Geoffrey Penn ν. Γεώργιου Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1045/11, 28/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1045/11 Μεταξύ: Geoffrey Penn Ενάγοντα -και- Γεώργιου Γεωργίου Εναγομένου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Κουκούνης με κα Ζαντή για Γ. Κουκούνη (για να ακούσει απόφαση κ. Κ. Κουκούνης) Για Εναγόμενο: κ. Μ. Κυριακίδης με κ. Σοφοκλέους και κα Τιμοθέου για Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. & Μ. Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κα Κλεονίδου και κα Βασιλείου) ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις απώλειες και τις ζημιές που υπέστη στο όχημά του με αρ. εγγραφής ΚΧΒ547, λόγω τροχαίου δυστυχήματος το οποίο είχε γίνει στις 13/12/2010, με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος με αρ. εγγραφής ΑΒΚ
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι 13/12/2010, ήταν ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΧΒ547, ενώ ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης και ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΒΚ
- Κατά ή περί την 13/12/2010 στην οδό 1ης Μαΐου, παρά τη διασταύρωση με την οδό Τεύκρου Ανθία, στο χωριό Ορόκλινη, ενώ ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημά του νόμιμα και κανονικά κατά μήκος της οδού 1ης Μαΐου, πλησιάζοντας τη διασταύρωση με την οδό Τεύκρου Ανθία, το όχημα του Εναγομένου είχε συγκρουστεί μαζί του. Ο Ενάγοντας είχε δείξει την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Τεύκρου Ανθία και όταν άρχισε να κατευθύνεται προς τη συγκεκριμένη πάροδο και να εισέρχεται σε αυτήν ο Εναγόμενος οδηγώντας το όχημά του αμελώς και κατά παράβαση των εκ του νόμου κανονισμών, αλλά και λόγω του ότι δεν διατηρούσε την κανονική απόσταση από το όχημα του Ενάγοντα, του ανέκοψε την πορεία του και προσέκρουσε στο όχημα του Ενάγοντα προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στην πίσω δεξιά πόρτα του οχήματος του Ενάγοντα. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας κατέγραψε τα ακόλουθα: Ότι οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα βιαστικά ή και καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας ή και με ιλιγγιώδη ή και με υπερβολική ταχύτητα, ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή στο δρόμο, ότι οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τους υπόλοιπους οδηγούς ή και τα υπόλοιπα οχήματα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, ότι παρέλειψε να κρατήσει τη δέουσα υπό τις περιστάσεις απόσταση ή και ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα του Ενάγοντα, ότι οδήγησε το όχημά του στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου επιχειρώντας παράνομο ή και επικίνδυνο προσπέρασμα υπό τις περιστάσεις, ότι παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα του Ενάγοντα ή και δεν αντιλήφθηκε το όχημα του Ενάγοντα που ελάττωνε ταχύτητα ή και που ήταν ακινητοποιημένο πίσω από το προπορευόμενο του όχημα αναμένοντας να στρίψει δεξιά, ότι ήταν απρόσεκτος και παρέλειψε να αντιληφθεί τον δεξί δείκτη κατεύθυνσης του οχήματος του Ενάγοντα, αλλά και τα φώτα τροχοπέδησης του οχήματος του Ενάγοντα, τα οποία είχαν ανάψει ενώ αυτός ελάττωνε ταχύτητα στην προσπάθειά του να σταματήσει πίσω από το προπορευόμενο από αυτόν όχημα. Ως λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών του καταγράφει το ποσό των €6.660- ως τις ζημιές του οχήματος ΚΧΒ547, το ποσό των €160- ως εκτιμητικά έξοδα και το ποσό των €349,60- για την ενοικίαση οχήματος. Αξιώνει το συνολικό ποσό των €7.169,60- πλέον νόμιμο τόκο από 13/12/
- Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΚ400 και στις 13/12/2010 ακολουθούσε το όχημα του Ενάγοντα με αρ. εγγραφής ΚΧΒ
- Ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα το οποίο επισυνέβη οφείλεται στον Ενάγοντα γιατί ο ίδιος οδηγούσε νόμιμα και επιμελώς το όχημά του επί της οδού 1ης Μαΐου στην Ορόκλινη με τον Ενάγοντα να προπορεύεται του δικού του οχήματος, ο οποίος Ενάγοντας, χωρίς λόγο και αιτία και χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να κινηθεί δεξιά, είχε ελαττώσει υπερβολικά την ταχύτητά του εμποδίζοντας την κανονική ροή των υπόλοιπων οχημάτων. Λόγω της βραδυπορίας του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος έλεγξε τον δρόμο και ακολούθως είχε θέσει σε λειτουργία τον δεξιό φωτεινό σηματοδότη του για να προσπεράσει το όχημα του Ενάγοντα και, ενώ βρισκόταν στην προσπάθειά του να προσπεράσει το συγκεκριμένο όχημα, συγκρούστηκε με αυτό γιατί ο Ενάγοντας κατά τη δεδομένη στιγμή απροειδοποίητα και απότομα είχε προσπαθήσει να στρίψει δεξιά έτσι ώστε να εισέλθει στην οδό Τεύκρου Ανθία χωρίς όμως προηγουμένως να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα, υπό τις περιστάσεις, μέτρα. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των εκ του νόμου καθηκόντων του Ενάγοντα καταγράφει τα ακόλουθα: Ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε αμελώς και παράνομα και χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να κινηθεί δεξιά ή και για να στρίψει δεξιά επιχείρησε να στρίψει με αυτόν τον τρόπο χωρίς να δώσει το κατάλληλο σήμα προς τους υπόλοιπους οδηγούς, ότι οδηγούσε με υπερβολικά χαμηλή ταχύτητα ή και ότι κινείτο με ταχύτητα μη ασφαλή υπό τις περιστάσεις, ότι ενώ ο Εναγόμενος είχε αρχίσει να προσπερνά το όχημα του Ενάγοντα από τα δεξιά και ενώ τα δύο οχήματα βρίσκονταν περίπου στο ίδιο ύψος ο Ενάγοντας ενώ είχε δει ή όφειλε να είχε δει το όχημα του Εναγόμενου έστριψε απότομα δεξιά αποκόπτοντας τη νόμιμη πορεία του Εναγόμενου, ότι παρέλειψε να διασφαλίσει ή και να βεβαιώσει ότι οι υπόλοιποι οδηγοί που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο είχαν λάβει γνώση της πρόθεσής του να στρίψει δεξιά. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι λόγω του επίδικου ατυχήματος το όχημα του Εναγόμενου υπέστη εκτεταμένες απώλειες και ζημιές τις οποίες ανταπαιτεί ύψους €1.535-. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Λοχίας 975, κ. Γεωργιάδης, Μ.Ε.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ίδιος εδρεύει στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και διερευνά τροχαίες υποθέσεις για είκοσι
(20)χρόνια. Ο ίδιος είχε διερευνήσει το δυστύχημα που είχε συμβεί στις 13/12/2010 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ίδιος είχε ετοιμάσει πρόχειρο σχεδιάγραμμα που αφορούσε την σκηνή του δυστυχήματος, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, ενώ ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε το τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής. Με αναφορά στο Τεκμήριο 2, εξήγησε ότι το σημείο «Α1» συνιστά την τελική θέση του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΑΒΚ400, του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο Γεώργιος Γεωργίου. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, το πιστοποιητικό εγγραφής του μηχανοκίνητου οχήματος ΚΧΒ
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η οδός 1ης Μαΐου έχει πλάτος 6,70 μέτρα. Κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος είχε διαπιστώσει ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος ΑΒΚ400, τα οποία είχε μετρήσει και ήταν 9,40 μέτρα, τα οποία ίχνη τροχοπέδησης είχαν σημειωθεί ως «Α2» στο σχεδιάγραμμα. Ερωτηθείς εξήγησε ότι η μέτρηση επί του σχεδίου 5,90 αντιπροσωπεύει τη μέτρηση από το πεζοδρόμιο στην πίσω αριστερή πλευρά της τελικής θέσης του οχήματος ΑΒΚ
- Η συγκεκριμένη μέτρηση εκτείνεται μέχρι το τέλος του πεζοδρομίου και κατά τη δική του άποψη υποδεικνύει ότι το όχημα ΑΒΚ400 βρισκόταν στην εξ αντιθέτου πορεία ενόψει του ότι το κέντρο του δρόμου ήταν στα 3,35 μέτρα. Όσον αφορά τις μετρήσεις 15,60 και 16 μέτρα, εξήγησε ότι η μέτρηση 15,60 αφορούσε την απόσταση του οχήματος ΚΧΒ547 από το σταθερό σημείο και η μέτρηση 16 μέτρα αφορούσε την απόσταση από το σταθερό σημείο μέχρι την μπροστινή δεξιά πλευρά του οχήματος ΑΒΚ
- Σε σχέση με το σημείο «Β2», εξήγησε ότι καταδείκνυε τα ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος ΚΧΒ
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι, κατά τη δική του άποψη, το όχημα «Β1» προσπαθούσε να στρίψει δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, προς την οδό Τεύκρου Ανθία και την ίδια ώρα το αυτοκίνητο που το ακολουθούσε είχε προσπαθήσει να προσπεράσει από δεξιά και τότε είχε επέλθει η σύγκρουση στην πίσω δεξιά πόρτα του οδηγού, εξ ου και η κυρίως ζημιά στο συγκεκριμένο όχημα ήταν πάνω στη δεξιά πίσω πόρτα και το δεξιό πίσω φτερό. Το όχημα ΑΒΚ400 είχε κτυπηθεί στο μπροστινό αριστερό φτερό και την αριστερή πλευρά του προφυλακτήρα. Ήταν η θέση του ότι είχε λάβει καταθέσεις τόσο από τον Ενάγοντα, καθώς και από τον Εναγόμενο, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ο δρόμος ήταν στεγνός και ότι επρόκειτο για δρόμο εντός κατοικημένης περιοχής για τον οποίο το ανώτατο όριο ταχύτητας έχει καθοριστεί στα 50 χιλιόμετρα και το κατώτατο στα 25 χιλιόμετρα. Ούτε η οδός 1ης Μαΐου, αλλά ούτε και η οδός Τεύκρου Ανθία, μπορούσαν να θεωρηθούν ως κύριοι δρόμοι. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση δέσμη από φωτογραφίες, στις οποίες τέθηκαν οι αριθμοί 1 μέχρι
- Με βάση τη φωτογραφία 4 υπέδειξε την οδό Τεύκρου Ανθία, η οποία ήταν ακριβώς απέναντι από το όχημα του Εναγόμενου. Ερωτηθείς για την ορατότητα, υποστήριξε ότι υπήρχε ορατότητα στο συγκεκριμένο σημείο «Χ». Κατέληξε, ότι δεν είχε ασκηθεί οποιαδήποτε ποινική δίωξη λόγω του ότι δεν υπήρχαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί αλλά μόνο υλικές ζημιές. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σηματοδότηση εντός της οδού 1ης Μαΐου. Αρχικά υποστήριξε ότι επί της οδού Τεύκρου Ανθία υπήρχε γραμμή του αλτ και ακολούθως ανέφερε ότι δεν υπήρχε γραμμή αλτ διότι, σύμφωνα με το πρόχειρό του σχεδιάγραμμα, το οποίο είχε καταρτιστεί κατά την ημέρα του δυστυχήματος, οι γραμμές του αλτ είχαν τοποθετηθεί μετά που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα. Υποστήριξε ότι την ημέρα του δυστυχήματος δεν είχε λάβει τα ακριβή μέτρα της οδού Τεύκρου Ανθία και για αυτό είχε επισκεφτεί το χώρο του δυστυχήματος σε μεταγενέστερο χρόνο για να λάβει τα ακριβή μέτρα. Τη δεύτερη φορά που είχε επισκεφθεί τον χώρο του δυστυχήματος, τότε είχε πράγματι τοποθετηθεί το αλτ. Ερωτηθείς για τα ίχνη τροχοπέδησης, δηλαδή τη μέτρηση 9.40, ισχυρίστηκε ότι είχε μετρήσει από την αρχή του ίχνους τροχοπέδησης μέχρι το τέλος του. Η συγκεκριμένη μέτρηση ήταν ανεξάρτητη από τη μέτρηση 11,60 που αφορούσε την απόσταση από το πεζοδρόμιο στο πίσω δεξιό μέρος της τελικής θέσης του ΑΒΚ
- Όσο αφορά το άνοιγμα της στροφής στην οδό Τεύκρου Ανθία, ισχυρίστηκε ότι αυτό είχε μετρηθεί και η μέτρηση 7,40 αφορούσε την αρχή της κάμψης της οδού 1ης Μαΐου με την οδού Τεύκρου Ανθία. Όταν του ζητήθηκε να επεξηγήσει, ανέφερε ότι όταν υπάρχει μια στροφή για να δεις την κάμψη της στέκεσαι απέναντι από την στροφή εκεί όπου ευθυγραμμίζεται και μετράς τις αποστάσεις της ευθυγράμμισής της καθώς και τη διαγώνιά της. Κατέληξε, ότι από αριστερά στην οδό Τεύκρου Ανθία η στροφή είναι πολύ πιο στενή σε σχέση με τη δεξιά στροφή, καθώς επίσης και ότι το σημείο «Χ» ήταν πολύ πιο κοντά στην αριστερή πλευρά της Τεύκρου Ανθία, παρά στη δεξιά. Ολόκληρο το άνοιγμα εκτείνετο στα 29,50μ και μετά ο δρόμος στένευε με μέτρηση 7,30μ. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε ελέγξει κατά πόσο λειτουργούσε ο δεξιός σηματοδότης του οχήματος του Ενάγοντα. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Σταύρος Κουκούνης, Μ.Ε.2, ασφαλιστικός αντιπρόσωπος και ιδιοκτήτης της εταιρείας «Koukounis Car Rentals Ltd». Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας είναι πελάτης του εδώ και πολλά χρόνια και το 2011 είχε ενοικιάσει ένα αυτοκίνητο μέχρι να επισκευαστεί το δικό του, το οποίο είχε εμπλακεί σε δυστύχημα. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, το σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο του συγκεκριμένου οχήματος. Η συγκεκριμένη ενοικίαση είχε διαρκέσει για έντεκα
(11)μέρες από τις 05/01/2011 μέχρι τις 25/01/
- Είχε ενοικιάσει ένα αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi Lancer, το οποίο αυτοκίνητο ήταν υποδεέστερο του δικού του οχήματος του Nissan Quasquai. Το αρχικό τέλος ενοικίασης ήταν €10-, όμως, λόγω του ότι είχε διαρκέσει για πολλές μέρες η ενοικίαση, το ποσό μειώθηκε σε €9- την ημέρα. Είχε, επίσης, χρεωθεί το ποσό των €7- για ασφάλεια. Το συνολικό ποσό της ενοικίασης ανερχόταν στα €171-. Είχε εξοφληθεί το ποσό την ημέρα επιστροφής του αυτοκίνητου στις 25/01/
- Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 6, αντίγραφο της επιταγής εξόφλησης. Σε σχέση με το δυστύχημα ο ίδιος είχε ενημερωθεί την ίδια μέρα μέσω τηλεφωνήματος του Ενάγοντα, ο οποίος τον είχε ενημερώσει ότι θα περνούσε από το γραφείο του για να συμπληρώσει την απαίτησή του. Ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει, ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, στην εταιρεία Minerva, όμως, δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν σε ποια εταιρεία ήταν ασφαλισμένο το άλλο εμπλεκόμενο όχημα. Για κάποιες μέρες γινόταν προσπάθεια εντοπισμού της ασφαλιστικής εταιρείας του εμπλεκόμενου οχήματος. Ο λόγος της καθυστέρησης ήταν γιατί το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο ως «motor trade», δηλαδή για σκοπούς της εργασίας, μια ασφάλιση η οποία παρέχεται σε άτομο όπως μηχανικούς αυτοκινήτων και ηλεκτρολόγους. Μέχρι να διαπιστωθεί η άλλη εμπλεκόμενη ασφαλιστική εταιρεία ήταν οι εορτές των Χριστουγέννων και όλα ήταν κλειστά, οπόταν, το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε παραμείνει στο γκαράζ στο οποίο είχε μεταφερθεί. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε αναλάβει ο ίδιος να διευθετήσει την επισκευή του, λόγω του ότι δεν υπήρχε απάντηση από την άλλη ασφαλιστική εταιρεία σε σχέση με την ευθύνη. Η ασφάλεια του Ενάγοντα ήταν περιεκτικής καλύψεως. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είναι μέτοχος στην εταιρεία που είχε ενοικιάσει το αυτοκίνητο στον Ενάγοντα και παράλληλα είναι και ο ασφαλιστής του. Η ασφαλιστική εταιρεία του Ενάγοντα έχει αποπληρώσει τη ζημιά του Ενάγοντα, την οποία ζημιά ο Ενάγοντας θα επιστρέψει όταν αποζημιωθεί. Ερωτηθείς εξήγησε ότι δεν μπορούσε το αυτοκίνητο να επισκευαστεί πριν οι ασφαλιστικές εταιρείες να εκτιμήσουν τις ζημιές. Η Κεντρική Ασφαλιστική, την οποία ο ίδιος εκπροσωπούσε, είχε προβεί σε εκτίμηση, όμως, δεν θυμόταν να την είχε δει ο ίδιος. Ερωτηθείς για τον χρόνο που χρειαζόταν για επιδιόρθωση του οχήματος, υποστήριξε ότι, λόγω της εμπειρίας του, για ένα τέτοιο δυστύχημα χρειάζονται κάποιες μέρες για επιδιόρθωση του εμπλεκόμενου οχήματος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί σίγουρα να φτιαχτεί, αφού ο χρόνος που απαιτείται εξαρτάται και από το κατά πόσο υπάρχουν εξαρτήματα. Στο επίδικο δυστύχημα θα χρειαζόντουσαν τουλάχιστον δύο εβδομάδες, ίσως και κάτι παραπάνω. Υποστήριξε ότι από τη στιγμή που δεν ήταν σε γνώση της ασφαλιστικής εταιρείας του Ενάγοντα ποια ήταν η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου, δεν μπορούσε να προχωρήσει η επισκευή του οχήματος και είχαν περάσει κάποιες μέρες μέχρι να εντοπιστεί η ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου. Όταν του υποβλήθηκε ότι λόγω του χαρακτήρα της ασφάλειας, ήτοι περιεκτικής κάλυψης, θα έπρεπε το όχημα να επιδιορθωθεί ανεξάρτητα από την ευθύνη, ήταν η δική του θέση ότι το όχημα είχε πράγματι επισκευαστεί για να ικανοποιηθεί ο πελάτης της ασφάλειας. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η ευθύνη της δικής του ασφάλειας άρχιζε από τη στιγμή που δεν ανταποκρινόταν η άλλη ασφαλιστική εταιρεία γιατί πρέπει πρώτα να συζητηθεί το θέμα της ευθύνης και μετά να δοθεί εντολή για επιδιόρθωση του οχήματος. Λόγω του ότι είχαν μεσολαβήσει οι εορτές είχε χρειαστεί περισσότερος χρόνος γιατί όλα ήταν κλειστά. Κατά τη δική του θέση, σχεδόν όλα τα συνεργεία ήταν κλειστά εκείνες τις μέρες. Τελικά το όχημα είχε επιδιορθωθεί από την εταιρεία «Ξύστρος Γκαράζ Λτδ», η οποία εταιρεία εκπροσωπεί την εταιρεία Nissan και έχει εξαρτήματα για τα αυτοκίνητα Nissan. Ερωτηθείς δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε είχαν παραγγελθεί τα εξαρτήματα για την επισκευή του συγκεκριμένου οχήματος. Όσον αφορά τη σύμβαση ενοικίασης του αυτοκινήτου ενοικιάσεως, ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχε υπογραφτεί την ώρα της παράδοσης του οχήματος. Η ημερομηνία επιστροφής του είχε αφεθεί ανοικτή γιατί δεν γνώριζαν οι δύο πλευρές πόσες μέρες θα κρατούσε η ενοικίαση. Τα ποσά καθώς και η ημερομηνία επιστροφής του οχήματος είχαν συμπληρωθεί με την επιστροφή του αυτοκινήτου. Ακολούθως, δόθηκε μαρτυρία από τον Ενάγοντα, τον κ. Geoffrey Penn, Μ.Ε.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, κατάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι συνταξιούχος και διαμένει μόνιμα στην Ορόκλινη. Πριν την συνταξιοδότησή του ήταν σύμβουλος σε μια μεγάλη εταιρεία που ασχολείτο με τα πειθαρχικά θέματα των πολιτικών μηχανικών και των αρχιτεκτόνων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 3, το αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματός του. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, το οποίο είχε επισυμβεί πριν πέντε
(5)χρόνια, είχε υποστεί ζημιές. Στις 13/12/2010, ενώ οδηγούσε κατά μήκος της οδού 1ης Μαΐου καταδεικνύοντας την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά στην οδό Τεύκρου Ανθία, επισυνέβη το δυστύχημα. Η συγκεκριμένη περιοχή είναι οικιστική και όπως κοιτάζεις μπροστά σου στην οδό 1ης Μαΐου υπάρχει μια ελαφριά στροφή, την οποία ο ίδιος είχε μετρήσει από τη γωνιά της διασταύρωσης της Τεύκρου Ανθία προς την οδό 1ης Μαΐου να απέχει 110 βήματα. Κατά τη δική του άποψη, αυτή η μέτρηση καταδείκνυε ότι στο συγκεκριμένο σημείο η ορατότητα είναι περιορισμένη. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι υπήρχε μπροστά του προπορευόμενο όχημα, το οποίο επίσης έδειχνε ότι θα έστριβε δεξιά. Έπρεπε ο ίδιος να περιμένει να στρίψει το προπορευόμενο όχημα στα δεξιά. Ενώ ακόμα είχε τον δείκτη του να δείχνει ότι θα έστριβε δεξιά, έλεγξε τον δρόμο με τα καθρεφτάκια του και είχε αρχίσει να στρίβει στην οδό Τεύκρου Ανθία, το αυτοκίνητο που ήταν πίσω του μπήκε στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου και τον κτύπησε στην πισινή πλευρά του αυτοκινήτου του κοντά στη μεριά του οδηγού. Η σύγκρουση ήταν βίαια με αποτέλεσμα να στριφογυρίσει το αυτοκίνητο, περίπου 90 μοίρες και να καταλήξει με την πρόσοψή του να βλέπει στην άλλη πλευρά του δρόμου. Ο ίδιος είχε σβήσει το αυτοκίνητο και είχε βγει έξω από αυτό. Λόγω του θορύβου που είχε προκληθεί είχαν βγει από τα σπίτια τους και κάποιοι ένοικοι, οι οποίοι είχαν καλέσει και την Αστυνομία. Λόγω του ότι είχε φωτογραφική κάμερα στο αυτοκίνητο είχε λάβει κάποιες φωτογραφίες. Αναγνώρισε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α τις φωτογραφίες που είχε βγάλει τη συγκεκριμένη μέρα με τη δική του φωτογραφική μηχανή και τις οποίες φωτογραφίες είχε ο ίδιος τυπώσει. Κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο 7 και αριθμήθηκαν ως Τεκμήρια 7
(1)μέχρι
(10). Με αναφορά στο Τεκμήριο 7, εξήγησε ότι η φωτογραφία Τεκμήριο 7
(2)έδειχνε την τελική θέση του οχήματος του Εναγόμενου με αρ. εγγραφής ΑΒΚ400, το οποίο βρισκόταν καλά εντός της δεξιάς πλευράς του δρόμου. Στη φωτογραφία Τεκμήριο 7
(3)υπέδειξε την οδό 1ης Μαΐου, την στροφή καθώς και την τελική θέση των οχημάτων μετά την σύγκρουση. Η φωτογραφία Τεκμήριο 7
(4), κατά τη δική του άποψη, υπεδείκνυε το μέγεθος της ζημιάς στο δικό του αυτοκίνητο, στο πισινό του μέρος. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος βρισκόταν στη διαδικασία να στρίψει δεξιά. Μπροστά του βρισκόταν ένα αυτοκίνητο, το οποίο έδειχνε την πρόθεσή του να στρίψει. Ο ίδιος είχε ελέγξει τον δρόμο για επερχόμενη κίνηση από το καθρεφτάκι του και ακολούθως είχε ξεκινήσει να στρίβει δεξιά. Ενώ είχε αρχίσει να στρίβει στην Τεύκρου Ανθία επισυνέβη το δυστύχημα. Με αναφορά στη φωτογραφία Τεκμήριο 7
(2), εξήγησε ότι είχε αρχίσει να στρίβει προς το κέντρο του δρόμου στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά και ενώ βρισκόταν στη διαδικασία αυτή κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Αναφερόμενος στις φωτογραφίες Τεκμήριο 7
(5), 7
(6), 7 8) και 7
(9), υπέδειξε ότι απεικονίζουν την έκταση της ζημιάς τόσο στο δικό του αυτοκίνητο καθώς και στο αυτοκίνητο του Εναγόμενους. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, το αναγνώρισε ως την κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία. Εξήγησε ότι ο Αστυνομικός την είχε γράψει στην αγγλική γλώσσα και του είχε παράσχει την ευκαιρία να τη διαβάσει. Δεν είχε συμφωνήσει με τη γραμμή οκτώ και έτσι είπε στον Αστυφύλακα να τη διαγράψει. Σε γενικές γραμμές, όμως, ήταν αυτά που είχαν συμβεί. Υποστήριξε ότι στην αριστερή του μεριά υπήρχε αρκετός χώρος για το άλλο όχημα, ήτοι το όχημα του Εναγόμενου, να τον προσπεράσει, ο οποίος Εναγόμενος βρισκόταν στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι είχε ξαναδεί το σχεδιάγραμμα, το Τεκμήριο 2 και αντιλαμβανόταν τα όσα γεγονότα περιέχονταν στο συγκεκριμένο σχεδιάγραμμα. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι απεικόνιζε το τελικό αποτέλεσμα του δυστυχήματος. Υποστήριξε ότι όταν κοιτάζεις τον συγκεκριμένο δρόμο προς το χωριό υπάρχει μια ελαφριά στροφή στα αριστερά, η οποία είναι κατηφορική. Ο ίδιος είχε μετρήσει την συγκεκριμένη στροφή, η οποία βρισκόταν περίπου στα εκατόν μέτρα από τη γωνιά, με τα δικά του βήματα για δικό του ενδιαφέρον. Ερωτηθείς ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα υπήρχαν κάποια ερωτήματα στο μυαλό του, γι' αυτό και είχε προβεί στην συγκεκριμένη μέτρηση. Ένα από τα ερωτήματα ήταν η ταχύτητα του οδηγού του οχήματος ΑΒΚ400 καθώς και γιατί βρισκόταν στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου. Παραδέχθηκε ότι αν μετακινείτο ο ίδιος πέντε μέτρα πιο μπροστά θα είχε καθαρότερη εικόνα του δρόμου. Μετά που είχε καταχωριστεί για πρώτη φορά η αγωγή για ακρόαση, ο ίδιος είχε ξαναμελετήσει τις φωτογραφίες που είχε λάβει στο δυστύχημα και είχε θεωρήσει ορθό να μετρήσει την συγκεκριμένη απόσταση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι πριν να επιχειρήσει την στροφή στα δεξιά είχε ελέγξει τους καθρέφτες του όπως πράττει πάντοτε. Δεν είχε δει το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΒΚ400 στους καθρέφτες του. Όμως, δεν ανέμενε προσπέραση οχήματος από τη λανθασμένη πλευρά του δρόμου. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε δείξει την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά, είχε κοιτάξει τους καθρέφτες του και ανέμενε να στρίψει πρώτα δεξιά το προπορευόμενο από αυτόν όχημα. Ακολούθως, είχε ξαναδεί τους καθρέφτες του και δεν είχε δει το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΑΒΚ
- Επέμενε στη θέση του ότι οδηγούσε με κάθε επιμέλεια και προσοχή και ότι ήταν ο άλλος ο οδηγός που οδηγούσε αμελώς, με ταχύτητα και βρισκόταν στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου. Παραδέχθηκε ότι είχε σταματήσει στιγμιαία πίσω από το προπορευόμενο από αυτόν όχημα, γιατί όπως οδηγούσε, έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά, είχε δει μπροστά του το όχημα να στρίβει δεξιά και τότε είχε σταματήσει από πίσω του. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν μετά το δυστύχημα είχε δει τον δείκτη του αναμμένο ή σβηστό. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι είχε σβήσει τη μηχανή του οχήματός του και κανένας δεν είχε επιχειρήσει να το ξανά ξεκινήσει. Παραδέχθηκε, όμως, ότι το σήμα ένδειξης ανάβει ακόμα και με σβηστή τη μηχανή. Ήταν η θέση του ότι αν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΑΒΚ400 επιθυμούσε να τον προσπεράσει και οδηγούσε με τη δέουσα προσοχή θα μπορούσε να το πράξει, περιμένοντάς τον, αφού υπήρχε πολύ περισσότερος χώρος από την αριστερή πλευρά του δικού του οχήματος. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Άγγελος Αγαθαγγέλου, Μ.Ε.4, εκτιμητής και μηχανολόγος αυτοκίνητων. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, ένα έντυπο που περιείχε τα προσόντα του. Ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε την έκθεση που είχε ετοιμάσει. Εξήγησε ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί το γκαράζ του κου Ξύστρου στη Λάρνακα στις 03/01/
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 10, την απόδειξη είσπραξης του ποσού των €160- που αφορούσε δικά του έξοδα σε σχέση με την ετοιμασία της Έκθεσης. Ήταν η θέση του ότι ο χρόνος που απαιτείται για επιδιόρθωση ενός οχήματος είναι δέκα εργάσιμες ημέρες. Στην περίπτωση που χρειαστεί περισσότερες ημέρες τότε φέρει ευθύνη ο ισιωτής. Όσον αφορά την εκτίμηση αυτή διενεργείται πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε εργασία στο όχημα. Κατά την εκτίμηση καταγράφονται οι ζημιές και αν αυτές είναι εκτεταμένες γίνεται και δεύτερη επίσκεψη κατά τη διενέργεια των εργασιών και παρακολουθούνται οι εργασίες. Το συγκεκριμένο όχημα είχε δεχθεί βίαιο κτύπημα στο δεξιό πισινό πλευρό και η ζημιά στην καρότσα του ήταν μεγάλη. Το βαθούλωμα του εσωτερικού του οχήματος, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, καταδεικνύει και τη βιαιότητα του κτυπήματος. Το βίαιο κτύπημα προϋποθέτει μια μεγάλη ορμή από το όχημα το οποίο έχει προξενήσει τη ζημιά. Ισχυρίστηκε ότι μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο ήταν σε λειτουργία ο δείκτης πορείας ενός αυτοκίνητου με εξέταση του λαμπτήρα. Το νήμα - filament- του λαμπτήρα όταν αναβοσβήνει παράγει μια θερμοκρασία και όταν γίνει σύγκρουση αλλοιώνεται στην αντίθετη κατεύθυνση από το κτύπημα. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε να διαπιστωθεί από το χειριστήριο κατά πόσο αυτό ήταν σε λειτουργία ή όχι ο δείκτης πορείας, ήταν ο ισχυρισμός του ότι αυτό εξαρτάται από την στροφή και την πορεία που είχε πάρει το όχημα μετά την σύγκρουση. Αν το όχημα είχε περιστραφεί και οι τροχοί είχαν προσπαθήσει να ευθυγραμμιστούν, τότε θα απενεργοποιείτο από μόνο του κατά την επαναφορά του τιμονιού. Υποστήριξε ότι γίνεται εξέταση του νήματος όταν υπάρχει υποψία ότι μπορεί να μην λειτουργούσε και ο εκτιμητής μπορεί να το ελέγξει όταν του δοθούν οδηγίες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε λάβει οδηγίες για διεξαγωγή της εκτίμησης από την Κεντρική Ασφαλιστική. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τον Ενάγοντα. Στις 03/01/2011, ημέρα Δευτέρα, είχε επισκεφθεί το γκαράζ του κου Ξύστρου για να προβεί στην εκτίμηση. Ο ίδιος είχε χρειαστεί τρεις εβδομάδες για να ολοκληρώσει την εκτίμηση γιατί υπήρχε καθυστέρηση στην παραλαβή των εξαρτημάτων, αλλά και φόρτος εργασίας στο γκαράζ του κου Ξύστρου. Η συγκεκριμένη εργασία, ήταν ο ισχυρισμός του, είχε ολοκληρωθεί στις 25/01/2011, ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος είχε παραδώσει και την εκτίμησή του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής των εργασιών γίνεται αποσυναρμολόγηση των σχετικών εξαρτημάτων για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει περαιτέρω ζημιά. Ανάλογα με τον φόρτο εργασίας που έχει κάποιο γκαράζ, ενημερώνονται οι εκτιμητές ανάλογα και γίνεται δεύτερη και κάποτε τρίτη επίσκεψη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μέχρι τις 25/01/2011 ο ίδιος είχε επισκεφθεί το γκαράζ του κου Ξύστρου τρεις με τέσσερις φορές γιατί υπήρχαν και απρόβλεπτες ζημιές εξ ου και προέβηκε σε φωτογράφηση ο ίδιος κατά τη διάρκεια των εργασιών. Όσον αφορά τις τιμές των εξαρτημάτων, ο ίδιος τις είχε λάβει από την αντιπροσωπεία της Nissan. Ήταν ο ισχυρισμός του, ότι κάθε φορά που απαιτείτο η αλλαγή ενός εξαρτήματος ο ίδιος τηλεφωνούσε στην Nissan και λάμβανε κάποια τιμή. Συνήθως οι συγκεκριμένες τιμές λαμβάνονται με τηλεομοιότυπο. Κάποια από τα εξαρτήματα δεν είχαν αντικατασταθεί, αλλά είχαν ισιωθεί, όπως φαίνεται και από την έκθεσή του και συγκεκριμένα τα εξαρτήματα με αριθμό 27 μέχρι
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 έγγραφο της εταιρείας Nissan Cyprus Ltd, με ημερομηνία 30/11/2010, στο οποίο αποτυπωνόταν εκτίμηση των εξαρτημάτων. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το συγκεκριμένο όχημα θα μπορούσε να επισκευαστεί εντός τριών ημερών και υποστήριξε ότι ούτε η εκτίμηση θα μπορούσε να ετοιμαστεί σε τρεις μέρες, αφού η αποπεράτωση της εργασίας ήταν ταυτόχρονη με την ολοκλήρωση της εκτίμησης. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ένα συνεργείο που δεν έχει άλλη εργασία και έχει στην κατοχή του όλα τα εξαρτήματα τότε μπορεί να ολοκληρώσει την εργασία εντός δέκα εργάσιμων ημερών. Συμφώνησε με την υποβολή ότι οι συγκεκριμένες εργασίες θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν μέχρι τις 18/1/2012 και παραδέχθηκε ότι είχε καθυστερήσει το συνεργείο, ήτοι ο κ. Ξύστρος, γιατί είχε και άλλες δουλειές. Όσον αφορά το θέμα του λαμπτήρα, ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν είχε ζητηθεί από τον ίδιο να προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση. Δεν ήταν σε γνώση του το σχεδιάγραμμα που είχε ετοιμαστεί από τον Μ.Ε.1 και ούτε και γνώριζε κατά πόσο είχαν περιστραφεί τα οχήματα. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο, Μ.Υ.1, τον κ. Γεώργιο Γεωργίου και ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΒΚ
- Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η οδός 1ης Μαΐου είναι ανοικτός και καθαρός δρόμος και πολύ λίγα αυτοκίνητα διακινούνται στη συγκεκριμένη οδό. Γνωρίζει ο ίδιος πολύ καλά τον συγκεκριμένο δρόμο γιατί επισκέπτεται συχνά την Ορόκλινη και είναι ένας δρόμος πλατύς και ίσιος. Όσον αφορά το δυστύχημα ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος οδηγούσε με κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά με ταχύτητα 30 μέχρι 40 χιλιόμετρα, αφού προπορευόταν το όχημα του Ενάγοντα, το οποίο οδηγείτο σε πολύ χαμηλή ταχύτητα. Ο ίδιος το ακολουθούσε για 300 με 500 μέτρα και λόγω της χαμηλής ταχύτητας με την οποία διακινείτο ο ίδιος είχε αποφασίσει να το προσπεράσει. Ο Ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του πολύ κοντά στην αριστερή πλευρά του δρόμου, γεγονός που καταδείκνυε ότι δεν θα επιχειρούσε να στρίψει δεξιά. Γι' αυτό και είχε αποφασίσει να τον προσπεράσει και σηματοδότησε για τον σκοπό αυτό και ακολούθως ανέπτυξε στα πενήντα χιλιόμετρα βγαίνοντας δεξιά. Όταν ήταν πολύ κοντά στο πλευρό του, τότε ο Ενάγοντας κινήθηκε δεξιά για να στρίψει χωρίς να ανάψει τον δείκτη του ή να βγάλει το χέρι του έξω για να καταδείξει την πρόθεσή του. Ο ίδιος φρέναρε, αλλά, λόγω του ότι το αυτοκίνητό του είναι βαρετό, λόγω του όγκου του, δεν του δόθηκε περιθώριο να σταματήσει και δεν μπόρεσε να αποφύγει την σύγκρουση. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, το οποίο αναγνώρισε ως την κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία και την υιοθέτησε ως αληθή. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι μετά την σύγκρουση είχαν κατεβεί από τα αυτοκίνητα και είχαν μαζευτεί τέσσερα με πέντε άτομα και ένα από αυτά είχε δει το δυστύχημα. Το συγκεκριμένο άτομο ήταν Ανώτερος Αστυνόμος στην περιοχή Παραλιμνίου. Λόγω του ότι τα δικά του αγγλικά είναι λίγα, όταν διαπίστωσε ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος ήταν άγγλος, ζήτησε από αυτό το άτομο να ρωτήσει τον Ενάγοντα κατά πόσο είχε θέσει σε λειτουργία τον δείκτη πορείας και του είχε λεχθεί ότι δεν είχε τεθεί σε λειτουργία και αυτό μπορούσε να διαπιστωθεί και από τον ίδιο τον αυτόπτη μάρτυρα. Όμως, μετά από λίγη πάροδο χρόνου, ο Άγγλος είχε αλλάξει την εκδοχή του. Όσον αφορά τις ζημιές του δικού του αυτοκινήτου, ήταν ο ισχυρισμός του ότι διατηρεί γκαράζ επισκευής αυτοκινήτων εδώ και είκοσι χρόνια και είχε μεταφέρει το δικό του αυτοκίνητο με πλατφόρμα στο δικό του συνεργείο και όποτε έβρισκε καιρό δούλευε και πάνω στο δικό του αυτοκίνητο. Ο ίδιος είχε χρειαστεί είκοσι μέρες για να το επιδιορθώσει γιατί δεν δούλευε συνέχεια πάνω στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Είχε πληρώσει για τα εξαρτήματα και είχε αναφέρει το ποσό που είχε καταβάλει στους δικηγόρους του. Εξήγησε ότι είχε αλλάξει το αριστερό μπροστινό φτερό του οχήματός του, τον μπροστινό προφυλακτήρα, την μπροστινή γρίλια, το μεγάλο φανάρι της αριστερής πλευράς, το μικρό φανάρι πάνω στη γρίλια, τις γραμμές του φτερού, ενώ παράλληλα είχε ισιώσει και το καπό μπροστά καθώς και το αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Λόγω της συνεργασίας του με τους εισαγωγείς ανταλλακτικών για τον ίδιο οι τιμές αγοράς ήταν τιμές κόστους. Από ότι μπορούσε να θυμηθεί είχε ξοδέψει γύρω στα €800- με €900- σε εξαρτήματα. Όσον αφορά εργατικά, δεν μπορούσε να χρεώσει εργατικά του εαυτού του. Είχε καταβάλει μόνο το ποσό των €50- για το μέτρημα του τιμονιού του οχήματος του μετά την επισκευή του. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι λόγω του επαγγέλματός του μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά το βάρος του οχήματός του. Ερωτηθείς ανέφερε ότι βρισκόταν είκοσι μέχρι σαράντα μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, το οποίο οδηγείτο πολύ αργά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το όχημα του Ενάγοντα κινείτο με κανονική ταχύτητα για τον συγκεκριμένο δρόμο και εξήγησε ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι έξω από το χωριό Ορόκλινη, δεν είναι κατοικημένη περιοχή, αλλά είναι αραιοκατοικημένη. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε την πρόθεση του Ενάγοντα να στρίψει δεξιά, γι' αυτό και είχε κινηθεί προς τα δεξιά ανεβάζοντας την ταχύτητά του για να τον προσπεράσει. Τότε ήταν που ο Ενάγοντας είχε θυμηθεί να στρίψει δεξιά χωρίς να δείξει την πρόθεσή του, όταν ο ίδιος πλέον βρισκόταν στο πλευρό του. Όταν του υποβλήθηκε ότι απαγορεύεται το προσπέρασμα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν απαγορευόταν το προσπέρασμα στο συγκεκριμένο δρόμο αφού δεν είχε οποιαδήποτε απαγορευτική ένδειξη. Υπέδειξε ότι είχε φρενάρει άμεσα, όπως καταδεικνύεται και από το Τεκμήριο
- Όμως, όταν φρέναρε βρισκόταν ακριβώς δίπλα από τον Ενάγοντα και ήταν η στιγμή που ο Ενάγοντας είχε αποφασίσει να στρίψει δεξιά. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο όχημα μπροστά από τον Ενάγοντα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τη δεδομένη στιγμή που είχε αντιληφθεί ο ίδιος ότι ο Ενάγοντας θα έστριβε δεξιά είχε φρενάρει και παράλληλα είχε προβεί σε κίνηση με το τιμόνι του δεξιά σε μια προσπάθειά του να αποφύγει τον Ενάγοντα πλην όμως είχαν συγκρουστεί τα οχήματα και ο ίδιος είχε κτυπήσει στη μέση των δύο πόρτων του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα από πενήντα χιλιόμετρα καθώς και την υποβολή ότι ο Ενάγοντας είχε προβεί σε χρήση του δείκτη πορείας. Υποστήριξε ότι δεν είχε λόγο να βιάζεται ή να τρέχει. Επέμενε στη θέση του ότι δεν οδηγούσε επικίνδυνα και απλά είχε μετακινηθεί στη δεξιά πλευρά για να προσπεράσει τον Ενάγοντα. Η έκταση της ζημιάς, κατά τη δική του άποψη, δεν είχε γίνει λόγω της βιαιότητας του κτυπήματος, αλλά γιατί το δικό του αυτοκίνητο είναι μεγάλο και βαρετό. Όταν του υποβλήθηκε ότι έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στο αυτοκίνητο του Ενάγοντα, ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι προτίθετο να στρίψει ο Ενάγοντας, οπόταν, δεν θα μπορούσε να του δώσει προτεραιότητα. Εξήγησε, ότι δεν θα μπορούσε να προσπεράσει τον Ενάγοντα από αριστερά γιατί δεν υπήρχε αρκετός χώρος. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να προσπερνούσε από αριστερά λόγω του ότι στον ευθύ δρόμο η προσπέραση γίνεται πάντοτε από δεξιά και όχι από αριστερά. Σε σχέση με την επιδιόρθωση του δικού του οχήματος ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να ενημερώσει οποιονδήποτε αφού είχε προβεί σε επιδιόρθωση του αυτοκινήτου του ο ίδιος. Κατέληξε, ότι στο συγκεκριμένο δυστύχημα ευθύνη έφεραν και οι δύο οδηγοί και όχι μόνο ο ένας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με πολύ εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, οι οποίες ήταν πολύ βοηθητικές για το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει και τις δυο αγορεύσεις κατά νου και θα αναφερθεί σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για τον Ενάγοντα ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τον Εναγόμενο και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Για το θέμα της αξιοπιστίας, η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσυρση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μάρσαλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, στην οποία καταγράφηκε ότι κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι, (is more probable than not). Αν απέτυχε ν' αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω κι αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Ο Λοχ. Γεωργιάδης, Μ.Ε.1, ο οποίος εξέτασε το ατύχημα άφησε κάποια κενά στην εξέτασή του όπως το θέμα του κατά πόσο λειτουργούσε ο σηματοδότης ένδειξης πορείας του οχήματος ΚΧΒ547, δεν είχε λάβει οποιαδήποτε άλλη κατάθεση από οποιοδήποτε που μπορούσε να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικά με το δυστύχημα και δεν είχε μεταφέρει όλα τα στοιχεία που είχε τοποθετήσει στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα στο τελικό. Παρά τις ελλείψεις αυτές τα στοιχεία που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι επαρκή για να μπορέσουν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Ο κ. Σταύρος Κουκούνης, Μ.Ε.2, ήταν ο άνθρωπος που είχε εφοδιάσει τον Ενάγοντα με αυτοκίνητο ενοικιάσεως και ήταν παράλληλα ο ασφαλιστής του και τελικά όπως διαφάνηκε ήταν και για χρόνια φίλος του Ενάγοντα. Αυτό που αφήνει ερωτηματικά σε σχέση με την μαρτυρία του είναι γιατί χρειάστηκε περισσότερο από ένα μήνα για να φτιαχτεί το αυτοκίνητο του Ενάγοντα αφού είχε ασφάλεια περιεχτικής κάλυψης ή γιατί είχε αργήσει να μεταφερθεί στον ισιωτή με αποτέλεσμα να παρεισφρήσουν οι εορτές των Χριστουγέννων και να υπάρξει περαιτέρω καθυστέρηση. Η όποια καθυστέρηση σίγουρα ήταν προς όφελος της εταιρείας του κ. Κουκούνη, η οποία θα ενοικίαζε για περισσότερες μέρες το αυτοκίνητο στον Ενάγοντα προβαίνοντας σε περισσότερο κέρδος. Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.3, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο επέμενε στην δική του θέση ότι ο ίδιος δεν έφερε ίχνος ευθύνης και ότι όλη η ευθύνη βάραινε τον Εναγόμενο. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι σίγουρα είχε δείξει την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά στην οδό Τεύκρου Ανθία με τον σηματοδότη του και ότι είχε ελέγξει τον δρόμο από τα καθρεφτάκια του πριν ξεκινήσει να στρίβει. Όμως κατά την αντεξέτασή του προέβηκε σε διάφορες παραδοχές οι οποίες αποδυνάμωσαν την δική του εκδοχή. Παραδέχθηκε ότι στιγμιαία είχε σταματήσει πίσω από ένα όχημα το οποίο προπορευόταν του δικού του και είχε και εκείνο πρόθεση να στρίψει δεξιά και ότι αν μετακινείτο 5μ πιο μπροστά θα είχε καθαρότερη εικόνα του δρόμου. Παραδέχθηκε επίσης ότι ο σηματοδότης πορείας λειτουργεί και όταν η μηχανή είναι σβηστή. Με δεδομένη την θέση του ότι κανένας δεν είχε μπει στο αυτοκίνητο εκτός από τον ίδιο και ότι ο ίδιος είχε απλά σβήσει την μηχανή μετά το δυστύχημα, η θέση του ότι είχε αναμένω τον σηματοδότη πορείας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ερωτηματικά γεννά και η στάση του να μην δώσει οδηγίες για εξέταση του συγκεκριμένου σηματοδότη. Η εκδοχή του ότι απλά ο Εναγόμενος τον αγνόησε και καρφώθηκε πάνω του με κίνδυνο να τον σκοτώσει και να τραυματιστεί και ο ίδιος αντιβαίνει της λογικής. Σε σχέση με την μαρτυρία του κ. Αγαθαγγέλου, Μ.Ε.4, αυτή πρέπει να προσεγγιστεί με βάση την νομολογιακή προσέγγιση που αφορά την μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους, σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ.216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θ' αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία, αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων, αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic (ανωτέρω), Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Παρόλο που έπρεπε να αποδείξει ο ίδιος ότι ο δείχτης πορείας του οχήματος του Ενάγοντα ήταν σε λειτουργία κατά το δυστύχημα, που ήταν και το βασικό επιχείρημα του Ενάγοντα, δεν το έλεγξε με αποτέλεσμα να μείνει μετέωρη η θέση του Ενάγοντα ότι πράγματι είχε δείξει την επιθυμία του να στρίψει δεξιά. Επίσης ελλιπής ήταν η έρευνά του σε σχέση με τα εξαρτήματα αφού την προσφορά για τα εξαρτήματα, το Τεκμήριο 11, το είχε λάβει στις 10/03/2011 δηλαδή πριν το ατύχημα. Μίλησε για απρόβλεπτες ζημιές χωρίς να αναφέρει ποιες ήταν αυτές οι απρόβλεπτες ζημιές. Παρόλο που ανέφερε ότι υπήρχε φόρτος εργασίας στο γκαράζ του κ. Ξύστρου αρνήθηκε να παραδεχθεί ότι οι μέρες που είχαν αναλωθεί για την επιδιόρθωση του οχήματος του Ενάγοντα ήταν υπερβολικές. Προσπάθησε κατ ουσία να βοηθήσει τον Ενάγοντα και όχι το Δικαστήριο. Από την άλλη ο Εναγόμενος ήταν πολύ ειλικρινής αφού παραδέχθηκε ότι έφεραν και οι δυο ευθύνη για το δυστύχημα. Έδωσε μια πιο ειλικρινή εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα. Δεν αρνήθηκε ότι είχε χάσει την υπομονή του με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Ενάγοντας και για αυτό είχε αποφασίσει να τον προσπεράσει αναπτύσσοντας ταχύτητα. Αυτή του η παρόρμηση προφανώς σε συνδυασμό με την έλλειψη, εκ μέρους του Ενάγοντα, να δείξει τις προθέσεις του, ήτοι ότι θα έστριβε δεξιά, ήταν που οδήγησαν στο δυστύχημα. Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του, με αριθμούς εγγραφής ΚΧΒ547, με χαμηλή ταχύτητα στην οδό 1ης Μαΐου, στο χωριό Ορόκλινη, διατηρώντας την μέση της λωρίδας κατεύθυνσής του. Ο Εναγόμενος οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΒΚ400, τον ακολουθούσε επί της οδού 1ης Μαΐου για κάποια απόσταση. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος είχε χάσει την υπομονή του με τον τρόπο που οδηγούσε ο Ενάγοντας αποφάσισε να τον προσπεράσει. Θεωρώντας ότι θα ακολουθούσε την πορεία του ο Ενάγοντας, δηλαδή θα συνέχιζε να κατευθύνεται επί της οδού 1ης Μαΐου, ο Εναγόμενος, ως όφειλε προσπάθησε να τον προσπεράσει από δεξιά. Ενώ ο Εναγόμενος βρισκόταν στην προσπάθειά του να προσπεράσει χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ο Ενάγοντας ενώ βρισκόταν στην μέση της λωρίδας του επί της οδού 1ης Μαΐου ξαφνικά έστριψε στην οδό Τεύκρου Ανθία με αποτέλεσμα να συγκρουστούν τα δύο αυτοκίνητα, όταν ο Ενάγοντας βρισκόταν στο πλάι του Εναγόμενου στην πορεία προσπέρασης του αυτοκινήτου του. Προκύπτει από τα Τεκμήρια 1 και 2 ότι η προσπέραση είχε ξεκινήσει από κάποια απόσταση πριν από το στίψιμο αφού υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης 9.40μ. Ο Εναγόμενος προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση χρησιμοποιώντας τα φρένα του, εξ ου και υπάρχει ίχνος τροχοπέδησης έκτασης 9.40μ. Λόγω του ότι τα αυτοκίνητα ήταν τόσο κοντά, το ένα στο άλλο, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Αποτέλεσμα ήταν η σύγκρουση του αυτοκινήτου του Εναγόμενου στην πίσω πόρτα της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου του Ενάγοντα να είναι βίαιη λόγω του μεγέθους του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το πρώτο θέμα που έχει τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου, κατά την αγόρευσή του, αφορά την εκχώρηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα στην ασφαλιστική του εταιρεία, ένα θέμα το οποίο, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, τέθηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Υποστήριξε, η πλευρά του Εναγόμενου, ότι ο Ενάγοντας στερείται αγώγιμου δικαιώματος λόγω της εκχώρησης των δικαιωμάτων του στην ασφαλιστική του εταιρεία. Σε σχέση με το δικαίωμα του Ενάγοντα να εκχωρήσει τα δικαιώματά του στην ασφαλιστική του εταιρεία παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις London Assurance Co. v. Sainsbury
(1783)3 Doug. K.B. 245, σύμφωνα με τον Lord Mansfield, C.J. στη σελίδα 253, King v. Victoria Insurance Co
(1896)65 L.J. (N.S.) 38, Compania Colombiana de Seguros v. Pacific Steam Navigation Co
(1964)1 All ER 216 και Chellaram & Sons (London) Ltd v. Overtania Shipping Co. Ltd
(1982)1 CLR 699. Στην περίπτωση που έχει γίνει τέτοια εκχώρηση θα μπορούσε να εγείρει η ασφαλιστική εταιρεία αγωγή στο δικό της όνομα. Δεν έχει παρουσιαστεί, στην υπό κρίση υπόθεση, οποιαδήποτε μαρτυρία για εκχώρηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα στην ασφαλιστική του εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει έχει αναγνωριστεί στην απόφαση Christiansen v. BLUE MED. HOTELS
(1998)1 ΑΑΔ 1542 ότι το γεγονός ότι είχαν καταβληθεί χρήματα στη βάση ιδιωτικής συμφωνίας δεν σημαίνει πως αυτά δεν είναι διεκδικήσιμα. Αναφορά σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα γίνεται και στο άρθρο 65 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. . ...». Το βάρος απόδειξης που έχει ο ενάγων στην περίπτωση δυστυχήματος έχει καθοριστεί στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου, συζύγου Μάριου Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου στη σελίδα 1305 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 A.A.Δ. 665). Ο ενάγων πρέπει βέβαια να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του, καθώς επίσης οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται, όπως έχει λεχθεί στη Ράλλης Μακρίδης & Υιοι Λτδ v. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447, στον εναγόμενο «... ... να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας.». Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, δεν είναι όμως από την άλλη «... ... αναγκαίο για τον ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του εναγόμενου ...». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε αμέλεια από πλευράς του Εναγόμενου και κατά πόσο ο Εναγόμενος ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων, τόσο των Αγγλικών, όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί να εξετάζεται αφηρημένα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά. (ανωτέρω), ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 καταγράφει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, εισήγαγε ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η μη εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας το εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Η οδική συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού, ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει, ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή, από τα δεδομένα της τροχαίας κίνησης και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από τον οδηγό να επιδείξει για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εάν κάποιος οδηγός επέδειξε ή όχι αμέλεια, εξαρτάται από το αν κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης έπραξε ότι θα έπραττε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα εξετάσω το θέμα της ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου αναφορικά με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Τα δεδομένα όπως έχουν τεθεί και έχουν γίνει αποδεχτά από το Δικαστήριο καταδεικνύουν ότι ο Εναγόμενος ακολουθούσε τον Ενάγοντα επιτης οδού 1ης Μαΐου στην Ορόκλινη. Λόγω του ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και ο Εναγόμενος ήταν ανυπόμονος, είχε προσπαθήσει να προσπεράσει τον Ενάγοντα, αφού στον συγκεκριμένο δρόμο δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη για απαγόρευση του προσπεράσματος, χωρίς προφανώς να σκεφτεί ότι ο λόγος που οδηγούσε σε χαμηλή ταχύτητα ήταν η επιθυμία του να στρίψει σε πάροδο. Ένας λογικός και συνετός οδηγός θα έκανε υπομονή ιδιαίτερα σε ένα δρόμο στον οποίο η ταχύτητα δεν ξεπερνά το 50χλμ και έχοντας υπόψη ότι υπάρχουν αρκετά στριψίματα προς τα δεξιά. Αυτή ήταν η αμέλεια του Εναγόμενου, η έλλειψη υπομονής η οποία τον είχε οδηγήσει να αυξήσει ταχύτητα για να προσπεράσει από δεξιά αφού θεώρησε δεδομένο λόγω της θέσης του Ενάγοντα στην μέση της λωρίδας του ότι αυτός θα κατευθυνόταν ευθεία. Δεν μπορώ να δεχθώ την παράλογη εκδοχή ότι ο Ενάγοντας έδειχνε ότι θα στρίψει δεξιά και ο Εναγόμενος απλά αγνόηση το γεγονός αυτό και του χτύπησε με κίνδυνο να τον τραυματίσει και να τραυματιστεί και ο ίδιος. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμέλεια, παρά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα περί του αντιθέτου, το γεγονός ότι είχε επιλέξει να προσπεράσει από δεξιά αφού σύμφωνα με τον κανονισμό 58
(3)(α)(i) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 το προσπέρασμα οχήματος που κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με το όχημα που επιχειρεί να προσπεράσει γίνεται από δεξιά εκτός εκεί όπου ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος δείχνει πρόθεση να στρίψει δεξιά. Τότε, η προσπέραση γίνεται από αριστερά. Στην παρούσα περίπτωση, όπως καταδεικνύεται και από τα Τεκμήρια 1 και 2, ο Ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην μέση της λωρίδας κατεύθυνσης του χωρίς να το οδηγήσει προς τα δεξιά έτσι που να θέσει τους οδηγούς που τον ακολουθούσαν σε υποψία ότι πιθανών να έστριβε δεξιά. Κατ΄ ακολουθία ο Εναγόμενος έχει μέρος ευθύνης για το δυστύχημα το οποίο θα διαφανεί στην συνέχεια. ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ Όσον αφορά το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας, στην απόφαση Μαυρίδης v. Dharaghji κ.ά. (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51,57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεσηFitzgerald v. Lane
(1988)2 All E.R.961 η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abades
(1967)1 All E.R.672,677 είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων από τη μια, και του ενάγοντα από τη άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. ............................ Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών, οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης.» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής, (όπως ήταν τότε), ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambousv. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Στην αγγλική απόφαση Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, στη σελίδα 83 αναφέρεται η ακόλουθη αρχή:- «The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions.» Επίσης ο Λόρδος Denning στην απόφαση Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 Q.B. 608, στη σελ. 615, αναφέρει τα ακόλουθα: «Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless.» Η επιλογή του Ενάγοντα να στρίψει απότομα δεξιά, χωρίς να δείξει την πρόθεσή του να το πράξει, είτε οδηγώντας στην άκρη της λωρίδας που ακολουθούσε ή θέτοντας τον δείκτη πορείας του σε λειτουργία, είχε οδηγήσει στην ανακοπή της πορεία του Εναγόμενου, ο οποίος όπως προκύπτει και από το σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 2, είχε αρχίσει να προσπερνά τον Ενάγοντα από δεξιά όπως επιβαλλόταν αφού αφέθηκε με την εντύπωση ότι ο Ενάγοντας θα κατευθυνόταν ευθεία, δηλαδή θα διατηρούσε την πορεία του. Η απότομη στροφή του Ενάγοντα δεξιά ανέκοψε την πορεία του Εναγόμενου με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος του προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Του αποδίδεται όμως ευθύνη και κατ' επέκταση δικαιολογείται συμπέρασμα αμέλειας όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν. Βλ. Κυριάκου κ.α. v. Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436, Γιωργαλλή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 21, Ξυπτέρα v. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμή v. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383. Στην απόφαση στην υπόθεση Αδαμίδης v. Χατζηνικολάου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1108, στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εναγόμενου, όπου υπήρξε απότομη και χωρίς προειδοποίηση στροφή στα δεξιά από οδηγό οχήματος με σκοπό να εισέλθει σε πολυκατοικία που είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή πορείας μοτοποδηλάτου που κινείτο εκείνη τη στιγμή προς την ίδια κατεύθυνση αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στον οδηγό του οχήματος. Στην υπόθεση Κλεάνθους v. Βανέλλη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1672 όπου και εδώ υπήρξε χωρίς προειδοποίηση στροφή στα δεξιά από οδηγό οχήματος με σκοπό να εισέλθει σε πάροδο που είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή πορείας άλλου οχήματος που το ακολουθούσε, επίσης αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στον οδηγό του ατυχήματος που έστριψε δεξιά. Στην υπόθεση Ψηλογένης v. Κεττένη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1511 όπου προέκυψαν τα ίδια με τις προαναφερόμενες υποθέσεις περιστατικά ακολουθήθηκε το ίδιο αποτέλεσμα. Αυτό που διαφοροποιεί τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης από τα γεγονότα των πιο πάνω αναφερθεισών υποθέσεων είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είχε χάσει την υπομονή του, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε και δεν είχε κατευθύνει έστω και για μια στιγμή την σκέψη του στο ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να οδηγούσε με τόσο χαμηλή ταχύτητα λόγω του ότι θα έτριβε. Αυτή ήταν η αμέλεια του Εναγόμενου, η οποία σε σύγκριση με την αμέλεια του Ενάγοντα ήταν κατά πολύ μικρότερη. Αν πράγματι έβλεπε από τα καθρεφτάκια του όπως ισχυρίστηκε, ο Ενάγοντας, θα έβλεπε τον Εναγόμενο που έβγαινε δεξιά για να τον προσπεράσει ή αν χρησιμοποιούσε τον δείκτη πορείας του δεικνύοντας προς τους υπόλοιπους οδηγούς που χρησιμοποιούν το δρόμο την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά σίγουρα ο Εναγόμενος δεν θα είχε επιχειρήσει προσπέρασμα από δεξιά με κίνδυνο να τραυματίσει σοβαρά τον Ενάγοντα καθώς και τον εαυτό του. Ακολουθώντας την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εφαρμόζοντας την στα υπό εκδίκαση γεγονότα θεωρώ ότι ο Ενάγοντας έχει ευθύνη, κατά κύριο λόγο της τάξεως του 70% και ο Εναγόμενος της τάξεως του 30%. Ερχόμενη στην αξίωση για αποζημίωση του Ενάγοντα για τις ζημιές του επαναλαμβάνεται ότι οι ζημιές είχαν συμφωνηθεί στο ποσό των €6.600-, ως η παράγραφος 12(α) της Έκθεσης Απαίτησης. Οπόταν με βάση το ποσοστό ευθύνης που έχει καθορίσει το Δικαστήριο ο Εναγόμενος οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό των €1.980-, σε σχέση με αυτή τούτη την ζημιά στο όχημα. Όσο αφορά τον χρόνο που χρειάστηκε για να φτιαχτεί το αυτοκίνητο του Ενάγοντα, ήτοι 19 ημέρες, προέκυψε από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα του Ενάγοντα, κ. Αγαθαγγέλου Μ.Ε.4, πρώτον, ότι ο ίδιος είχε κληθεί στις 03/01/2011 δηλαδή 11 ημέρες μετά το δυστύχημα καθώς και ότι είχε φόρτο εργασίας το συνεργείο του κου Ξύστρου στο οποίο είχε μεταφερθεί το αυτοκίνητο και για αυτό δεν είχε επιδιορθωθεί θεωρώ ότι οι 19 μέρες δεν δικαιολογούνται και είναι υπερβολικές. Με βάση αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η απόδοση 8 ημερών από την ημέρα του δυστυχήματος ήταν ικανοποιητικός χρόνος για να επιδιορθωθεί το αυτοκίνητο του Ενάγοντα. Οπόταν, με βάση την μαρτυρία του κ. Κουκούνη, Μ.Ε.2, η ημερήσια αξία της ενοικίασης ανερχόταν στα €9- δηλαδή €72-. Αναλογεί στον Εναγόμενο το ποσό των €23.70-. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος για το ποσό των €48- που αφορά την Έκθεση Εκτίμησης που είχε διενεργήσει ο Ενάγοντας. Δικαιούται ο Ενάγοντας, στο σύνολό τους, ειδικές ζημιές ύψους €2.051,70-. Όσο αφορά την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου αναφορά θα πρέπει να γίνει στο σκεπτικό της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μ.Σ. Ιακωβίδης & ΣΙΑ Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 378/09 ημερ. 10/07/2015 κατεγράφησαν τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα: «.....ο γενικότερος κανόνας ότι οι ειδικές ζημιές όχι μόνο πρέπει να δικογραφούνται με ακρίβεια, αλλά και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με την αναγκαία μαρτυρία, (δέστε Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396 και Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083). Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται με σαφήνεια και λεπτομέρεια ακριβώς διότι παραπέμπουν σε απώλεια που δεν τεκμαίρεται από το νόμο ότι απορρέει από την αδικοπραξία του εναγομένου, (Odgers΄ Principles of Pleading and Practice 21η Έκδ. σελ. 164). Ορθά εδώ παρατηρήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και από την εφεσίβλητη Δημοκρατία στο περίγραμμα της, ότι οι ζημιές επί των καθ΄ οδόν προϊόντων δεν αποδείχθηκαν με την αναγκαία ακρίβεια, ούτε και το Δικαστήριο ήταν δυνατόν να προέβαινε σε λογιστικές ή μαθηματικές πράξεις για να εξαγάγει συμπεράσματα ως προς το ύψος των ζημιών, (Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής ν. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1357).» Εφαρμόζοντας τις αρχές που καθορίστηκαν από την νομολογία και με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το ποσό που ο ίδιος είχε ξοδέψει για την αγορά των εξαρτημάτων για την επιδιόρθωση του οχήματός του, ελλείψη μαρτυρίας, η Ανταπαίτησή του πρέπει να απορριφθεί. Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.051,70- με νόμιμο τόκο από 29/03/2011. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου. Όσο αφορά την Ανταπαίτηση αυτή απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα γιατί συνεκδικάσθηκε με την αγωγή. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο