλική απόφαση Βanco National De Comercia Exterior SNC v Empresa de Telecomunication de Cuba SA [2007] EWCA Civ 662, αναφέρεται ότι: «.there was no basis for granting worldwide relieve since this would extend to assets which would not be the subject of enforcement within jurisdiction.» Στην απόφαση του ΔΕΚ στην Denilauler v. SNC Couchet Freres (Case 125/79) [1981] 1 CMLR 62, παρ.16, αναφέρεται ότι: «.the Courts of the place . where the assets subject to the measures sought are located are those best able to assess the circumstances which may lead to the grant or refusal of the measures sought or to the laying down of procedures and conditions which the plaintiff must observe in order to guarantee the provisional and protective character of the measures authorized.» Ο Κανονισμός έχει ως θεμελιακή φιλοσοφία την ισοτιμία μεταξύ των κρατών και τον αλληλοσεβασμό των δικαιοδοσιών και αρμοδιοτήτων. Η αποφυγή συγκρούσεων δικαιοδοσίας είναι βασική επιδίωξη. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας παρέπεμψαν στην απόφαση του ΔΕΚ στην Webb v. Webb (Case C-294/92) ημερ. 17.5.1994, όπου αποφασίστηκε ότι αγωγή που να αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος κατείχε ακίνητη ιδιοκτησία ως εμπιστευματοδόχος για τον ενάγοντα και να διαταχθεί ο εναγόμενος να τη μεταβιβάσει στον ενάγοντα, μπορούσε να καταχωριστεί στο κράτος όπου διέμενε ο εναγόμενος και όχι κατ΄ ανάγκη εκεί όπου βρισκόταν η ακίνητη ιδιοκτησία. Εισηγούνται ότι στην περίπτωση μας υπάρχει δικαιοδοσία και το Δικαστήριο θα μπορεί να διατάξει τις Κυπριακές εταιρείες να ενεργήσουν σε σχέση με τις μετοχές Stupino. Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά σε δικαιοδοσία για καταχώρηση αγωγής. Εάν η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 καταχωρούσε στην Κύπρο αγωγή εναντίον των Κυπριακών εταιρειών αξιώνοντας ότι οι τελευταίες κατέχουν τις μετοχές Stupino ως εμπιστευματοδόχοι γι΄ αυτή και όπως διαταχθούν να τις μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι της ενδεχομένως το Δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία. Όμως, η παρούσα περίπτωση αφορά στην εκτέλεση απόφασης όπου η δικαιοδοσία είναι πιο περιορισμένη. Στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οι μετοχές Stupino συνιστούν περιουσία της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, το μόνο γνωστό στο δίκαιο μας πρόσφορο μέτρο εκτέλεσης είναι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου (άρθρο 14
(1)(δ) και Μέρος VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6). Το σχετικό άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 προνοεί ότι: «... όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω». Στην Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 28, αναφέρεται ότι: «Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του Άρθρου 73 του όρου "beneficially interested" και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκησή του να τελεί υπό όρους. Η δεύτερη διαπίστωση σχετίζεται με τον τόπο αποπληρωμής του χρέους. Η σημασία αυτής της προϋπόθεσης δεν σχετίζεται μόνο με τον προσδιορισμό του δικαίου της χώρας που τυγχάνει εφαρμογής αλλά πολύ σημαντικότερο με την ευχέρεια λήψης μέτρων για εκτέλεση του εξ αποφάσεως χρέους. Η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης αποτελεί μέσον εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Στην υπόθεση Pastella v. Marine Iranian Tanker
(1987)1 C.L.R. 583 (απόφαση Ολομέλειας) υποδεικνύεται ότι τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού ("assets") που ευρίσκονται εντός και όχι έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.» Το άρθρο 75 που ακολουθεί, προνοεί ότι: «Κάθε πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου το οποίο χωρίς άδεια ή διάταγμα του Δικαστηρίου, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την επίδοση του εντάλματος σε αυτό και πριν από την άρση της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, εν γνώσει του και εκούσια παραιτείται από τη φύλαξη ή τον έλεγχο οποιασδήποτε ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια του ή μεταφέρει αυτήν εκτός της Δημοκρατίας ή πωλεί ή διαθέτει αυτήν ή εξοφλεί χρέος το οποίο οφείλει στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός μόνο προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή προς όφελος αυτού, θεωρείται ότι απείθησε και υπόκειται στην ίδια διαδικασία ωσάν να είχε απειθήσει σε διάταγμα του Δικαστηρίου.» Η μεταφορά της περιουσίας εκτός της Δημοκρατίας συνιστά απείθεια όπως η πώληση ή διάθεση της από το τρίτο πρόσωπο για το λόγο ότι τέτοια μεταφορά θέτει την περιουσία εκτός της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου και απρόσιτη ως αντικείμενο εκτέλεσης στην Κύπρο. Επιβεβαιώνεται με αυτό τον τρόπο η ορθότητα της απόφασης ότι τα μέσα εκτέλεσης περιορίζονται στα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο. Η Αιτήτρια, στη βάση γνώμης ειδικού του Ρωσικού δικαίου ότι το Ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει την επωφελεία ιδιοκτησία, εισηγείται ότι οι μετοχές Stupino είναι απρόσιτες ως περιουσιακό στοιχείο της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 προς εκτέλεση στη Ρωσία, όμως τούτο δεν συνιστά λόγο για να επιτραπεί εκτροπή των δικαιοδοτικών ορίων. Εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εκκρεμεί διαδικασία εκκαθάρισης στη Ρωσία. Η αντίκρυση του επίδικου ζητήματος μέσα από αυτή τη διάσταση επιβεβαιώνει πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν πρέπει να παρέμβουν στο ζήτημα. Ότι η διαδικασία της εκκαθάρισης διέπεται από το ρωσικό δίκαιο και δικαιοδοσία έχει η Ρωσία είναι αδιαμφισβήτητο, δεδομένου ότι η Ρωσία είναι η χώρα της σύστασης της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρείας (βλ. Fredericou Schools Co Ltd κ.α. ν Acuac Inc (Aρ.1)
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 580, 584-5). Στην Αγγλική απόφαση Stichting Shell Pensioenfonds v. Krys [2014] UKPC 41 αναφέρεται ότι: «Where a company is being wound up in the jurisdiction of its incorporation, other interests are engaged. The court acts not in interest of any particular creditor or member, but in that of the general body of creditors and members. Moreover, as the Board has recently observed in Singularis Holdings Ltd v PriceWaterhouse Coopers [2014] UKPC 36, 23, there is a broader public interest in the ability of a court exercising insolvency jurisdiction in the place of the company's incorporation to conduct an orderly winding up of its affairs on a world-wide basis, notwithstanding the territorial limits of its jurisdiction. In protecting its insolvency jurisdiction, to adopt Lord Goff's phrase, the court is not standing on its dignity. It intervenes because the proper distribution of the company's assets depends upon its ability to get in those assets so that comparable claims to them may be dealt with fairly in accordance with a common set of rules applying equally to all of them. There is no jurisdiction other than that of the insolvent's domicile in which that result can be achieved. The alternative is a free-for-all in which the distribution of assets depends on the adventitious location of assets and the race to grab them is to the swiftest, and the best informed, best resourced or best lawyered». Προκύπτει και από τη μαρτυρία της Αιτήτριας (βλ. ΕΔ Dacau, παρ.121) ότι η Erste Bank προχώρησε σε επαλήθευση του χρέους της στη διαδικασία εκκαθάρισης της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στη Ρωσία. Στην απόφαση του ημερ. 17.4.2015, κατ΄ έφεση από την απόφαση της 14.12.2012, το Αγγλικό Εφετείο, επικαλούμενο την Stichting Shell, αναφέρει ότι: «...a foreign creditor submits to the jurisdiction of the court supervising a company's insolvency by proving in that insolvency. That, by itself, is sufficient without more (and irrespective of whether the proof has been accepted or a dividend has been received) to require the creditor to have all questions, of whatever kind, as against the debtor resolved within the insolvency as administered by the court of the jurisdiction of that insolvency.» Είχε, συνεπώς, η Erste Bank υπαχθεί στη δικαιοδοσία της Ρωσίας. Όταν μεταγενέστερα, την 12.11.2014, τα δικαιώματα της Erste Bank εκχωρήθηκαν στην Αιτήτρια, η τελευταία «μπήκε στα παπούτσια» της πρώτης και η θέση της ότι η ίδια δεν αιτήθηκε όπως αντικαταστήσει την Erste Bank δεν έχει σημασία. Η Αιτήτρια ως διάδοχος της Erste Bank θεωρείται ότι έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία της Ρωσίας. Ο λόγος που η Αιτήτρια προβάλλει γιατί δεν αιτήθηκε να αντικατασήσει την Erste Bank (βλ. ΕΔ Dacau, παρ.133), ότι είναι της άποψης ότι οι διαδικασίες στη Ρωσία είναι απίθανο να καταλήξουν στο να διανεμηθεί οποιοδήποτε ποσό στους πιστωτές, αναδύει ακόμα μια παράμετρο προς συζήτηση. Ενώ η επαλήθευση του χρέους στη διαδικασία εκκαθάρισης στη Ρωσία, που κατατάσσει την Αιτήτρια δίκαια σε ίδια θέση με τους υπόλοιπους ανεξασφάλιστους πιστωτές της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, θα είχε, κατά την ίδια την Αιτήτρια, αποτέλεσμα να μην εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή να εισπράξει μέρος του λαβείν της όπως και οι υπόλοιποι πιστωτές της τάξης της, αυτή επιδιώκει, με τον τρόπο εκτέλεσης που επινόησε, να οικειοποιηθεί τις μετοχές Stupino ή την αξία τους και μόνο αφού η ίδια ικανοποιηθεί να αποδοθεί το υπόλοιπο στον εκκαθαριστή της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στη Ρωσία (βλ. ΕΔ Dacau, παρ.175). Θεωρεί η Αιτήτρια ότι κατ΄ αυτό τον τρόπο εξυπηρετούνται και οι υπόλοιποι πιστωτές της τάξης της γιατί ενώ δεν θα ελάμβαναν κανένα ποσό, τώρα θα μπορούν να διαμοιραστούν το πιο πάνω υπόλοιπο. Υπόβαθρο για τη θεώρηση της είναι η νομική θέση, που προωθεί ως προμετωπίδα της επιχειρηματολογίας της, ότι κατά το ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται η επωφελεία ιδιοκτησία (beneficial ownership) και συνεπώς ο Ρώσος εκκαθαριστής δεν θα επιδιώξει να εντάξει τις επίδικες μετοχές Stupino στην περιουσία της υπό εκκαθάριση Καθ΄ η η Αίτηση 1. Δύο προτάσεις ανατρέπουν, η καθεμιά από μόνη της, τη λογική της προσέγγισης της Αιτήτριας. Πρώτον, γιατί να μην αποδοθεί στον εκκαθαριστή της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 το σύνολο των μετοχών Stupino ή η αξία τους και δεύτερον, γιατί η θέση προτεραιότητας στην οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να καθήσει, να μην διατεθεί σε κάποιο άλλο πιστωτή ή πιστωτές της τάξης της. Περαιτέρω, δεδομένης της επαλήθευσης, η όποια άλλη διαδικασία προς το σκοπό είσπραξης του χρέους που επαληθεύτηκε είναι καταχρηστική. Οι αναφορές (βλ. ΕΔ Dacau, παρ.144) ότι εάν η Αιτήτρια επιτύχει στις προσπάθειες της να εκτελέσει την Αγγλική απόφαση είναι πιθανόν ο εκκαθαριστής να αιτηθεί τη διαγραφή της επαλήθευσης της Erste Bank και ότι η Αιτήτρια δεν θα ενστεί σε αυτό, ούτε θα επιδιώξει να αποζημιωθεί διπλά, δεν διαφοροποιούν τη δεδομένη κατάσταση. Καταλήγω ότι εφόσον η περιουσία που επιδιώκεται να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης βρίσκεται εκτός Κύπρου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, και συνεπώς εκπίπτει το υπόβαθρο για την έκδοση οποιωνδήποτε ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 47 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται και το συντηρητικό διάταγμα σε αυτή ημερ. 22.5.2015 παύει να ισχύει. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Κυπριακών εταιρειών που αναφέρονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος 1 της Αίτησης και των προσώπων, «διευθυντών», που αναφέρονται στο Μέρος Β του Παραρτήματος 1, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Κυπριακές εταιρείες και ο «διευθυντής» 1, που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. Σε ξεχωριστό σετ εξόδων από κοινού θα δικαιούνται οι «διευθυντές» 3 και 4. Σε ξεχωριστό σετ εξόδων θα δικαιούται και ο «διευθυντής» 2. (Υπ.).............................. Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο