← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALIREZA SHARAFI κ.α., Αρ.αγωγής 510/2011, 9/11/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALIREZA SHARAFI κ.α., Αρ.αγωγής 510/2011, 9/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 510/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. ALIREZA SHARAFI
  2. PANAMAMA DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ημερ.: 9.11.2015 Για την Ενάγουσα: Ε.Ανδρέου (κα) για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2: κ.Α.Γεωργίου μαζί με κ.Α.Κοζάκο για Α.Α.Γεωργίου & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την αξίωση η Ενάγουσα Τράπεζα με τρεις γραπτές συμφωνίες δανείου που ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε στις 30.7.2007 τον δάνεισε σε κάθε περίπτωση €173.593,90 (£101.600). Τα ποσά του καταβλήθηκαν και ανοίχτηκαν από την Τράπεζα τρεις λογαριασμοί δανείου με αρ. 0550-20-005288, 0550-20-005261 και 0550-20-
  3. Οι όροι των τριών δανείων ήταν ταυτόσημοι. Συνοπτικά, το κάθε δάνειο ήταν πληρωτέο σε 180 μηνιαίες δόσεις. Οι πρώτες 24 δόσεις του κάθε δανείου, από 1.9.2007, ήταν για ποσό €575,61 (£336,89). Οι επόμενες 156 δόσεις, από 1.9.2009 μέχρι 1.8.2022, ήταν για ποσό €1.629,29 (£953,58). Το επιτόκιο ήταν 3,95% για τα πρώτα δύο χρόνια και στη συνέχεια θα ήταν το βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,65% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Δικογραφείται πως το επιτόκιο μετατράπηκε σε 8,65% χωρίς να αναφέρεται πότε έγινε αυτό. Η Εναγόμενη 2 εταιρεία, Panamama, με τρία έγγραφα εγγύησης ημερ. 9.8.2007 ανέλαβε αλληλέγγυα με τον πρωτοφειλέτη και κεχωρισμένα την πληρωμή των δανείων του προς την Τράπεζα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του κάθε δανείου ο Εναγόμενος 1 δυνάμει ξεχωριστών συμφωνιών εκχώρησης ημερ. 9.8.2007, τις οποίες υπόγραψε και αποδέχτηκε η Panamama, εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα του ως αγοραστή δυνάμει αγοραπωλητηρίων εγγράφων ημερ. 25.4.2007 με τα οποία είχε αγοράσει μια κατοικία σε κάθε περίπτωση από την Panamama. Για το πρώτο δάνειο εκχώρησε τα δικαιώματα του από το αγοραπωλητήριο έγγραφο που αφορά την αγορά της κατοικίας 5 στο οικοδομικό συγκρότημα "Christos Kouloumbris Complex" στην Ορόκλινη, για το δεύτερο της κατοικίας 4 και για το τρίτο της κατοικίας 3, όλες στο ίδιο συγκρότημα. Ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του για αποπληρωμή των δανείων. Δόθηκε γραπτή προειδοποίηση προς τους Εναγόμενους με επιστολές της Τράπεζας ημερ. 10.2.2010, ενώ με νέες επιστολές ημερ. 6.5.2010 η Τράπεζα τερμάτισε τους τρεις λογαριασμούς δανείου και απαιτεί τα υπόλοιπα των δανείων ως ακολούθως: - €182.327,06 με τόκο 8,65% επί ποσού €175.756, - €182.328,87 με τόκο 8,65% επί ποσού €175.758,23, και - €181.443,66 με τόκο 8,65% επί ποσού €174.904,94 για όλα τα ποσά από 16.12.2010, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Ο Εναγόμενος 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία και εκδόθηκε την 14.11.2012 απόφαση εναντίον του για τα πιο πάνω ποσά και τόκους πλέον έξοδα. Αναφέρεται στη δικαστική απόφαση ότι αναγνωρίζονται και επιφυλάσσονται τα δικαιώματα της Ενάγουσας να εγείρει εναντίον του αγωγή δυνάμει των προνοιών των αναφερομένων συμφωνιών εκχώρησης ημερ. 9.8.2007, δικαιώματα που επιφυλάσσονταν και με την Εκθεση Απαίτησης. Καθ΄ όσον αφορά την Panamama δικογραφείται ότι αυτή αναγνώρισε και/ή αποδέχτηκε γραπτώς το περιεχόμενο και τους όρους των συμφωνιών εκχώρησης και υποχρεούτο όπως έγκαιρα ενημερώσει την Τράπεζα για τον χρόνο διεκπεραίωσης της εγγραφής και μεταβίβασης των ξεχωριστών τίτλων εγγραφής των ακινήτων ή και το χρόνο έκδοσης ξεχωριστού τίτλου εγγραφής τους. Βάσει των όρων των συμφωνιών εκχώρησης, η Τράπεζα δικαιούτο εφόσον η εξασφαλιζόμενη υποχρέωση καθίστατο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, να ζητήσει την εγγραφή και μεταβίβαση των ακινήτων επ΄ ονόματι της ή και να προβεί σε πώληση των δικαιωμάτων της. Αξιώνεται συνεπώς, πέραν των πιο πάνω ποσών, απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι δυνάμει των συμφωνιών εκχώρησης η Τράπεζα είναι η αποκλειστική δικαιούχος ή και ιδιοκτήτης ή και δικαιούμενη σε εγγραφή των επίδικων κατοικιών. Περαιτέρω, απόφαση ότι δικαιούται να πωλήσει τις κατοικίες με οποιοδήποτε τρόπο, υπό οποιουσδήποτε όρους και σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο για οποιοδήποτε ποσό προς ικανοποίηση του χρέους των δανείων, τόκων και εξόδων. Ακόμα, διάταγμα που να διατάσσει την Panamama να της παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή των κατοικιών. Η Panamama παραδέχεται ότι εισέπραξε το σύνολο των ποσών των τριών δανείων για τις τρεις κατοικίες που πώλησε στον Εναγόμενο 1 και ότι ανέλαβε εγγυητική ευθύνη μέχρι ποσού €173.593,90 (£101.600) για κάθε δάνειο, όμως, μόνο μέχρι την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για κάθε κατοικία και την υποθήκευση της προς όφελος της Τράπεζας. Δικογραφείται πως την 17.3.2009 εκδόθηκαν χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας των κατοικιών και ενημερώθηκε ο Εναγόμενος 1 για να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση τους στο όνομα του χωρίς ανταπόκριση. Στη συνέχεια η Panamama παρέδωσε στην Τράπεζα τους τίτλους και την κάλεσε με επιστολή της ημερ. 25.5.2009 να συνεργαστεί για τη μεταβίβαση τους στο όνομα του Εναγόμενου 1 και υποθήκευση τους προς όφελος της Τράπεζας. Και τούτο αφού, κατά την Υπεράσπιση, η Τράπεζα είχε υποχρέωση εξασφάλισης και είχε εξασφαλίσει και κατείχε προς τούτο πληρεξούσιο από τον Εναγόμενο
  4. Η Τράπεζα δεν ανταποκρίθηκε. Σε τέτοια περίπτωση, και όπως προνοείτο στις συμφωνίες εγγύησης, η Panamama θα απαλλασσόταν πλήρως από τις εγγυήσεις. Είναι η θέση της ότι κατ΄ αυτό τον τρόπο η Τράπεζα παρέβηκε τις μεταξύ των συμφωνίες και υπήρξε αμελής απέναντι της. Η Panamama ακύρωσε τις συμφωνίες εγγύησης. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι κατά το πλείστον παραδεκτά. Η Panamama ήταν η ιδιοκτήτρια του κτιριακού συγκροτήματος "Christos Kouloubris Complex" στη Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας, αποτελούμενου από έξι κατοικίες. Με τρία αγοραπωλητήρια έγγραφα ημερ. 25.4.2007 (μέρος των Τεκμ. 5, 10 και 15) η Panamama πώλησε τις κατοικίες 3, 4 και 5 στον Εναγόμενο
  5. Το τίμημα πώλησης για κάθε κατοικία ήταν £127.000 από τις οποίες £25.400 θα καταβάλλονταν με την υπογραφή των συμφωνιών. Φαίνεται ότι οι προκαταβολές εξοφλήθηκαν αργότερα, την 3.8.2007, όταν ο Εναγόμενος 1 έδωσε εντολή στην Τράπεζα (Τεκμ.34) να καταβάλει το ποσό των £65.700 στην Panamama. Ανάλογο ποσό από λογαριασμό ξένου συναλλάγματος (αρ. 0550-41-125127) που ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε στην Τράπεζα μεταφέρθηκε σε λογαριασμό του σε κυπριακές λίρες (αρ. 0550-05-915189) (Τεκμ.32 και 33) και από εκεί πληρώθηκε το ποσό των £65.700 στο λογαριασμό 0575-11-000434 της Panamama (Τεκμ. 35 και 36). Ο Εναγόμενος 1 με τρεις συμφωνίες ενοικίασης ημερ. 2.5.2007 (Τεκμ. 39, 40 και 41) ενοικίασε στην Panamama τις τρεις κατοικίες που αγόρασε για δύο χρόνια από 1.8.2007 μέχρι 31.7.2009 με μηνιαίο ενοίκιο £375 για τον πρώτο χρόνο και £425 για τον δεύτερο χρόνο. Για να εξοφλήσει το τίμημα πώλησης ο Εναγόμενος 1 δανείστηκε από την Τράπεζα, με τρεις πανομοιότυπες συμφωνίες δανείου ημερ. 30.7.2007 (Τεκμ.2, 7 και 12) σε κάθε περίπτωση €173.593,90 (£101.600). Με τρεις συμφωνίες εκχώρησης που υπόγραψε την ίδια ημέρα (Τεκμ.5, 10 και 15) ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε τα δικαιώματα του από τα τρία αγοραπωλητήρια έγγραφα στην Τράπεζα. Αυθημερόν υπόγραψε τρία πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμ. 25, 26 και 27) με τα οποία πληρεξουσιοδοτούσε την Τράπεζα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εγγραφή των κατοικιών επ΄ ονόματι του και την εγγραφή πρώτων υποθηκών προς όφελος της Τράπεζας για το ποσό των £111.760 πλέον τόκους σε σχέση με κάθε κατοικία. Περαιτέρω, με τρεις άλλες συμφωνίες που υπόγραψε και πάλιν την 30.7.2007 (Τεκμ. 42, 43 και 44) ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα του από τις τρεις συμφωνίες ενοικίασης. Η Panamama εγγυήθηκε την αποπληρωμή των δανείων από τον Εναγόμενο 1 με τρία πανομοιότυπα εγγυητήρια έγγραφα ημερ. 9.8.2007 (Τεκμ. 4, 9 και 14) και την ίδια ημέρα προσυπόγραψε τις συμφωνίες εκχώρησης των αγοραπωλητηρίων εγγράφων κατόπιν αποφάσεων του διοικητικού της συμβουλίου για αμφότερα τα ζητήματα (Τ.3, 8, 13 και 37). Προσυπόγραψε ακόμα τις συμφωνίες εκχώρησης των δικαιωμάτων του Εναγόμενου 1 από τα ενοικιαστήρια έγγραφα. Τα ποσά των δανείων εκταμιεύτηκαν και πληρώθηκαν στην Panamama την 14.8.2007 (βλ. χρεωστικές σημειώσεις Τεκμ. 6, 11 και 16) που έτσι εξοφλήθηκε πλήρως για τις τρεις κατοικίες που πώλησε στον Εναγόμενο
  6. Ο Παναγιώτης Γεωργίου (Μ.Υ.2) (Γραπτή Δήλωση - Τεκμ.64), διευθυντής και μέτοχος της Panamama, αποδέχθηκε την είσπραξη των ποσών. Επομένως, η επί του προκειμένου αντεξέταση του υπαλλήλου της Τράπεζας Μάριου Σωφρονίου (Μ.Ε.1) ήταν αχρείαστη. Παρουσιάστηκαν οι καταστάσεις των τριών λογαριασμών δανείων (αρ.0550-02-0005288, 0550-02-0005261 και 0550-02-0005253) συνοδευόμενες από πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35

(3)των περί Αποδείξεως Νόμων (Τεκμ. 21, 22 και 23 αντίστοιχα). Στους πρώτους δύο, αρχικά γίνονταν μηνιαίες καταθέσεις £336,89 (πέντε) και στη συνέχεια €575.61 (είκοσι) μέχρι και τον Αύγουστο του
  1. Μετά και μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 κατατέθηκαν άλλα €598,01 και δύο φορές από €1.629,
  2. Στον τρίτο λογαριασμό μετά τον Αύγουστο του 2009 και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 κατατέθηκαν σε τρεις περιπτώσεις €1.339,68 κάθε φορά. Τα ποσά προέρχονταν από την ενοικίαση των επίδικων κατοικιών. Η Panamama από το δικό της λογαριασμό (αρ.0575-11-000434) στην Τράπεζα (Τεκμ.47 και 48) τα έμβαζε στον προαναφερθέντα λογαριασμό του Εναγόμενου 1 (αρ.0550-05-915189) (Τεκμ.50) και από εκεί με αυτόματη χρέωση τα προαναφερθέντα ποσά είχαν μεταφερθεί στους λογαριασμούς των τριών δανείων. Μέχρι 30.7.2009 το υπόλοιπο των πρώτων δύο δανείων ήταν €173.531,19 και του τρίτου €173.530,47, δηλαδή δεν είχε ξεπεράσει το αρχικό ποσό του κάθε δανείου, οπόταν καταδεικνύεται ότι οι τόκοι της περιόδου είχαν καταβληθεί, όπως προνοείτο στις συμφωνίες δανείου ότι ήταν υποχρέωση του Εναγόμενου
  3. Στη συνέχεια, μετά τις 2.10.2009 και 16.12.2009 που ήταν οι τελευταίες πιστώσεις, και μέχρι 6.5.2010 που η Τράπεζα τερμάτισε τις συμφωνίες δανείου κανένα ποσό δεν είχε πιστωθεί έναντι των δανείων. Συνιστά κοινό έδαφος πως, στο μεταξύ, την 17.3.2009 εκδόθηκαν χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας των κατοικιών (Τεκμ. 28-30). Ο Γεωργίου επισκέφθηκε την Τράπεζα και παρέδωσε αντίγραφα των τίτλων στην υπάλληλο της Τράπεζας 'Ελενα Κυριάκου (Μ.Ε.2). Η Panamama με επιστολή της προς τον Εναγόμενο 1 ημερ. 24.3.2009 (Τεκμ.54) τον πληροφόρησε για την έκδοση των τίτλων και τον κάλεσε να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας σε χρόνο που θα τον βόλευε να ταξιδέψει στην Κύπρο για να μεταβιβαστούν και εγγραφούν οι τρεις κατοικίες στο όνομα του. Ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε και ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων της Panamama ημερ. 4.5.2009 (Τεκμ.55) με αυστηρότερο ύφος, που τον καλούσε επιτακτικά να παρουσιαστεί για τη μεταβίβαση και εγγραφή των κατοικιών στο όνομα του μέσα σε ένα μήνα, διαφορετικά η Panamama θα εξασκούσε τα νομικά της δικαιώματα. Όπως μαρτύρησε ο Κώστας Λουκά (Μ.Ε.4), διευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζας που χειριζόταν την υπόθεση, στη συνέχεια και λόγω της μη ανταπόκρισης του Εναγόμενου 1 η Panamama ξεκίνησε να απαιτεί από την Τράπεζα να αναλάβει τη μεταβίβαση και εγγραφή των κατοικιών στο όνομα του Εναγόμενου 1 και ταυτόχρονη υποθήκευση τους προς όφελος της. Αποστάληκε προς τούτο στην Τράπεζα επιστολή της Panamama ημερ. 25.5.2009 (Τεκμ.45). Κατά τον Λουκά, ο λόγος για τον οποίο δεν επιτεύχθηκε η μεταβίβαση των κατοικιών στο όνομα του Εναγόμενου 1 δυνάμει των πληρεξουσίων εγγράφων που κατείχε η Τράπεζα, ήταν η πληρωμή των μεταβιβαστικών. Προκύπτει πως ούτε η Τράπεζα ούτε η Panamama ήταν διατεθειμένες να τα επιβαρυνθούν ή έστω να τα πληρώσουν και να έχουν να λαμβάνουν από τον Εναγόμενο
  4. Τον Ιούνιο του 2009 ο Εναγόμενος 1 επισκέφθηκε την Κύπρο. Ο Γεωργίου τον συνάντησε και του έθεσε το ζήτημα ότι θα έπρεπε να γίνουν οι μεταβιβάσεις. Στη συνέχεια, αναφέρει, ο Εναγόμενος 1 πήγε να δει τον Λουκά και δεν γνωρίζει τι αποφάσισε. Από πλευράς της Τράπεζας επιβεβαιώθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε επισκεφθεί την Κύπρο στις 4.6.2009 αλλά δεν είχε συνάντηση με οποιοδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας. Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων της Panamama ημερ. 18.11.2009 που απαντήθηκε από την Τράπεζα που συνέχισε να ανταλλάζει επιστολές με τους δικηγόρους της Panamama (Τεκμ.46). Ο Λουκά, μετά τη λήψη της επιστολής ημερ. 18.11.2009, είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Εναγόμενο 1 στον οποίο εξήγησε ότι θα έπρεπε να διευθετήσει την καταβολή των μεταβιβαστικών. Ο Εναγόμενος 1 τον πληροφόρησε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα και ζήτησε χρονικό περιθώριο 5 - 6 μήνες. Η Panamama ενημερώθηκε με επιστολή της Τράπεζας ημερ. 26.11.
  5. Παρενθετικά έγινε αναφορά στην πώληση δύο άλλων κατοικιών από την Panamama στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα. Όταν εκδόθηκαν οι τίτλοι οι αγοραστές ανταποκρίθηκαν. Πλήρωσαν τα μεταβιβαστικά, οι κατοικίες μεταβιβάστηκαν στο όνομα τους, υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Τράπεζας και η Panamama απαλλάχτηκε των εγγυήσεων της. Πίσω στην επίδικη περίπτωση, η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 10.2.2010 (Τεκμ.17) που απέστειλε προς τον Εναγόμενο 1 σε διεύθυνση στο Ιράν παρατηρούσε ότι καθυστερούνταν δόσεις ανερχόμενες στο ποσό των €5.343,35 για κάθε λογαριασμό δανείου και καλείτο ο Εναγόμενος 1 να τις εξοφλήσει μέσα σε 21 ημέρες. Προειδοποιείτο ακόμα ότι παράλειψη του να συμμορφωθεί δεν θα άφηνε άλλη επιλογή στην Τράπεζα από τον τερματισμό των συμφωνιών και απαίτηση άμεσης εξόφλησης ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου των δανείων. Καμιά εξήγηση δεν προσφέρθηκε γιατί οι επιστολές να αποσταλούν σε διεύθυνση στο Ιράν. Ιδίας ημερομηνίας επιστολές (Τεκμ.17) αποστάληκαν και προς την Panamama. Σε όλες τις επιστολές αναφερόταν ότι οι λογαριασμοί επιβαρύνονταν ήδη με αυξημένο επιτόκιο κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Με επιστολές της ημερ. 6.5.2010 (Τεκμ.18) που η Τράπεζα υποστηρίζει ότι απέστειλε προς τον Εναγόμενο 1 στη διεύθυνση «35 Kingsmere Close Erdington, Birmingham B24, 8QL, UK» τερμάτισε τις συμφωνίες δανείου, σημειώνοντας ότι το επιτόκιο αυξανόταν κατά 5,25%. Ιδίας ημέρας επιστολές (Τεκμ.18) απέστειλε η Τράπεζα, κατά τη θέση της, και προς την Panamama πληροφορώντας την ότι είχε υποβάλει απαίτηση προς τον Εναγόμενο 1 για ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου ζητώντας εξόφληση του. Καλείτο η Panamama να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο κάθε δανείου. Ακολούθησε την 18.2.2011 η καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο Γεωργίου αναφέρθηκε στη συνεργασία της Panamama με την Τράπεζα. Διαφάνηκε πως η επιλογή του Εναγόμενου 1 να αιτηθεί τα επίδικα δάνεια από την Ενάγουσα Τράπεζα δεν ήταν τυχαία. Η Panamama σύστηνε ή καθοδηγούσε τους επικείμενους αγοραστές των κατοικιών της να αποτείνονται στην Ενάγουσα Τράπεζα, με την οποία είχε συνεργασία. Ανάφερε ο Γεωργίου ότι όταν ο Εναγόμενος 1 επέδειξε ενδιαφέρον να αγοράσει τις τρεις κατοικίες αμέσως τον πήρε στο δικηγόρο και στην Ενάγουσα Τράπεζα ώστε να γίνουν τα καθορισμένα, συμφωνίες και έγγραφα με την Τράπεζα. Είναι βασική θέση του Γεωργίου, όπως εκφράζεται στη γραπτή του δήλωση, ότι ήταν σαφής εξήγηση, πρακτική και συμφωνία της Panamama με την Τράπεζα ότι, με την έκδοση του χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, η Τράπεζα θα ενεργοποιούσε και θα εξασκούσε πλήρως τα δυνάμει της εκχώρησης και του πληρεξουσίου εγγράφου δικαιώματα της για την μεταβίβαση και εγγραφή της χρηματοδοτηθείσας οικιστικής μονάδας στο όνομα του αγοραστή με ταυτόχρονη υποθήκευση της προς όφελος της Τράπεζας και την πλήρη απαλλαγή της Panamama από οποιαδήποτε εγγυητική ή άλλη ευθύνη. Είναι η περαιτέρω θέση του Γεωργίου ότι δεν του επιδείχθηκαν και η Panamama δεν γνώριζε το περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου του Εναγόμενου
  6. Ούτε και τον όρο ότι για τα πρώτα δύο χρόνια η υποχρέωση του Εναγόμενου 1 ήταν να πληρώνει μόνο τους τόκους, που και αυτοί θα εξοφλούνταν από τα ενοίκια που η Panamama πλήρωνε στην Τράπεζα. Καταλογίζεται στην Τράπεζα ότι απέτυχε να βεβαιωθεί ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε ανέκκλητη γραπτή εντολή στην τράπεζα του στο εξωτερικό για την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων των δανείων και πως απέτυχε να εξασφαλίσει προς όφελος της εκχώρηση ασφάλειας ζωής του Εναγόμενου 1 όπως προνοείτο στις συμφωνίες δανείου. Η πρώτη βασική θέση αφορά στο κατά πόσο τερματίστηκε η εγγύηση της Panamama και εξετάζεται πιο κάτω. Οι λοιπές θέσεις άπτονται της εγκυρότητας των συμβάσεων δανείου και κατ' επέκταση της ισχύς των εγγυήσεων και εξετάζονται στη συνέχεια. Στην πρώτη παράγραφο της δεύτερης σελίδας του Παραρτήματος (Αddendum) των συμφωνιών δανείου αναφέρεται ότι (σε δική μου μετάφραση): «Οδηγίες από τον πελάτη προς την τράπεζα του στο εξωτερικό πρέπει να δοθούν, έτσι ώστε η τράπεζα του να εμβάζει τη μηνιαία δόση, το ασφάλιστρο της ασφάλειας ζωής και της ασφάλειας πυρός σε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αντίγραφο της οδηγίας πρέπει να παρουσιαστεί στην Τράπεζα». Αναφέρεται στον όρο 10 (b)
(2)των συμφωνιών δανείου ότι (σε δική μου μετάφραση): «Μέχρι πλήρους και τελείας πληρωμής όλων των ποσών που οφείλονται κάτω από την παρούσα συμφωνία ο Πελάτης οφείλει να . Συνάψει και διατηρήσει με οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία ασφάλεια ζωής για ποσό όχι λιγότερο από ... [δεν καταγράφεται] ... και συμφωνεί ότι τέτοια ασφάλεια εκχωρηθεί προς όφελος της Τράπεζας. Αποτυχία του να ενεργήσει ως ... ανωτέρω θα δίδει στην Τράπεζα δικαίωμα (αλλά όχι υποχρέωση) να συνάψει ασφάλεια εκ μέρους του ...». Στην τελευταία παράγραφο της πρώτης σελίδας του Παραρτήματος των συμφωνιών δανείου αναφέρεται ότι (σε δική μου μετάφραση): «Στην περίπτωση κατά την οποία ο Πελάτης δεν εκχωρήσει στην Τράπεζα τα δικαιώματα του κάτω από εγκριμένη ασφάλεια ζωής πριν από την χορήγηση του δανείου, η Τράπεζα αυτόματα θα αυξήσει το επιτόκιο για το δάνειο κατά 0,25% κατά την ημέρα της χορήγησης». Στον όρο 4 των συμφωνιών δανείου αναφέρεται ότι (σε δική μου μετάφραση): «Εκτός εάν η Τράπεζα συμφωνήσει διαφορετικά, καμιά εκταμίευση δεν θα επιτραπεί μέχρις ότου ο πελάτης παραχωρήσει τις εξασφαλίσεις, ασφαλιστήρια έγγραφα και εγγυήσεις που καθορίζονται από την Τράπεζα και υποβάλει, σε τύπο και περιεχόμενο αποδεκτό από την Τράπεζα, όλα τα αναγκαία έγγραφα από τα οποία να προκύπτει συμμόρφωση με τους όρους κάτω από τους οποίους παραχωρείται η διευκόλυνση ». Στον όρο 5(στ) των εγγράφων εγγύησης αναφέρεται ότι: «Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από εμένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: ... Να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τον Πρωτοφειλέτη οι τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε από αυτές όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν και/ή υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης». Μετά τη συνομολόγηση των συμφωνιών δανείου η Τράπεζα εκταμίευσε τα ποσά των δανείων. Είναι πρόδηλο πως η Τράπεζα δεν επέμεινε στον όρο για την παρουσίαση οδηγιών προς τράπεζα του Εναγόμενου 1 στο εξωτερικό για την πληρωμή των δόσεων. Υπήρξε κατ΄ ουσία τροποποίηση των όρων των συμφωνιών δανείου όπως η Τράπεζα δικαιούτο να πράξει. Η εγγυήτρια Panamama δεν νομιμοποιείται να διατηρεί οποιοδήποτε παράπονο, πολύ περισσότερο να θεωρεί ότι γι΄ αυτό το λόγο έχει απαλλαγεί των υποχρεώσεων της ως εγγυήτρια. Τέτοιες οδηγίες προς τράπεζα του εξωτερικού, ακόμα και ανέκκλητες, δεν θα είχαν σε κάθε περίπτωση σημασία εάν ο Εναγόμενος 1 δεν διέθετε επαρκή κεφάλαια στην τράπεζα του στο εξωτερικό για να πληρώνονται οι δόσεις των δανείων. Επομένως δεν δικαιολογείτο η δημιουργία καμιάς προσδοκίας στην Panamama. Περαιτέρω και σε σχέση με την εκχώρηση ασφάλειας ζωής του Εναγόμενου 1, η αναφορά σε συγκεκριμένη επίπτωση στην περίπτωση μη εκχώρησης τέτοιας ασφάλειας, επιβεβαιώνει ότι η επιμέρους απαίτηση θα μπορούσε να παρακαμφθεί. Ο Γεωργίου υποστήριξε πως το περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου δεν είχε τεθεί υπόψη της Panamama που αγνοούσε συγκεκριμένες πτυχές τους. ΄Οπου βέβαια αισθανόταν ότι άλλοι όροι θα μπορούσε να ήταν υποβοηθητικοί στην υπεράσπιση της Panamama τους επικαλείτο. Απορρίπτω τη θέση του Γεωργίου και αποδέχομαι την επί του προκειμένου θέση του Λουκά, ο οποίος μαρτύρησε ότι όλες οι συζητήσεις για τη χορήγηση των δανείων εγίνονταν και με τον Εναγόμενο 1 και με την Panamama που ήταν ενήμερη. Ηταν τέτοια η εμπλοκή της Panamama στη δανειοδότηση του Εναγόμενου 1 ώστε να καθίσταται εξωπραγματική η θέση του Γεωργίου ότι δεν ήταν υπόψη της Panamama οι όροι δανειοδότησης του Εναγόμενου 1. Προς ολοκλήρωση της εξέτασης των ζητημάτων που άπτονται της εγκυρότητας των συμφωνικών δανείου εξετάζεται και το εγερθέν κατά την ακρόαση της αγωγής ζήτημα σε σχέση με τη συμμόρφωση της Τράπεζας με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας κατά τη χορήγηση των δανείων. Ο Χρίστος Ιωαννίδης (Μ.Υ.1) λειτουργός εποπτείας στο Τμήμα Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας, εξήγησε ότι οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμ.63), που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, προνοούσαν ότι μια τράπεζα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την αγορά ενός ακινήτου με το 70% της αγοραίας αξίας του. Σημείωσε πως οι συνέπειες μη τήρησης των εγκυκλίων από μια τράπεζα ήταν η επιβολή σε αυτή διοικητικού προστίμου. Ο Λουκά υποστήριξε πως η Τράπεζα θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μέχρι και το 80% της τιμής του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, νοουμένου ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου ήταν ψηλότερη και κάλυπτε το 30% που έπρεπε να είναι η συνεισφορά του αγοραστή. Όταν ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε στην Τράπεζα για τα δάνεια, η Τράπεζα παράγγειλε εκτίμηση της αξίας μίας κατοικίας του κτιριακού συγκροτήματος αφού μεταξύ τους οι κατοικίες δεν είχαν ιδιαίτερες διαφορές. Η εκτίμηση των «Kikis Athinodorou and Associates Ltd» ημερ. 14.6.2007 (Τεκμ.53) ανάφερνε ότι, με τη συμπλήρωση της, η συγκεκριμένη κατοικία θα είχε αγοραία αξία £145.000. Το ποσό του κάθε δανείου ήταν £101.600 που ήταν ελάχιστο πέραν του 70% (70,069%). Αναφέρεται στη Συρίμη ν Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1331,1143 ότι : «... οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Επομένως, ακόμα και αν υπήρξε παραβίαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, στη βάση ότι η δανειοδότηση είχε ξεπεράσει το 70% της αγοραίας αξίας της κάθε κατοικίας, το ζήτημα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των συμφωνιών δανείου. Καταλήγω ότι οι επίδικες συμβάσεις δανείου ήταν έγκυρες και οι δοθείσες από την Panamama εγγυήσεις ισχυρές. Προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο οι εγγυήσεις έχουν τερματιστεί. Σε κάθε εγγυητήριο προνοείτο ότι η Panamama θα ευθυνόταν για ποσό £101.600 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω προνοείτο ότι (όρος 22): «Η παρούσα εγγύηση ... τερματίζεται όταν:
  1. Εκδοθεί χωριστός τίτλος για την κατοικία αρ. [ ] ... το οποίο επωλήθη από την Εταιρεία PANAMAMA DEVELOPERS LIMITED στον κ.Alireza Sharafi συμφώνως των όρων πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 25 ΑΠΡ. 2007, μεταβιβασθεί στο όνομα του κ.Alireza Sharafi και εγγραφεί επί της κατοικίας πρώτη υποθήκη για το υπόλοιπο του δανείου πλέον 10% πλέον τόκους προς ποσοστό επιτοκίου 3,950% σταθερό για περίοδο 2 ετών και μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου με ποσοστό επιτοκίου κυμαινόμενο πλέον 1,650% ετησίως, προς όφελος της Τράπεζας μας για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του κ.Alireza Sharafi.
  2. Μειωθεί το υπόλοιπο του δανείου στο 70% της αγοραίας αξίας του ακινήτου.» Σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα υφίστατο πρόνοια και στις συμφωνίες εκχώρησης των αγοραπωλητηρίων εγγράφων (όρος 3) όπου αναφερόταν (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Μόλις ο ρηθείς τίτλος εκδοθεί ο πωλητής αναλαμβάνει όπως εντός 15 ημερών από της έκδοσης του να ειδοποιήσει την Τράπεζα, και η Τράπεζα θα δικαιούται να ζητήσει από τον πελάτη εντός ενός μηνός και ταυτόχρονα με την εγγραφή της περιουσίας στο όνομα του, να εγγράψει υποθήκη στη ρηθείσα περιουσία ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις του πελάτη προς την Τράπεζα. Αποτυχία του πελάτη να το κάμει, θα δίδει στην Τράπεζα το δικαίωμα να εφαρμόσει τα δικαιώματα της κάτω από την παρούσα συμφωνία και / ή να πωλήσει την περιουσία, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα και για την καλύτερη δυνατή τιμή. Το προϊόν τέτοιας πώλησης θα χρησιμοποιηθεί για να πληρωθεί (α) οιαδήποτε έξοδα σχετιζόμενα με την πώληση της περιουσίας περιλαμβανομένων οιωνδήποτε κυβερνητικών ή άλλων φόρων, (β) οιοδήποτε ποσό που οφείλεται από τον πελάτη προς τον πωλητή κάτω από το ρηθέν αγοραπωλητήριο έγγραφο, (γ) οιεσδήποτε υποχρεώσεις που οφείλονται στην Τράπεζα από τον πελάτη και (δ) οιοδήποτε υπόλοιπο παραμένει θα πληρωθεί στον πελάτη.» Ο όρος 22 των εγγράφων εγγύησης που αφορά στον τερματισμό της εγγύησης της Panamama εμπεριέχει, όπως σημειώθηκε, δύο προϋποθέσεις. Με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων υποστήριξαν διαφορετικές ερμηνείες. Η Τράπεζα εισηγείται ότι οι προϋποθέσεις είναι σωρευτικές και πως εφόσον σε κάθε περίπτωση η κατοικία δεν μεταβιβάστηκε στο όνομα του Εναγόμενου 1 και δεν εγγράφηκε πρώτη υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας η εγγύηση της Panamama δεν έχει τερματιστεί. Κατά την εισήγηση των δικηγόρων της Τράπεζας, η αναφορά στο ζήτημα στο Παράρτημα των συμφωνιών δανείου, όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι θα έπρεπε να ισχύουν και οι δύο προϋποθέσεις για να τερματιστεί η εγγύηση, επιβεβαιώνει τη θέση τους. Η Panamama υποστηρίζει πως η εκπλήρωση οιασδήποτε των δύο προϋποθέσεων ήταν αρκετή για να τερματιστεί η εγγύηση της. Εφαρμόζεται κατά τους δικηγόρους της Panamama το δόγμα Contra Preferendum και εφόσον, πάντα κατά τη θέση τους, ο όρος δεν είναι ξεκάθαρος θα πρέπει να ερμηνευτεί σε βάρος της Τράπεζας. Ετσι, πέραν του ότι θεωρεί την Τράπεζα υπεύθυνη για τη μη εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης, εισηγείται ότι η εγγύηση έχει τερματιστεί γιατί το υπόλοιπο του κάθε δανείου είχε μειωθεί στο 70% της αγοραίας αξίας της κάθε κατοικίας. Ο Γεωργίου υποστήριξε ότι η αγοραία αξία κάθε κατοικίας ήταν £104.434,75 και αυτό αφού αφαιρεί από την τιμή στα αγοραπωλητήρια έγγραφα £6.000 για την επίπλωση και £28.303,35 που ήταν το ΦΠΑ. Δεν είναι κατανοητό γιατί το ΦΠΑ δεν θα έπρεπε να λογίζεται ως μέρος της αγοραίας αξίας. Ούτε και οι δικηγόροι της Panamama φαίνεται να υποστηρίζουν σθεναρά τη θέση του Γεωργίου, αλλά σε κάθε περίπτωση, όσο πιο ψηλή λογίζεται η αγοραία αξία κάθε κατοικίας τόσο πιο εύκολα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί ο όρος 22
(2)των εγγράφων εγγύησης. Ο Γεωργίου προβαίνει σε άτοπους υπολογισμούς. Αθροίζει όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν ως προκαταβολές και έναντι των δανείων για να καταλήξει ότι αυτά ξεπερνούν το 30% της αγοραίας αξίας των κατοικιών, όπως ο ίδιος την υπολόγισε. Η κάθε κατοικία πωλήθηκε για £127.
  1. Το 70% του ποσού αυτού είναι £88.900 (€152.019). Διερχόμενος τους λογαριασμούς των δανείων διαπιστώνω ότι ουδέποτε το χρεωστικό υπόλοιπο σε οποιοδήποτε των τριών λογαριασμών δεν μειώθηκε κάτω από £99.915,44 ή €169.098,99 στους πρώτους δύο και £99.915,36 ή €168.337,78 στον τρίτο. Επομένως, το υπόλοιπο του κάθε δανείου ουδέποτε μειώθηκε στο 70% της αγοραίας αξίας της κάθε κατοικίας που αφορούσε. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Panamama γίνεται επίκληση της εκτίμησης των «Kikis Athinodorou and Associates Ltd» ημερ. 14.6.2007 βάσει της οποίας η αγοραία αξία των κατοικιών ήταν τον Ιούνιο του 2007 £145.
  2. Το 70% του ποσού αυτού είναι £101.
  3. Εφόσον τα υπόλοιπα των δανείων είχαν μειωθεί, έστω περιθωριακά, κάτω από £101.500, η εγγύηση της Panamama είχε, κατά τους δικηγόρους της, τερματιστεί. Όμως, στην επιστολή τους ημερ. 25.5.2009 (Τεκμ.45) με την οποία, όπως διατείνονται (παρ.4(ζ) της Έκθεσης Υπεράσπισης), τερμάτισαν τις εγγυήσεις, δεν επικαλούνται ζήτημα στη βάση του όρου 22
(2)των εγγράφων εγγύησης παρά μόνο εγείρουν το ζήτημα της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων. Είναι αμφίβολο κατά πόσο η πιο πάνω εκτίμηση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ενόψει και του περιεχομένου της εκτίμησης των «A.P.S. Andreou Property Strategy Ltd» ημερ. 8.7.2010. Ίσως να εκπονήθηκε κατά παραγγελία ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας για την χορήγηση τέτοιων δανείων, όπως εξηγείται πιο πάνω. Ακόμα, όμως και έτσι, καταδεικνύεται το παράλογο της εισήγησης της Panamama ότι η εκπλήρωση της δεύτερης προϋπόθεσης και μόνο ήταν αρκετή για να τερματιστεί η εγγύηση της αφού από της σύναψης των συμφωνιών δανείου με την καταβολή £100 (£101.600 μείον £100 =£101.500) για κάθε δάνειο οι εγγυήσεις της Panamama θα τερματίζονταν. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει ούτε το συνδετικό «και» που θα επισφράγιζε ότι θα έπρεπε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, αλλά ούτε το διαζευκτικό «ή» που θα καθόριζε ότι αρκούσε να υφίστατο η μία ή η άλλη. Όμως, η απουσία του διαζευκτικού «ή» είναι καταλυτική με αποτέλεσμα η ορθή ερμηνεία του όρου να είναι ότι αμφότερες οι προϋποθέσεις θα έπρεπε να συντρέχουν. Αναφέρεται ότι η εγγύηση τερματίζεται «όταν» και ακολουθεί άνω και κάτω τελεία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συμβαίνουν όλα όσα ακολουθούν εκτός εάν με τη χρήση του διαζευκτικού «ή» καθορίζεται το αντίθετο. Καταλήγω ότι η ορθή ερμηνεία του όρου 22 είναι ότι θα έπρεπε να συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις που καταγράφονται στις παρ.
(1)και
(2)ώστε να τερματιστεί η εγγύηση. Στη βάση των όρων των συμφωνιών δανείου η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα πληρεξούσια έγγραφα ώστε να επιτευχθεί μεταβίβαση των κατοικιών στο όνομα του Εναγόμενου 1 και υποθήκευση τους προς όφελος της Τράπεζας. Δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιασδήποτε πρόνοιας είτε στις συμφωνίες δανείου είτε στα εγγυητήρια έγγραφα που θα επέβαλλε στην Τράπεζα να ενεργήσει στη βάση των πληρεξουσίων. Οι ίδιοι οι δικηγόροι της Panamama παρά την επί του αντιθέτου επιχειρηματολογία τους, ρητά αναφέρονται στη γραπτή τους αγόρευση σε δικαίωμα της Τράπεζας. Υπήρχαν όμως και ουσιαστικοί λόγοι γιατί η Τράπεζα δεν ενήργησε ώστε οι κατοικίες να μεταβιβαστούν στο όνομα του Εναγόμενου 1 και να υποθηκευτούν προς όφελος της. Ήταν το ζήτημα της πληρωμής των μεταβιβαστικών που ήταν υποχρέωση του Εναγόμενου 1 δυνάμει του όρου 11 των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Επομένως η αποτυχία πλήρωσης της προϋπόθεσης του όρου 22
(1)δεν ήταν από υπαιτιότητα της Τράπεζας. Έτσι, ακόμα και αν είχε εκπληρωθεί ο όρος 22
(2)η εγγύηση της Panamama δεν θα είχε τερματιστεί. Καταλήγω πως οι συμφωνίες εγγύησης της Panamama δεν τερματίστηκαν δυνάμει του όρου 22. Είναι η περαιτέρω θέση της Panamama ότι με την επιστολή της ημερ. 25.5.2009 τερμάτισε τις εγγυήσεις της. Στο σχετικό όρο 3 των εγγράφων εγγύησης αναφέρεται ότι: «Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύησή μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά ημέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα Κεντρικό, Λάρνακα γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεση μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση ... Εννοείται ότι θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι, όπως και για όλες τις υποχρεώσεις που θα δημιουργήσει ο Πρωτοφειλέτης μέσα στην περίοδο των επτά ημερών μετά την ειδοποίηση τερματισμού της εγγύησης μου». Η πρόνοια αφορά σε περίπτωση όπου ο εγγυητής τερματίζει την εγγύηση του ώστε να μην είναι υπόλογος για μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Η επιστολή ημερ. 25.5.2009 αφορά διαφορετικό ζήτημα. Αφορά στη θέση ότι η εγγύηση τερματίστηκε γιατί εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις της Panamama και σαφώς παραπέμπει στον όρο 22
(1)των εγγυήσεων. Αλλά ακόμα και αν η επιστολή ημερ. 25.5.2009 συνιστούσε εκ μέρους της Panamama τερματισμό των εγγυήσεων δυνάμει του όρου 3 των συμφωνιών εγγύησης, η Panamama θα εξακολουθούσε να ήταν υπόλογη για τις μέχρι τότε υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που δεν είναι περισσότερες από τις διεκδικούμενες με την αγωγή αυτή. Μάλιστα θα ήταν έτσι υπόλογη, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 θα είχαν καταστεί απαιτητές. Μαρτύρησε ο Γεωργίου ότι, στα πλαίσια των προσπαθειών εξεύρεσης λύσης, η Τράπεζα του παρέδωσε εκτίμηση των κατοικιών των «A.P.S. Andreou Property Strategy Ltd» ημερ. 8.7.2010 (Τεκμ.58), σύμφωνα με την οποία η αξία κάθε κατοικίας ήταν €155.000 και τον παρακάλεσε να εξεύρει αγοραστές για τις κατοικίες. Ο Γεωργίου εξηύρε κάποια Παρθενόπη Χαραλάμπους η οποία προσφέρθηκε να αγοράσει την κατοικία 5 για το ποσό των €150.
  1. Προς τούτο η Panamama συμφώνησε με την Τράπεζα (Τεκμ.24) όπως η κατοικία 5 που καλυπτόταν από τον τίτλο αρ. 0/12083 (Τεκμ.28), απαλλαγεί από προϋπάρχουσα υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας έναντι είσπραξης €150.000 που θα κατατίθετο έναντι των υποχρεώσεων του Εναγόμενου
  2. Καταλογίζει στην Τράπεζα ότι υπαναχώρησε και με επιστολή της ημερ. 29.10.2010 (Τεκμ.57) ζήτησε την καταβολή ποσού €178.200 για να συμφωνήσει στη μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα της αγοράστριας. Η Panamama απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 2.11.2010 (Τεκμ.66) που ο Γεωργίου παρέδωσε στο διευθυντή της Υπηρεσίας «Recoveries» της Τράπεζας. 'Ετσι, ο Γεωργίου επέστρεψε στην αγοράστρια το ποσό των €69.000 που είχε εισπράξει ως προκαταβολή (Τεκμ.56). Υποβλήθηκε προς τον Γεωργίου ότι η Τράπεζα δεν είχε υπαναχωρήσει. Είχε συμφωνηθεί με το Τμήμα «Business» να αρθεί η υποθήκη με την καταβολή €150.000, ενώ η Υπηρεσία «Recoveries» ζήτησε την εξόφληση του σχετικού δανείου που είχε χρεωστικό υπόλοιπο €178.200 για να συγκατατεθεί η Τράπεζα προς την οποία ήταν εκχωρημένο το αγοραπωλητήριο έγγραφο. To ζήτημα της πώλησης της κατοικίας 5 σε τρίτο πρόσωπο, την Παρθενόπη Χαραλάμπους, ηγέρθηκε από την Panamama στην προσπάθεια της να καταδείξει ότι η Τράπεζα δεν ήταν συνεργάσιμη και δεν επεδίωξε τον μετριασμό των ζημιών της. Η συμφωνία των διαδίκων (Τεκμ.24) δεν αφορούσε στην απαλλαγή της Panamama από την εγγύηση της αποπληρωμής του δανείου που αφορούσε την κατοικία 5, αλλά μόνο την απαλλαγή του τίτλου της κατοικίας αυτής από υφιστάμενη υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας ώστε αυτή να πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο. Το δάνειο για την αγορά της κατοικίας 5 από τον Εναγόμενο 1 ήταν το 0550-20-005288-
  3. Κατά τον Οκτώβριο του 2010 αυτό είχε χρεωστικό υπόλοιπο €175.576,48 (Τεκμ.21). Με την επιστολή της 29.10.2010 η Τράπεζα ζήτησε την πληρωμή ποσού €178.200 για να αποδεχτεί την απαλλαγή του τίτλου. Αναμφίβολα έτσι απαλλαττόταν η Panamama από την εγγύηση για τον πιο πάνω λογαριασμό δανείου αφού το χρέος που εγγυήθηκε δεν θα υφίστατο πλέον. Όπου φαίνεται να υπήρξε διαφοροποίηση στη θέση της Τράπεζας, ίσως λόγω ασυνεννοησίας των τμημάτων ή υπηρεσιών της, είναι ότι δεν αποδεχόταν πλέον απαλλαγή του τίτλου της κατοικίας 5 με την πληρωμή €150.000, έστω και αν η εγγύηση της Panamama του λογαριασμού για την κατοικία 5 θα παρέμενε ισχυρά. Δεν ήταν πλέον εφικτό να πωληθεί η κατοικία 5 σε τρίτο πρόσωπο και το χρεωστικό υπόλοιπο του συγκεκριμένου δανείου να μειωθεί στις €25.576.48 για το οποίο η Panamama θα συνέχιζε να είναι εγγυήτρια. Όμως, ότι δεν τελεσφόρησε μια προσπάθεια για συμβιβαστική λύση μέρους της αντιδικίας δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των μερών και τα επίδικα στην παρούσα αγωγή ζητήματα. Προχωρώ στον υπολογισμό των υπολοίπων των λογαριασμών δανείου. Οι χρεώσεις των τόκων πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών δανείου (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Αναφορικά με το επιτόκιο οι συμφωνίες δανείου προνοούσαν για τα πρώτα δύο χρόνια σταθερό επιτόκιο 3,95%. Στη συνέχεια το επιτόκιο θα ήταν το βασικό εν ισχύ επιτόκιο της Τράπεζας πλέον 1,65% πάντα με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Οι συμφωνίες δανείου προνοούσαν ακόμη, όπως προειπώθηκε, για την εκχώρηση προς την Τράπεζα των δικαιωμάτων του Εναγόμενου 1 από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής και πως εάν ο Εναγόμενος 1 παρέλειπε να εκχωρήσει τέτοια δικαιώματα το επιτόκιο θα αυξανόταν αυτόματα κατά 0,25%. Ο Εναγόμενος 1 δεν εκχώρησε δικαιώματα από ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, οπόταν το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν τα πρώτα δύο χρόνια οι λογαριασμοί δανείου ήταν 4,20% (3,95% συν 0,25%). Την 13.8.2009 το επιτόκιο μειώθηκε σε 2,65% (1% βασικό επιτόκιο της Τράπεζας συν 1,65%) ενώ με τον τερματισμό την 6.5.2010 αυξήθηκε σε 7,90% και την 30.11.2010 σε 8,65%. Για την αύξηση του επιτοκίου κατά τον τερματισμό ο Σωφρονίου ανάφερε ότι η Τράπεζα είχε κρίνει ότι, με βάση τις οικονομικές συνθήκες της αγοράς τη συγκεκριμένη περίοδο, το κόστος του χρήματος είχε αυξηθεί και θα έπρεπε να αυξηθεί το επιτόκιο στον πιο πάνω βαθμό. Δεν αναφέρθηκε σε κάτι το συγκεκριμένο. Παρουσιάστηκαν ακόμη διάφορες ανακοινώσεις που η Τράπεζα δημοσίευσε στον τύπο την περίοδο Απριλίου 2008 - Μαϊου 2009 (Τεκμ.20), κάποιες από τις οποίες δεν αφορούν τις επίδικες συμφωνίες δανείου που είχαν χορηγηθεί πριν την 1.1.2008. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας των λογαριασμών δανείου χρεωνόταν επιτόκιο 4,20% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Το επιτόκιο ήταν δικαιολογημένο αφού ο Εναγόμενος 1 είχε παραλείψει να εκχωρήσει στην Τράπεζα δικαιώματα ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής. Ωστόσο, τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης (παρ. 4, 12 και 20). Καμιά αναφορά δεν γίνεται σε ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής, ούτε σε επιτόκιο της περιόδου πέραν του 3,95%. Συνεπώς, δεν μπορεί να επιδικαστεί τόκος στη βάση επιτοκίου πέραν του δικογραφημένου 3,95%. Μετά τα δύο πρώτα χρόνια το επιτόκιο που χρεώνονταν τα δάνεια ήταν 2,65%, δηλαδή 1% το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,65%, πάντα με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Είναι η θέση των δικηγόρων της Τράπεζας πως η παραδοχή στην Εκθεση Υπεράσπισης της Panamama των παρ. 6, 14 και 22 της Εκθεσης Απαίτησης όπου δικογραφείται ποιο ήταν το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν οι λογαριασμοί των δανείων, συνιστά παραδοχή ότι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας ήταν 1%. Αντίθετα, οι δικηγόροι της Panamama υποστηρίζουν ότι η σχετική παραδοχή αφορούσε στο γεγονός ότι αυτά τα επιτόκια χρέωνε η Τράπεζα και όχι αποδοχή των καθ΄ αυτό επιτοκίων και του δικαιώματος της να τα χρεώνει. Αναμφίβολα δεν εξάγεται από τη δικογραφία παραδοχή ότι η Τράπεζα δικαιούτο στη χρέωση επιτοκίου υπερημερίας 6% όπως αναφέρεται ότι χρέωνε στις παρ. 6, 14 και 22 της Εκθεσης Απαίτησης, όμως, η αναφορά στο 1% βασικό επιτόκιο είναι ισχυρισμός γεγονότος ότι αυτό ήταν το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας και που θεωρείται ότι έγινε παραδεκτό. Επομένως, δικαιολογημένη ήταν και η χρέωση επιτοκίου 2,65% για την περίοδο από 13.8.2009 (δύο χρόνια μετά την εκταμίευση των δανείων) μέχρι και την 6.5.2010 που τερματίστηκαν οι συμφωνίες δανείου. Στη δεύτερη υποπαράγραφο της παρ.2 των Γενικών Ορων των Συμφωνιών Δανείου αναφέρεται ότι (σε δική μου μετάφραση): «Εάν οποιοδήποτε ποσό πληρωτέο σε σχέση με την παρούσα συμφωνία δεν πληρωθεί όταν οφείλεται ... ο πελάτης θα πληρώνει τόκο με επιτόκιο υπερημερίας (default rate) από την ημερομηνία κατά την οποία το ποσό ήταν οφειλόμενο στην Τράπεζα. Το επιτόκιο υπερημερίας θα καθοριστεί από την Τράπεζα και θα διαβιβαστεί στον πελάτη και θα είναι ποσοστό επί τοις εκατόν κατ΄ έτος υψηλότερο από το επιτόκιο που θα ίσχυε συνήθως». Η Τράπεζα με δήλωση των δικηγόρων της που εμπεριέχεται στην τελική τους αγόρευση έχει περιορίσει τους τόκους που αξιώνει στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2%. Ο Μιχάλης Στυλιανού (Μ.Ε.5) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.59) που εργάζεται στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών της Τράπεζας παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις των λογαριασμών των δανείων (Τεκμ.60-62). Οι αναδομημένες καταστάσεις διαφέρουν από τις αρχικές στο ότι από 6.5.2010 που είναι η ημερομηνία τερματισμού το επιτόκιο είναι 4,65%. Χρεώνεται τόκος υπερημερίας 2% που προστίθεται στο επιτόκιο του 2,65% που ίσχυε μέχρι τότε. Οι αναδομημένες καταστάσεις είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων. (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48). Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η σύμβαση τερματίστηκε την 6.5.
  1. Ισχύει το εδάφιο (1β). Όπως αντιλαμβάνομαι την πιο πάνω πρόνοια, για περιπτώσεις όπως η επίδικη δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, αλλά στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό είναι αδικαιολόγητο. Το τεκμήριο είναι μαχητό, δηλαδή, όπως επεξηγείται, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί με μαρτυρία να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο ανατρέπεται και το ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που επέβαλε στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Πέραν τούτου, είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1β) είτε όταν εφαρμόζεται το εδάφιο (1α) η επιβολή τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Οι δικηγόροι της Τράπεζας επικαλούνται την Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Τράπεζα δικαιούται σε τόκο υπερημερίας αφού η επιβολή τέτοιου προνοοείτο στις συμφωνίες δανείου. Στην Ιωαννίδης επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας δεν προνοείται στις συμφωνίες δανείου, οπόταν η Τράπεζα έπρεπε να αποδείξει το ποσοστό που δικαιούτο. Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας του 5,25% ή έστω του 2% αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί επομένως η Τράπεζα δεν δικαιούται σε οιονδήποτε τόκο υπερημερίας. Αναφορικά με τις χρεώσεις και έξοδα που η Τράπεζα μπορούσε να επιβάλει, σχετικός είναι ο όρος 6 των συμφωνιών δανείου. Συγκεκριμένα έξοδα που ανέρχονται σε £588 προνοούνταν ρητά. Ωστόσο, αυτά δεν φαίνεται να χρεώθηκαν σε οποιοδήποτε από τους επίδικους λογαριασμούς δανείου. Περαιτέρω αναφερόταν ότι η διευκόλυνση θα χρεωνόταν με τις χρεώσεις και έξοδα που εμφαίνονταν στον επισυνημμένο Πίνακα Προμηθειών και Χρεώσεων που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της συμφωνίας. Ο Πίνακας των Προμηθειών και Χρεώσεων της Τράπεζας που παρουσιάστηκε (Τεκμ.19) αφορά, οι πρώτες έξι σελίδες τουλάχιστον, την περίοδο από 30.11.
  2. Ηταν η θέση του Σωφρονίου ότι σύμφωνα με την πρακτική της Τράπεζας πρέπει να είχε παραδοθεί στον Εναγόμενο 1 μαζί με τις συμφωνίες δανείου, ωστόσο κανένας πίνακας δεν είναι επισυναπτόμενος στις συμφωνίες δανείου που παρουσιάστηκαν. Η Panamama αναγνωρίζει ότι οι χρεώσεις στους λογαριασμούς των επίδικων δανείων είναι αμελητέες. Υπάρχει μια χρέωση £0.34 την 31.12.2007 και μία χρέωση £26.12 την 31.12.2009 για τους πρώτους δύο λογαριασμούς, ενώ στον τρίτο λογαριασμό υπάρχει μια χρέωση £0.34 την 31.12.2007 και μία χρέωση £1.09 την 31.12.
  3. Περιγράφονται ως κεφαλαιοποίηση εξόδων. Είναι λυπηρό σε αυτής της δικαιοδοτικής κλίμακας διαφορές να αναγκάζεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί με τέτοια ποσά. Τα ποσά εφόσον δεν δικαιολογήθηκαν επαρκώς μπορούν να αφαιρεθούν από τα υπόλοιπα των λογαριασμών. Οι δικηγόροι της Panamama εγείρουν περαιτέρω ζήτημα χρεώσεων και παραπέμπουν σε χρεώσεις που έγιναν στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 αρ. 0550-05-915189 (Τεκμ.50) που είναι ο λογαριασμός από τον οποίο πληρώθηκαν οι δόσεις τα δύο πρώτα χρόνια. Ενώ στον ρηθέντα λογαριασμό κατατίθεντο μεγαλύτερα ποσά ακολουθούσαν τραπεζικές χρεώσεις και μικρότερα ποσά εμβάζονταν στους λογαριασμούς των επίδικων δανείων. Το ζήτημα είναι εντελώς εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων. Αφορά καθαρά ζήτημα του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα και στη βάση της όποιας μεταξύ τους συμφωνίας σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού εκείνου. Καθ΄ όσον αφορά την παρούσα αγωγή σημασία έχει ότι στους επίδικους λογαριασμούς μεταφέρονταν τα ποσά που ο Εναγόμενος όφειλε να πληρώνει. Εάν μεταφέρονταν μεγαλύτερα ποσά από τον εν λόγω λογαριασμό ο Εναγόμενος 1 ενδεχομένως να νομιμοποιείτο να έχει παράπονο και απαίτηση από την Τράπεζα. Ο Εναγόμενος 1 είχε εκχωρήσει προς όφελος της Τράπεζας το σύνολο των ενοικίων που δικαιούτο από την ενοικίαση των κατοικιών, αλλά η Τράπεζα δεν ήταν υπόχρεα να τα εισπράττει όλα έναντι των δανείων. Η Τράπεζα είχε δικαίωμα που ασκούσε μερικώς ώστε να ικανοποιούνται οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 για καταβολή των τόκων των δανείων. Η προσέγγιση της Panamama επί του ζητήματος εδράζεται στη λανθασμένη της εντύπωση ότι αυτή κατέβαλλε τα ποσά για τις δόσεις των δανείων. Η πραγματικότητα είναι ότι η Panamama κατέβαλλε στον Εναγόμενο 1 τα ενοίκια που αυτός δικαιούτο, όπως θα τα κατέβαλλε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος ενοικιαστής, και ο Εναγόμενος 1 είχε με την Τράπεζα ρυθμίσει το ζήτημα της υποχρέωσης του για την καταβολή με δόσεις των τόκων των δανείων. Σύμφωνα με τον όρο 7 των συμφωνιών δανείου, που παραπέμπει στο Παράρτημα, εκτός εάν η Τράπεζα απαιτούσε άμεση πληρωμή, τα δάνεια ήταν πληρωτέα σε 180 μηνιαίες δόσεις. Οι πρώτες 24 δόσεις του κάθε δανείου, από 1.9.2007, ήταν για ποσό £336,89 (€575,61) και οι επόμενες 156 δόσεις, από 1.9.2009 μέχρι 1.8.2022, ήταν για ποσό £953,58 (€1.629,29). Οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας, παρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύτηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν. Όπως υποβλήθηκε από το δικηγόρο της Panamama ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε καμιά δόση, εννοώντας ότι πέραν των ποσών που καταβλήθηκαν από τα ενοίκια ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε άλλο ποσό. Δεν υποστηρίχτηκε και δεν ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι οποιαδήποτε άλλα ποσά καταβλήθηκαν έναντι των δανείων και απουσιάζουν από τις καταστάσεις λογαριασμών. Προκύπτει από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού και συνιστά κοινό έδαφος ότι υπήρξε εκ μέρους του Εναγόμενου 1 παράλειψη καταβολής των δόσεων μέσα στους τελευταίους μήνες του
  4. Τα καθυστερημένα ποσά παρουσιάζονται στις επιστολές της Τράπεζας ημερ. 10.2.
  5. Μέχρι και τις 6.5.2010 τα καθυστερημένα ποσά είχαν αυξηθεί, ο Εναγόμενος 1 είχε παραβεί τις συμφωνίες δανείου του με την Τράπεζα και η τελευταία νομιμοποιείτο στον τερματισμό τους. Η Panamama αρνείται ότι παρέλαβε τις επιστολές ημερ. 10.2.2010 και ειδικότερα αρνείται με έμφαση ότι παρέλαβε τις επιστολές τερματισμού ημερ. 6.5.
  6. Όπως είναι συνταγμένη η Έκθεση Υπεράσπισης η Panamama αρνείται και τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 1 ειδοποιήθηκε με τις επιστολές ημερ. 10.2.2010 και 6.5.
  7. 'Ολες οι επιστολές προς την Panamama στάληκαν στη διεύθυνση Αντρέα Σουρουκλή 21, 7040, Ορόκλινη, όπου βρισκόταν η κατοικία του Γεωργίου και το εγγεγραμμένο γραφείο της Panamama. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους και μέχρι το 2013 ο Γεωργίου διέμενε εκεί. Ο Γεωργίου αρνήθηκε ότι έλαβε τις επιστολές ημερ. 6.5.2010, ενώ όταν του υποβλήθηκε ότι τις παρέλαβε όπως είχε παραλάβει και εκείνες της 10.2.2010, δεν αρνήθηκε ότι εκείνες τις είχε παραλάβει. Σημειώνεται ακόμα πως στην αγόρευση των δικηγόρων της Panamama αναφέρεται ότι η Panamama παραδέχεται ότι παρέλαβε τις προειδοποιητικές επιστολές. Η Σοφία Δημητρίου (Μ.Ε.3) της υπηρεσίας «Recoveries» της Τράπεζας μαρτύρησε ότι οι επιστολές ημερ. 10.2.2010 είχαν συνταχθεί από την υπηρεσία «Collections» και είχαν αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο. Παρουσίασε φωτοαντίγραφο κατάστασης παραληφθέντων επιστολών για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο ημερ. 11.2.2010 (Τεκμ.49), όπου φαίνεται ότι τρεις επιστολές που απευθύνονταν προς την Panamama παραλήφθηκαν από το Ταχυδρομείο για να αποσταλούν συστημένες. Ανάλογη κατάσταση ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.51) αφορά τρεις επιστολές που απευθύνονταν προς τον Εναγόμενο
  8. Οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 ετοιμάστηκαν από την υπηρεσία «Recoveries» και αποστάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Δημητρίου, μετά τη σύνταξη τους και την εκτύπωση του σχετικού φακέλου οι επιστολές παραδίδονται στον υπάλληλο της Τράπεζας που μεταβαίνει στο ταχυδρομείο και τις αποστέλλει. Όταν υπάρχει επιστροφή μιας επιστολής ο ίδιος υπάλληλος την προσκομίζει από το ταχυδρομείο στην Τράπεζα όπου ανοίγεται και καταχωρείται στο σχετικό φάκελο που αφορά. Η Δημητρίου ερεύνησε τους φακέλους της υπόθεσης και δεν υπάρχουν επιστραφείσες επιστολές. Στο σύγγραμμα Law of Guarantees, 6η έκδ., 2011, των Geraldine Andrews και Richard Millett, αναφέρεται ότι (παρ.7-002) όταν υπάρχει σύμβαση εγγύησης η υποχρέωση του εγγυητή εγείρεται, το ενωρίτερον, όταν ο πρωτοφειλέτης παραλείπει τις υποχρεώσεις του. Το γεγονός όμως ότι οι υποχρεώσεις του εγγυητή εγείρονται μόνο όταν ο πρωτοφειλέτης έχει παραλείψει τις υποχρεώσεις του προς τον πιστωτή, δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ότι ο πιστωτής οφείλει να δώσει ειδοποίηση τέτοιας παράλειψης στον εγγυητή ή να απαιτήσει πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη πριν να μπορέσει να ενάξει τον εγγυητή. Προαπαίτηση να δοθεί ειδοποίηση της παράλειψης του πρωτοφειλέτη δεν εξυπακούεται αλλά μπορεί να είναι όρος της σύμβασης. Σε τέτοια περίπτωση η ειδοποίηση είναι προϋπόθεση για την ευθύνη του εγγυητή που αν δεν εκπληρωθεί τον απαλλάττει. Προηγούμενη απαίτηση προς τον πρωτοφειλέτη θα είναι υποχρεωτική μόνο εάν τέτοια απαίτηση είναι αναγκαία για τη συμπλήρωση της αιτίας αγωγής του πιστωτή ή εάν υπάρχει ρητή ή εξυπακουόμενη συμβατική υποχρέωση στον πιστωτή να υποβάλει τέτοια απαίτηση. Συνεπώς, ο πιστωτής μπορεί να προχωρήσει εναντίον του εγγυητή χωρίς να υποβάλει προηγούμενη απαίτηση προς τον πρωτοφειλέτη ακόμα και αν η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη εκφράζεται με όρο ότι υποχρεούται να πληρώσει άμα τη απαιτήσει. Αναφέρεται, ακόμα, (παρ.7-004) ότι ο συνήθης κανόνας είναι ότι ο πιστωτής δεν είναι υπόχρεος να υποβάλει απαίτηση στον πρωτοφειλέτη πριν να ενάξει τον εγγυητή εκτός και αν υπάρχει ρητή συμβατική πρόνοια στη σύμβαση εγγύησης. Όμως, εάν η απαίτηση προς τον πρωτοφειλέτη είναι ουσιώδης προς συμπλήρωση της αιτίας αγωγής του πιστωτή εναντίον του, τότε υποβολή τέτοιας απαίτησης στον πρωτοφειλέτη καθίσταται εξυπακουόμενη προϋπόθεση του δικαιώματος να ενάξει τον εγγυητή. Σε σχέση με τον τερματισμό συμφωνιών για τραπεζικές διευκολύνσεις η απόφαση στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, παρέχει άριστη καθοδήγηση. Στην Lombard ο σχετικός όρος προέβλεπε ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ ειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν ...». Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου, ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Δεν υπήρχε στις επίδικες συμφωνίες δανείου όρος ότι στην περίπτωση παράλειψης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης τα υπόλοιπα των δανείων θα καθίσταντο πληρωτέα. Ως εκ τούτου η Τράπεζα θα μπορούσε, χωρίς να τερματίσει τις συμφωνίες, να αξιώσει τις καθυστερημένες δόσεις ή να τερματίσει τις συμφωνίες και να αξιώσει τα υπόλοιπα των δανείων ή ακόμα απλά να απαιτήσει την άμεση πληρωμή τους. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Δημητρίου ότι οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 ετοιμάστηκαν από την Υπηρεσία «Recoveries», γεγονός που επιμαρτυρεί ότι η Τράπεζα έλαβε απόφαση και τερμάτισε τις συμφωνίες. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η λήψη τους από την Panamama, αλλά αυτό δεν έχει σημασία σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού. Αναφέρεται στην Lombard πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: - To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και - Να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το ερώτημα είναι κατά πόσο για να καθίστατο το χρέος απαιτητό έναντι του Εναγόμενου 1 και να είχε αυτός υποχρέωση για την αποπληρωμή του, ήταν αρκετό ότι τερματίστηκαν οι συμφωνίες δανείου ή θα έπρεπε περαιτέρω να απαιτηθεί από αυτόν η πληρωμή των υπολοίπων. Ο όρος 7 των συμφωνιών δανείου αναφέρεται σε απαίτηση άμεσης πληρωμής που προφανώς μπορούσε να γίνει ακόμα και αν ο Εναγόμενος 1 ήταν συνεπής με τις δόσεις του. Ο τερματισμός των συμφωνιών ήταν μια άλλη περίπτωση στην οποία, ως εκ του αποτελέσματος, τα υπόλοιπα καθίσταντο πληρωτέα. Επομένως, εάν ο Εναγόμενος 1 δεν είχε παραβιάσει τις συμφωνίες δανείου μπορούσε να υποχρεούτο στην αποπληρωμή των δανείων με απαίτηση άμεσης πληρωμής που θα του κοινοποιούσε η Τράπεζα. Εφόσον όμως παραβίασε τις συμφωνίες, που τερματίστηκαν από την Τράπεζα, είχε υποχρέωση αποπληρωμής των υπολοίπων χωρίς την αναγκαιότητα να απαιτηθεί άμεση πληρωμή τους από την Τράπεζα. Θα προχωρήσω, για σκοπούς πληρότητας στην εξέταση του κατά πόσο οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 κοινοποιήθηκαν ή μπορεί να θεωρηθούν ότι κοινοποιήθηκαν στον Εναγόμενο 1. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1907). Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 17, παρ. 210-211, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η ταχυδρόμηση μιάς επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» «Απόδειξη ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, και ότι προπληρώθηκε, ήταν ορθά καταγραμμένη η διεύθυνση, και δεν επιστράφηκε ως μη παραδοθείσα, είναι μαρτυρία ότι παραδόθηκε στη συνήθη πορεία της ταχυδρόμησης.» Επεξηγείται σε υποσημείωση πως ότι εγείρεται είναι μαχητό τεκμήριο ότι τέτοια επιστολή έχει παραδοθεί το οποίο μπορεί να ανατραπεί. Ηγέρθηκε από την υπεράσπιση ζήτημα ότι οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 δεν αποστάλησαν στην ορθή διεύθυνση του Εναγόμενου 1. Ο Γεωργίου παρουσίασε επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερ. 22.7.2008 (Τεκμ.65), στην οποία ο Εναγόμενος 1 δηλώνει τη νέα του διεύθυνση «215 Kings Road, Great Barr, Birmingham, West Midlands, B44 0SB». Υποστήριξε ο Γεωργίου ότι ο ίδιος την παρέδωσε στο Λουκά, χωρίς όμως να αναφέρει πότε. Αναφέρεται στην αγόρευση των δικηγόρων της Panamama ότι η επιστολή της 22.7.2008 δεν αμφισβητήθηκε. Σημασία έχει κατά πόσο η επιστολή είχε τεθεί υπόψη της Τράπεζας και πότε. Οταν αυτή υποδείχθηκε στο Λουκά, αυτός δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο υπήρχε στους φακέλους της υπόθεσης στην Τράπεζα. Επομένως, το κατά πόσο παραδόθηκε από το Γεωργίου στην Τράπεζα, όπως ο ίδιος διατείνεται, είναι ζήτημα που άπτεται της αξιοπιστίας του. Παρά το ότι κατά την αντεξέταση του δεν του τέθηκε ευθέως ότι δεν την παρέδωσε στην Τράπεζα, υπήρξε κατά την παρουσίαση της επιστολής ως τεκμήριο αμφισβήτηση. Όπως προειπώθηκε, ο Γεωργίου δεν ανέφερε πότε, κατά τη θέση του, την παρέδωσε. Συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτή παραδόθηκε πριν την αποστολή από την Τράπεζα των επιστολών τερματισμού. Σε κάθε περίπτωση, απορρίπτω την επί του προκειμένου μαρτυρία του Γεωργίου. Η Panamama και οι δικηγόροι της απέστειλαν τον Μάρτιο και Μάϊο του 2009 επιστολές (Τεκμ. 54 και 55) προς τον Εναγόμενο 1, στη διεύθυνση «35 Kingsmere Close Erdington, Birmingham B24, 8QL, UK». Εάν ο Γεωργίου είχε στα χέρια του την επιστολή του Εναγόμενου της 22.7.2008 τότε η Panamama και οι δικηγόροι της θα χρησιμοποιούσαν τη νέα διεύθυνση. Η διεύθυνση «35 Kingsmere Close Erdington, Birmingham B24, 8QL, UK» στην οποία φέρονται να αποστάληκαν οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 είναι η διεύθυνση του Εναγόμενου 1 όπως καταγράφεται στις συμφωνίες δανείων και όλα τα τραπεζικά έγγραφα. Αναφέρεται στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1726, 1733 πως καθ΄ όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Καταλήγω ότι στις επιστολές ημερ. 6.5.2010 προς τον Εναγόμενο 1 καταγράφετο η ορθή διεύθυνση του Εναγόμενου
  1. Όμως, η μαρτυρία της Δημητρίου αφορά γενικά στην πρακτική της Τράπεζας και όχι τι επεσυνέβηκε σε σχέση με τις συγκεκριμένες επιστολές. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτές ταχυδρομήθηκαν ή ότι δόθηκαν σε αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας για να τις ταχυδρομήσει. Η κατάληξη μου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 αποστάληκαν στον Εναγόμενο
  2. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση σημειώνεται ότι στα έγγραφα εγγύησης που υπέγραψε η Panamama αναφέρεται ότι: «...με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές ... αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη...». Ως προς το ζήτημα της υποβολής αξίωσης αποπληρωμής από την Τράπεζα προς την Panamama, διευκρινίζεται ότι αυτό που απαιτείτο ήταν υποβολή αξίωσης. Αυτό μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε αφ΄ ότου ο Εναγόμενος 1 είχε καταστεί υπόλογος για την πληρωμή των δανείων πριν όμως από την καταχώρηση της αγωγής την 18.2.
  3. Ετσι, ακόμα και αν οι επιστολές ημερ. 6.5.2010 δεν είχαν παραληφθεί, υπάρχει άλλη αδιάσειστη μαρτυρία ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής η Τράπεζα είχε υποβάλει αξίωση στην Panamama για εξόφληση των δανείων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην επιστολή των δικηγόρων της Panamama ημερ. 9.11.2010 (μέρος του Τεκμ.46), τρεις περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της αγωγής, όπου αναφέρεται το εξής: «Επίσης εφιστούμε την προσοχή σας ότι οφείλατε και οφείλετε να ασκήσετε τα δικαιώματα σας δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης και να εγγράψετε στο όνομα σας και/ή στο όνομα οποιουδήποτε άλλου προσώπου τις οικίες για να εξοφληθεί το προς εσάς χρέος του κ.Alireza και/ή σε κάθε περίπτωση να μειωθεί το χρέος και/ή να μειώσετε τη ζημιά σας στο μέγιστο βαθμό και όχι να απαιτείτε από τους πελάτες μας να σας εξοφλήσουν ολόκληρο το χρέος του κ.Alireza». Καταλήγω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση και συνεπώς η Panamama είναι υπόχρεα ως εγγυήτρια να αποπληρώσει τα δάνεια. Παρενθετικά σημειώνεται ότι στον όρο 18 των εγγυητηρίων αναφέρεται ότι: «Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό της ισχύος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες, συμφωνώ ότι θα έχω πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό που αναφέρετο στην παράγραφο
(2)πιο πάνω σαν να ήμουν ο Πρωτοφειλέτης...». Ανέλαβε, δηλαδή, η Panamama υποχρέωση αποπληρωμής των δανείων ανεξάρτητα από τη στοιχειοθέτηση υποχρέωσης του Εναγόμενου
  1. Οι δικηγόροι της Panamama εισηγούνται ότι το πραγματικό επίδικο χρέος δεν μπορεί να εξευρεθεί χωρίς μαθηματικούς υπολογισμούς και χωρίς να μεταβληθεί το Δικαστήριο σε λογιστή. Η όποια δυσκολία στον καθορισμό του ποσού που πρέπει να επιδικαστεί δεν συνιστά δικαιολογία για το Δικαστήριο να αποστεί του καθήκοντός του να απονέμει δικαιοσύνη. Θα ήταν ό,τι καλύτερο εάν η Τράπεζα παρουσίαζε αναδομημένους λογαριασμούς που να καλύπτουν την κάθε ενδεχόμενη κατάληξη του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους το Δικαστήριο οφείλει να πράξει ό,τι καλύτερο ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, διασφαλίζοντας ότι δεν θα προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα του διαδίκου που δεν είναι υπαίτιος για την παράλειψη. Έχω προβεί σε μαθηματικούς υπολογισμούς ώστε να διαπιστώσω τα ποσά που ο κάθε λογαριασμός επιβαρύνθηκε την περίοδο από 13.8.2007 μέχρι 12.8.2009, περίοδο κατά την οποία τα χρεωστικά υπόλοιπα υπόκειντο σε χρεωστικό επιτόκιο 4,20% αντί 3,95% που αναφέρεται στην αξίωση. Οι τόκοι κάθε εξαμηνίας εμφαίνονται στο τέλος της εξαμηνίας όταν κεφαλαιοποιούνται. Τους έχω μειώσει ώστε να ανταποκρίνονται στο μειωμένο χρεωστικό επιτόκιο. Το συνολικό ποσό είναι περίπου €855 (για την εξαμηνία που λήγει την 31.12.2007 αφαιρούνται £103 δηλ. €176, για την εξαμηνία που λήγει την 30.6.2008 αφαιρούνται €217, για την εξαμηνία που λήγει την 31.12.2008 αφαιρούνται €220, για την εξαμηνία που λήγει την 30.6.2009 αφαιρούνται €212 και για την περίοδο από 1.7.2009 μέχρι 12.8.2009 αφαιρούνται €30). Αυτοί οι επιπλέον τόκοι κεφαλαιοποιούνταν και στη συνέχεια τοκίζονταν πάλι προς 4,20% μέχρι την 12.8.
  2. Ακόμα και αν το σύνολο των τόκων τοκιζόταν έτσι για το σύνολο της περιόδου οι τόκοι του θα ήταν λιγότεροι από €
  3. Στη συνέχεια τοκίζονταν προς 2,65% μέχρι 6.5.2010 αποφέροντας τόκο €
  4. Υπάρχουν και τα προαναφερθέντα μικροποσά χρεώσεων που πρέπει να αφαιρεθούν. Αναμφίβολα, η αφαίρεση €1000 από το υπόλοιπο κάθε λογαριασμού κατά την 6.5.2010 ευνοεί την Panamama. Έκτοτε, και εφόσον δεν επιδικάζεται τόκος υπερημερίας, τα ποσά θα φέρουν τόκο προς 2,65% με κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως μέχρι εξοφλήσεως. Από τα υπόλοιπα των λογαριασμών κατά την 6.5.2010 (€171.765,74 €171.910,24 και €170.979,55) αφαιρούνται €3.
  5. Το υπόλοιπο είναι €514.652,
  6. Εναντίον της Panamama αξιώνεται και αριθμός διαταγμάτων. Το Τροποποιημένο Κλητήριο Ενταλμα, όπως καταχωρίστηκε την 15.4.2015, αφήνει την εντύπωση ότι οι θεραπείες υπό στοιχεία (Δ) μέχρι (Ν) αξιώνονται μόνο εναντίον του Εναγόμενου
  7. Θα πρέπει κάποιος να διέλθει το Κλητήριο Ενταλμα όπως ήταν πριν την τροποποίηση και την Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 7.4.2015 για να επιβεβαιώσει την πραγματικότητα ότι το σύνολο των εξαιτούμενων θεραπειών αξιώνονται εναντίον της Εναγόμενης 2 εκτός της θεραπείας (Δ) που αξιώνεται μόνο εναντίον του Εναγόμενου 1, γι΄ αυτό και προστέθηκε αναφορά σε αυτόν πριν τη συγκεκριμένη θεραπεία. Επομένως, η αναφορά «Περαιτέρω οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου 1:» πριν τη θεραπεία (Δ) αφορά αυτή και μόνο και όχι τις υπό στοιχεία (Δ.1) μέχρι (Ν) που ακολουθούν. Με τις θεραπείες υπό στοιχεία (Δ.1), (Η) και (Κ) η Τράπεζα αξιώνει αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ως η αποκλειστική δικαιούχος ή και ιδιοκτήτρια ή και η δικαιούμενη σε εγγραφή των κατοικιών 5, 4 και 3 αντίστοιχα. Με τις θεραπείες υπό στοιχεία (Ε), (Θ) και (Λ) η Τράπεζα αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις ότι δικαιούται να πωλήσει τις κατοικίες «υπό οποιουσδήποτε όρους» και «για οποιοδήποτε ποσό έναντι και ή προς ικανοποίηση του ως άνω χρέους μετά τόκων και εξόδων». Σύμφωνα με τον όρο 1 των συμφωνιών εκχώρησης όλα τα δικαιώματα του Εναγόμενου 1 δυνάμει των σχετικών αγοραπωλητηρίων εγγράφων, εκχωρήθηκαν πλήρως και αμετάκλητα στην Τράπεζα ως περαιτέρω εξασφάλιση για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων του. Σύμφωνα με τον όρο 3, και εφόσον ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να εγγράψει επ΄ ονόματι του τις κατοικίες και ταυτόχρονα υποθηκεύσει προς όφελος της Τράπεζας ως εγγύηση για τις υποχρεώσεις του, η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να ασκήσει τα δικαιώματα της δυνάμει των συμφωνιών εκχώρησης ή και να πωλήσει τις κατοικίες σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα και για την καλύτερη δυνατή τιμή και χρησιμοποιήσει το προϊόν για να πληρωθούν οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα. Η Panamama είναι το πρόσωπο από το οποίο ο Εναγόμενος 1 έλκει τα δικαιώματα που εκχώρησε, έχει προσυπογράψει τις συμφωνίες εκχώρησης και ανέλαβε περαιτέρω υποχρεώσεις σύμφωνα με τον όρο 2 αυτών. Η φράση «... αποκλειστικοί δικαιούχοι και ή ιδιοκτήτες και ή ...» στις αξιούμενες θεραπείες υπό στοιχεία (Δ.1), (Η) και (Κ) δεν δικαιολογείται. Περαιτέρω στις αξιούμενες θεραπείες υπό στοιχεία (Ε), (Θ) και (Λ) δεν δικαιολογείται η φράση «... με οποιοδήποτε τρόπο, υπό οποιουσδήποτε όρους, σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο νομικό ή φυσικό, περιλαμβανομένων και των Εναγόντων για οποιοδήποτε ποσό ...» και στη θέση της πρέπει να αναγραφεί «... σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα και για την καλύτερη δυνατή τιμή». Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €514.652,53 με τόκο προς 2,65% από 6.10.2010 του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδονται εναντίον της Εναγόμενης 2 θεραπείες ως οι παραγράφοι (Δ.1), (Ε), (Η), (Θ), (Κ) και (Λ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαφοροποίηση ότι στις θεραπείες των παραγράφων (Δ.1), (Η) και (Κ) διαγράφεται η φράση «... αποκλειστικοί δικαιούχοι και ή ιδιοκτήτες και ή ...», και στις θεραπείες των παραγράφων (Ε), (Θ) και (Λ) διαγράφεται η φράση «... με οποιοδήποτε τρόπο, υπό οποιουσδήποτε όρους, σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο νομικό ή φυσικό, περιλαμβανομένων και των Εναγόντων για οποιοδήποτε ποσό ...» και στη θέση της προστίθεται η φράση «... σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα και για την καλύτερη δυνατή τιμή». Τα αξιούμενα διατάγματα Ζ, Ι και Μ απορρίπτονται καθότι δεν διαφάνηκε ότι η Εναγόμενη 2 έχει την κατοχή των επιδίκων κατοικιών. Noείται ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να αποζημιωθεί πέραν του ποσού της απόφασης, οπόταν, η αξία των κατοικιών ή το προϊόν της πώλησης τους θα λογίζεται έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.